| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 39630 | πεπτίδιο | πε-πτί-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΧ. ομάδα αζωτούχων οργανικών ενώσεων που σχηματίζεται από δύο ή περισσότερα αμινοξέα, τα οποία συνδέονται με πεπτιδικό δεσμό, και αποτελεί δομικό συστατικό των πρωτεϊνών. Βλ. αμίδια, νευρο~, πολυ~, -ίδιο. [< αγγλ. peptide, 1906, γαλλ. ~, 1907] | |
| 39631 | πεπτιδογλυκάνη | πε-πτι-δο-γλυ-κά-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. πολυμερής χημική ένωση που αποτελείται από αλυσίδες πολυσακχαριτών και πεπτιδίων, η οποία υπάρχει στα κυτταρικά τοιχώματα βακτηρίων και συμβάλλει στην προστασία τους, με αποτέλεσμα να γίνονται περισσότερο ανθεκτικά στα αντιβιοτικά. [< αγγλ. peptidoglycan, 1966] | |
| 39632 | πεπτικός | , ή, ό πε-πτι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την πέψη: ~ός: σωλήνας (: περιλαμβάνει τη στοματική κοιλότητα, τον φάρυγγα, τον οισοφάγο, το στομάχι και το έντερο). ~ό: έλκος. ~ά: υγρά (: παράγονται από τους σιελογόνους και τους γαστρικούς αδένες, το συκώτι και το πάγκρεας). Πβ. χωνευτικός. Βλ. γαστρεντερικός. ● ΣΥΜΠΛ.: πεπτικό σύστημα: το σύνολο των οργάνων που συμμετέχουν στη λήψη και πέψη της τροφής: ανώτερο (: κυρ. στόμα, οισοφάγος, στομάχι)/κατώτερο (: παχύ και λεπτό έντερο) ~ ~. Παθήσεις του ~ού ~ήματος. Βλ. γαστροσκόπηση. [< αρχ. πεπτικός, γαλλ. digestif] | |
| 39633 | πεπτικότητα | πε-πτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επιστ.): η δυνατότητα πέψης μιας τροφής από τον οργανισμό: υψηλή ~. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. digestibilité] | |
| 39634 | πεπτόνη | πε-πτό-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. μείγμα αμινοξέων και πολυπεπτιδίων που παράγεται από την υδρόλυση καθαρών πρωτεϊνών κατά την πέψη. Βλ. -όνη, παγκρεατ-, πεψ-ίνη. [< γερμ. Pepton, αγγλ.-γαλλ. peptone < αρχ. πεπτός ‘ψημένος’] | |
| 39635 | πέρα | πέ-ρα επίρρ. 1. (+ από) υπερβαίνοντας ένα συγκεκριμένο τοπικό, χρονικό, ποσοτικό ή νοητό όριο: ~ από τα βουνά/τη θάλασσα/τον ορίζοντα/τα σύνορα.|| Θα μου πάρει ~ από μια βδομάδα. ΣΥΝ. πάνω.|| ~ από το ποσό της προσφοράς. ΣΥΝ. περισσότερο.|| ~ από κάθε προκατάληψη/σκέψη. Πάνω και ~ από κάθε προσδοκία. ~ από (= ξεπερνώντας) εμπόδια και δυσκολίες. Κάτι τέτοιο είναι ~ από (= έξω από) τις αντοχές/τις δυνατότητές μου.|| Από ένα σημείο και ~, ...|| (ως επίθ.) Στην ~ γειτονιά. 2. μακριά: Τους έβλεπε να έρχονται από ~.|| (εμφατ.) Κάνε πιο ~ (= παρα~). Πήγαινε πιο ~.|| (λαϊκό) (Ί)σα ~ ρε (= άντε χάσου)! 3. (+ από) απέναντι: Πέρασαν ~ από το ποτάμι. ΣΥΝ. αντίπερα 4. (+ από) εκτός από: ~ από τη μουσική, έχει και άλλα ενδιαφέροντα.