| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 39654 | περβολάρης, περβολάρισσα | βλ. περιβολάρης | |
| 39655 | περβόλι | βλ. περιβόλι | |
| 39656 | περγαμηνή | περ-γα-μη-νή ουσ. (θηλ.) 1. υλικό γραφής από κατεργασμένο δέρμα μοσχαριού, κατσικιού ή προβάτου το οποίο χρησιμοποιήθηκε ευρέως κατά την Αρχαιότητα και τον Μεσαίωνα (2ος π.Χ. αι.-13ος μ.Χ. αι.), ενώ στις ημέρες μας περιορίζεται κυρ. σε επίσημα έγγραφα (πτυχία, διπλώματα)· κατ' επέκτ. κάθε απομίμηση του αντίστοιχου υλικού: Αντικατάσταση του παπύρου από την ~ και της ~ής από το χαρτί. Βλ. διφθέρα, ειλητάριο.|| Πτυχίο σε ~. 2. (συνεκδ.) κείμενο γραμμένο στο αντίστοιχο υλικό, χειρόγραφο· (στη σύγχρονη εποχή) βραβείο ή τίτλος σπουδών: αρχαίες/παλίμψηστες ~ές.|| Απονομή/επίδοση (τιμητικής) ~ής. ● περγαμηνές (οι) (μτφ.-συχνά ειρων.): διακρίσεις, τίτλοι, προσόντα: ακαδημαϊκές/επαγγελματικές/επιστημονικές ~. Ερευνητές/στελέχη με (λαμπρές/μεγάλες) ~. Διαθέτει/έχει (να επιδείξει) καλές/πολλές ~. Βλ. δάφνες. [< γαλλ. parchemins ] [< 1: μτγν. περγαμηνή (διφθέρα) 2: γαλλ. parchemin] | |
| 39657 | περγαμηνοειδής | , ής, ές περ-γα-μη-νο-ει-δής επίθ. (λόγ.): που μοιάζει με περγαμηνή: ~ές: χαρτί. Βλ. -ειδής. | |
| 39658 | περγαμηνός | , ή, ό περ-γα-μη-νός επίθ.: που σχετίζεται με την περγαμηνή: ~ός: κώδικας/χάρτης. [< μτγν. Περγαμηνός 'που αναφέρεται στην ή προέρχεται από την Πέργαμο'] | |
| 39659 | περγαμόντο | περ-γα-μό-ντο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. εσπεριδοειδές φρούτο (επιστ. ονομασ. Citrus bergamia), υποείδος της νεραντζιάς, μεγαλύτερο σε μέγεθος από το λεμόνι, με κίτρινη φλούδα και υπόξινη γεύση· συνεκδ. το γλυκό του κουταλιού που παρασκευάζεται από αυτό: λικέρ/τσάι ~. Άρωμα από ~. Λουκούμια αμυγδάλου με γεύση ~. [< ιταλ. bergamotto, γαλλ. bergamote] | |
| 39660 | πέργκολα | πέρ-γκο-λα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) πέργολα 1. στέγαστρο κατασκευασμένο από δοκούς: ~ με καφασωτά/τέντες. ~ σκεπασμένη με βουκαμβίλιες. Βεράντα/κήπος με ~. Μεταλλικές/ξύλινες ~ες. ~ες αλουμινίου. Πβ. υπόστεγο. 2. πλέγμα, συνήθ. ξύλινο και ρομβοειδές, που τοποθετείται κάθετα για την αναρρίχηση φυτών, τη δημιουργία φράχτη ή ως διαχωριστικό: ~ με γιασεμί/γλυσίνα. Βλ. κρεβατίνα. [< ιταλ. pergola, γαλλ. ~, 1924] | |
