| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 39694 | περιβάλλω | πε-ρι-βάλ-λω ρ. (μτβ.) {παρατ. περι-έβαλλε, αόρ. περι-έβαλε, περιβάλλ-εται, περιβλή-θηκε (λόγ.) περιεβλή-θη, μτχ. περιβληθ-είς, -είσα, -έν, μτχ. παρακ. περιβεβλη-μένος (σπάν.) περιβλημένος, περιβάλλ-οντας, (λόγ.) μτχ. -ων, -ουσα, -ον} 1. {συνήθ. στο γ' πρόσ.} βρίσκομαι γύρω από κάτι ή κάποιον: Το σπίτι ~ει (= περικυκλώνει) ένας ψηλός φράχτης. Διακοσμητική ταινία ~ει (= περιτρέχει) το οικοδόμημα. Η χώρα ~εται από θάλασσα (= περιβρέχεται). Η πλατεία ~εται (= περικλείεται) από κτίρια. Κοιλάδες/πεδιάδες που ~ονται από βουνά.|| (μτφ.) Μύθοι που ~ουν τη διατροφή. Η υπόθεση ~εται από μυστήριο (πβ. τυλίγω).|| Οι άνθρωποι που τον ~ουν (= ο κύκλος, ο περίγυρός του). ~εται από ύποπτα άτομα. (επίσ.) Οι ~ουσες συνθήκες. Πβ. περι-στοιχίζω, -τριγυρίζω, πλαισιώνω. 2. (μτφ.-επίσ., + με) αποδέχομαι κάποιον και του συμπεριφέρομαι με θετικό συνήθ. τρόπο: Τον ~έβαλαν με αγάπη/στοργή/φροντίδα (πβ. αγκαλιάζω). Άτομο ~μένο με τιμές και σεβασμό (πβ. απονέμω, δίνω). ΣΥΝ. αγκαλιάζω (4) ● Παθ.: περιβάλλομαι (λόγ.): (+ με ή + αιτ.) φορώ, ενδύομαι: ~εβλήθη την τήβεννο (του Πανεπιστημίου).|| (μτφ.-συνήθ. ειρων.) ~εται την αίγλη του ηγέτη/με το κύρος της αυθεντίας. Σύμβαση που ~εται τον τύπο συμβολαιογραφικού εγγράφου. Πράξεις που ~βλήθηκαν (= καλύφθηκαν) με το ένδυμα/τον μανδύα της νομιμότητας. ● ΦΡ.: περιβάλλομαι το μοναχικό σχήμα (λόγ.): γίνομαι μοναχός. [< 1: αρχ. περιβάλλω] | |
| 39695 | περιβάλλων | , ουσα, ον πε-ρι-βάλ-λων επίθ. (λόγ.): που βρίσκεται γύρω από κάτι: ο ~ων (σπανιότ. ο ~οντας): χώρος. ~ουσα: ατμόσφαιρα (= περιρρέουσα)/περιοχή. [< αρχ. μτχ. περιβάλλων] | |
| 39696 | περίβλεπτος | , η, ο πε-ρί-βλε-πτος επίθ. (λόγ.): περίοπτος. [< αρχ. περίβλεπτος] | |
| 39697 | περίβλημα | πε-ρί-βλη-μα ουσ. (ουδ.): οτιδήποτε καλύπτει κάτι από όλες τις πλευρές: ανθεκτικό/εξωτερικό/(ΒΟΤ.) ξυλώδες/προστατευτικό/σκληρό ~. ~ αλουμινίου. Το κεράτινο ~ του δέρματος των ερπετών. ΣΥΝ. περικάλυμμα [< αρχ. περίβλημα, γαλλ. enveloppe, revêtement] | |
| 39698 | περιβόητος | , η, ο πε-ρι-βό-η-τος επίθ. (συνήθ. μειωτ.): που είναι γνωστός παντού, επειδή έχει συζητηθεί πολύ: ~ος: κακοποιός. ~η: δήλωση/συνάντηση/συνέντευξη/φράση. Πβ. διαβόητος. Βλ. ξακουστός, περιλάλητος. [< αρχ. περιβόητος ‘ονομαστός, κακόφημος’] | |
