Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [40240-40260]

IDΛήμμαΕρμηνεία
39636περαιτέρωπε-ραι-τέ-ρω επίρρ. (λόγ.): πιο πέρα, περισσότερο: Δεν πρόκειται να εμπλακεί ~ στην υπόθεση.|| (ως επίθ.) ~ ανάπτυξη/βελτίωση/βοήθεια/εξέλιξη/έρευνα/μελέτη/πληροφορίες/προβληματισμός. ● Ουσ.: περαιτέρω (τα): τα επόμενα, όσα ακολουθούν: Θα επικοινωνήσουμε μαζί σας για τα ~. ● ΦΡ.: στο μη παρέκει/περαιτέρω: στο έσχατο σημείο: Η κατάσταση έφτασε ~ ~ (= δεν γίνεται να συνεχιστεί άλλο). ΣΥΝ. (φτάνω) στο απροχώρητο, στο αμήν (1) [< αρχ. περαιτέρω]
39637περαιώνωπε-ραι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {περαίω-σα, περαιώ-θηκε, -μένος, περαιών-οντας} (επίσ.): ολοκληρώνω, τελειώνω κάτι: ~θηκε η διαδικασία/η κατασκευή του έργου. ΣΥΝ. αποπερατώνω [< μτγν. περαιῶ]
39638περαίωσηπε-ραί-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. -ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. ολοκλήρωση: αυτόματη ~ εκκρεμών (φορολογικών) υποθέσεων (= κλείσιμο· πβ. συνάφεια). Πβ. περάτωση, τελείωση. Βλ. αυτο~, διεκ~. [< μτγν. περαίωσις]
39639πέρανπέ-ραν επίρρ. (λόγ., συνήθ. + γεν.) 1. εκτός: ~ των άλλων/του ότι ... 2. ξεπερνώντας: ~ του νομίμου/των ορίων. ~ πάσης υποψίας. ● ΦΡ.: εκτός/πέραν αυτού/τούτου βλ. εκτός, υπέρ το δέον & πέραν του δέοντος βλ. δέων ● βλ. πέρα [< αρχ. πέραν]
39640περαντζάδαβλ. περατζάδα
39641πέραςπέ-ρας ουσ. (ουδ.) {πέρ-ατος | -ατα} (λόγ.): τέλος, λήξη, ολοκλήρωση: το ~ του εξαμήνου/της συνάντησης/των συνομιλιών. Με/μετά το ~ της αγωγής, ο ασθενής πρέπει να ξανακάνει εξετάσεις. ● ΣΥΜΠΛ.: πέρας προσέλευσης (επίσ.): η ώρα μέχρι την οποία πρέπει κάποιος να προσέλθει σε μια εκδήλωση, διοργάνωση: ~ ~ αντιπροσωπειών/επισήμων/προσκεκλημένων/των συνέδρων. ~ ~ των υποψηφίων στις αίθουσες ορίζεται για όλα τα μαθήματα η ... ● ΦΡ.: φέρνω/φέρω κάτι σε/εις πέρας: ολοκληρώνω: ~ ~ μια δύσκολη αποστολή/μια επιχείρηση/τα καθήκοντά μου. Έφερε ~ με επιτυχία το έργο που του ανατέθηκε. ΣΥΝ. αποπερατώνω, περατώνω, στην άκρη/στα/ως τα πέρατα του κόσμου/της γης βλ. κόσμος [< αρχ. πέρας]
39642πέρασαβλ. περνώ
39643πέρασηπέ-ρα-ση ουσ. (θηλ.): μόνο στη ● ΦΡ.: έχει (μεγάλη) πέραση: έχει απήχηση, επιρροή, είναι ευρέως αποδεκτός: ~ ~ στις γυναίκες (= αρέσει, περνάει η μπογιά του). Ο λόγος του ~ ~ (= μετράει). Προϊόντα που έχουν μεγάλη ~ (πβ. ζήτηση). [< αρχ. πέρασις 'διέλευση, πέρασμα']
39644περασιάπε-ρα-σιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. ευθυγράμμιση στην τοποθέτηση αντικειμένων: Τα κάδρα θα μπουν όλα ~ δεξιά. Παράθυρο ~ (= στην ίδια ευθεία) με τον τοίχο. 2. ΤΥΠΟΓΡ. -ΠΛΗΡΟΦ. στοίχιση στη διάταξη κειμένων ή εικόνων σε μια νοητή ευθεία κατά το μοντάζ ή την επεξεργασία κειμένου στον Η/Υ: Οι στήλες του κειµένου έχουν ~ αριστερά-δεξιά. 3. (παρωχ.) πέρασμα, διάβαση: ~ από τις γειτονιές.
