| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 39668 | περεστρόικα | πε-ρε-στρό-ι-κα ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ΙΣΤ. οικονομική και πολιτική αναδόμηση στην πρώην Σοβιετική Ένωση στα μέσα της δεκαετίας του 1980· γενικότ. οποιαδήποτε αναδιοργάνωση. Βλ. γκλάσνοστ. [< αγγλ. perestroika, 1986, γαλλ. perestroïka, 1986] | |
| 39669 | περηφανεύομαι | πε-ρη-φα-νεύ-ο-μαι ρ. (αμτβ.) {περηφανευόμουν, περηφανεύ-τηκα, -τώ, -όμενος} & (λόγ.) υπερηφανεύομαι 1. αισθάνομαι περήφανος για κάτι, καμαρώνω: ~εται για τις γνώσεις/τη νίκη του. Πβ. σεμνύνομαι. 2. καυχιέμαι με αλαζονικό τρόπο: Συνέχεια ~εται για τις επιτυχίες/(ερωτικές) κατακτήσεις του. Πβ. επαίρομαι, κοκορεύομαι, κομπάζω, κορδώνομαι, ξιπάζομαι. [< μτγν. ὑπερηφανεύομαι] | |
| 39670 | περηφάνια | πε-ρη-φά-νια ουσ. (θηλ.) & περηφάνεια & (λόγ.) υπερηφάνεια 1. έντονη ικανοποίηση και χαρά που νιώθει κάποιος για αυτό που είναι ή συνήθ. για κάτι που έχει καταφέρει· συνεκδ. το πρόσωπο ή καθετί που προκαλεί το αντίστοιχο συναίσθημα: εθνική ~. Εκφράζω την ~ μου. Φουσκώνει (το στήθος μου) από ~. Η επιτυχία του μαθητή γέμισε με ~ τους γονείς του.|| Οι ολυμπιονίκες αποτελούν την ~ της χώρας (πβ. καμάρι, καύχημα, τιμή). 2. αξιοπρέπεια, αυτοσεβασμός: πληγωμένη/χαμένη ~. Ανακτώ/διατηρώ την ~ μου. Πβ. αυτοεκτίμηση. ΑΝΤ. αναξιοπρέπεια 3. (μειωτ.) αλαζονεία: Δεν θέλει να παραδεχτεί το λάθος του από ~. Πβ. έπαρση, ξιπασιά, οίηση, υπεροψία, ψωρο~. [< αρχ. ὑπερηφανία – παλαιότ. ορθογρ. περηφάνεια] | |
| 39671 | περήφανος | , η, ο πε-ρή-φα-νος επίθ. & (λόγ.) υπερήφανος 1. που καμαρώνει για κάτι, πολύ ικανοποιημένος: Αισθάνονται/είναι/νιώθουν ~οι για τις πράξεις τους. 2. που χαρακτηρίζεται από αξιοπρέπεια: ~ος: λαός. ~η: απάντηση. Κράτησε ~η στάση ως το τέλος. Πβ. αξιοπρεπής. 3. μεγαλοπρεπής, αγέρωχος, καμαρωτός: ~ος: χορός. ~ο: βουνό/ζώο.|| ~ο: παράστημα. 4. (μειωτ.) που υπερεκτιμά τον εαυτό του και υποτιμά τους άλλους, αλαζόνας. Πβ. ακατάδεκτος, ψωρο~. ● επίρρ.: περήφανα & (λόγ.) υπερήφανα ● ΦΡ.: περήφανος στ' αυτιά (μτφ.-προφ.): για ηλικιωμένο συνήθ. άτομο που δεν ακούει καλά, βαριακούει. [< αρχ. ὑπερήφανος] | |
| 39672 | περί | πε-ρί πρόθ. (λόγ.) 1. (+ γεν., σπάν. + αιτ.) σχετικά με, όσον αφορά: νόμος ~ πνευματικής ιδιοκτησίας. ~ τίνος πρόκειται; Διαψεύδει δημοσίευμα ~ εμπλοκής του στην υπόθεση.|| Γνώσεις ~ την ζωγραφική. 2. (+ αιτ.) περίπου: ~ το τέλος του έτους/τα μέσα Μαρτίου. ~ τις αρχές του 2010. ~ το έτος ... Χωριό που αριθμεί ~ τους ... κατοίκους. 3. (+ αιτ.) κοντά σε, γύρω από: Οι ~ τον πρωθυπουργό συνεργάτες εκτιμούν ότι ... ● ΦΡ.: έχω (κάποιον/κάτι) περί πολλού (λόγ.): τον εκτιμώ πολύ., ο περί ου/η περί ης/το περί ου ο λόγος (συνήθ. ειρων.): το πρόσωπο για το οποίο γίνεται λόγος: ο ~ ~ ηθοποιός. Η ~ ~ συνάντηση. Τα περί ων ~ δημοσιεύματα., περί ανέμων και υδάτων βλ. άνεμος, περί όνου σκιάς βλ. όνος [< αρχ. περί] | |
