Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [40200-40220]

IDΛήμμαΕρμηνεία
39610πεπερασμένος, η, ο πε-πε-ρα-σμέ-νος επίθ. (κυρ. επιστ.): που έχει όρια, αρχή και τέλος· κατ' επέκτ. που μπορεί να μετρηθεί: ~ος: αριθμός (γλωσσών)/χώρος. ~η: γνώση/δυνατότητα (κατανόησης). ~ο: πλήθος/(ΜΑΘ.) σύνολο. Βλ. οριοθετη-, περιορισ-μένος.|| (ως ουσ.) Το ~ο της ύπαρξης. Πβ. περατός. Βλ. αμέτρητος, ανεξάντλητος, ατελεύτητος. ΑΝΤ. άπειρος1 (1) [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. περῶ ‘διασχίζω’, γαλλ. fini]
39611πέπεριπέ-πε-ρι ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. αγγειόσπερμο, αναρριχητικό, αυτοφυές φυτό των τροπικών περιοχών, με πλατιά στιλπνά φύλλα και μικρούς στρογγυλούς καρπούς· σημαντικότερο είδος είναι το μαύρο (επιστ. ονομασ. Piper nigrum), από το οποίο λαμβάνεται το πιπέρι. [< αρχ. πέπερι]
39612πεπερόνεπε-πε-ρό-νε επίθ. {άκλ.} ΜΑΓΕΙΡ. 1. που περιέχει πιπέρι ή καυτερή πιπεριά: Λουκάνικο ~ (= πεπερόνι).|| Σπαγγέτι ~. 2. (συνεκδ.) που φτιάχνεται με πεπερόνι: Πίτσα ~. [< ιταλ. peperone]
39613πεπερόνιπε-πε-ρό-νι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & πεπερόνε: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. είδος αλλαντικού που είναι ιδιαίτερα πικάντικο: πίτσα (με) ~. [< αμερικ. pep(p)eroni, 1934]
39614πεπιεσμένος, η, ο πε-πι-ε-σμέ-νος επίθ. (επιστ.) 1. που βρίσκεται σε υψηλή πίεση: ~ο: νερό. 2. που έχει συμπιεστεί: ~ο: βαμβάκι. Τα προϊόντα από ~ο χαρτί είναι πολύ ανθεκτικά. ● ΣΥΜΠΛ.: πεπιεσμένος αέρας βλ. αέρας [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. πιέζω]
39615πεπλανημένος, η, ο πε-πλα-νη-μέ-νος επίθ. (λόγ.): που βρίσκεται σε πλάνη, εσφαλμένος: ~η: αντίληψη/εντύπωση. [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. πλανῶ, γαλλ. erroné]
39616πεπλατυσμένος, η, ο πε-πλα-τυ-σμέ-νος επίθ. (λόγ.): που τείνει να γίνει επίπεδος: ~ος: σωλήνας. ~η: επιφάνεια/μορφή/μύτη. ~η: τροχιά (= ελλειπτική). ~ο: κεφάλι/σχήμα/σώμα. ~α: άκρα. Πβ. πατικωμένος, πλακέ, πλακουτσωτός. [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. πλατύνω, γαλλ. aplati]
39617πέπλοπέ-πλο ουσ. (ουδ.) 1. λεπτό ύφασμα που καλύπτει κυρ. το κεφάλι και το πρόσωπο των γυναικών: Το ~ της νύφης (= νυφικό ~). ΣΥΝ. βέλο, καλύπτρα (1) 2. (μτφ.) οτιδήποτε εμποδίζει τη θέα ή τη σαφή αντίληψη για κάτι: μαύρο/προστατευτικό ~. ~ καπνού/ομίχλης/σιωπής. Πβ. κάλυμμα. ΣΥΝ. παραπέτασμα (2) ● ΣΥΜΠΛ.: πέπλο μυστηρίου βλ. μυστήριο [< μεσν. πέπλον < αρχ. πέπλος]
39618πέπλοςπέ-πλος ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. πέπλο. 2. ΑΡΧ. αρχαίο ελληνικό ένδυμα που στερεωνόταν με πόρπες στους ώμους ή/και με ζώνη στη μέση. [< αρχ. πέπλος, γαλλ. voile]