1522Περασμενο

[αἰώνας] αι-ώ-νας ουσ. (αρσ.) {-α (λόγ.) -ος} (συντομ. αι.) 1. χρονική περίοδος εκατό ετών ή ειδικότ. καθεμιά από τις διαδοχικές περιόδους εκατό χρόνων στο σημερινό χρονολογικό σύστημα (με βάση τη γέννηση του Χριστού) και συνεκδ. περίοδος, θεωρούμενη ως ιστορική ή πολιτισμική ενότητα, που σηματοδοτείται από μια προσωπικότητα ή από ένα σημαντικό γεγονός: έναν ~α αργότερα/μετά/νωρίτερα. Από ~ες/προ ~ων. Πριν από έναν ~α. Μισός ~ (: πενήντα χρόνια) εξελίξεων. Στο πέρασμα των ~ων. Ένας ολόκληρος ~ πέρασε από τότε που ... Η πόλη μας συμπληρώνει έναν ~α ζωής. ΣΥΝ. εκατονταετία.|| Ο επόμενος/περασμένος/προηγούμενος ~. Εικοστός πρώτος ~ (: ο ~ μας). Στις αρχές/στα μέσα/στα τέλη του ~α. Η αλλαγή/το τελευταίο τέταρτο του ~α. (καθ' υπερβολή:) Η αγορά του ~α (: η πιο δαπανηρή και εντυπωσιακή, κυρ. μαχητικών αεροσκαφών). Η ανακάλυψη του ~α (: η πιο σημαντική).|| O ~ (= εποχή) του ανθρωπισμού/διαφωτισμού/ρομαντισμού. Πβ. ημέρες, καιρός, κεφάλαιο, χρόνοι. 2. (οικ.) υπερβολικά μεγάλο χρονικό διάστημα (για κάτι): Περίμενα έναν ~α να δω αύξηση! Δευτερόλεπτα αγωνίας που του φάνηκαν ~. 3. ΓΕΩΛ. καθεμιά από τις μεγάλες περιόδους στις οποίες διαιρείται ο χρόνος της δημιουργίας και εξέλιξης του πλανήτη Γη: γεωλογικός ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ο μέλλων/μέλλοντικός αιώνας: ΘΕΟΛ. η μεταθανάτια ζωή: ο Πατήρ/το φως του ~οντος ~ος., χρυσός αιώνας & (λόγ.) χρυσούς αιών: ιστορική περίοδος που χαρακτηρίζεται από μεγάλη ακμή, κυρ. στις τέχνες και τα γράμματα: ο ~ ~ του Περικλή/της Αθήνας (: ο 5ος π.Χ. αι.). (ειρων.) Ο ~ ~ της παραπληροφόρησης. Πβ. χρυσή εποχή., αζωικός αιώνας/αζωική περίοδος βλ. αζωικός, αργυρός αιώνας βλ. αργυρός, αρχαιοζωικός/αρχαϊκός αιώνας βλ. αρχαιοζωικός, καινοζωικός αιώνας βλ. καινοζωικός, κοσμικός αιώνας βλ. κοσμικός, μεσοζωικός αιώνας βλ. μεσοζωικός, ο Αιώνας των Φώτων βλ. φως, παλαιοζωικός αιώνας βλ. παλαιοζωικός ● ΦΡ.: αιώνες τώρα: από πολύ παλιά, εδώ και πολλές εκατονταετίες. ΣΥΝ. επί αιώνες, ανά τους/μέσα στους αιώνες & (λόγ.) διά μέσου/μέσω των αιώνων: κατά τη διάρκεια, στο πέρασμα των εκατονταετιών: το θέατρο ~ ~. Η εξέλιξη της ελληνικής γραφής ~ ~., επί αιώνες (λόγ.): για πάρα πολλά χρόνια: Άντεξε ~ ~ στις επιδρομές. Η ~ ~ αντιπαράθεση. ΣΥΝ. αιώνες τώρα, σε άλλον αιώνα (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.-χιουμορ.): σε διαφορετική, παλαιότερη εποχή: Καλά! Ζει ~ ~!, στο/με το γύρισμα του αιώνα/στη στροφή του αιώνα: κατά την αλλαγή του αιώνα: Τα πολιτικά γεγονότα που συντάραξαν τον κόσμο στο ~ ~. [< αγγλ. at the turn of the century] , στους αιώνες των αιώνων/στον αιώνα τον άπαντα & (αρχαιοπρ.) εις τους αιώνας των αιώνων/εις τον αιώνα του αιώνος/εις τον αιώνα τον άπαντα 1. (εμφατ. σε καταφατικές προτάσεις) παντοτινά, για πάντα, αιωνίως: Έργα που μένουν ~ ~. Πβ. επ΄ άπειρον, εσαεί, στο διηνεκές. 