| 39699 | περιβολάρης | πε-ρι-βο-λά-ρης ουσ. (αρσ.) {(σπάν.) θηλ. περιβολάρισσα} & (σπάν.) περβολάρης (λαϊκό): πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με τις καλλιέργειες σε περιβόλια. Πβ. μπαξεβάνης. Βλ. κηπουρός. [< μεσν. περιβολάρης, περβολάρης] | |
| 39700 | περιβολή | πε-ρι-βο-λή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ενδυμασία, φορεσιά: αθλητική/άσεμνη/επίσημη/πολιτική/στρατιωτική ~. Βλ. στολή. ● ΦΡ.: με αδαμιαία περιβολή βλ. αδαμιαίος [< αρχ. περιβολή] | |
| 39701 | περιβόλι | πε-ρι-βό-λι ουσ. (ουδ.) {περιβολ-ιού} & (λαϊκό) περβόλι 1. έκταση γης όπου καλλιεργούνται οπωροκηπευτικά: βιολογικό/περιποιημένο ~. Έχει φτιάξει ένα ~ με λεμονιές και πορτοκαλιές. Όλα τα λαχανικά είναι από το ~ μας. Πβ. κήπος, μπαξές, μποστάνι, οπωρώνας.|| Το ~ της Παναγίας (= το Άγιο Όρος). 2. (μτφ.) για κάτι διασκεδαστικό ή ενδιαφέρον, εξαιτίας της μεγάλης ποικιλίας του, ή για πρόσ. ευχάριστο, κοινωνικό και εκφραστικό: Ένα κείμενο σκέτο ~!|| Σωστό ~ ο τύπος! ● Υποκ.: περιβολάκι (το) ● ΦΡ.: μου έκανε την καρδιά/μου έγινε η καρδιά περιβόλι (ειρων.): με στενοχώρησε ή στενοχωρήθηκα πολύ: Και αφού σας έκανα ~ ~, να σας πω και κάτι ευχάριστο. Άκουσα τα νέα και μου έγινε ~ ~. [< μεσν. περιβόλι(ν)] | |
| 39702 | περίβολος | πε-ρί-βο-λος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -όλου}: τοίχος ή περίφραξη που περιβάλλει έναν χώρο· συνεκδ. η αντίστοιχη περιοχή: ορθογώνιος ~ (πβ. μάντρα, φράχτης).|| Ο ~ της εκκλησίας Πβ. αυλή, αυλόγυρος, προαύλιο.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Οχυρωματικός/ταφικός ~. Ο ~ της ακρόπολης/της πόλης/των τειχών. [< αρχ. περίβολος] | |
| 39703 | περιβραχιόνιο | πε-ρι-βρα-χι-ό-νι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ταινία γύρω από το μπράτσο που φοριέται ως διακριτικό: ειδικό ~. Μαύρα ~α σε ένδειξη πένθους. (στο ποδόσφαιρο) Το ~ του αρχηγού της ομάδας. Πήρε/φόρεσε το ~ της Εθνικής. [< αρχ. περιβραχιόνιον] | |
| 39704 | περιβρέχω | πε-ρι-βρέ-χω ρ. (μτβ.) {περιέβρε-ξε, περιβρέ-ξει, περιβρα-χεί} (λόγ.): βρέχω από όλες τις πλευρές: Το πέλαγος ... ~ει το νησί. Η χώρα ~εται από θάλασσα (= περιβάλλεται). ~ουμε με τον χυμό λεμονιού. Πβ. περιλούζω. [< μεσν. περιβρέχω] | |