39619πεποίθησηπε-ποί-θη-ση ουσ. (θηλ.) 1. βεβαιότητα ότι ισχύει αυτό που πιστεύει κάποιος· σιγουριά, πίστη: ~ για την αλήθεια/ορθότητα μιας άποψης. ‘Εχει διαμορφωθεί/επικρατεί/καλλιεργείται/υπάρχει (η) γενική/διάχυτη/λανθασμένη ~ (στην κοινή γνώμη) ότι ... Αποτελεί κοινή ~/είναι σταθερή ~ή μου ότι ... Είμαι της ~ης (= της γνώμης) ότι ... (πβ. πιστεύω, θεωρώ). Εξέφρασε την ~ για τη νίκη της ομάδας του. Έχω (την) ακράδαντη/αταλάντευτη/βαθιά/βάσιμη/ισχυρή/στέρεη ~ ότι/πως θα πετύχει. Τα πρόσφατα στοιχεία δημιουργούν/ενισχύουν/επιβεβαιώνουν την ~ ότι ... 2. εμπιστοσύνη: Είχε (απόλυτη) ~ στην αξία/στις δυνάμεις/στις ικανότητές/στην υπεροχή του. Βλ. αυτο~.πεποιθήσεις (οι): ιδέες, αρχές, τα πιστεύω: ηθικές/θρησκευτικές/ιδεολογικές/πολιτικές/προσωπικές/φιλοσοφικές ~. Αλλαγή ~ήσεων (= μεταστροφή). Άτομο δημοκρατικών ~ήσεων. Εκφράζω δημόσια τις ~ μου. Κατανοώ/σέβομαι τις ~ των άλλων. Έχουν διαφορετικές ~. ΣΥΝ. φρονήματα. Πβ. ιδεολογία. ● ΣΥΜΠΛ.: μοντέλο πεποιθήσεων για την υγεία βλ. υγεία ● ΦΡ.: εκ πεποιθήσεως (λόγ.) & από πεποίθηση: συνειδητά: ~ ~ αντικομφορμιστής. (συνήθ. χιουμορ.) ~ ~ εργένης., με την πεποίθηση ότι ...: με την πίστη, με την ελπίδα ότι: Συνεχίζουμε ~ ~ θα τα καταφέρουμε. [< μτγν. πεποίθησις, γαλλ. conviction]
39620πεπονάκιπε-πο-νά-κι ουσ. (ουδ.) 1. (υποκ.) μικρό πεπόνι. 2. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. είδος ζυμαρικού για σούπες το οποίο μοιάζει με σπόρους σουσαμιού. Βλ. αστρ-, κριθαρ-άκι
39621πεπόνιπε-πό-νι ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. ο εδώδιμος καρπός της πεπονιάς που είναι στρογγυλός ή ωοειδής, έχει κιτρινωπό ή πρασινωπό χρώμα, γλυκιά, χυμώδη σάρκα και πολλά μικρά κουκούτσια: μια φέτα ~. Το ~ και το καρπούζι είναι καλοκαιρινά φρούτα.|| Κεφάλι σαν ~ (= μακρόστενο). Βλ. πεπονάκι. ● ΣΥΜΠΛ.: βαρύ πεπόνι (λαϊκό-ειρων.): για κάποιον που είναι ή προσποιείται τον θυμωμένο, τον ζόρικο και απλησίαστο: Μας το παίζει ~ ~. Πβ. βαρύς κι ασήκωτος, κάνει τον βαρύ. ● ΦΡ.: έχεις μαχαίρι, τρως πεπόνι βλ. τρώω, και το μαχαίρι και το καρπούζι/και το καρπούζι και το μαχαίρι βλ. μαχαίρι [< μεσν. πεπόνι < μτγν. πεπόνιον]
39622πεπονιάπε-πο-νιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. αγγειόσπερμο αναρριχώμενο ή έρπον φυτό (γένος Cucumis) που καλλιεργείται για τον καρπό του: Η ~ καλλιεργείται σε θερμά κλίματα. [< μεσν. πεπονέα]
39623πεπονοειδής, ής, ές πε-πο-νο-ει-δής επίθ. (λόγ.): που έχει σχήμα πεπονιού. Βλ. -ειδής. ● Ουσ.: πεπονοειδή (τα): ΒΟΤ. ενν. φρούτα.
