| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 39688 | περιβαλλοντισμός | πε-ρι-βαλ-λο-ντι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΟΙΚΟΛ. κίνημα το οποίο, μέσα από την ενεργό δράση, επιδιώκει την προστασία, αποκατάσταση και βελτίωση του φυσικού περιβάλλοντος. Πβ. οικο-, περιβαλλοντο-λογία. 2. ΨΥΧΟΛ. (σπάν.) θεωρία που υποστηρίζει ότι το περιβάλλον παίζει μεγαλύτερο ρόλο από την κληρονομικότητα στην ανάπτυξη, κυρ. την πνευματική και πολιτιστική, του ατόμου. Βλ. -ισμός. [< 1: γαλλ. environnementalisme, 1976 1: αγγλ. environmentalism, 1972 2: αγγλ. ~, 1917] | |
| 39689 | περιβαλλοντιστής | πε-ρι-βαλ-λο-ντι-στής ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΛ. ένθερμος υποστηρικτής της προστασίας του περιβάλλοντος, με ενεργό συνήθ. δράση. Πβ. οικολόγος. [< αγγλ. environmentalist, 1903, γαλλ. environnementaliste, 1972] | |
| 39690 | περιβαλλοντοκτόνος | , ος/α, ο πε-ρι-βαλ-λο-ντο-κτό-νος επίθ. (λόγ.): που έχει ή θεωρείται ότι έχει καταστροφική επίδραση στο περιβάλλον: ~ος/α: πολιτική. ~α: έργα/σχέδια. Βλ. -κτόνος. | |
| 39691 | περιβαλλοντολογία | πε-ρι-βαλ-λο-ντο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΛ. επιστημονική μελέτη του φυσικού περιβάλλοντος και της σχέσης του με τον άνθρωπο· κατ' επέκτ. το σύνολο των ενεργειών και των μέσων για την προστασία του από τη μόλυνση και την καταστροφή: θαλάσσια ~. Πβ. περιβαλλοντισμός. Βλ. -λογία. | |
| 39692 | περιβαλλοντολογικός | , ή, ό πε-ρι-βαλ-λο-ντο-λο-γι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΛ. που σχετίζεται με το περιβάλλον, την περιβαλλοντολογία ή/και τους περιβαλλοντολόγους: ~ός: σύλλογος. ~ή: διαχείριση/εκπαίδευση/καταστροφή/νομοθεσία/συνείδηση. ~ό: πάρκο. ~οί: παράγοντες. ~ές: δράσεις/μελέτες/συνθήκες. ~ά: έργα/θέματα. Πβ. περιβαλλοντικός. ● επίρρ.: περιβαλλοντολογικά [< αγγλ. environmental] | |
| 39693 | περιβαλλοντολόγος | πε-ρι-βαλ-λο-ντο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας που ειδικεύεται στην περιβαλλοντολογία: ~ μηχανικός. Πβ. οικολόγος. Βλ. -λόγος. | |
| 39694 | περιβάλλω | πε-ρι-βάλ-λω ρ. (μτβ.) {παρατ. περι-έβαλλε, αόρ. περι-έβαλε, περιβάλλ-εται, περιβλή-θηκε (λόγ.) περιεβλή-θη, μτχ. περιβληθ-είς, -είσα, -έν, μτχ. παρακ. περιβεβλη-μένος (σπάν.) περιβλημένος, περιβάλλ-οντας, (λόγ.) μτχ. -ων, -ουσα, -ον} 1. {συνήθ. στο γ' πρόσ.