|| Να μη μάθει κανένας τίποτα ~ από μένα και σένα.|| ~ από (= αν εξαιρέσουμε) τις υπερβολές, η αλήθεια είναι ότι ... ~ από αυτό, νομίζω ότι ... (πβ. εκτός/πέραν αυτού/τούτου). ● ΦΡ.: εδώ/εκεί πέρα (επιτατ.): σε σχέση με το σημείο που βρίσκεται αυτός που μιλά: Έλα εδώ ~! Φύγε από 'δω ~!|| Τι γίνεται εκεί ~; Άντε/άι από κει ~ (= χάσου)! , κάνω κάποιον/κάτι πέρα: παραγκωνίζω, παραμερίζω: Έκανε ~ την οικογένειά/τους φίλους του (= τους απομάκρυνε).|| Έκανε ~ (= άφησε κατά μέρος) τους εγωισμούς/την ντροπή.|| Κάνε ~ (= στην άκρη) να περάσω. Κάνε (πιο) ~ (= μέριασε) τα ποτήρια, για να βάλω τα πιάτα., πέρα για/ως πέρα 1. τελείως, εντελώς, ολωσδιόλου: εντύπωση ~ ~ λανθασμένη. Αντιδράσεις ~ ~ δικαιολογημένες. Είναι ~ ~ αληθινό. Δικαιώθηκε ~ ~. 2. από τη μια πλευρά ως την άλλη, απ' άκρη σ' άκρη: Το βλέμμα της τον διαπέρασε ~ ~.|| Καλημέρα ~ ~! (= πολύ καλημέρα σας!)., πέρα-δώθε: προς τα εδώ και προς τα εκεί· πάνω κάτω: Έτρεχαν ~ ~. Πβ. δώθε-κείθε.|| (ως ουσ.) Βαρέθηκα τα (συνεχή) ~ ~ (= τα πήγαινε-έλα)., τα βγάζω/τα φέρνω πέρα (προφ.): τα καταφέρνω: Δεν τα ~ει ~ με τα μαθήματα/οικονομικά. Με δυσκολία/με το ζόρι τα ~ει ~. Έμαθε να τα ~ει ~ μόνος του. Πβ. αντεπεξέρχομαι, πορεύομαι.|| Δεν τα βγάζεις (εύκολα) πέρα μαζί του., από εδώ και πέρα/και στο εξής/και μπρος βλ. εδώ, από κει και πέρα βλ. από, δεν βλέπει πέρα από τη μύτη του βλ. μύτη, ένα μήλο την ημέρα το(ν) γιατρό τον κάνει πέρα βλ. μήλο, πέρα από κάθε αμφιβολία βλ. αμφιβολία, πέρα από κάθε προσδοκία βλ. προσδοκία, πέρα από κάθε φαντασία βλ. φαντασία, πέρα βρέχει βλ. βρέχω, πέρα/έξω από κάθε αμφισβήτηση βλ. αμφισβήτηση, πέρα/έξω από κάθε λογική βλ. λογική ● βλ. πέραν [< αρχ. πέραν] | |
| 39636 | περαιτέρω | πε-ραι-τέ-ρω επίρρ. (λόγ.): πιο πέρα, περισσότερο: Δεν πρόκειται να εμπλακεί ~ στην υπόθεση.|| (ως επίθ.) ~ ανάπτυξη/βελτίωση/βοήθεια/εξέλιξη/έρευνα/μελέτη/πληροφορίες/προβληματισμός. ● Ουσ.: περαιτέρω (τα): τα επόμενα, όσα ακολουθούν: Θα επικοινωνήσουμε μαζί σας για τα ~. ● ΦΡ.: στο μη παρέκει/περαιτέρω: στο έσχατο σημείο: Η κατάσταση έφτασε ~ ~ (= δεν γίνεται να συνεχιστεί άλλο). ΣΥΝ. (φτάνω) στο απροχώρητο, στο αμήν (1) [< αρχ. περαιτέρω] | |
| 39637 | περαιώνω | πε-ραι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {περαίω-σα, περαιώ-θηκε, -μένος, περαιών-οντας} (επίσ.): ολοκληρώνω, τελειώνω κάτι: ~θηκε η διαδικασία/η κατασκευή του έργου. ΣΥΝ. αποπερατώνω [< μτγν. περαιῶ] | |
| 39638 | περαίωση | πε-ραί-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. -ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. ολοκλήρωση: αυτόματη ~ εκκρεμών (φορολογικών) υποθέσεων (= κλείσιμο· πβ. συνάφεια). Πβ. περάτωση, τελείωση. Βλ. αυτο~, διεκ~. [< μτγν. περαίωσις] | |