39624πεπονόφλουδαπε-πο-νό-φλου-δα ουσ. (θηλ.) 1. φλούδα πεπονιού. 2. (μτφ.) καθετί που μπορεί να εξαπατήσει, παγίδα: Απάντησε έξυπνα, αποφεύγοντας την ~. ● ΦΡ.: πατώ την μπανανόφλουδα/πεπονόφλουδα βλ. πατώ
39625πεπραγμέναπε-πραγ-μέ-να ουσ. (ουδ.) (τα) (επίσ.): το σύνολο των δραστηριοτήτων, αποφάσεων και ενεργειών ενός φορέα· συνεκδ. ο αντίστοιχος τόμος έκδοσής τους: οικονομικά/πολιτικά ~. Τα ~ του Διοικητικού Συμβουλίου/της επιτροπής/του συλλόγου. Έκθεση ~ων. Εγκρίνονται τα ~. Λογοδοσία για τα ~ του έτους ...|| ~ ημερίδας/συνεδρίου (= Πρακτικά). ● βλ. πράττω [< πεπραγμένος, μτχ. παθ. παρακ. του ρ. πράττω, γαλλ. actes, αγγλ. proceedings]
39626πεπρωμένοπε-πρω-μέ-νο ουσ. (ουδ.): ό,τι είναι καθορισμένο από τη μοίρα: ανθρώπινο/εθνικό ~. Ακολουθεί/αποδέχεται/διαμορφώνει/καθορίζει το ~ του. Η δύναμη του ~ου. Eίναι δέσμια του ~ου της. ΣΥΝ. γραμμένο, γραφτό, ειμαρμένη, κισμέτ, ριζικό1 ● ΦΡ.: το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον: κανείς δεν μπορεί να αποφύγει τη μοίρα του, αυτό που είναι προκαθορισμένο να συμβεί. [< αρχ. πεπρωμένον]
39627πέπρωταιπέ-πρω-ται ρ. (αμτβ.) {παρατ. επέπρωτο} (αρχαιοπρ.): (+ να) έχει οριστεί από τη μοίρα να συμβεί. [< αρχ. πέπρωται]
39628πέπσι-κόλαπέπ-σι κό-λα ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & (προφ.) πέπσι: αεριούχο αναψυκτικό σκούρου χρώματος με βασικό συστατικό εκχυλίσματα κόλας και συνήθ. ζάχαρη· συνεκδ. η συσκευασία (κουτάκι ή μπουκάλι) ή το ποτήρι που περιέχει το συγκεκριμένο αναψυκτικό. Βλ. κόκα-κόλα. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Pepsi-Cola, 1903]
39629πεπτιδικός, ή, ό πε-πτι-δι-κός επίθ.: ΒΙΟΧ. που σχετίζεται με το πεπτίδιο: ~ή: ορμόνη. ~οί: δεσμοί. Βλ. πολυ~. ● ΣΥΜΠΛ.: πεπτιδική αλυσίδα: οποιαδήποτε ακολουθία αμινοξέων που ενώνονται με πεπτιδικούς δεσμούς, για να σχηματίσουν πρωτεΐνες. [< αγγλ. peptide chain, 1931] , πεπτιδικός δεσμός: ΧΗΜ. μεταξύ καρβοξυλικών και αμινικών ομάδων που αποτελεί τον κύριο σύνδεσμο όλων των πρωτεϊνικών δεσμών. [< αγγλ. peptide bond, 1932] [< αγγλ. peptidic, 1949, γαλλ. peptidique, 1907]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.