2. (εμφατ. σε αρνητικές προτάσεις) ποτέ: Ερωτήματα στα οποία δεν πρόκειται να βρούμε απαντήσεις ~ ~. Πβ. του Αγίου Ποτέ. , χάνεται στους αιώνες: για κάτι που έχει πλούσιο παρελθόν, μακραίωνη ιστορία και παράδοση: Χώρα με πολιτισμό που ~ ~., μέχρι συντελείας του αιώνος βλ. συντέλεια, τα βάθη του χρόνου/των αιώνων βλ. βάθος [< 1: γαλλ. siècle 2: αρχ. αἰών 3: γαλλ. âge, ère , αγγλ. age, era]

39646περασμένος, η, ο πε-ρα-σμέ-νος επίθ. 1. προηγούμενος: το ~ο Σάββατο/φθινόπωρο. Στο τέλος του ~ου αιώνα/μήνα. Τα γεγονότα της ~ης δεκαετίας/εβδομάδας. Πβ. παρελθών. Βλ. προ~. 2. που ανήκει στο παρελθόν, παλιός: ~ες: αντιλήψεις (= ξεπερασμένες)/γενιές/στιγμές. Εικόνες μιας ~ης εποχής/~ων καιρών (πβ. αλλοτινός. ΑΝΤ. σύγχρονος, τωρινός). Ρούχα ~ης μόδας (= παλιομοδίτικα). Πβ. παρελθών.|| Η ώρα είναι αρκετά ~η (= είναι αργά). Είναι ~ες πέντε, έπρεπε να έχει φανεί.|| Άτομο ~ης (= προχωρημένης) ηλικίας. 3. που έχει διέλθει (μέσα) από κάτι: αλεύρι ~ο από σήτα. Κρεμμύδια ~α από τρίφτη (= τριμμένα). Πατάτες ~ες από τον μύλο (= αλεσμένες).|| Χάντρες ~ες σε κλωστή. Κομμάτια κρέας ~α σε καλαμάκι (βλ. σουβλάκι). Κλειδιά ~α σε μπρελόκ.|| Κολιέ ~ο (γύρω) από το/στο λαιμό.|| Με την τσάντα ~η στον (= κρεμαστή από τον) ώμο. Πβ. περαστός.|| Αυτοκίνητα ~α από ΚΤΕΟ.|| (μτφ.) Κείμενο ~ο και ξανα~ο (= που έχει ελεγχθεί πολλές φορές). 4. εγγεγραμμένος, καταγεγραμμένος, καταχωρημένος: Όλα τα στοιχεία είναι ~α στα βιβλία της επιχείρησης/στον υπολογιστή. Τα ονόματα ήταν ~α στα Ελληνικά. 5. επικαλυμμένος, επιστρωμένος με ρευστό υλικό: Επιφάνεια ~η με αστάρι/χρώμα (= βαμμένη). Ξύλο ~ο με (δύο χέρια) βερνίκι/ειδικό λάδι/κερί. ● Ουσ.: περασμένα (τα): το παρελθόν: Αναπολεί τα ~. ΣΥΝ. χθες ΑΝΤ. τωρινά ● ΦΡ.: περασμένα ξεχασμένα: ως προτροπή να ξεχάσουμε κάτι που έγινε στο παρελθόν: Τέλος πάντων, δεν πειράζει· ~ ~ (πβ. ό,τι έγινε, έγινε).|| Περασμένα ναι, ξεχασμένα όχι (: δεν έχουν ξεχαστεί όσα συνέβησαν)., περασμένα μεγαλεία (και διηγώντας τα να κλαις) βλ. μεγαλείο ● βλ. περνώ [< μεσν. περασμένος]
39647περαστικός, ή, ό πε-ρα-στι-κός επίθ. 1. που περνά από κάπου: ~ός: κόσμος (: άνθρωποι). ~οί: επισκέπτες/ταξιδιώτες. ~ά: αυτοκίνητα. Βλ. δια~. 2. (μτφ.) παροδικός, πρόσκαιρος: ~ός: πόνος. ~ή: αδιαθεσία/κρίση. ~ό: πρόβλημα. Η μπόρα είναι ~ή. Πβ. προσωρινός. ● Ουσ.: περαστικός, περαστική (ο/η): διερχόμενος: Είμαι ~ή από τη γειτονιά. Ζήτησε βοήθεια από κάποιον ~ό. Μπροστά στα μάτια των ~ών. Χάζευε από το παράθυρο τους ~ούς. Πβ. διαβάτης. ● επίρρ.: περαστικά & (οικ.) περαστικούλια: ευχή για ανάρρωση: ~ (σου)! Γρήγορα ~! Σου εύχομαι (να είναι) ~.