| 39639 | πέραν | πέ-ραν επίρρ. (λόγ., συνήθ. + γεν.) 1. εκτός: ~ των άλλων/του ότι ... 2. ξεπερνώντας: ~ του νομίμου/των ορίων. ~ πάσης υποψίας. ● ΦΡ.: εκτός/πέραν αυτού/τούτου βλ. εκτός, υπέρ το δέον & πέραν του δέοντος βλ. δέων ● βλ. πέρα [< αρχ. πέραν] | |
| 39640 | περαντζάδα | βλ. περατζάδα | |
| 39641 | πέρας | πέ-ρας ουσ. (ουδ.) {πέρ-ατος | -ατα} (λόγ.): τέλος, λήξη, ολοκλήρωση: το ~ του εξαμήνου/της συνάντησης/των συνομιλιών. Με/μετά το ~ της αγωγής, ο ασθενής πρέπει να ξανακάνει εξετάσεις. ● ΣΥΜΠΛ.: πέρας προσέλευσης (επίσ.): η ώρα μέχρι την οποία πρέπει κάποιος να προσέλθει σε μια εκδήλωση, διοργάνωση: ~ ~ αντιπροσωπειών/επισήμων/προσκεκλημένων/των συνέδρων. ~ ~ των υποψηφίων στις αίθουσες ορίζεται για όλα τα μαθήματα η ... ● ΦΡ.: φέρνω/φέρω κάτι σε/εις πέρας: ολοκληρώνω: ~ ~ μια δύσκολη αποστολή/μια επιχείρηση/τα καθήκοντά μου. Έφερε ~ με επιτυχία το έργο που του ανατέθηκε. ΣΥΝ. αποπερατώνω, περατώνω, στην άκρη/στα/ως τα πέρατα του κόσμου/της γης βλ. κόσμος [< αρχ. πέρας] | |
| 39642 | πέρασα | βλ. περνώ | |
| 39643 | πέραση | πέ-ρα-ση ουσ. (θηλ.): μόνο στη ● ΦΡ.: έχει (μεγάλη) πέραση: έχει απήχηση, επιρροή, είναι ευρέως αποδεκτός: ~ ~ στις γυναίκες (= αρέσει, περνάει η μπογιά του). Ο λόγος του ~ ~ (= μετράει). Προϊόντα που έχουν μεγάλη ~ (πβ. ζήτηση). [< αρχ. πέρασις 'διέλευση, πέρασμα'] | |
| 39644 | περασιά | πε-ρα-σιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. ευθυγράμμιση στην τοποθέτηση αντικειμένων: Τα κάδρα θα μπουν όλα ~ δεξιά. Παράθυρο ~ (= στην ίδια ευθεία) με τον τοίχο. 2. ΤΥΠΟΓΡ. -ΠΛΗΡΟΦ. στοίχιση στη διάταξη κειμένων ή εικόνων σε μια νοητή ευθεία κατά το μοντάζ ή την επεξεργασία κειμένου στον Η/Υ: Οι στήλες του κειµένου έχουν ~ αριστερά-δεξιά. 3. (παρωχ.) πέρασμα, διάβαση: ~ από τις γειτονιές. | |
| 39645 | πέρασμα | πέ-ρα-σμα ουσ. (ουδ.) {περάσμ-ατος | -ατα} (κυρ. προφ.) 1. σημείο, μέρος από το οποίο περνά ή μπορεί να περάσει κάποιος: επικίνδυνο/θαλάσσιο/μυστικό/ορεινό/στενό/τεχνητό (πβ. τούνελ)/υπόγειο ~. ~ ανάμεσα σε δύο ακτές (= πορθμείο). Διέσχισε το ~ με ιστιοφόρο (βλ. πορθμός). Άνοιξε ένα ~ στον τοίχο (= άνοιγμα). Έκλεισαν/φυλάσσονται τα (μεθοριακά) ~ατα ανάμεσα στις δύο χώρες. Πβ. δίοδος.|| ~ατα ψαριών. Περιοχή που αποτελεί ~ για τα αποδημητικά πτηνά.|| (για πολυσύχναστο μέρος:) Η πόλη ... συνιστούσε εμπορικό ~. Δρόμος/πλατεία που είναι ~ (πβ. περατζάδα). Βλ. κόμβος, σταυροδρόμι. 