| 39661 | πέρδικα | πέρ-δι-κα ουσ. (θηλ.) 1. ΟΡΝΙΘ. εδαφόβιο πτηνό (γένος Perdix) με μεγάλο σώμα, μικρό κεφάλι, μυτερό ράμφος, στρογγυλεμένες φτερούγες, κοντή ουρά και χαρακτηριστική φωνή και περπάτημα: ~ ορεινή (= πετρο~)/πεδινή (= καμπίσια). Κυνήγι ~ας. Κοπάδια ~ες. 2. (μτφ.-λαϊκό) ωραία γυναίκα με καμαρωτό περπάτημα: Καλώς τηνε την ~. ● ΣΥΜΠΛ.: νησιώτικη πέρδικα: ενδημικό είδος πέρδικας (επιστ. ονομασ. Alectoris chucar) με ράχη και στήθος γκρίζου-καστανού χρώματος, μαύρες λωρίδες στα πλευρά, κόκκινη μύτη και κόκκινα πόδια. [< μεσν. πέρδικα] | |
| 39662 | περδικάκι | περ-δι-κά-κι ουσ. (ουδ.) 1. ΒΟΤ. & περδικούλι: αυτοφυές φυτό (γένος Parietaria), γνωστό για τη διουρητική, καταπραϋντική και αντιφλεγμονώδη δράση του. 2. ΟΡΝΙΘ. (υποκ.) μικρή πέρδικα. ΣΥΝ. περδίκι, περδικούλα [< 1: μεσν. περδικάκι, περδικούλι] | |
| 39663 | περδίκι | περ-δί-κι ουσ. (ουδ.): ΟΡΝΙΘ. μικρή πέρδικα. Κυρ. στη ● ΦΡ.: γίνομαι/είμαι περδίκι (προφ.): αναρρώνω πλήρως από ασθένεια, γίνομαι εντελώς καλά: Ξεκουράσου και αύριο θα είσαι ~. Σε λίγες μέρες έγινε ~. [< μεσν. περδίκι(ν)] | |
| 39664 | περδικούλα | περ-δι-κού-λα ουσ. (θηλ.): μικρή πέρδικα. Κυρ. στη ● ΦΡ.: το λέει η ψυχή/καρδιά/καρδούλα/περδικούλα του: έχει αντοχές, δυνάμεις ή επιδεικνύει θάρρος, τόλμη: Τα έχει τα χρονάκια του, αλλά ~ ~. [< μεσν. περδικούλα] | |
| 39665 | περδικούλι | βλ. περδικάκι | |
| 39666 | πέρδομαι | πέρ-δο-μαι ρ. (αμτβ.) {κυρ. στον ενεστ. κ. παρατ. επέρδετο} (λόγ.): κλάνω. ΣΥΝ. πορδίζω [< αρχ. πέρδομαι] | |
| 39667 | περέκ | πε-ρέκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. λεπτά φύλλα από αλεύρι, αλάτι και νερό που ψήνονται και διατηρούνται για μεγάλο χρονικό διάστημα· συνεκδ. η αντίστοιχη παραδοσιακή ποντιακή πίτα. | |
| 39668 | περεστρόικα | πε-ρε-στρό-ι-κα ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ΙΣΤ. οικονομική και πολιτική αναδόμηση στην πρώην Σοβιετική Ένωση στα μέσα της δεκαετίας του 1980· γενικότ. οποιαδήποτε αναδιοργάνωση. Βλ. γκλάσνοστ. [< αγγλ. perestroika, 1986, γαλλ. perestroïka, 1986] | |
| 39669 | περηφανεύομαι | πε-ρη-φα-νεύ-ο-μαι ρ. (αμτβ.) {περηφανευόμουν, περηφανεύ-τηκα, -τώ, -όμενος} & (λόγ.) υπερηφανεύομαι 1. αισθάνομαι περήφανος για κάτι, καμαρώνω: ~εται για τις γνώσεις/τη νίκη του. Πβ. σεμνύνομαι. 2. καυχιέμαι με αλαζονικό τρόπο: Συνέχεια ~εται για τις επιτυχίες/(ερωτικές) κατακτήσεις του. Πβ. επαίρομαι, κοκορεύομαι, κομπάζω, κορδώνομαι, ξιπάζομαι. [< μτγν. ὑπερηφανεύομαι] | |
