| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 39674 | περιάγω | πε-ρι-ά-γω ρ. (μτβ.) {περιήγαγε, περιαγάγει} 1. οδηγώ γύρω γύρω, περιφέρω. 2. (λόγ.) φέρνω κάποιον/κάτι σε κακή κατάσταση: ~ σε απελπισία/σε ένδεια. 3. ΤΗΛΕΠ. κάνω περιαγωγή. [< αρχ. περιάγω] | |
| 39675 | περιαγωγή | πε-ρι-α-γω-γή ουσ. (θηλ.): ΤΗΛΕΠ. η δυνατότητα ενός κατόχου κινητού τηλεφώνου να καλεί από το εξωτερικό ή να τον καλούν εκεί με τις υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας της χώρας στην οποία έχει συνδρομή: διεθνής/εθνική ~. Κλήσεις/συμφωνία/χρεώσεις ~ής. ΣΥΝ. ρόουμινγκ [< αρχ. περιαγωγή 'περιστροφή, περιφορά', αγγλ. roaming, 1984] | |
| 39676 | περιάνθιο | πε-ρι-άν-θι-ο ουσ. (ουδ.) {περιανθί-ου}: ΒΟΤ. ο κάλυκας (σέπαλα) και η στεφάνη (πέταλα) που περιβάλλουν και προστατεύουν το άνθος. [< γαλλ. périanthe, αγγλ. perianth] | |
| 39677 | περίαπτο | πε-ρί-α-πτο ουσ. (ουδ.) {-ου κ. -άπτου} (λόγ.): κόσμημα ή φυλαχτό: (συνήθ. ΑΡΧΑΙΟΛ.) χρυσό ~. Χάλκινα γεωμετρικά ~α. [< αρχ. περίαπτον] | |
| 39678 | περιαρθρικός | , ή, ό πε-ρι-αρ-θρι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναπτύσσεται γύρω από άρθρωση: ~ή: οστεοπόρωση. [< γαλλ. périarticulaire, αγγλ. periarticular] | |
| 39679 | περιαρθρίτιδα | πε-ρι-αρ-θρί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή των ιστών γύρω από μια άρθρωση, κυρ. του ώμου. Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. périarthrite, αγγλ. periarthritis] | |
| 39680 | περιαρτηρίτιδα | πε-ρι-αρ-τη-ρί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή των ιστών γύρω από μια αρτηρία: οζώδης/οξεία ~. Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. périartérite , αγγλ. periarterial] | |
| 39681 | περιαστικός | , ή, ό πε-ρι-α-στι-κός επίθ.: που περιβάλλει πόλη ή οικισμό: ~ός: σιδηρόδρομος/χώρος. ~ή: περιοχή. ~ό: δάσος/πράσινο. ~ά: πάρκα. Πβ. περιφερειακός. ● επίρρ.: περιαστικά [< αγγλ. peri-urban, 1948, γαλλ. périurbain, 1966] | |
| 39682 | περιαυγάζει | πε-ρι-ταυ-γά-ζει ρ. (μτβ.) {περιαύγα-σε} (λόγ.-επιτατ.): καταυγάζει. [< μτγν. περιαυγάζω ‘φωτίζω ολόγυρα’] | |
| 39683 | περιαυτολογία | πε-ρι-αυ-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια του περιαυτολογώ: αλαζονική ~. Αναλώνονται σε ~ες. Πβ. αυτοέπαινος, καυχησιολογία, κομπασμός. Βλ. -λογία. [< μτγν. περιαυτολογία] | |
| 39684 | περιαυτολογώ | [περιαυτολογῶ] πε-ρι-αυ-το-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {περιαυτολογ-είς ..., -ώντας | περιαυτολόγ-ησα} (λόγ.): μιλώ για τον εαυτό μου εγκωμιαστικά, αυτοεπαινούμαι: Χωρίς να θέλω να ~ήσω, ό,τι κάνω έχει πάντα επιτυχία. Πβ. καυχησιολογώ, καυχιέμαι, κομπάζω. Βλ. -λογώ. [< μτγν. περιαυτολογῶ] | |