} βρίσκομαι γύρω από κάτι ή κάποιον: Το σπίτι ~ει (= περικυκλώνει) ένας ψηλός φράχτης. Διακοσμητική ταινία ~ει (= περιτρέχει) το οικοδόμημα. Η χώρα ~εται από θάλασσα (= περιβρέχεται). Η πλατεία ~εται (= περικλείεται) από κτίρια. Κοιλάδες/πεδιάδες που ~ονται από βουνά.|| (μτφ.) Μύθοι που ~ουν τη διατροφή. Η υπόθεση ~εται από μυστήριο (πβ. τυλίγω).|| Οι άνθρωποι που τον ~ουν (= ο κύκλος, ο περίγυρός του). ~εται από ύποπτα άτομα. (επίσ.) Οι ~ουσες συνθήκες. Πβ. περι-στοιχίζω, -τριγυρίζω, πλαισιώνω. 2. (μτφ.-επίσ., + με) αποδέχομαι κάποιον και του συμπεριφέρομαι με θετικό συνήθ. τρόπο: Τον ~έβαλαν με αγάπη/στοργή/φροντίδα (πβ. αγκαλιάζω). Άτομο ~μένο με τιμές και σεβασμό (πβ. απονέμω, δίνω). ΣΥΝ. αγκαλιάζω (4) ● Παθ.: περιβάλλομαι (λόγ.): (+ με ή + αιτ.) φορώ, ενδύομαι: ~εβλήθη την τήβεννο (του Πανεπιστημίου).|| (μτφ.-συνήθ. ειρων.) ~εται την αίγλη του ηγέτη/με το κύρος της αυθεντίας. Σύμβαση που ~εται τον τύπο συμβολαιογραφικού εγγράφου. Πράξεις που ~βλήθηκαν (= καλύφθηκαν) με το ένδυμα/τον μανδύα της νομιμότητας. ● ΦΡ.: περιβάλλομαι το μοναχικό σχήμα (λόγ.): γίνομαι μοναχός. [< 1: αρχ. περιβάλλω] | |
| 39695 | περιβάλλων | , ουσα, ον πε-ρι-βάλ-λων επίθ. (λόγ.): που βρίσκεται γύρω από κάτι: ο ~ων (σπανιότ. ο ~οντας): χώρος. ~ουσα: ατμόσφαιρα (= περιρρέουσα)/περιοχή. [< αρχ. μτχ. περιβάλλων] | |
| 39696 | περίβλεπτος | , η, ο πε-ρί-βλε-πτος επίθ. (λόγ.): περίοπτος. [< αρχ. περίβλεπτος] | |
| 39697 | περίβλημα | πε-ρί-βλη-μα ουσ. (ουδ.): οτιδήποτε καλύπτει κάτι από όλες τις πλευρές: ανθεκτικό/εξωτερικό/(ΒΟΤ.) ξυλώδες/προστατευτικό/σκληρό ~. ~ αλουμινίου. Το κεράτινο ~ του δέρματος των ερπετών. ΣΥΝ. περικάλυμμα [< αρχ. περίβλημα, γαλλ. enveloppe, revêtement] | |
| 39698 | περιβόητος | , η, ο πε-ρι-βό-η-τος επίθ. (συνήθ. μειωτ.): που είναι γνωστός παντού, επειδή έχει συζητηθεί πολύ: ~ος: κακοποιός. ~η: δήλωση/συνάντηση/συνέντευξη/φράση. Πβ. διαβόητος. Βλ. ξακουστός, περιλάλητος. [< αρχ. περιβόητος ‘ονομαστός, κακόφημος’] | |
| 39699 | περιβολάρης | πε-ρι-βο-λά-ρης ουσ. (αρσ.) {(σπάν.) θηλ. περιβολάρισσα} & (σπάν.) περβολάρης (λαϊκό): πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με τις καλλιέργειες σε περιβόλια. Πβ. μπαξεβάνης. Βλ. κηπουρός. [< μεσν. περιβολάρης, περβολάρης] | |
| 39700 | περιβολή | πε-ρι-βο-λή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ενδυμασία, φορεσιά: αθλητική/άσεμνη/επίσημη/πολιτική/στρατιωτική ~. Βλ. στολή. ● ΦΡ.: με αδαμιαία περιβολή βλ. αδαμιαίος [< αρχ. περιβολή] | |
