Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [40200-40220]

IDΛήμμαΕρμηνεία
39596πεντό-βλ. πεντα-
39597πεντόβολαπε-ντό-βο-λα ουσ. (ουδ.) (τα): παραδοσιακό παιδικό παιχνίδι δεξιοτεχνίας που παίζεται με πέντε βόλους ή πετραδάκια· (συνεκδ., στον εν.) κάθε βόλος ή πετραδάκι του παιχνιδιού.
39598πεντοζάλης & πεντοζάλιπε-ντο-ζά-λης ουσ. (αρσ. + ουδ.): κρητικός κυκλικός χορός με έντονα και γρήγορα βήματα, τρία μπροστά και δύο πίσω.
39599πεντόζηπε-ντό-ζη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. μονοσακχαρίτης (σύμβ. C5H10O5) που έχει πέντε άτομα άνθρακα στο κάθε μόριο: ~ του DNA/RΝΑ. [< γερμ. Pentose, γαλλ.-αγγλ. pentose]
39600πεντόκιλος, η, ο βλ. πεντάκιλος
39601πεντοχίλιαροπε-ντο-χί-λια-ρο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.-προφ.): χαρτονόμισμα αξίας πέντε χιλιάδων δραχμών. Βλ. δεκαχίλιαρο, χιλιάρικο.
39602πεολειξίαπε-ο-λει-ξί-α ουσ. (θηλ.) & πεολειχία: διέγερση του πέους με το στόμα, κυρ. με τα χείλη και τη γλώσσα. Βλ. αιδοιολειξία, στοματικός έρωτας. ΣΥΝ. πίπα (5), τσιμπούκι (2)
39603πέοςπέ-ος ουσ. (ουδ.) {πέ-ους}: ΑΝΑΤ. όργανο που αποτελεί μέρος των εξωτερικών γεννητικών οργάνων του άνδρα και αρσενικών ζώων και χρησιμοποιείται για την ούρηση και τη συνουσία: ~ σε στύση. Βάλανος/κεφαλή/πετσάκι/χαλινός του ~ους. Διέγερση/διείσδυση/επιμήκυνση/ερεθισμός/μεγέθυνση του ~ους. Μέγεθος/μήκος ~ους. Πβ. καυλί, μαλαπέρδα, μόριο, πουλί, πούτσος, πράμα, τέτοιο, τσουτσούνι, φαλλός, ψωλή. ● ΣΥΜΠΛ.: φθόνος του πέους: ΨΥΧΑΝ. (στη φροϋδική θεωρία) ο φθόνος που θεωρείται ότι αισθάνεται το κορίτσι για το πέος του αγοριού, ο οποίος αποτελεί αιτία ψυχικής σύγκρουσης και ανάπτυξης αισθημάτων κατωτερότητας. [< γερμ. Penisneid, αγγλ. penis envy, 1924] [< αρχ. πέος]
39604ΠΕΠ(το) 1. Περιφερειακό Επιχειρησιακό Πρόγραμμα. 2. Παγκόσμιο Επισιτιστικό Πρόγραμμα.
39605πεπαιδευμένος, η, ο πε-παι-δευ-μέ-νος επίθ. (αρχαιοπρ.): μορφωμένος. ● βλ. παιδεύω [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. παιδεύω]
39606πεπαλαιωμένος, η, ο πε-πα-λαι-ω-μέ-νος επίθ. (λόγ.): παλιός ή/και ξεπερασμένος: ~ος: εξοπλισμός. ~ες: αντιλήψεις. Πβ. οπισθοδρομικός. ΣΥΝ. απαρχαιωμένος [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. παλαιῶ]
39607πεπατημένηπε-πα-τη-μέ-νη ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) πεπατημένα (τα) (λόγ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): γνωστός, καθιερωμένος, συνηθισμένος και συχνά τετριμμένος τρόπος: Ακολουθώ/αποφεύγω την ~. Ξεφεύγω/παρεκκλίνω από την ~. Βαδίζω/κινούμαι στην ~. [< μτχ. παθ. παρακ. του μτγν. ρ. πατῶ]
39608πεπειραμένος, η, ο πε-πει-ρα-μέ-νος επίθ. (λόγ.): έμπειρος. ΑΝΤ. άπειρος2 [< μτχ. παρακ. του ρ. πειρῶμαι]
39609πεπεισμένος, η, ο πε-πει-σμέ-νος επίθ. (λόγ.) & (προφ.) πεισμένος: που έχει πειστεί για κάτι: Είναι απόλυτα/βαθύτατα ~ για την ορθότητα της επιλογής του (πβ. βέβαιος, σίγουρος). ● βλ. πείθω [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. πείθω]
39610πεπερασμένος, η, ο πε-πε-ρα-σμέ-νος επίθ. (κυρ. επιστ.): που έχει όρια, αρχή και τέλος· κατ' επέκτ. που μπορεί να μετρηθεί: ~ος: αριθμός (γλωσσών)/χώρος. ~η: γνώση/δυνατότητα (κατανόησης). ~ο: πλήθος/(ΜΑΘ.) σύνολο. Βλ. οριοθετη-, περιορισ-μένος.|| (ως ουσ.) Το ~ο της ύπαρξης. Πβ. περατός. Βλ. αμέτρητος, ανεξάντλητος, ατελεύτητος. ΑΝΤ. άπειρος1 (1) [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. περῶ ‘διασχίζω’, γαλλ. fini]
39611πέπεριπέ-πε-ρι ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. αγγειόσπερμο, αναρριχητικό, αυτοφυές φυτό των τροπικών περιοχών, με πλατιά στιλπνά φύλλα και μικρούς στρογγυλούς καρπούς· σημαντικότερο είδος είναι το μαύρο (επιστ. ονομασ. Piper nigrum), από το οποίο λαμβάνεται το πιπέρι. [< αρχ. πέπερι]
39612πεπερόνεπε-πε-ρό-νε επίθ. {άκλ.} ΜΑΓΕΙΡ. 1. που περιέχει πιπέρι ή καυτερή πιπεριά: Λουκάνικο ~ (= πεπερόνι).|| Σπαγγέτι ~. 2. (συνεκδ.) που φτιάχνεται με πεπερόνι: Πίτσα ~. [< ιταλ. peperone]
39613πεπερόνιπε-πε-ρό-νι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & πεπερόνε: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. είδος αλλαντικού που είναι ιδιαίτερα πικάντικο: πίτσα (με) ~. [< αμερικ. pep(p)eroni, 1934]
39614πεπιεσμένος, η, ο πε-πι-ε-σμέ-νος επίθ. (επιστ.) 1. που βρίσκεται σε υψηλή πίεση: ~ο: νερό. 2. που έχει συμπιεστεί: ~ο: βαμβάκι. Τα προϊόντα από ~ο χαρτί είναι πολύ ανθεκτικά. ● ΣΥΜΠΛ.: πεπιεσμένος αέρας βλ. αέρας [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. πιέζω]
39615πεπλανημένος, η, ο πε-πλα-νη-μέ-νος επίθ. (λόγ.): που βρίσκεται σε πλάνη, εσφαλμένος: ~η: αντίληψη/εντύπωση. [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. πλανῶ, γαλλ. erroné]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.