| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 39708 | περιγέλαστος | , η, ο πε-ρι-γέ-λα-στος επίθ.: καταγέλαστος. [< μτγν. περιγέλαστος] | |
| 39709 | περίγελος | πε-ρί-γε-λος ουσ. (αρσ.) & (σπανιότ.) περίγελως & περίγελο (το): άτομο που όλοι το περιγελούν: Έχει γίνει ~ στα μάτια του κόσμου. Κατάντησε ο ~ της παρέας. Πβ. μπαίγνιο. | |
| 39710 | περιγελώ | [περιγελῶ] πε-ρι-γε-λώ ρ. (μτβ.) {περιγελ-άς ..., -ώντας | περιγέλα-σα, περιγελά-στηκε}: κοροϊδεύω, χλευάζω. ΣΥΝ. περιπαίζω [< μτγν. περιγελῶ] | |
| 39711 | περιγεννητικός | , ή, ό πε-ρι-γεν-νη-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται κατά προσέγγιση με την περίοδο λίγο πριν έως λίγο μετά τον τοκετό (από την εικοστή όγδοη εβδομάδα της κύησης μέχρι και την έβδομη μέρα μετά τη γέννηση του βρέφους): ~ή: αγωγή/θνησιμότητα/φροντίδα/ψυχολογία. ~ές: λοιμώξεις. ~ά: αίτια. Βλ. μετα-, προ-γεννητικός. ● επίρρ.: περιγεννητικά ● ΣΥΜΠΛ.: περιγεννητική ιατρική: κλάδος που ασχολείται με τη φροντίδα της μητέρας και του παιδιού κατά τη διάρκεια της περιγεννητικής περιόδου. Βλ. μαιευτική, παιδιατρική. [< αγγλ. perinatal medicine, perinatology, 1969, γαλλ. périnatalogie, 1969] [< αγγλ. perinatal, 1952, γαλλ. périnatal, 1952] | |
| 39712 | περιγιάλι | πε-ρι-γιά-λι ουσ. (ουδ.) (λογοτ.): ακρογιαλιά. [< μεσν. περιγιάλι] | |
| 39713 | περίγραμμα | πε-ρί-γραμ-μα ουσ. (ουδ.) 1. η εξωτερική πραγματική ή νοητή γραμμή που ορίζει ένα σχήμα ή σώμα: διπλό/κυκλικό/ξεκάθαρο ~. Το ~ του κτιρίου/των ματιών/της μορφής/του προσώπου/των χειλιών. Πβ. σιλουέτα, φιγούρα. 2. (μτφ.) γενική παρουσίαση ή πλαίσιο, διάγραμμα: ιστορικό ~. Το ~ των απόψεων/των θέσεων/της λύσης/της πολιτικής. Αναλυτικό ~ μαθημάτων (πβ. πρόγραμμα σπουδών). [< μτγν. περίγραμμα, γαλλ. contour] | |
| 39714 | περιγραφή | πε-ρι-γρα-φή ουσ. (θηλ.): αναλυτική ή σύντομη παρουσίαση των χαρακτηριστικών κυρ. προσώπου, πράγματος, χώρου ή γεγονότος, ώστε ο ακροατής ή αναγνώστης να μπορεί να αναπλάσει την εικόνα τους στο μυαλό του: ακριβής/απλή/γενική/γλαφυρή/εκτεταμένη/εξωτερική/εσωτερική/ζωηρή/ζωντανή/λεπτομερής/περιληπτική/πιστή/πλήρης/ρεαλιστική/συνοπτική/φανταστική ~. ~ του κτίριου/προϊόντος. Βλ. αναπαράσταση.|| ~ μαθήματος/προγράμματος. ~ ενός εθίμου/σχεδίου/φαινομένου. ~ των ρόλων και αρμοδιοτήτων. Επιστημονική ~ (= εξήγηση) μιας διαδικασίας. Τεχνική ~ ενός έργου. Λειτουργική ~ ενός συστήματος.