39648περαστός, ή, ό πε-ρα-στός επίθ. 1. (για αντικείμενο, κατασκευή) που τοποθετείται, στερεώνεται σε κάτι άλλο, χωρίς κάρφωμα ή συγκόλληση: ~ό: βαρίδι/λάστιχο. ~ές: βίδες (: που μπαίνουν σε τρύπες χωρίς σπείρωμα). 2. ΜΑΓΕΙΡ. που έχει περαστεί από μίξερ, τρίφτη ή σουρωτήρι: ~ές: ντομάτες. ~ά: φρούτα. Βλ. πολτοποιημένος. 3. περασμένος από κάτι: θήκη κινητού τηλεφώνου ~ή σε ζώνη. [< μεσν. περαστός]
39645περατζαδα

πέ-ρα-σμα ουσ. (ουδ.) {περάσμ-ατος | -ατα} (κυρ. προφ.) 1. σημείο, μέρος από το οποίο περνά ή μπορεί να περάσει κάποιος: επικίνδυνο/θαλάσσιο/μυστικό/ορεινό/στενό/τεχνητό (πβ. τούνελ)/υπόγειο ~. ~ ανάμεσα σε δύο ακτές (= πορθμείο). Διέσχισε το ~ με ιστιοφόρο (βλ. πορθμός). Άνοιξε ένα ~ στον τοίχο (= άνοιγμα). Έκλεισαν/φυλάσσονται τα (μεθοριακά) ~ατα ανάμεσα στις δύο χώρες. Πβ. δίοδος.|| ~ατα ψαριών. Περιοχή που αποτελεί ~ για τα αποδημητικά πτηνά.|| (για πολυσύχναστο μέρος:) Η πόλη ... συνιστούσε εμπορικό ~. Δρόμος/πλατεία που είναι ~ (πβ. περατζάδα). Βλ. κόμβος, σταυροδρόμι. 2. διέλευση: ~ του βουνού/του ποταμού/του φαραγγιού (= διάβαση, διάσχιση). ~ (με βάρκα) στην απέναντι όχθη. ~ του πλοίου από το λιμάνι. Βλ. προσ~.|| Αστεροειδής σε κοντινό ~ από τη Γη. 3. μετάβαση: το ~ στη δημοκρατία/στον εικοστό πρώτο αιώνα/στο ενιαίο νόμισμα/στο επόμενο στάδιο/στην ψηφιακή τεχνολογία. ~ από τη θεωρία στην πράξη/από τον χειμώνα στην άνοιξη. Ανακάλυψη που σηματοδοτεί το ~ σε μια νέα εποχή (πβ. είσοδος). 4. για χρονικό διάστημα που έχει περάσει: το ~ των δεκαετιών. Η ιστορία και ο πολιτισμός μιας χώρας στο ~ (= διάβα) των αιώνων/του χρόνου/των χρόνων. Με (/κατά) το ~ του χρόνου πολλά πράγματα άλλαξαν. Με το ~ του καιρού (= συν τω χρόνω)/της ώρας ... ΣΥΝ. παρέλευση, πάροδος2 5. παρουσία ή εμφάνιση για μικρό χρονικό διάστημα: (για ηθοποιό) Έκανε ένα σύντομο ~ από τη σειρά/στα πρώτα επεισόδια.|| (ΜΟΥΣ.) Κομμάτια με έντονα κιθαριστικά ~ατα. Συνθέσεις με (γρήγορα) ~ατα πνευστών. 6. καταγραφή, καταχώριση: το ~ των στοιχείων στον κατάλογο/στον υπολογιστή. 7. επικάλυψη, επίστρωση με ρευστό υλικό: ~ (επιφάνειας) με αλοιφή/βερνίκι/κερί (= κέρωμα)/κόλλα/μπογιά (= βάψιμο). 8. μεταβίβαση: ~ ακινήτου με γονική παροχή/δωρεά/κληρονομιά. 9. πλύσιμο: ~ των ρούχων δύο φορές (με νερό). 10. διάβασμα: βιαστικό/γρήγορο ~ της σελίδας. Βλ. κοίταγμα. ● Υποκ.: περασματάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: εναέριο πέρασμα: εναλλακτική δραστηριότητα κατά την οποία επιχειρείται πέρασμα πάνω από φυσικό εμπόδιο (π.