| 39673 | περι- & περί- | η λόγια πρόθεση περί ως πρόθημα με τη σημασία του 1. ολόγυρα: περί-φραξη. Περί-κλειστος. Περι-κυκλώνω/~τυλίγω (: από όλες τις μεριές). 2. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. γύρω: περι-κάρδιο (βλ. ενδο-).|| Περι-νεφρικός. 3. εδώ και εκεί: περι-φέρομαι. Περι-πλάνηση. 4. πάρα πολύ: περι-βόητος (βλ. δια-)/~ζήτητος (βλ. πολυ-, ΑΝΤ. α-)/~λυπος. 5. εντός: περι-έχω/~κλείω/~λαμβάνω. | |
| 39674 | περιάγω | πε-ρι-ά-γω ρ. (μτβ.) {περιήγαγε, περιαγάγει} 1. οδηγώ γύρω γύρω, περιφέρω. 2. (λόγ.) φέρνω κάποιον/κάτι σε κακή κατάσταση: ~ σε απελπισία/σε ένδεια. 3. ΤΗΛΕΠ. κάνω περιαγωγή. [< αρχ. περιάγω] | |
| 39675 | περιαγωγή | πε-ρι-α-γω-γή ουσ. (θηλ.): ΤΗΛΕΠ. η δυνατότητα ενός κατόχου κινητού τηλεφώνου να καλεί από το εξωτερικό ή να τον καλούν εκεί με τις υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας της χώρας στην οποία έχει συνδρομή: διεθνής/εθνική ~. Κλήσεις/συμφωνία/χρεώσεις ~ής. ΣΥΝ. ρόουμινγκ [< αρχ. περιαγωγή 'περιστροφή, περιφορά', αγγλ. roaming, 1984] | |
| 39676 | περιάνθιο | πε-ρι-άν-θι-ο ουσ. (ουδ.) {περιανθί-ου}: ΒΟΤ. ο κάλυκας (σέπαλα) και η στεφάνη (πέταλα) που περιβάλλουν και προστατεύουν το άνθος. [< γαλλ. périanthe, αγγλ. perianth] | |
| 39677 | περίαπτο | πε-ρί-α-πτο ουσ. (ουδ.) {-ου κ. -άπτου} (λόγ.): κόσμημα ή φυλαχτό: (συνήθ. ΑΡΧΑΙΟΛ.) χρυσό ~. Χάλκινα γεωμετρικά ~α. [< αρχ. περίαπτον] | |
| 39678 | περιαρθρικός | , ή, ό πε-ρι-αρ-θρι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναπτύσσεται γύρω από άρθρωση: ~ή: οστεοπόρωση. [< γαλλ. périarticulaire, αγγλ. periarticular] | |
| 39679 | περιαρθρίτιδα | πε-ρι-αρ-θρί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή των ιστών γύρω από μια άρθρωση, κυρ. του ώμου. Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. périarthrite, αγγλ. periarthritis] | |
| 39680 | περιαρτηρίτιδα | πε-ρι-αρ-τη-ρί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή των ιστών γύρω από μια αρτηρία: οζώδης/οξεία ~. Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. périartérite , αγγλ. periarterial] | |
| 39681 | περιαστικός | , ή, ό πε-ρι-α-στι-κός επίθ.: που περιβάλλει πόλη ή οικισμό: ~ός: σιδηρόδρομος/χώρος. ~ή: περιοχή. ~ό: δάσος/πράσινο. ~ά: πάρκα. Πβ. περιφερειακός. ● επίρρ.: περιαστικά [< αγγλ. peri-urban, 1948, γαλλ. périurbain, 1966] | |
| 39682 | περιαυγάζει | πε-ρι-ταυ-γά-ζει ρ. (μτβ.) {περιαύγα-σε} (λόγ.-επιτατ.): καταυγάζει. [< μτγν. περιαυγάζω ‘φωτίζω ολόγυρα’] | |
| 39683 | περιαυτολογία | πε-ρι-αυ-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια του περιαυτολογώ: αλαζονική ~. Αναλώνονται σε ~ες. Πβ. αυτοέπαινος, καυχησιολογία, κομπασμός. Βλ. -λογία. [< μτγν. περιαυτολογία] | |
| 39684 | περιαυτολογώ | [περιαυτολογῶ] πε-ρι-αυ-το-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {περιαυτολογ-είς ..., -ώντας | περιαυτολόγ-ησα} (λόγ.): μιλώ για τον εαυτό μου εγκωμιαστικά, αυτοεπαινούμαι: Χωρίς να θέλω να ~ήσω, ό,τι κάνω έχει πάντα επιτυχία. Πβ. καυχησιολογώ, καυχιέμαι, κομπάζω. Βλ. -λογώ. [< μτγν. περιαυτολογῶ] | |