|| ~ αθλητικού αγώνα. ~ές από αυτόπτες μάρτυρες (= μαρτυρίες). Πβ. εξιστόρηση. ● ΣΥΜΠΛ.: ακουστική περιγραφή: επικουρική υπηρεσία η οποία βασίζεται στην αφήγηση σκηνής κυρ. ενός τηλεοπτικού προγράμματος, κινηματογραφικού έργου ή μιας θεατρικής παράστασης, ώστε να καθίσταται δυνατή η παρακολούθησή της πλοκής του/της από άτομα με προβλήματα όρασης: υπότιτλοι, ~ ~, νοηματική (: εναλλακτικά κειμένων για ΑμεΑ). [< αγγλ. audio description] [< μτγν. περιγραφή, γαλλ. description] | |
| 39715 | περιγραφικός | , ή, ό πε-ρι-γρα-φι-κός επίθ.: που έχει την ικανότητα να περιγράφει με σαφήνεια ή στοχεύει στην περιγραφή: ~ός: λόγος/ορισμός/τίτλος. ~ή: αφήγηση. ~ό: κείμενο. ~ά: δεδομένα/στοιχεία/χαρακτηριστικά. Πβ. λεπτομερής, παραστατικός.|| ~ή: Ανατομική/Στατιστική.|| Να είστε όσο γίνεται ~ και σαφής. ● επίρρ.: περιγραφικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: Παρουσίασε ~ (= παραστατικά) τις απόψεις του. ● ΣΥΜΠΛ.: περιγραφική γραμματική βλ. γραμματική [< μτγν. περιγραφικός 'συμπερασματικός', γαλλ. descriptif] | |
| 39716 | περιγραφικότητα | πε-ρι-γρα-φι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του περιγραφικού: ρεαλιστική/σαφής ~. Η ~ μιας λέξης ή φράσης για ένα αντικείμενο. Βλ. -ότητα. | |
| 39717 | περιγράφω | πε-ρι-γρά-φω ρ. (μτβ.) {περιέγρα-ψα | περιγράφ-εται, -ηκε (προφ.) -τηκε (λόγ. περιεγράφ-η, -ησαν, μτχ. περιγραφ-είς, -είσα, -έν), (λόγ.) περιγεγραμμένος, περιγραφ-όμενος, περιγράφ-οντας} 1. κάνω περιγραφή: ~ ένα αντικείμενο/ένα πρόσωπο/μια τοποθεσία.|| ~ψε (= παρουσίασε) τον αγώνα (πβ. σπικάζ)/τις διαφορές τους/τα συμπτώματα μιας νόσου. ~όμενη/~είσαι κατάσταση. Δεν μπορώ να σου ~ψω (= εξηγήσω) πώς αισθάνομαι/τα συναισθήματά μου. ~ψε (αναλυτικά/διεξοδικά/λεπτομερώς/με αδρές γραμμές/συνοπτικά) τα γεγονότα/τον τρόπο με τον οποίο ... (= αφηγήθηκε, διηγήθηκε, εξιστόρησε). (προφ.) Το τι έγινε δεν ~εται (= δεν λέγεται)! 2. ΓΕΩΜ. σχεδιάζω σχήμα γύρω από άλλο: ~ τρίγωνο σε κύκλο. ΑΝΤ. εγγράφω (4) ● βλ. περιγεγραμμένος [< αρχ. περιγράφω, γαλλ. décrire] | |
| 39718 | περιγράψιμος | , η, ο πε-ρι-γρά-ψι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να περιγραφεί: Δύσκολα/εύκολα ~η κατάσταση. Εμπειρία μη ~η (= απερίγραπτη).|| (ΓΕΩΜ.) Τετράπλευρο ~o σε κύκλο (: στις πλευρές του οποίου εφάπτεται κύκλος· ΑΝΤ. εγγράψιμος). Βλ. -ιμος. | |
| 39719 | περίγυρα | πε-ρί-γυ-ρα επίρρ. (λαϊκό): τριγύρω. | |