| 39685 | περιαυχένιο | πε-ρι-αυ-χέ-νι-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. δακτύλιος ή κρίκος που συνδέει μεταλλικά εξαρτήματα. Πβ. κολάρο, φλάντζα. 2. (σπάν.-λόγ.) λουρί που περιβάλλει τον αυχένα συνήθ. ζώου: κράνος με ~. Πβ. λαιμαριά, περιλαίμιο. [< πβ. μτγν. περιαυχένιον 'περιδέραιο'] | |
| 39686 | περιβάλλον | πε-ρι-βάλ-λον ουσ. (ουδ.) {περιβάλλ-οντος | -οντα} 1. ΟΙΚΟΛ. το σύνολο των φυσικών και ανθρωπογενών παραγόντων που βρίσκονται σε αλληλεπίδραση και επηρεάζουν τη ζωή, τη συμπεριφορά και την ανάπτυξη των έμβιων οργανισμών: ανθρώπινο/ανόργανο/αστικό/ατμοσφαιρικό/γεωγραφικό/θαλάσσιο/οικιστικό/υδάτινο/χερσαίο ~. Πρόνοια/φροντίδα για το ~. Αναβάθμιση του ~οντος. Προσαρμογή στο ~. Βλ. γεω~, παλαιο~.|| Σε θερμοκρασία ~οντος. Η ζέστη και η υγρασία δημιουργούν πρόσφορο ~ για την ανάπτυξη ιών. 2. το σύνολο των εξωτερικών συνθηκών-ερεθισμάτων που καθορίζουν την ανάπτυξη και δράση των ατόμων: εκπαιδευτικό/επενδυτικό/επιχειρηματικό/θεσμικό/ιδεολογικό/καλλιτεχνικό/μαθησιακό/οικονομικό/πνευματικό/πολιτικό/πολυπολιτισμικό/σχολικό/τεχνολογικό ~. Εταιρεία που προσφέρει ένα άνετο/ευέλικτο/δημιουργικό/θετικό/σύγχρονο εργασιακό ~. (ΠΑΙΔΑΓ.) Συνεργατικά ~οντα Μάθησης. Βλ. μακρο~, μικρο~. 3. ατμόσφαιρα, κλίμα: διαμόρφωση ανταγωνιστικού/αρνητικού/εχθρικού/ευχάριστου/θετικού/φιλικού ~οντος. 4. κύκλος ανθρώπων, περίγυρος: το άμεσο/οικείο/οικογενειακό/στενό/φιλικό ~ κάποιου. Άτομα από το προεδρικό ~/του πρωθυπουργικού ~οντος επισημαίνουν ότι ... Ήρθε σε ρήξη με το ~ του. 5. ΠΛΗΡΟΦ. το πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτουργεί ένας υπολογιστής, ένας χρήστης ή κάποιο πρόγραμμα: διαδραστικό/δικτυακό/εικονικό/εύχρηστο/ηλεκτρονικό/ψηφιακό ~. ~ ανάπτυξης εφαρμογών/εκτέλεσης εργασιών. Απλό ~ λειτουργίας/χρήσης. Προγραμματιστικά ~οντα. ● ΣΥΜΠΛ.: ανθρωπογενές περιβάλλον: ΟΙΚΟΛ. δομημένο περιβάλλον., γλωσσικό περιβάλλον 1. ΓΛΩΣΣ. τμήματα εκφωνήματος ή κειμένου που βρίσκονται κοντά ή δίπλα στην υπό εξέταση μονάδα: το ~ ~ ενός φθόγγου (: τα στοιχεία που προηγούνται ή έπονται). Πβ. περικείμενο, συγκείμενο, συμφραζόμενα. 