2. διέλευση: ~ του βουνού/του ποταμού/του φαραγγιού (= διάβαση, διάσχιση). ~ (με βάρκα) στην απέναντι όχθη. ~ του πλοίου από το λιμάνι. Βλ. προσ~.|| Αστεροειδής σε κοντινό ~ από τη Γη. 3. μετάβαση: το ~ στη δημοκρατία/στον εικοστό πρώτο αιώνα/στο ενιαίο νόμισμα/στο επόμενο στάδιο/στην ψηφιακή τεχνολογία. ~ από τη θεωρία στην πράξη/από τον χειμώνα στην άνοιξη. Ανακάλυψη που σηματοδοτεί το ~ σε μια νέα εποχή (πβ. είσοδος). 4. για χρονικό διάστημα που έχει περάσει: το ~ των δεκαετιών. Η ιστορία και ο πολιτισμός μιας χώρας στο ~ (= διάβα) των αιώνων/του χρόνου/των χρόνων. Με (/κατά) το ~ του χρόνου πολλά πράγματα άλλαξαν. Με το ~ του καιρού (= συν τω χρόνω)/της ώρας ... ΣΥΝ. παρέλευση, πάροδος2 5. παρουσία ή εμφάνιση για μικρό χρονικό διάστημα: (για ηθοποιό) Έκανε ένα σύντομο ~ από τη σειρά/στα πρώτα επεισόδια.|| (ΜΟΥΣ.) Κομμάτια με έντονα κιθαριστικά ~ατα. Συνθέσεις με (γρήγορα) ~ατα πνευστών. 6. καταγραφή, καταχώριση: το ~ των στοιχείων στον κατάλογο/στον υπολογιστή. 7. επικάλυψη, επίστρωση με ρευστό υλικό: ~ (επιφάνειας) με αλοιφή/βερνίκι/κερί (= κέρωμα)/κόλλα/μπογιά (= βάψιμο). 8. μεταβίβαση: ~ ακινήτου με γονική παροχή/δωρεά/κληρονομιά. 9. πλύσιμο: ~ των ρούχων δύο φορές (με νερό). 10. διάβασμα: βιαστικό/γρήγορο ~ της σελίδας. Βλ. κοίταγμα. ● Υποκ.: περασματάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: εναέριο πέρασμα: εναλλακτική δραστηριότητα κατά την οποία επιχειρείται πέρασμα πάνω από φυσικό εμπόδιο (π.χ. ποταμό, χαράδρα), με τη χρήση κυρ. μηχανισμού με συρματόσχοινο και τροχαλία. [< αγγλ. flying fox, 1936] ● ΦΡ.: στο πέρασμά του: κατά τη διάρκεια της διέλευσής του: Ανυπολόγιστες ζημιές άφησε στο (καταστροφικό/σαρωτικό/φονικό) ~ ~ ο κυκλώνας/τυφώνας ... Η πυρκαγιά κατέστρεψε ~ της χιλιάδες στρέμματα δάσους. Όταν πλημμυρίζει ο ποταμός, σαρώνει τα πάντα ~ ~.|| (χιουμορ., για πρόσ.) Δεν αφήνει τίποτα όρθιο ~ ~ (βλ. οδοστρωτήρας, σίφουνας)! [< μεσν. πέρασμα] | |
| 1522 | Περασμενο | [αἰώνας] αι-ώ-νας ουσ. (αρσ.) {-α (λόγ.) -ος} (συντομ. αι.) 1. χρονική περίοδος εκατό ετών ή ειδικότ. καθεμιά από τις διαδοχικές περιόδους εκατό χρόνων στο σημερινό χρονολογικό σύστημα (με βάση τη γέννηση του Χριστού) και συνεκδ. περίοδος, θεωρούμενη ως ιστορική ή πολιτισμική ενότητα, που σηματοδοτείται από μια προσωπικότητα ή από ένα σημαντικό γεγονός: έναν ~α αργότερα/μετά/νωρίτερα. Από ~ες/προ ~ων. Πριν από έναν ~α. Μισός ~ (: πενήντα χρόνια) εξελίξεων. Στο πέρασμα των ~ων. Ένας ολόκληρος ~ πέρασε από τότε που ... Η πόλη μας συμπληρώνει έναν ~α ζωής. ΣΥΝ. εκατονταετία.