Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [40220-40240]

IDΛήμμαΕρμηνεία
39616πεπλατυσμένος, η, ο πε-πλα-τυ-σμέ-νος επίθ. (λόγ.): που τείνει να γίνει επίπεδος: ~ος: σωλήνας. ~η: επιφάνεια/μορφή/μύτη. ~η: τροχιά (= ελλειπτική). ~ο: κεφάλι/σχήμα/σώμα. ~α: άκρα. Πβ. πατικωμένος, πλακέ, πλακουτσωτός. [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. πλατύνω, γαλλ. aplati]
39617πέπλοπέ-πλο ουσ. (ουδ.) 1. λεπτό ύφασμα που καλύπτει κυρ. το κεφάλι και το πρόσωπο των γυναικών: Το ~ της νύφης (= νυφικό ~). ΣΥΝ. βέλο, καλύπτρα (1) 2. (μτφ.) οτιδήποτε εμποδίζει τη θέα ή τη σαφή αντίληψη για κάτι: μαύρο/προστατευτικό ~. ~ καπνού/ομίχλης/σιωπής. Πβ. κάλυμμα. ΣΥΝ. παραπέτασμα (2) ● ΣΥΜΠΛ.: πέπλο μυστηρίου βλ. μυστήριο [< μεσν. πέπλον < αρχ. πέπλος]
39618πέπλοςπέ-πλος ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. πέπλο. 2. ΑΡΧ. αρχαίο ελληνικό ένδυμα που στερεωνόταν με πόρπες στους ώμους ή/και με ζώνη στη μέση. [< αρχ. πέπλος, γαλλ. voile]
39619πεποίθησηπε-ποί-θη-ση ουσ. (θηλ.) 1. βεβαιότητα ότι ισχύει αυτό που πιστεύει κάποιος· σιγουριά, πίστη: ~ για την αλήθεια/ορθότητα μιας άποψης. ‘Εχει διαμορφωθεί/επικρατεί/καλλιεργείται/υπάρχει (η) γενική/διάχυτη/λανθασμένη ~ (στην κοινή γνώμη) ότι ... Αποτελεί κοινή ~/είναι σταθερή ~ή μου ότι ... Είμαι της ~ης (= της γνώμης) ότι ... (πβ. πιστεύω, θεωρώ). Εξέφρασε την ~ για τη νίκη της ομάδας του. Έχω (την) ακράδαντη/αταλάντευτη/βαθιά/βάσιμη/ισχυρή/στέρεη ~ ότι/πως θα πετύχει. Τα πρόσφατα στοιχεία δημιουργούν/ενισχύουν/επιβεβαιώνουν την ~ ότι ... 2. εμπιστοσύνη: Είχε (απόλυτη) ~ στην αξία/στις δυνάμεις/στις ικανότητές/στην υπεροχή του. Βλ. αυτο~.πεποιθήσεις (οι): ιδέες, αρχές, τα πιστεύω: ηθικές/θρησκευτικές/ιδεολογικές/πολιτικές/προσωπικές/φιλοσοφικές ~. Αλλαγή ~ήσεων (= μεταστροφή). Άτομο δημοκρατικών ~ήσεων. Εκφράζω δημόσια τις ~ μου. Κατανοώ/σέβομαι τις ~ των άλλων. Έχουν διαφορετικές ~. ΣΥΝ. φρονήματα. Πβ. ιδεολογία. ● ΣΥΜΠΛ.: μοντέλο πεποιθήσεων για την υγεία βλ. υγεία ● ΦΡ.: εκ πεποιθήσεως (λόγ.) & από πεποίθηση: συνειδητά: ~ ~ αντικομφορμιστής. (συνήθ. χιουμορ.) ~ ~ εργένης., με την πεποίθηση ότι ...: με την πίστη, με την ελπίδα ότι: Συνεχίζουμε ~ ~ θα τα καταφέρουμε. [< μτγν. πεποίθησις, γαλλ. conviction]
39620πεπονάκιπε-πο-νά-κι ουσ. (ουδ.) 1. (υποκ.) μικρό πεπόνι. 2. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. είδος ζυμαρικού για σούπες το οποίο μοιάζει με σπόρους σουσαμιού. Βλ. αστρ-, κριθαρ-άκι