| 39670 | περηφάνια | πε-ρη-φά-νια ουσ. (θηλ.) & περηφάνεια & (λόγ.) υπερηφάνεια 1. έντονη ικανοποίηση και χαρά που νιώθει κάποιος για αυτό που είναι ή συνήθ. για κάτι που έχει καταφέρει· συνεκδ. το πρόσωπο ή καθετί που προκαλεί το αντίστοιχο συναίσθημα: εθνική ~. Εκφράζω την ~ μου. Φουσκώνει (το στήθος μου) από ~. Η επιτυχία του μαθητή γέμισε με ~ τους γονείς του.|| Οι ολυμπιονίκες αποτελούν την ~ της χώρας (πβ. καμάρι, καύχημα, τιμή). 2. αξιοπρέπεια, αυτοσεβασμός: πληγωμένη/χαμένη ~. Ανακτώ/διατηρώ την ~ μου. Πβ. αυτοεκτίμηση. ΑΝΤ. αναξιοπρέπεια 3. (μειωτ.) αλαζονεία: Δεν θέλει να παραδεχτεί το λάθος του από ~. Πβ. έπαρση, ξιπασιά, οίηση, υπεροψία, ψωρο~. [< αρχ. ὑπερηφανία – παλαιότ. ορθογρ. περηφάνεια] | |
| 39671 | περήφανος | , η, ο πε-ρή-φα-νος επίθ. & (λόγ.) υπερήφανος 1. που καμαρώνει για κάτι, πολύ ικανοποιημένος: Αισθάνονται/είναι/νιώθουν ~οι για τις πράξεις τους. 2. που χαρακτηρίζεται από αξιοπρέπεια: ~ος: λαός. ~η: απάντηση. Κράτησε ~η στάση ως το τέλος. Πβ. αξιοπρεπής. 3. μεγαλοπρεπής, αγέρωχος, καμαρωτός: ~ος: χορός. ~ο: βουνό/ζώο.|| ~ο: παράστημα. 4. (μειωτ.) που υπερεκτιμά τον εαυτό του και υποτιμά τους άλλους, αλαζόνας. Πβ. ακατάδεκτος, ψωρο~. ● επίρρ.: περήφανα & (λόγ.) υπερήφανα ● ΦΡ.: περήφανος στ' αυτιά (μτφ.-προφ.): για ηλικιωμένο συνήθ. άτομο που δεν ακούει καλά, βαριακούει. [< αρχ. ὑπερήφανος] | |
| 39672 | περί | πε-ρί πρόθ. (λόγ.) 1. (+ γεν., σπάν. + αιτ.) σχετικά με, όσον αφορά: νόμος ~ πνευματικής ιδιοκτησίας. ~ τίνος πρόκειται; Διαψεύδει δημοσίευμα ~ εμπλοκής του στην υπόθεση.|| Γνώσεις ~ την ζωγραφική. 2. (+ αιτ.) περίπου: ~ το τέλος του έτους/τα μέσα Μαρτίου. ~ τις αρχές του 2010. ~ το έτος ... Χωριό που αριθμεί ~ τους ... κατοίκους. 3. (+ αιτ.) κοντά σε, γύρω από: Οι ~ τον πρωθυπουργό συνεργάτες εκτιμούν ότι ... ● ΦΡ.: έχω (κάποιον/κάτι) περί πολλού (λόγ.): τον εκτιμώ πολύ., ο περί ου/η περί ης/το περί ου ο λόγος (συνήθ. ειρων.): το πρόσωπο για το οποίο γίνεται λόγος: ο ~ ~ ηθοποιός. Η ~ ~ συνάντηση. Τα περί ων ~ δημοσιεύματα., περί ανέμων και υδάτων βλ. άνεμος, περί όνου σκιάς βλ. όνος [< αρχ. περί] | |
| 39673 | περι- & περί- | η λόγια πρόθεση περί ως πρόθημα με τη σημασία του 1. ολόγυρα: περί-φραξη. Περί-κλειστος. Περι-κυκλώνω/~τυλίγω (: από όλες τις μεριές). 2. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. γύρω: περι-κάρδιο (βλ. ενδο-).|| Περι-νεφρικός. 3. εδώ και εκεί: περι-φέρομαι. Περι-πλάνηση. 4. πάρα πολύ: περι-βόητος (βλ. δια-)/~ζήτητος (βλ. πολυ-, ΑΝΤ. α-)/~λυπος. 5. εντός: περι-έχω/~κλείω/~λαμβάνω. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