Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [40240-40260]

IDΛήμμαΕρμηνεία
39649περατζάδαπε-ρα-τζά-δα ουσ. (θηλ.) & περαντζάδα (λαϊκό) 1. βόλτα, περίπατος: απογευματινή/βραδινή ~. Κάνουν ~ στα μαγαζιά/στην παραλία/στην πλατεία. Βλ. -άδα. 2. σύντομο πέρασμα: Έκαναν μια ~ από την εκδήλωση. 3. (συνεκδ.) χώρος από τον οποίο περνά πολύς κόσμος (συνήθ. κάνοντας περίπατο): η ~ του λιμανιού/του χωριού. Πβ. πέρασμα. Βλ. στράτα. [< μεσν. περα(ν)τζάδα 'θαλάσσια διαδρομή']
39650περατός, ή, ό πε-ρα-τός επίθ. (λόγ.) 1. (για υλικό) που επιτρέπει τη διέλευση διαφόρων στοιχείων (μορίων, σωματιδίων): ~ό: φίλτρο. ~ές: επιφάνειες. ~ά: εδάφη. Βλ. ημι~, υδρο~. ΣΥΝ. διαπερατός ΑΝΤ. αδιαπέραστος (1) 2. (σπάν.) που έχει όρια, πέρας. Πβ. πεπερασμένος. [< αρχ. περατός]
39651περατώνωπε-ρα-τώ-νω ρ. (μτβ.) {περάτω-σα, περατώ-θηκε, -μένος, περατών-οντας} (λόγ.): αποπερατώνω. ΣΥΝ. τελειώνω (2), φέρνω/φέρω κάτι σε/εις πέρας [< μτγν. περατῶ]
39652περάτωσηπε-ρά-τω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αποπεράτωση: έγκαιρη/επιτυχής/ταχύτερη ~. ~ των εργασιών/του προγράμματος/των σπουδών. Πβ. τελείωση. [< μτγν. περάτωσις]
34732Περβάζι

ξα-να-νοί-γω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξανάνοι-ξε, ξανανοί-ξει, -χτηκε, -γμένος, ξανανοίγ-οντας} & ξαναανοίγω 1. ανοίγω πάλι ή θέτω ξανά σε λειτουργία: Έκλεισε τα μάτια του και τα ~ξε. Το μουσείο ~ξε τις πόρτες/πύλες του για το κοινό μετά από την ανακαίνιση. ~ξε ο δρόμος που είχε αποκλειστεί από τα χιόνια. (προφ.) ~ξαν το σπίτι (: το διέρρηξαν πάλι).|| Έσβησε τον υπολογιστή και τον ~ξε (: έκανε επανεκκίνηση). 2. (μτφ.) ξεκινώ εκ νέου διαδικασία ή επαναφέρω υπόθεση στο προσκήνιο: ~ξε η συζήτηση για ...|| Θα ~ξει ο φάκελος εξαφάνισης του ... 3. (προφ.) χειρουργώ ξανά: Οι γιατροί τον ~ξαν. [< μεσν. ξανανοίγω]