| 39701 | περιβόλι | πε-ρι-βό-λι ουσ. (ουδ.) {περιβολ-ιού} & (λαϊκό) περβόλι 1. έκταση γης όπου καλλιεργούνται οπωροκηπευτικά: βιολογικό/περιποιημένο ~. Έχει φτιάξει ένα ~ με λεμονιές και πορτοκαλιές. Όλα τα λαχανικά είναι από το ~ μας. Πβ. κήπος, μπαξές, μποστάνι, οπωρώνας.|| Το ~ της Παναγίας (= το Άγιο Όρος). 2. (μτφ.) για κάτι διασκεδαστικό ή ενδιαφέρον, εξαιτίας της μεγάλης ποικιλίας του, ή για πρόσ. ευχάριστο, κοινωνικό και εκφραστικό: Ένα κείμενο σκέτο ~!|| Σωστό ~ ο τύπος! ● Υποκ.: περιβολάκι (το) ● ΦΡ.: μου έκανε την καρδιά/μου έγινε η καρδιά περιβόλι (ειρων.): με στενοχώρησε ή στενοχωρήθηκα πολύ: Και αφού σας έκανα ~ ~, να σας πω και κάτι ευχάριστο. Άκουσα τα νέα και μου έγινε ~ ~. [< μεσν. περιβόλι(ν)] | |
| 39702 | περίβολος | πε-ρί-βο-λος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -όλου}: τοίχος ή περίφραξη που περιβάλλει έναν χώρο· συνεκδ. η αντίστοιχη περιοχή: ορθογώνιος ~ (πβ. μάντρα, φράχτης).|| Ο ~ της εκκλησίας Πβ. αυλή, αυλόγυρος, προαύλιο.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Οχυρωματικός/ταφικός ~. Ο ~ της ακρόπολης/της πόλης/των τειχών. [< αρχ. περίβολος] | |
| 39703 | περιβραχιόνιο | πε-ρι-βρα-χι-ό-νι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ταινία γύρω από το μπράτσο που φοριέται ως διακριτικό: ειδικό ~. Μαύρα ~α σε ένδειξη πένθους. (στο ποδόσφαιρο) Το ~ του αρχηγού της ομάδας. Πήρε/φόρεσε το ~ της Εθνικής. [< αρχ. περιβραχιόνιον] | |
| 39704 | περιβρέχω | πε-ρι-βρέ-χω ρ. (μτβ.) {περιέβρε-ξε, περιβρέ-ξει, περιβρα-χεί} (λόγ.): βρέχω από όλες τις πλευρές: Το πέλαγος ... ~ει το νησί. Η χώρα ~εται από θάλασσα (= περιβάλλεται). ~ουμε με τον χυμό λεμονιού. Πβ. περιλούζω. [< μεσν. περιβρέχω] | |
| 39705 | περιγεγραμμένος | , η, ο πε-ρι-γε-γραμ-μέ-νος επίθ. (κυρ. επιστ.) 1. ΓΕΩΜ. (για σχήμα) που σχεδιάζεται γύρω από ένα άλλο: ~ο: τετράγωνο. Κύκλος ~ σε πολύγωνο. ΑΝΤ. εγγεγραμμένος (2) 2. που έχει σαφώς προσδιορισμένα όρια: ~ χώρος.|| (ΙΑΤΡ.) ~ος: όγκος. ~η: μάζα. ● βλ. περιγράφω [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. περιγράφω, αγγλ. circumscribed] | |
| 39706 | περίγειο | πε-ρί-γει-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -είου}: ΑΣΤΡΟΝ. το πιο κοντινό σημείο της τροχιάς ουράνιου σώματος ή τεχνητού δορυφόρου προς τη Γη: σεληνιακό ~. Βλ. -γειος. ΑΝΤ. απόγειο (2) [< μτγν. περίγειον] | |
| 39707 | περιγελαστικός | , ή, ό πε-ρι-γε-λα-στι-κός επίθ.: κοροϊδευτικός: ~ά: τραγούδια. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