2. (γενικότ.) η γλώσσα του κοινωνικού περίγυρου: Παιδιά που ζουν σε πλούσιο/υποβαθμισμένο/φτωχό ~ ~., κοινωνικό περιβάλλον: οι συνθήκες διαβίωσης και εργασίας του ατόμου, το ύψος του εισοδήματός του, το μορφωτικό του επίπεδο και οι κοινότητες στις οποίες ανήκει., πολιτιστικό περιβάλλον : το σύνολο των πολιτιστικών δημιουργημάτων του ανθρώπου (αρχαιολογικοί χώροι, νεότερα μνημεία, παραδοσιακοί οικισμοί, εκκλησίες και μοναστήρια, λαογραφικές εκδηλώσεις): ιστορικό και ~ ~. [< αγγλ. cultural envirnoment], φυσικό περιβάλλον: οτιδήποτε προϋπήρχε στη φύση και δημιουργήθηκε ανεξάρτητα από τον άνθρωπο: Το ~ ~ διακρίνεται σε βιοτικό (ζώα και φυτά) και αβιοτικό (έδαφος, νερό, ατμόσφαιρα, κλίμα). Οικολογικά και φιλικά προς το ~ ~ προϊόντα. Διάσωση/καταστροφή/μόλυνση/ρύπανση του ~ού ~οντος. Βλ. οικοσύστημα. ΑΝΤ. δομημένο περιβάλλον, γραφικό περιβάλλον βλ. γραφικός, διαχείριση του περιβάλλοντος βλ. διαχείριση, δομημένο περιβάλλον βλ. δομημένος, λειτουργικό περιβάλλον βλ. λειτουργικός, παραθυρικό περιβάλλον βλ. παραθυρικός, περιβαλλοντική οικονομία βλ. οικονομία, προστασία του (φυσικού) περιβάλλοντος βλ. προστασία, υποβάθμιση του (φυσικού) περιβάλλοντος βλ. υποβάθμιση ● ΦΡ.: επαφή με το περιβάλλον βλ. επαφή [< αρχ. περιβάλλον, ουσιαστικοπ. μτχ. εν. ουδ. του ρ. περιβάλλω, αγγλ. environment, γαλλ. environnement, milieu] | |
| 39687 | περιβαλλοντικός | , ή, ό πε-ρι-βαλ-λο-ντι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΛ. που σχετίζεται με το περιβάλλον: ~ός: έλεγχος/θόρυβος/πλούτος/σχεδιασμός. ~ή: ασφάλεια/ευαισθητοποίηση/ηθική/καινοτομία/καταστροφή/κρίση/πολιτική/συνείδηση/τεχνολογία/υγεία/υποβάθμιση. ~ό: δίκαιο/κέντρο/κόστος/πάρκο/πρόβλημα/σήμα. ~οί: όροι. ~ές: δράσεις/έννοιες/επιπτώσεις/επιστήμες/συνθήκες. ~ά: έργα/οφέλη/χημικά. Πβ. οικολογικός, περιβαλλοντολογικός. Βλ. φιλο~. ● ΣΥΜΠΛ.: περιβαλλοντικές οργανώσεις & οικολογικές οργανώσεις: μη κερδοσκοπικοί φορείς που έχουν ως στόχο την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος., περιβαλλοντική εκπαίδευση: ΠΑΙΔΑΓ. τµήµα των αναλυτικών προγραµµάτων της πρωτοβάθµιας και δευτεροβάθµιας εκπαίδευσης που έχει ως στόχο να συνειδητοποιήσουν οι µαθητές τη σχέση του ανθρώπου µε το φυσικό και το κοινωνικό του περιβάλλον, να ευαισθητοποιηθούν σχετικά με τα προβλήµατά του και να δραστηριοποιηθούν για την αντιµετώπισή τους., περιβαλλοντική ιατρική: ΙΑΤΡ. κλάδος της Ιατρικής που ασχολείται με την επίδραση του μολυσμένου περιβάλλοντος, ιδ. των συνθετικών χημικών, στον ανθρώπινο οργανισμό, κατά κύριο λόγο στο ανοσοποιητικό σύστημα. [< γερμ. Umweltmedizin, αγγλ. environmental medicine], περιβαλλοντική υγιεινή: ΙΑΤΡ. κλάδος της περιβαλλοντικής ιατρικής ο οποίος ασχολείται με τα μέτρα τα οποία πρέπει να ληφθούν για την αποφυγή μόλυνσης του αέρα, του νερού, του εδάφους, των φυτών, των ζώων και των τροφίμων που προκαλούν τα χημικά και τα καυσαέρια. [< γερμ. Umwelthygiene, αγγλ. environmental