|| Ο επόμενος/περασμένος/προηγούμενος ~. Εικοστός πρώτος ~ (: ο ~ μας). Στις αρχές/στα μέσα/στα τέλη του ~α. Η αλλαγή/το τελευταίο τέταρτο του ~α. (καθ' υπερβολή:) Η αγορά του ~α (: η πιο δαπανηρή και εντυπωσιακή, κυρ. μαχητικών αεροσκαφών). Η ανακάλυψη του ~α (: η πιο σημαντική).|| O ~ (= εποχή) του ανθρωπισμού/διαφωτισμού/ρομαντισμού. Πβ. ημέρες, καιρός, κεφάλαιο, χρόνοι. 2. (οικ.) υπερβολικά μεγάλο χρονικό διάστημα (για κάτι): Περίμενα έναν ~α να δω αύξηση! Δευτερόλεπτα αγωνίας που του φάνηκαν ~. 3. ΓΕΩΛ. καθεμιά από τις μεγάλες περιόδους στις οποίες διαιρείται ο χρόνος της δημιουργίας και εξέλιξης του πλανήτη Γη: γεωλογικός ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ο μέλλων/μέλλοντικός αιώνας: ΘΕΟΛ. η μεταθανάτια ζωή: ο Πατήρ/το φως του ~οντος ~ος., χρυσός αιώνας & (λόγ.) χρυσούς αιών: ιστορική περίοδος που χαρακτηρίζεται από μεγάλη ακμή, κυρ. στις τέχνες και τα γράμματα: ο ~ ~ του Περικλή/της Αθήνας (: ο 5ος π.Χ. αι.). (ειρων.) Ο ~ ~ της παραπληροφόρησης. Πβ. χρυσή εποχή., αζωικός αιώνας/αζωική περίοδος βλ. αζωικός, αργυρός αιώνας βλ. αργυρός, αρχαιοζωικός/αρχαϊκός αιώνας βλ. αρχαιοζωικός, καινοζωικός αιώνας βλ. καινοζωικός, κοσμικός αιώνας βλ. κοσμικός, μεσοζωικός αιώνας βλ. μεσοζωικός, ο Αιώνας των Φώτων βλ. φως, παλαιοζωικός αιώνας βλ. παλαιοζωικός ● ΦΡ.: αιώνες τώρα: από πολύ παλιά, εδώ και πολλές εκατονταετίες. ΣΥΝ. επί αιώνες, ανά τους/μέσα στους αιώνες & (λόγ.) διά μέσου/μέσω των αιώνων: κατά τη διάρκεια, στο πέρασμα των εκατονταετιών: το θέατρο ~ ~. Η εξέλιξη της ελληνικής γραφής ~ ~., επί αιώνες (λόγ.): για πάρα πολλά χρόνια: Άντεξε ~ ~ στις επιδρομές. Η ~ ~ αντιπαράθεση. ΣΥΝ. αιώνες τώρα, σε άλλον αιώνα (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.-χιουμορ.): σε διαφορετική, παλαιότερη εποχή: Καλά! Ζει ~ ~!, στο/με το γύρισμα του αιώνα/στη στροφή του αιώνα: κατά την αλλαγή του αιώνα: Τα πολιτικά γεγονότα που συντάραξαν τον κόσμο στο ~ ~. [< αγγλ. at the turn of the century] , στους αιώνες των αιώνων/στον αιώνα τον άπαντα & (αρχαιοπρ.) εις τους αιώνας των αιώνων/εις τον αιώνα του αιώνος/εις τον αιώνα τον άπαντα 1. (εμφατ. σε καταφατικές προτάσεις) παντοτινά, για πάντα, αιωνίως: Έργα που μένουν ~ ~. Πβ. επ΄ άπειρον, εσαεί, στο διηνεκές. 2. (εμφατ. σε αρνητικές προτάσεις) ποτέ: Ερωτήματα στα οποία δεν πρόκειται να βρούμε απαντήσεις ~ ~. Πβ. του Αγίου Ποτέ. , χάνεται στους αιώνες: για κάτι που έχει πλούσιο παρελθόν, μακραίωνη ιστορία και παράδοση: Χώρα με πολιτισμό που ~ ~., μέχρι συντελείας του αιώνος βλ. συντέλεια, τα βάθη του χρόνου/των αιώνων βλ. βάθος [< 1: γαλλ. siècle 2: αρχ. αἰών 3: γαλλ. âge, ère , αγγλ. age, era] | |