| 39685 | περιαυχένιο | πε-ρι-αυ-χέ-νι-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. δακτύλιος ή κρίκος που συνδέει μεταλλικά εξαρτήματα. Πβ. κολάρο, φλάντζα. 2. (σπάν.-λόγ.) λουρί που περιβάλλει τον αυχένα συνήθ. ζώου: κράνος με ~. Πβ. λαιμαριά, περιλαίμιο. [< πβ. μτγν. περιαυχένιον 'περιδέραιο'] | |
| 39686 | περιβάλλον | πε-ρι-βάλ-λον ουσ. (ουδ.) {περιβάλλ-οντος | -οντα} 1. ΟΙΚΟΛ. το σύνολο των φυσικών και ανθρωπογενών παραγόντων που βρίσκονται σε αλληλεπίδραση και επηρεάζουν τη ζωή, τη συμπεριφορά και την ανάπτυξη των έμβιων οργανισμών: ανθρώπινο/ανόργανο/αστικό/ατμοσφαιρικό/γεωγραφικό/θαλάσσιο/οικιστικό/υδάτινο/χερσαίο ~. Πρόνοια/φροντίδα για το ~. Αναβάθμιση του ~οντος. Προσαρμογή στο ~. Βλ. γεω~, παλαιο~.|| Σε θερμοκρασία ~οντος. Η ζέστη και η υγρασία δημιουργούν πρόσφορο ~ για την ανάπτυξη ιών. 2. το σύνολο των εξωτερικών συνθηκών-ερεθισμάτων που καθορίζουν την ανάπτυξη και δράση των ατόμων: εκπαιδευτικό/επενδυτικό/επιχειρηματικό/θεσμικό/ιδεολογικό/καλλιτεχνικό/μαθησιακό/οικονομικό/πνευματικό/πολιτικό/πολυπολιτισμικό/σχολικό/τεχνολογικό ~. Εταιρεία που προσφέρει ένα άνετο/ευέλικτο/δημιουργικό/θετικό/σύγχρονο εργασιακό ~. (ΠΑΙΔΑΓ.) Συνεργατικά ~οντα Μάθησης. Βλ. μακρο~, μικρο~. 3. ατμόσφαιρα, κλίμα: διαμόρφωση ανταγωνιστικού/αρνητικού/εχθρικού/ευχάριστου/θετικού/φιλικού ~οντος. 4. κύκλος ανθρώπων, περίγυρος: το άμεσο/οικείο/οικογενειακό/στενό/φιλικό ~ κάποιου. Άτομα από το προεδρικό ~/του πρωθυπουργικού ~οντος επισημαίνουν ότι ... Ήρθε σε ρήξη με το ~ του. 5. ΠΛΗΡΟΦ. το πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτουργεί ένας υπολογιστής, ένας χρήστης ή κάποιο πρόγραμμα: διαδραστικό/δικτυακό/εικονικό/εύχρηστο/ηλεκτρονικό/ψηφιακό ~. ~ ανάπτυξης εφαρμογών/εκτέλεσης εργασιών. Απλό ~ λειτουργίας/χρήσης. Προγραμματιστικά ~οντα. ● ΣΥΜΠΛ.: ανθρωπογενές περιβάλλον: ΟΙΚΟΛ. δομημένο περιβάλλον., γλωσσικό περιβάλλον 1. ΓΛΩΣΣ. τμήματα εκφωνήματος ή κειμένου που βρίσκονται κοντά ή δίπλα στην υπό εξέταση μονάδα: το ~ ~ ενός φθόγγου (: τα στοιχεία που προηγούνται ή έπονται). Πβ. περικείμενο, συγκείμενο, συμφραζόμενα. 2. (γενικότ.) η γλώσσα του κοινωνικού περίγυρου: Παιδιά που ζουν σε πλούσιο/υποβαθμισμένο/φτωχό ~ ~., κοινωνικό περιβάλλον: οι συνθήκες διαβίωσης και εργασίας του ατόμου, το ύψος του εισοδήματός του, το μορφωτικό του επίπεδο και οι κοινότητες στις οποίες ανήκει., πολιτιστικό περιβάλλον : το σύνολο των πολιτιστικών δημιουργημάτων του ανθρώπου (αρχαιολογικοί χώροι, νεότερα μνημεία, παραδοσιακοί οικισμοί, εκκλησίες και μοναστήρια, λαογραφικές εκδηλώσεις): ιστορικό και ~ ~. [< αγγλ. cultural envirnoment], φυσικό περιβάλλον: οτιδήποτε προϋπήρχε στη φύση και δημιουργήθηκε ανεξάρτητα από τον άνθρωπο: Το ~ ~ διακρίνεται σε βιοτικό (ζώα και φυτά) και αβιοτικό (έδαφος, νερό, ατμόσφαιρα, κλίμα). Οικολογικά και φιλικά προς το ~ ~ προϊόντα. Διάσωση/καταστροφή/μόλυνση/ρύπανση του ~ού ~οντος. Βλ. οικοσύστημα. ΑΝΤ. δομημένο περιβάλλον, γραφικό περιβάλλον βλ. γραφικός, διαχείριση του περιβάλλοντος βλ. διαχείριση, δομημένο περιβάλλον βλ. δομημένος, λειτουργικό περιβάλλον βλ. λειτουργικός, παραθυρικό περιβάλλον βλ. παραθυρικός, περιβαλλοντική οικονομία βλ. οικονομία, προστασία του (φυσικού) περιβάλλοντος βλ. προστασία, υποβάθμιση του (φυσικού) περιβάλλοντος βλ. υποβάθμιση ● ΦΡ.: επαφή με το περιβάλλον βλ. επαφή [< αρχ. περιβάλλον, ουσιαστικοπ. μτχ. εν. ουδ. του ρ. περιβάλλω, αγγλ. environment, γαλλ. environnement, milieu] | |
| 39687 | περιβαλλοντικός | , ή, ό πε-ρι-βαλ-λο-ντι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΛ. που σχετίζεται με το περιβάλλον: ~ός: έλεγχος/θόρυβος/πλούτος/σχεδιασμός. ~ή: ασφάλεια/ευαισθητοποίηση/ηθική/καινοτομία/καταστροφή/κρίση/πολιτική/συνείδηση/τεχνολογία/υγεία/υποβάθμιση. ~ό: δίκαιο/κέντρο/κόστος/πάρκο/πρόβλημα/σήμα. ~οί: όροι. ~ές: δράσεις/έννοιες/επιπτώσεις/επιστήμες/συνθήκες. ~ά: έργα/οφέλη/χημικά. Πβ. οικολογικός, περιβαλλοντολογικός. Βλ. φιλο~. ● ΣΥΜΠΛ.: περιβαλλοντικές οργανώσεις & οικολογικές οργανώσεις: μη κερδοσκοπικοί φορείς που έχουν ως στόχο την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος., περιβαλλοντική εκπαίδευση: ΠΑΙΔΑΓ. τµήµα των αναλυτικών προγραµµάτων της πρωτοβάθµιας και δευτεροβάθµιας εκπαίδευσης που έχει ως στόχο να συνειδητοποιήσουν οι µαθητές τη σχέση του ανθρώπου µε το φυσικό και το κοινωνικό του περιβάλλον, να ευαισθητοποιηθούν σχετικά με τα προβλήµατά του και να δραστηριοποιηθούν για την αντιµετώπισή τους., περιβαλλοντική ιατρική: ΙΑΤΡ. κλάδος της Ιατρικής που ασχολείται με την επίδραση του μολυσμένου περιβάλλοντος, ιδ. των συνθετικών χημικών, στον ανθρώπινο οργανισμό, κατά κύριο λόγο στο ανοσοποιητικό σύστημα. [< γερμ. Umweltmedizin, αγγλ. environmental medicine], περιβαλλοντική υγιεινή: ΙΑΤΡ. κλάδος της περιβαλλοντικής ιατρικής ο οποίος ασχολείται με τα μέτρα τα οποία πρέπει να ληφθούν για την αποφυγή μόλυνσης του αέρα, του νερού, του εδάφους, των φυτών, των ζώων και των τροφίμων που προκαλούν τα χημικά και τα καυσαέρια. [< γερμ. Umwelthygiene, αγγλ. environmental hygiene], διαχείριση του περιβάλλοντος βλ. διαχείριση, κλιματικοί/περιβαλλοντικοί πρόσφυγες βλ. πρόσφυγας, οικολογικός/περιβαλλοντικός/πράσινος φόρος βλ. φόρος, περιβαλλοντική αγωγή βλ. αγωγή, περιβαλλοντική αρχαιολογία βλ. αρχαιολογία, περιβαλλοντική γεωλογία βλ. γεωλογία, περιβαλλοντική μηχανική βλ. μηχανική, περιβαλλοντική οικονομία βλ. οικονομία, περιβαλλοντικό/οικολογικό αποτύπωμα βλ. αποτύπωμα, περιβαλλοντικό/οικολογικό ντάμπινγκ βλ. ντάμπινγκ1 [< αγγλ. environmental, γαλλ. environnemental, 1972] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