| 39705 | περιγεγραμμένος | , η, ο πε-ρι-γε-γραμ-μέ-νος επίθ. (κυρ. επιστ.) 1. ΓΕΩΜ. (για σχήμα) που σχεδιάζεται γύρω από ένα άλλο: ~ο: τετράγωνο. Κύκλος ~ σε πολύγωνο. ΑΝΤ. εγγεγραμμένος (2) 2. που έχει σαφώς προσδιορισμένα όρια: ~ χώρος.|| (ΙΑΤΡ.) ~ος: όγκος. ~η: μάζα. ● βλ. περιγράφω [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. περιγράφω, αγγλ. circumscribed] | |
| 39706 | περίγειο | πε-ρί-γει-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -είου}: ΑΣΤΡΟΝ. το πιο κοντινό σημείο της τροχιάς ουράνιου σώματος ή τεχνητού δορυφόρου προς τη Γη: σεληνιακό ~. Βλ. -γειος. ΑΝΤ. απόγειο (2) [< μτγν. περίγειον] | |
| 39707 | περιγελαστικός | , ή, ό πε-ρι-γε-λα-στι-κός επίθ.: κοροϊδευτικός: ~ά: τραγούδια. | |
| 39708 | περιγέλαστος | , η, ο πε-ρι-γέ-λα-στος επίθ.: καταγέλαστος. [< μτγν. περιγέλαστος] | |
| 39709 | περίγελος | πε-ρί-γε-λος ουσ. (αρσ.) & (σπανιότ.) περίγελως & περίγελο (το): άτομο που όλοι το περιγελούν: Έχει γίνει ~ στα μάτια του κόσμου. Κατάντησε ο ~ της παρέας. Πβ. μπαίγνιο. | |
| 39710 | περιγελώ | [περιγελῶ] πε-ρι-γε-λώ ρ. (μτβ.) {περιγελ-άς ..., -ώντας | περιγέλα-σα, περιγελά-στηκε}: κοροϊδεύω, χλευάζω. ΣΥΝ. περιπαίζω [< μτγν. περιγελῶ] | |
| 39711 | περιγεννητικός | , ή, ό πε-ρι-γεν-νη-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται κατά προσέγγιση με την περίοδο λίγο πριν έως λίγο μετά τον τοκετό (από την εικοστή όγδοη εβδομάδα της κύησης μέχρι και την έβδομη μέρα μετά τη γέννηση του βρέφους): ~ή: αγωγή/θνησιμότητα/φροντίδα/ψυχολογία. ~ές: λοιμώξεις. ~ά: αίτια. Βλ. μετα-, προ-γεννητικός. ● επίρρ.: περιγεννητικά ● ΣΥΜΠΛ.: περιγεννητική ιατρική: κλάδος που ασχολείται με τη φροντίδα της μητέρας και του παιδιού κατά τη διάρκεια της περιγεννητικής περιόδου. Βλ. μαιευτική, παιδιατρική. [< αγγλ. perinatal medicine, perinatology, 1969, γαλλ. périnatalogie, 1969] [< αγγλ. perinatal, 1952, γαλλ. périnatal, 1952] | |
| 39712 | περιγιάλι | πε-ρι-γιά-λι ουσ. (ουδ.) (λογοτ.): ακρογιαλιά. [< μεσν. περιγιάλι] | |
| 39713 | περίγραμμα | πε-ρί-γραμ-μα ουσ. (ουδ.) 1. η εξωτερική πραγματική ή νοητή γραμμή που ορίζει ένα σχήμα ή σώμα: διπλό/κυκλικό/ξεκάθαρο ~. Το ~ του κτιρίου/των ματιών/της μορφής/του προσώπου/των χειλιών. Πβ. σιλουέτα, φιγούρα. 2. (μτφ.) γενική παρουσίαση ή πλαίσιο, διάγραμμα: ιστορικό ~. Το ~ των απόψεων/των θέσεων/της λύσης/της πολιτικής. Αναλυτικό ~ μαθημάτων (πβ. πρόγραμμα σπουδών). [< μτγν. περίγραμμα, γαλλ. contour] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