| 39646 | περασμένος | , η, ο πε-ρα-σμέ-νος επίθ. 1. προηγούμενος: το ~ο Σάββατο/φθινόπωρο. Στο τέλος του ~ου αιώνα/μήνα. Τα γεγονότα της ~ης δεκαετίας/εβδομάδας. Πβ. παρελθών. Βλ. προ~. 2. που ανήκει στο παρελθόν, παλιός: ~ες: αντιλήψεις (= ξεπερασμένες)/γενιές/στιγμές. Εικόνες μιας ~ης εποχής/~ων καιρών (πβ. αλλοτινός. ΑΝΤ. σύγχρονος, τωρινός). Ρούχα ~ης μόδας (= παλιομοδίτικα). Πβ. παρελθών.|| Η ώρα είναι αρκετά ~η (= είναι αργά). Είναι ~ες πέντε, έπρεπε να έχει φανεί.|| Άτομο ~ης (= προχωρημένης) ηλικίας. 3. που έχει διέλθει (μέσα) από κάτι: αλεύρι ~ο από σήτα. Κρεμμύδια ~α από τρίφτη (= τριμμένα). Πατάτες ~ες από τον μύλο (= αλεσμένες).|| Χάντρες ~ες σε κλωστή. Κομμάτια κρέας ~α σε καλαμάκι (βλ. σουβλάκι). Κλειδιά ~α σε μπρελόκ.|| Κολιέ ~ο (γύρω) από το/στο λαιμό.|| Με την τσάντα ~η στον (= κρεμαστή από τον) ώμο. Πβ. περαστός.|| Αυτοκίνητα ~α από ΚΤΕΟ.|| (μτφ.) Κείμενο ~ο και ξανα~ο (= που έχει ελεγχθεί πολλές φορές). 4. εγγεγραμμένος, καταγεγραμμένος, καταχωρημένος: Όλα τα στοιχεία είναι ~α στα βιβλία της επιχείρησης/στον υπολογιστή. Τα ονόματα ήταν ~α στα Ελληνικά. 5. επικαλυμμένος, επιστρωμένος με ρευστό υλικό: Επιφάνεια ~η με αστάρι/χρώμα (= βαμμένη). Ξύλο ~ο με (δύο χέρια) βερνίκι/ειδικό λάδι/κερί. ● Ουσ.: περασμένα (τα): το παρελθόν: Αναπολεί τα ~. ΣΥΝ. χθες ΑΝΤ. τωρινά ● ΦΡ.: περασμένα ξεχασμένα: ως προτροπή να ξεχάσουμε κάτι που έγινε στο παρελθόν: Τέλος πάντων, δεν πειράζει· ~ ~ (πβ. ό,τι έγινε, έγινε).|| Περασμένα ναι, ξεχασμένα όχι (: δεν έχουν ξεχαστεί όσα συνέβησαν)., περασμένα μεγαλεία (και διηγώντας τα να κλαις) βλ. μεγαλείο ● βλ. περνώ [< μεσν. περασμένος] | |
| 39647 | περαστικός | , ή, ό πε-ρα-στι-κός επίθ. 1. που περνά από κάπου: ~ός: κόσμος (: άνθρωποι). ~οί: επισκέπτες/ταξιδιώτες. ~ά: αυτοκίνητα. Βλ. δια~. 2. (μτφ.) παροδικός, πρόσκαιρος: ~ός: πόνος. ~ή: αδιαθεσία/κρίση. ~ό: πρόβλημα. Η μπόρα είναι ~ή. Πβ. προσωρινός. ● Ουσ.: περαστικός, περαστική (ο/η): διερχόμενος: Είμαι ~ή από τη γειτονιά. Ζήτησε βοήθεια από κάποιον ~ό. Μπροστά στα μάτια των ~ών. Χάζευε από το παράθυρο τους ~ούς. Πβ. διαβάτης. ● επίρρ.: περαστικά & (οικ.) περαστικούλια: ευχή για ανάρρωση: ~ (σου)! Γρήγορα ~! Σου εύχομαι (να είναι) ~. | |
| 39648 | περαστός | , ή, ό πε-ρα-στός επίθ. 1. (για αντικείμενο, κατασκευή) που τοποθετείται, στερεώνεται σε κάτι άλλο, χωρίς κάρφωμα ή συγκόλληση: ~ό: βαρίδι/λάστιχο. ~ές: βίδες (: που μπαίνουν σε τρύπες χωρίς σπείρωμα). 2. ΜΑΓΕΙΡ. που έχει περαστεί από μίξερ, τρίφτη ή σουρωτήρι: ~ές: ντομάτες. ~ά: φρούτα. Βλ. πολτοποιημένος. 3. περασμένος από κάτι: θήκη κινητού τηλεφώνου ~ή σε ζώνη. [< μεσν. περαστός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