39653περβάζιπερ-βά-ζι ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό) πρεβάζι: το κάτω τμήμα του πλαισίου παραθύρου ή πόρτας· συνεκδ. κούφωμα: ξύλινο ~. Έβαλε μερικές γλάστρες στο ~.|| Εξωτερικά/εσωτερικά ~ια. [< τουρκ. pervaz]
39654περβολάρης, περβολάρισσαβλ. περιβολάρης
39655περβόλιβλ. περιβόλι
39656περγαμηνήπερ-γα-μη-νή ουσ. (θηλ.) 1. υλικό γραφής από κατεργασμένο δέρμα μοσχαριού, κατσικιού ή προβάτου το οποίο χρησιμοποιήθηκε ευρέως κατά την Αρχαιότητα και τον Μεσαίωνα (2ος π.Χ. αι.-13ος μ.Χ. αι.), ενώ στις ημέρες μας περιορίζεται κυρ. σε επίσημα έγγραφα (πτυχία, διπλώματα)· κατ' επέκτ. κάθε απομίμηση του αντίστοιχου υλικού: Αντικατάσταση του παπύρου από την ~ και της ~ής από το χαρτί. Βλ. διφθέρα, ειλητάριο.|| Πτυχίο σε ~. 2. (συνεκδ.) κείμενο γραμμένο στο αντίστοιχο υλικό, χειρόγραφο· (στη σύγχρονη εποχή) βραβείο ή τίτλος σπουδών: αρχαίες/παλίμψηστες ~ές.|| Απονομή/επίδοση (τιμητικής) ~ής.περγαμηνές (οι) (μτφ.-συχνά ειρων.): διακρίσεις, τίτλοι, προσόντα: ακαδημαϊκές/επαγγελματικές/επιστημονικές ~. Ερευνητές/στελέχη με (λαμπρές/μεγάλες) ~. Διαθέτει/έχει (να επιδείξει) καλές/πολλές ~. Βλ. δάφνες. [< γαλλ. parchemins ] [< 1: μτγν. περγαμηνή (διφθέρα) 2: γαλλ. parchemin]
39657περγαμηνοειδής, ής, ές περ-γα-μη-νο-ει-δής επίθ. (λόγ.): που μοιάζει με περγαμηνή: ~ές: χαρτί. Βλ. -ειδής.
39658περγαμηνός, ή, ό περ-γα-μη-νός επίθ.: που σχετίζεται με την περγαμηνή: ~ός: κώδικας/χάρτης. [< μτγν. Περγαμηνός 'που αναφέρεται στην ή προέρχεται από την Πέργαμο']
39659περγαμόντοπερ-γα-μό-ντο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. εσπεριδοειδές φρούτο (επιστ. ονομασ. Citrus  bergamia), υποείδος της νεραντζιάς, μεγαλύτερο σε μέγεθος από το λεμόνι, με κίτρινη φλούδα και υπόξινη γεύση· συνεκδ. το γλυκό του κουταλιού που παρασκευάζεται από αυτό: λικέρ/τσάι ~. Άρωμα από ~. Λουκούμια αμυγδάλου με γεύση ~. [< ιταλ. bergamotto, γαλλ. bergamote]
39660πέργκολαπέρ-γκο-λα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) πέργολα 1. στέγαστρο κατασκευασμένο από δοκούς: ~ με καφασωτά/τέντες. ~ σκεπασμένη με βουκαμβίλιες. Βεράντα/κήπος με ~. Μεταλλικές/ξύλινες ~ες. ~ες αλουμινίου. Πβ. υπόστεγο. 2. πλέγμα, συνήθ. ξύλινο και ρομβοειδές, που τοποθετείται κάθετα για την αναρρίχηση φυτών, τη δημιουργία φράχτη ή ως διαχωριστικό: ~ με γιασεμί/γλυσίνα. Βλ. κρεβατίνα. [< ιταλ. pergola, γαλλ. ~, 1924]
39661πέρδικαπέρ-δι-κα ουσ. (θηλ.) 1. ΟΡΝΙΘ. εδαφόβιο πτηνό (γένος Perdix) με μεγάλο σώμα, μικρό κεφάλι, μυτερό ράμφος, στρογγυλεμένες φτερούγες, κοντή ουρά και χαρακτηριστική φωνή και περπάτημα: ~ ορεινή (= πετρο~)/πεδινή (= καμπίσια). Κυνήγι ~ας. Κοπάδια ~ες. 2. (μτφ.-λαϊκό) ωραία γυναίκα με καμαρωτό περπάτημα: Καλώς τηνε την ~. ● ΣΥΜΠΛ.: νησιώτικη πέρδικα: ενδημικό είδος πέρδικας (επιστ. ονομασ. Alectoris chucar) με ράχη και στήθος γκρίζου-καστανού χρώματος, μαύρες λωρίδες στα πλευρά, κόκκινη μύτη και κόκκινα πόδια. [< μεσν. πέρδικα]
39662περδικάκιπερ-δι-κά-κι ουσ. (ουδ.) 1. ΒΟΤ. & περδικούλι: αυτοφυές φυτό (γένος Parietaria), γνωστό για τη διουρητική, καταπραϋντική και αντιφλεγμονώδη δράση του. 2. ΟΡΝΙΘ. (υποκ.) μικρή πέρδικα. ΣΥΝ. περδίκι, περδικούλα [< 1: μεσν. περδικάκι, περδικούλι]
39663περδίκιπερ-δί-κι ουσ. (ουδ.): ΟΡΝΙΘ. μικρή πέρδικα. Κυρ. στη ● ΦΡ.: γίνομαι/είμαι περδίκι (προφ.): αναρρώνω πλήρως από ασθένεια, γίνομαι εντελώς καλά: Ξεκουράσου και αύριο θα είσαι ~. Σε λίγες μέρες έγινε ~. [< μεσν. περδίκι(ν)]
39664περδικούλαπερ-δι-κού-λα ουσ. (θηλ.): μικρή πέρδικα. Κυρ. στη ● ΦΡ.: το λέει η ψυχή/καρδιά/καρδούλα/περδικούλα του: έχει αντοχές, δυνάμεις ή επιδεικνύει θάρρος, τόλμη: Τα έχει τα χρονάκια του, αλλά ~ ~. [< μεσν. περδικούλα]
39665περδικούλιβλ. περδικάκι
39666πέρδομαιπέρ-δο-μαι ρ. (αμτβ.) {κυρ. στον ενεστ. κ. παρατ. επέρδετο} (λόγ.): κλάνω. ΣΥΝ. πορδίζω [< αρχ. πέρδομαι]
39667περέκπε-ρέκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. λεπτά φύλλα από αλεύρι, αλάτι και νερό που ψήνονται και διατηρούνται για μεγάλο χρονικό διάστημα· συνεκδ. η αντίστοιχη παραδοσιακή ποντιακή πίτα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.