| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 39714 | περιγραφή | πε-ρι-γρα-φή ουσ. (θηλ.): αναλυτική ή σύντομη παρουσίαση των χαρακτηριστικών κυρ. προσώπου, πράγματος, χώρου ή γεγονότος, ώστε ο ακροατής ή αναγνώστης να μπορεί να αναπλάσει την εικόνα τους στο μυαλό του: ακριβής/απλή/γενική/γλαφυρή/εκτεταμένη/εξωτερική/εσωτερική/ζωηρή/ζωντανή/λεπτομερής/περιληπτική/πιστή/πλήρης/ρεαλιστική/συνοπτική/φανταστική ~. ~ του κτίριου/προϊόντος. Βλ. αναπαράσταση.|| ~ μαθήματος/προγράμματος. ~ ενός εθίμου/σχεδίου/φαινομένου. ~ των ρόλων και αρμοδιοτήτων. Επιστημονική ~ (= εξήγηση) μιας διαδικασίας. Τεχνική ~ ενός έργου. Λειτουργική ~ ενός συστήματος.|| ~ αθλητικού αγώνα. ~ές από αυτόπτες μάρτυρες (= μαρτυρίες). Πβ. εξιστόρηση. ● ΣΥΜΠΛ.: ακουστική περιγραφή: επικουρική υπηρεσία η οποία βασίζεται στην αφήγηση σκηνής κυρ. ενός τηλεοπτικού προγράμματος, κινηματογραφικού έργου ή μιας θεατρικής παράστασης, ώστε να καθίσταται δυνατή η παρακολούθησή της πλοκής του/της από άτομα με προβλήματα όρασης: υπότιτλοι, ~ ~, νοηματική (: εναλλακτικά κειμένων για ΑμεΑ). [< αγγλ. audio description] [< μτγν. περιγραφή, γαλλ. description] | |
| 39715 | περιγραφικός | , ή, ό πε-ρι-γρα-φι-κός επίθ.: που έχει την ικανότητα να περιγράφει με σαφήνεια ή στοχεύει στην περιγραφή: ~ός: λόγος/ορισμός/τίτλος. ~ή: αφήγηση. ~ό: κείμενο. ~ά: δεδομένα/στοιχεία/χαρακτηριστικά. Πβ. λεπτομερής, παραστατικός.|| ~ή: Ανατομική/Στατιστική.|| Να είστε όσο γίνεται ~ και σαφής. ● επίρρ.: περιγραφικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: Παρουσίασε ~ (= παραστατικά) τις απόψεις του. ● ΣΥΜΠΛ.: περιγραφική γραμματική βλ. γραμματική [< μτγν. περιγραφικός 'συμπερασματικός', γαλλ. descriptif] | |
| 39716 | περιγραφικότητα | πε-ρι-γρα-φι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του περιγραφικού: ρεαλιστική/σαφής ~. Η ~ μιας λέξης ή φράσης για ένα αντικείμενο. Βλ. -ότητα. | |
| 39717 | περιγράφω | πε-ρι-γρά-φω ρ. (μτβ.) {περιέγρα-ψα | περιγράφ-εται, -ηκε (προφ.) -τηκε (λόγ. περιεγράφ-η, -ησαν, μτχ. περιγραφ-είς, -είσα, -έν), (λόγ.) περιγεγραμμένος, περιγραφ-όμενος, περιγράφ-οντας} 1. κάνω περιγραφή: ~ ένα αντικείμενο/ένα πρόσωπο/μια τοποθεσία.|| ~ψε (= παρουσίασε) τον αγώνα (πβ. σπικάζ)/τις διαφορές τους/τα συμπτώματα μιας νόσου. ~όμενη/~είσαι κατάσταση. Δεν μπορώ να σου ~ψω (= εξηγήσω) πώς αισθάνομαι/τα συναισθήματά μου. ~ψε (αναλυτικά/διεξοδικά/λεπτομερώς/με αδρές γραμμές/συνοπτικά) τα γεγονότα/τον τρόπο με τον οποίο ... (= αφηγήθηκε, διηγήθηκε, εξιστόρησε). (προφ.) Το τι έγινε δεν ~εται (= δεν λέγεται)! 2. ΓΕΩΜ. σχεδιάζω σχήμα γύρω από άλλο: ~ τρίγωνο σε κύκλο. ΑΝΤ. εγγράφω (4) ● βλ. περιγεγραμμένος [< αρχ. περιγράφω, γαλλ. décrire] | |