| 39720 | περίγυρος | πε-ρί-γυ-ρος ουσ. (αρσ.) & (σπάν.-λαϊκό) περίγυρο (το) 1. σύνολο ανθρώπων που περιβάλλουν κάποιον: διεθνής/κοινωνικός/οικογενειακός/πολιτικός ~. Ο ~ της γειτονιάς. Αγωνιζόταν να επιβιώσει μέσα σε έναν εχθρικό ~. Δεν τον νοιάζει τι θα πει ο ~. ΣΥΝ. κύκλος (5), περιβάλλον (4) 2. ο χώρος γύρω από κάτι: φυσικός ~ (= φύση). Ο ~ της εκκλησίας/του κτίσματος/του σχολείου. Πβ. αυλόγυρος, περίβολος.|| Υπάρχουν πολλά έλατα στο χωριό και στα ~ά του. [< 1: γαλλ. entourage 2: γαλλ. alentours] | |
| 39721 | περιδεής | , ής, ές πε-ρι-δε-ής επίθ. {περιδε-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): έντρομος, περίφοβος. ΣΥΝ. περίτρομος [< αρχ. περιδεής] | |
| 39722 | περιδένω | πε-ρι-δέ-νω ρ. (μτβ.) {περιέδε-σα, περιδέ-θηκε, περιδέν-οντας}: δένω κάτι από όλες τις πλευρές: ~σε το γόνατό του με επίδεσμο. Βλ. περισφίγγω. [< αρχ. περιδέω] | |
| 39723 | περιδέραιο | πε-ρι-δέ-ραι-ο ουσ. (ουδ.): κόσμημα που φοριέται γύρω από τον λαιμό: διαμαντένιο ~. ~ από πολύτιμους λίθους/χάντρες. Πβ. γιορντάνι. ΣΥΝ. κολιέ [< αρχ. περιδέραιον] | |
| 39724 | περίδεση | πε-ρί-δε-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. χειρουργική διαδικασία κατά την οποία χρησιμοποιούνται ράμματα για το κλείσιμο κοίλων οργάνων ή για τον περιορισμό του όγκου τους: ~ σαλπίγγων/τραχήλου μήτρας (σε καθ΄ έξιν αποβολές). Πβ. απολίνωση.|| γαστρική ~. ~ πνευμονικής αρτηρίας. 2. ΙΑΤΡ. επίδεση γύρω από τραυματισμένο μέλος του σώματος: ~ τραυμάτων. Πβ. δέσιμο.|| Αιμοστατική ~. 3. ΟΙΚΟΔ. μέθοδος ενίσχυσης της σταθερότητας και αντοχής ενός κτίσματος: ~ τρούλου. [< 2: μτγν. περίδεσις] | |
| 39725 | περιδιαβάζω | πε-ρι-δια-βά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {περιδιάβα-σε, περιδιαβάζ-οντας} (κυρ. λογοτ.): περιδιαβαίνω. [< μεσν. περιδιαβάζω] | |
| 39726 | περιδιαβαίνω | πε-ρι-δια-βαί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μόνο στο θ. του ενεστ., περιδιαβαίν-οντας}: περπατώ χωρίς συγκεκριμένο σκοπό, κάνω βόλτα, τριγυρνώ: ~ει (σ)τους δρόμους (της πόλης). Πβ. βολτάρω, περιπλανιέμαι, περιφέρομαι, σεργιανίζω, σουλατσάρω, τριγυρίζω.|| (σπάν.-μτφ.) ~ει στο διαδίκτυο. Πβ. περιηγούμαι. [< μεσν. περιδιαβαίνω] | |
| 39727 | περιδιάβαση | πε-ρι-διά-βα-ση ουσ. (θηλ.) & περιδιάβασμα (το): περίπατος, περιπλάνηση: ~ στην πόλη. Πβ. σεργιάνι, σουλάτσο.|| (μτφ.) Ιστορική/λογοτεχνική ~. ~ στο διαδίκτυο (= περιήγηση, σερφάρισμα). [< μεσν. περιδιάβασις, περιδιάβασμα(ν)] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