39621πεπόνιπε-πό-νι ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. ο εδώδιμος καρπός της πεπονιάς που είναι στρογγυλός ή ωοειδής, έχει κιτρινωπό ή πρασινωπό χρώμα, γλυκιά, χυμώδη σάρκα και πολλά μικρά κουκούτσια: μια φέτα ~. Το ~ και το καρπούζι είναι καλοκαιρινά φρούτα.|| Κεφάλι σαν ~ (= μακρόστενο). Βλ. πεπονάκι. ● ΣΥΜΠΛ.: βαρύ πεπόνι (λαϊκό-ειρων.): για κάποιον που είναι ή προσποιείται τον θυμωμένο, τον ζόρικο και απλησίαστο: Μας το παίζει ~ ~. Πβ. βαρύς κι ασήκωτος, κάνει τον βαρύ. ● ΦΡ.: έχεις μαχαίρι, τρως πεπόνι βλ. τρώω, και το μαχαίρι και το καρπούζι/και το καρπούζι και το μαχαίρι βλ. μαχαίρι [< μεσν. πεπόνι < μτγν. πεπόνιον]
39622πεπονιάπε-πο-νιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. αγγειόσπερμο αναρριχώμενο ή έρπον φυτό (γένος Cucumis) που καλλιεργείται για τον καρπό του: Η ~ καλλιεργείται σε θερμά κλίματα. [< μεσν. πεπονέα]
39623πεπονοειδής, ής, ές πε-πο-νο-ει-δής επίθ. (λόγ.): που έχει σχήμα πεπονιού. Βλ. -ειδής. ● Ουσ.: πεπονοειδή (τα): ΒΟΤ. ενν. φρούτα.
39624πεπονόφλουδαπε-πο-νό-φλου-δα ουσ. (θηλ.) 1. φλούδα πεπονιού. 2. (μτφ.) καθετί που μπορεί να εξαπατήσει, παγίδα: Απάντησε έξυπνα, αποφεύγοντας την ~. ● ΦΡ.: πατώ την μπανανόφλουδα/πεπονόφλουδα βλ. πατώ
39625πεπραγμέναπε-πραγ-μέ-να ουσ. (ουδ.) (τα) (επίσ.): το σύνολο των δραστηριοτήτων, αποφάσεων και ενεργειών ενός φορέα· συνεκδ. ο αντίστοιχος τόμος έκδοσής τους: οικονομικά/πολιτικά ~. Τα ~ του Διοικητικού Συμβουλίου/της επιτροπής/του συλλόγου. Έκθεση ~ων. Εγκρίνονται τα ~. Λογοδοσία για τα ~ του έτους ...|| ~ ημερίδας/συνεδρίου (= Πρακτικά). ● βλ. πράττω [< πεπραγμένος, μτχ. παθ. παρακ. του ρ. πράττω, γαλλ. actes, αγγλ. proceedings]
39626πεπρωμένοπε-πρω-μέ-νο ουσ. (ουδ.): ό,τι είναι καθορισμένο από τη μοίρα: ανθρώπινο/εθνικό ~. Ακολουθεί/αποδέχεται/διαμορφώνει/καθορίζει το ~ του. Η δύναμη του ~ου. Eίναι δέσμια του ~ου της. ΣΥΝ. γραμμένο, γραφτό, ειμαρμένη, κισμέτ, ριζικό1 ● ΦΡ.: το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον: κανείς δεν μπορεί να αποφύγει τη μοίρα του, αυτό που είναι προκαθορισμένο να συμβεί. [< αρχ. πεπρωμένον]
39627πέπρωταιπέ-πρω-ται ρ. (αμτβ.) {παρατ. επέπρωτο} (αρχαιοπρ.): (+ να) έχει οριστεί από τη μοίρα να συμβεί. [< αρχ. πέπρωται]
39628πέπσι-κόλαπέπ-σι κό-λα ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & (προφ.) πέπσι: αεριούχο αναψυκτικό σκούρου χρώματος με βασικό συστατικό εκχυλίσματα κόλας και συνήθ. ζάχαρη· συνεκδ. η συσκευασία (κουτάκι ή μπουκάλι) ή το ποτήρι που περιέχει το συγκεκριμένο αναψυκτικό. Βλ. κόκα-κόλα. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Pepsi-Cola, 1903]