| 39718 | περιγράψιμος | , η, ο πε-ρι-γρά-ψι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να περιγραφεί: Δύσκολα/εύκολα ~η κατάσταση. Εμπειρία μη ~η (= απερίγραπτη).|| (ΓΕΩΜ.) Τετράπλευρο ~o σε κύκλο (: στις πλευρές του οποίου εφάπτεται κύκλος· ΑΝΤ. εγγράψιμος). Βλ. -ιμος. | |
| 39719 | περίγυρα | πε-ρί-γυ-ρα επίρρ. (λαϊκό): τριγύρω. | |
| 39720 | περίγυρος | πε-ρί-γυ-ρος ουσ. (αρσ.) & (σπάν.-λαϊκό) περίγυρο (το) 1. σύνολο ανθρώπων που περιβάλλουν κάποιον: διεθνής/κοινωνικός/οικογενειακός/πολιτικός ~. Ο ~ της γειτονιάς. Αγωνιζόταν να επιβιώσει μέσα σε έναν εχθρικό ~. Δεν τον νοιάζει τι θα πει ο ~. ΣΥΝ. κύκλος (5), περιβάλλον (4) 2. ο χώρος γύρω από κάτι: φυσικός ~ (= φύση). Ο ~ της εκκλησίας/του κτίσματος/του σχολείου. Πβ. αυλόγυρος, περίβολος.|| Υπάρχουν πολλά έλατα στο χωριό και στα ~ά του. [< 1: γαλλ. entourage 2: γαλλ. alentours] | |
| 39721 | περιδεής | , ής, ές πε-ρι-δε-ής επίθ. {περιδε-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): έντρομος, περίφοβος. ΣΥΝ. περίτρομος [< αρχ. περιδεής] | |
| 39722 | περιδένω | πε-ρι-δέ-νω ρ. (μτβ.) {περιέδε-σα, περιδέ-θηκε, περιδέν-οντας}: δένω κάτι από όλες τις πλευρές: ~σε το γόνατό του με επίδεσμο. Βλ. περισφίγγω. [< αρχ. περιδέω] | |
| 39723 | περιδέραιο | πε-ρι-δέ-ραι-ο ουσ. (ουδ.): κόσμημα που φοριέται γύρω από τον λαιμό: διαμαντένιο ~. ~ από πολύτιμους λίθους/χάντρες. Πβ. γιορντάνι. ΣΥΝ. κολιέ [< αρχ. περιδέραιον] | |
| 39724 | περίδεση | πε-ρί-δε-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. χειρουργική διαδικασία κατά την οποία χρησιμοποιούνται ράμματα για το κλείσιμο κοίλων οργάνων ή για τον περιορισμό του όγκου τους: ~ σαλπίγγων/τραχήλου μήτρας (σε καθ΄ έξιν αποβολές). Πβ. απολίνωση.|| γαστρική ~. ~ πνευμονικής αρτηρίας. 2. ΙΑΤΡ. επίδεση γύρω από τραυματισμένο μέλος του σώματος: ~ τραυμάτων. Πβ. δέσιμο.|| Αιμοστατική ~. 3. ΟΙΚΟΔ. μέθοδος ενίσχυσης της σταθερότητας και αντοχής ενός κτίσματος: ~ τρούλου. [< 2: μτγν. περίδεσις] | |
| 39725 | περιδιαβάζω | πε-ρι-δια-βά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {περιδιάβα-σε, περιδιαβάζ-οντας} (κυρ. λογοτ.): περιδιαβαίνω. [< μεσν. περιδιαβάζω] | |