χ. ποταμό, χαράδρα), με τη χρήση κυρ. μηχανισμού με συρματόσχοινο και τροχαλία. [< αγγλ. flying fox, 1936] ● ΦΡ.: στο πέρασμά του: κατά τη διάρκεια της διέλευσής του: Ανυπολόγιστες ζημιές άφησε στο (καταστροφικό/σαρωτικό/φονικό) ~ ~ ο κυκλώνας/τυφώνας ... Η πυρκαγιά κατέστρεψε ~ της χιλιάδες στρέμματα δάσους. Όταν πλημμυρίζει ο ποταμός, σαρώνει τα πάντα ~ ~.|| (χιουμορ., για πρόσ.) Δεν αφήνει τίποτα όρθιο ~ ~ (βλ. οδοστρωτήρας, σίφουνας)! [< μεσν. πέρασμα]

39649περατζάδαπε-ρα-τζά-δα ουσ. (θηλ.) & περαντζάδα (λαϊκό) 1. βόλτα, περίπατος: απογευματινή/βραδινή ~. Κάνουν ~ στα μαγαζιά/στην παραλία/στην πλατεία. Βλ. -άδα. 2. σύντομο πέρασμα: Έκαναν μια ~ από την εκδήλωση. 3. (συνεκδ.) χώρος από τον οποίο περνά πολύς κόσμος (συνήθ. κάνοντας περίπατο): η ~ του λιμανιού/του χωριού. Πβ. πέρασμα. Βλ. στράτα. [< μεσν. περα(ν)τζάδα 'θαλάσσια διαδρομή']
39650περατός, ή, ό πε-ρα-τός επίθ. (λόγ.) 1. (για υλικό) που επιτρέπει τη διέλευση διαφόρων στοιχείων (μορίων, σωματιδίων): ~ό: φίλτρο. ~ές: επιφάνειες. ~ά: εδάφη. Βλ. ημι~, υδρο~. ΣΥΝ. διαπερατός ΑΝΤ. αδιαπέραστος (1) 2. (σπάν.) που έχει όρια, πέρας. Πβ. πεπερασμένος. [< αρχ. περατός]
39651περατώνωπε-ρα-τώ-νω ρ. (μτβ.) {περάτω-σα, περατώ-θηκε, -μένος, περατών-οντας} (λόγ.): αποπερατώνω. ΣΥΝ. τελειώνω (2), φέρνω/φέρω κάτι σε/εις πέρας [< μτγν. περατῶ]
39652περάτωσηπε-ρά-τω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αποπεράτωση: έγκαιρη/επιτυχής/ταχύτερη ~. ~ των εργασιών/του προγράμματος/των σπουδών. Πβ. τελείωση. [< μτγν. περάτωσις]
34732Περβάζι

ξα-να-νοί-γω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξανάνοι-ξε, ξανανοί-ξει, -χτηκε, -γμένος, ξανανοίγ-οντας} & ξαναανοίγω 1. ανοίγω πάλι ή θέτω ξανά σε λειτουργία: Έκλεισε τα μάτια του και τα ~ξε. Το μουσείο ~ξε τις πόρτες/πύλες του για το κοινό μετά από την ανακαίνιση. ~ξε ο δρόμος που είχε αποκλειστεί από τα χιόνια. (προφ.) ~ξαν το σπίτι (: το διέρρηξαν πάλι).|| Έσβησε τον υπολογιστή και τον ~ξε (: έκανε επανεκκίνηση). 2. (μτφ.) ξεκινώ εκ νέου διαδικασία ή επαναφέρω υπόθεση στο προσκήνιο: ~ξε η συζήτηση για ...|| Θα ~ξει ο φάκελος εξαφάνισης του ... 3. (προφ.) χειρουργώ ξανά: Οι γιατροί τον ~ξαν. [< μεσν. ξανανοίγω]

39653περβάζιπερ-βά-ζι ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό) πρεβάζι: το κάτω τμήμα του πλαισίου παραθύρου ή πόρτας· συνεκδ. κούφωμα: ξύλινο ~. Έβαλε μερικές γλάστρες στο ~.|| Εξωτερικά/εσωτερικά ~ια. [< τουρκ. pervaz]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.