39629πεπτιδικός, ή, ό πε-πτι-δι-κός επίθ.: ΒΙΟΧ. που σχετίζεται με το πεπτίδιο: ~ή: ορμόνη. ~οί: δεσμοί. Βλ. πολυ~. ● ΣΥΜΠΛ.: πεπτιδική αλυσίδα: οποιαδήποτε ακολουθία αμινοξέων που ενώνονται με πεπτιδικούς δεσμούς, για να σχηματίσουν πρωτεΐνες. [< αγγλ. peptide chain, 1931] , πεπτιδικός δεσμός: ΧΗΜ. μεταξύ καρβοξυλικών και αμινικών ομάδων που αποτελεί τον κύριο σύνδεσμο όλων των πρωτεϊνικών δεσμών. [< αγγλ. peptide bond, 1932] [< αγγλ. peptidic, 1949, γαλλ. peptidique, 1907]
39630πεπτίδιοπε-πτί-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΧ. ομάδα αζωτούχων οργανικών ενώσεων που σχηματίζεται από δύο ή περισσότερα αμινοξέα, τα οποία συνδέονται με πεπτιδικό δεσμό, και αποτελεί δομικό συστατικό των πρωτεϊνών. Βλ. αμίδια, νευρο~, πολυ~, -ίδιο. [< αγγλ. peptide, 1906, γαλλ. ~, 1907]
39631πεπτιδογλυκάνηπε-πτι-δο-γλυ-κά-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. πολυμερής χημική ένωση που αποτελείται από αλυσίδες πολυσακχαριτών και πεπτιδίων, η οποία υπάρχει στα κυτταρικά τοιχώματα βακτηρίων και συμβάλλει στην προστασία τους, με αποτέλεσμα να γίνονται περισσότερο ανθεκτικά στα αντιβιοτικά. [< αγγλ. peptidoglycan, 1966]
39632πεπτικός, ή, ό πε-πτι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την πέψη: ~ός: σωλήνας (: περιλαμβάνει τη στοματική κοιλότητα, τον φάρυγγα, τον οισοφάγο, το στομάχι και το έντερο). ~ό: έλκος. ~ά: υγρά (: παράγονται από τους σιελογόνους και τους γαστρικούς αδένες, το συκώτι και το πάγκρεας). Πβ. χωνευτικός. Βλ. γαστρεντερικός. ● ΣΥΜΠΛ.: πεπτικό σύστημα: το σύνολο των οργάνων που συμμετέχουν στη λήψη και πέψη της τροφής: ανώτερο (: κυρ. στόμα, οισοφάγος, στομάχι)/κατώτερο (: παχύ και λεπτό έντερο) ~ ~. Παθήσεις του ~ού ~ήματος. Βλ. γαστροσκόπηση. [< αρχ. πεπτικός, γαλλ. digestif]
39633πεπτικότηταπε-πτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επιστ.): η δυνατότητα πέψης μιας τροφής από τον οργανισμό: υψηλή ~. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. digestibilité]
39634πεπτόνηπε-πτό-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. μείγμα αμινοξέων και πολυπεπτιδίων που παράγεται από την υδρόλυση καθαρών πρωτεϊνών κατά την πέψη. Βλ. -όνη, παγκρεατ-, πεψ-ίνη. [< γερμ. Pepton, αγγλ.-γαλλ. peptone < αρχ. πεπτός ‘ψημένος’]