hygiene], διαχείριση του περιβάλλοντος βλ. διαχείριση, κλιματικοί/περιβαλλοντικοί πρόσφυγες βλ. πρόσφυγας, οικολογικός/περιβαλλοντικός/πράσινος φόρος βλ. φόρος, περιβαλλοντική αγωγή βλ. αγωγή, περιβαλλοντική αρχαιολογία βλ. αρχαιολογία, περιβαλλοντική γεωλογία βλ. γεωλογία, περιβαλλοντική μηχανική βλ. μηχανική, περιβαλλοντική οικονομία βλ. οικονομία, περιβαλλοντικό/οικολογικό αποτύπωμα βλ. αποτύπωμα, περιβαλλοντικό/οικολογικό ντάμπινγκ βλ. ντάμπινγκ1 [< αγγλ. environmental, γαλλ. environnemental, 1972] | |
| 39688 | περιβαλλοντισμός | πε-ρι-βαλ-λο-ντι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΟΙΚΟΛ. κίνημα το οποίο, μέσα από την ενεργό δράση, επιδιώκει την προστασία, αποκατάσταση και βελτίωση του φυσικού περιβάλλοντος. Πβ. οικο-, περιβαλλοντο-λογία. 2. ΨΥΧΟΛ. (σπάν.) θεωρία που υποστηρίζει ότι το περιβάλλον παίζει μεγαλύτερο ρόλο από την κληρονομικότητα στην ανάπτυξη, κυρ. την πνευματική και πολιτιστική, του ατόμου. Βλ. -ισμός. [< 1: γαλλ. environnementalisme, 1976 1: αγγλ. environmentalism, 1972 2: αγγλ. ~, 1917] | |
| 39689 | περιβαλλοντιστής | πε-ρι-βαλ-λο-ντι-στής ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΛ. ένθερμος υποστηρικτής της προστασίας του περιβάλλοντος, με ενεργό συνήθ. δράση. Πβ. οικολόγος. [< αγγλ. environmentalist, 1903, γαλλ. environnementaliste, 1972] | |
| 39690 | περιβαλλοντοκτόνος | , ος/α, ο πε-ρι-βαλ-λο-ντο-κτό-νος επίθ. (λόγ.): που έχει ή θεωρείται ότι έχει καταστροφική επίδραση στο περιβάλλον: ~ος/α: πολιτική. ~α: έργα/σχέδια. Βλ. -κτόνος. | |
| 39691 | περιβαλλοντολογία | πε-ρι-βαλ-λο-ντο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΛ. επιστημονική μελέτη του φυσικού περιβάλλοντος και της σχέσης του με τον άνθρωπο· κατ' επέκτ. το σύνολο των ενεργειών και των μέσων για την προστασία του από τη μόλυνση και την καταστροφή: θαλάσσια ~. Πβ. περιβαλλοντισμός. Βλ. -λογία. | |
| 39692 | περιβαλλοντολογικός | , ή, ό πε-ρι-βαλ-λο-ντο-λο-γι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΛ. που σχετίζεται με το περιβάλλον, την περιβαλλοντολογία ή/και τους περιβαλλοντολόγους: ~ός: σύλλογος. ~ή: διαχείριση/εκπαίδευση/καταστροφή/νομοθεσία/συνείδηση. ~ό: πάρκο. ~οί: παράγοντες. ~ές: δράσεις/μελέτες/συνθήκες. ~ά: έργα/θέματα. Πβ. περιβαλλοντικός. ● επίρρ.: περιβαλλοντολογικά [< αγγλ. environmental] | |
| 39693 | περιβαλλοντολόγος | πε-ρι-βαλ-λο-ντο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας που ειδικεύεται στην περιβαλλοντολογία: ~ μηχανικός. Πβ. οικολόγος. Βλ. -λόγος. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