| 39726 | περιδιαβαίνω | πε-ρι-δια-βαί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μόνο στο θ. του ενεστ., περιδιαβαίν-οντας}: περπατώ χωρίς συγκεκριμένο σκοπό, κάνω βόλτα, τριγυρνώ: ~ει (σ)τους δρόμους (της πόλης). Πβ. βολτάρω, περιπλανιέμαι, περιφέρομαι, σεργιανίζω, σουλατσάρω, τριγυρίζω.|| (σπάν.-μτφ.) ~ει στο διαδίκτυο. Πβ. περιηγούμαι. [< μεσν. περιδιαβαίνω] | |
| 39727 | περιδιάβαση | πε-ρι-διά-βα-ση ουσ. (θηλ.) & περιδιάβασμα (το): περίπατος, περιπλάνηση: ~ στην πόλη. Πβ. σεργιάνι, σουλάτσο.|| (μτφ.) Ιστορική/λογοτεχνική ~. ~ στο διαδίκτυο (= περιήγηση, σερφάρισμα). [< μεσν. περιδιάβασις, περιδιάβασμα(ν)] | |
| 39728 | περιδίνηση | πε-ρι-δί-νη-ση ουσ. (θηλ.) 1. στροβιλισμός: ~ του νερού.|| (μτφ.) Πολιτικές ~ήσεις. 2. ΑΕΡΟΝ. κατακόρυφη πτώση αεροσκάφους που γίνεται με το μπροστινό του μέρος και περιστροφικά· ο αντίστοιχος σκόπιμος ελιγμός: Απώλεια στήριξης και ~. Βλ. βουτιά. [< μτγν. περιδίνησις ‘περιστροφή’ 2: αγγλ. spin, 1915] | |
| 39729 | περίδοξος | , η, ο πε-ρί-δο-ξος επίθ. (αρχαιοπρ.): ένδοξος, περίφημος. [< μτγν. περίδοξος] | |
| 39730 | περιδοτίτης | πε-ρι-δο-τί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. πυριγενές πέτρωμα που αποτελείται κυρ. από ολιβίνη και έχει συνήθ. ανοιχτό έως πολύ σκούρο πράσινο χρώμα. Βλ. -ίτης2, οφιόλιθος. [< γαλλ. péridotite, αγγλ. peridotite] | |
| 39731 | περίδοτο | πε-ρί-δο-το ουσ. (ουδ.): ΟΡΥΚΤ. ημιπολύτιμος λίθος ανοιχτού πράσινου χρώματος, ποικιλία του ολιβίνη: δαχτυλίδι/χρυσά σκουλαρίκια με ~. [< γαλλ. péridot] | |
| 39732 | περιδρομιάζω | πε-ρι-δρο-μιά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {περιδρόμια-σα, περιδρομιάζ-οντας} (προφ.-εμφατ.): τρώω υπερβολικά. Πβ. καταβροχθίζω, σαβουρώνω, χλαπακιάζω. ΣΥΝ. τρώω/κατεβάζω τον περίδρομο | |
| 39733 | περίδρομος | πε-ρί-δρο-μος ουσ. (αρσ.) 1. (λαϊκό) πόνος στο στομάχι ή στα έντερα. Πβ. κολικός. 2. ΙΑΤΡ. φλεγμονή γύρω από τα νύχια των δαχτύλων, με έντονους πόνους. ΣΥΝ. παρωνυχία, τριγυρίστρα (2) 3. ΑΡΧΙΤ. διάδρομος ή στοά γύρω από ένα οικοδόμημα ή χώρο: ο ~ του τείχους. Βλ. -δρομος. ● ΦΡ.: έναν περίδρομο λεφτά (μτφ.-επιτατ.): πάρα πολλά χρήματα: Του κόστισε/χρωστάει ~ ~., τρώω/κατεβάζω τον περίδρομο (οικ.): τρώω πάρα πολύ. ΣΥΝ. περιδρομιάζω, την κάνω ταράτσα, τρώω του σκασμού/μέχρι σκασμού/το(ν) σκασμό, τρώω/καταβροχθίζω/πίνω/κατεβάζω τον αγλέο(υ)ρα/το καταπέτασμα/τ' άντερά μου/τον άμπακα/τον αβλέμονα, φάτε μάτια ψάρια και κοιλιά περίδρομο βλ. τρώω [< αρχ. περίδρομος (ὁ) ’κυκλική διαδρομή, περίμετρος, το σκοινί που περιβάλει το δίχτυ’, μεσν. ~ ‘(μετωνυμ.) το περιεχόμενο του αλιευτικού δικτύου, όλη η ψαριά’] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