39635πέραπέ-ρα επίρρ. 1. (+ από) υπερβαίνοντας ένα συγκεκριμένο τοπικό, χρονικό, ποσοτικό ή νοητό όριο: ~ από τα βουνά/τη θάλασσα/τον ορίζοντα/τα σύνορα.|| Θα μου πάρει ~ από μια βδομάδα. ΣΥΝ. πάνω.|| ~ από το ποσό της προσφοράς. ΣΥΝ. περισσότερο.|| ~ από κάθε προκατάληψη/σκέψη. Πάνω και ~ από κάθε προσδοκία. ~ από (= ξεπερνώντας) εμπόδια και δυσκολίες. Κάτι τέτοιο είναι ~ από (= έξω από) τις αντοχές/τις δυνατότητές μου.|| Από ένα σημείο και ~, ...|| (ως επίθ.) Στην ~ γειτονιά. 2. μακριά: Τους έβλεπε να έρχονται από ~.|| (εμφατ.) Κάνε πιο ~ (= παρα~). Πήγαινε πιο ~.|| (λαϊκό) (Ί)σα ~ ρε (= άντε χάσου)! 3. (+ από) απέναντι: Πέρασαν ~ από το ποτάμι. ΣΥΝ. αντίπερα 4. (+ από) εκτός από: ~ από τη μουσική, έχει και άλλα ενδιαφέροντα.|| Να μη μάθει κανένας τίποτα ~ από μένα και σένα.|| ~ από (= αν εξαιρέσουμε) τις υπερβολές, η αλήθεια είναι ότι ... ~ από αυτό, νομίζω ότι ... (πβ. εκτός/πέραν αυτού/τούτου). ● ΦΡ.: εδώ/εκεί πέρα (επιτατ.): σε σχέση με το σημείο που βρίσκεται αυτός που μιλά: Έλα εδώ ~! Φύγε από 'δω ~!|| Τι γίνεται εκεί ~; Άντε/άι από κει ~ (= χάσου)! , κάνω κάποιον/κάτι πέρα: παραγκωνίζω, παραμερίζω: Έκανε ~ την οικογένειά/τους φίλους του (= τους απομάκρυνε).|| Έκανε ~ (= άφησε κατά μέρος) τους εγωισμούς/την ντροπή.|| Κάνε ~ (= στην άκρη) να περάσω. Κάνε (πιο) ~ (= μέριασε) τα ποτήρια, για να βάλω τα πιάτα., πέρα για/ως πέρα 1. τελείως, εντελώς, ολωσδιόλου: εντύπωση ~ ~ λανθασμένη. Αντιδράσεις ~ ~ δικαιολογημένες. Είναι ~ ~ αληθινό. Δικαιώθηκε ~ ~. 2. από τη μια πλευρά ως την άλλη, απ' άκρη σ' άκρη: Το βλέμμα της τον διαπέρασε ~ ~.|| Καλημέρα ~ ~! (= πολύ καλημέρα σας!)., πέρα-δώθε: προς τα εδώ και προς τα εκεί· πάνω κάτω: Έτρεχαν ~ ~. Πβ. δώθε-κείθε.|| (ως ουσ.) Βαρέθηκα τα (συνεχή) ~ ~ (= τα πήγαινε-έλα)., τα βγάζω/τα φέρνω πέρα (προφ.): τα καταφέρνω: Δεν τα ~ει ~ με τα μαθήματα/οικονομικά. Με δυσκολία/με το ζόρι τα ~ει ~. Έμαθε να τα ~ει ~ μόνος του. Πβ. αντεπεξέρχομαι, πορεύομαι.|| Δεν τα βγάζεις (εύκολα) πέρα μαζί του., από εδώ και πέρα/και στο εξής/και μπρος βλ. εδώ, από κει και πέρα βλ. από, δεν βλέπει πέρα από τη μύτη του βλ. μύτη, ένα μήλο την ημέρα το(ν) γιατρό τον κάνει πέρα βλ. μήλο, πέρα από κάθε αμφιβολία βλ. αμφιβολία, πέρα από κάθε προσδοκία βλ. προσδοκία, πέρα από κάθε φαντασία βλ. φαντασία, πέρα βρέχει βλ. βρέχω, πέρα/έξω από κάθε αμφισβήτηση βλ. αμφισβήτηση, πέρα/έξω από κάθε λογική βλ. λογική ● βλ. πέραν [< αρχ. πέραν]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.