| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 39728 | περιδίνηση | πε-ρι-δί-νη-ση ουσ. (θηλ.) 1. στροβιλισμός: ~ του νερού.|| (μτφ.) Πολιτικές ~ήσεις. 2. ΑΕΡΟΝ. κατακόρυφη πτώση αεροσκάφους που γίνεται με το μπροστινό του μέρος και περιστροφικά· ο αντίστοιχος σκόπιμος ελιγμός: Απώλεια στήριξης και ~. Βλ. βουτιά. [< μτγν. περιδίνησις ‘περιστροφή’ 2: αγγλ. spin, 1915] | |
| 39729 | περίδοξος | , η, ο πε-ρί-δο-ξος επίθ. (αρχαιοπρ.): ένδοξος, περίφημος. [< μτγν. περίδοξος] | |
| 39730 | περιδοτίτης | πε-ρι-δο-τί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. πυριγενές πέτρωμα που αποτελείται κυρ. από ολιβίνη και έχει συνήθ. ανοιχτό έως πολύ σκούρο πράσινο χρώμα. Βλ. -ίτης2, οφιόλιθος. [< γαλλ. péridotite, αγγλ. peridotite] | |
| 39731 | περίδοτο | πε-ρί-δο-το ουσ. (ουδ.): ΟΡΥΚΤ. ημιπολύτιμος λίθος ανοιχτού πράσινου χρώματος, ποικιλία του ολιβίνη: δαχτυλίδι/χρυσά σκουλαρίκια με ~. [< γαλλ. péridot] | |
| 39732 | περιδρομιάζω | πε-ρι-δρο-μιά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {περιδρόμια-σα, περιδρομιάζ-οντας} (προφ.-εμφατ.): τρώω υπερβολικά. Πβ. καταβροχθίζω, σαβουρώνω, χλαπακιάζω. ΣΥΝ. τρώω/κατεβάζω τον περίδρομο | |
| 39733 | περίδρομος | πε-ρί-δρο-μος ουσ. (αρσ.) 1. (λαϊκό) πόνος στο στομάχι ή στα έντερα. Πβ. κολικός. 2. ΙΑΤΡ. φλεγμονή γύρω από τα νύχια των δαχτύλων, με έντονους πόνους. ΣΥΝ. παρωνυχία, τριγυρίστρα (2) 3. ΑΡΧΙΤ. διάδρομος ή στοά γύρω από ένα οικοδόμημα ή χώρο: ο ~ του τείχους. Βλ. -δρομος. ● ΦΡ.: έναν περίδρομο λεφτά (μτφ.-επιτατ.): πάρα πολλά χρήματα: Του κόστισε/χρωστάει ~ ~., τρώω/κατεβάζω τον περίδρομο (οικ.): τρώω πάρα πολύ. ΣΥΝ. περιδρομιάζω, την κάνω ταράτσα, τρώω του σκασμού/μέχρι σκασμού/το(ν) σκασμό, τρώω/καταβροχθίζω/πίνω/κατεβάζω τον αγλέο(υ)ρα/το καταπέτασμα/τ' άντερά μου/τον άμπακα/τον αβλέμονα, φάτε μάτια ψάρια και κοιλιά περίδρομο βλ. τρώω [< αρχ. περίδρομος (ὁ) ’κυκλική διαδρομή, περίμετρος, το σκοινί που περιβάλει το δίχτυ’, μεσν. ~ ‘(μετωνυμ.) το περιεχόμενο του αλιευτικού δικτύου, όλη η ψαριά’] | |
| 39734 | περιεγχειρητικός | , ή, ό πε-ρι-εγ-χει-ρη-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στο διάστημα πριν και μετά τη χειρουργική επέμβαση (από τη στιγμή της εισόδου στο νοσοκομείο μέχρι τη στιγμή της εξόδου): ~ή: αγωγή/θνητότητα/νοσηλευτική/φροντίδα. Βλ. μετ-, προ-εγχειρητικός. ● επίρρ.: περιεγχειρητικά [< αγγλ. perioperative, 1966] | |
| 39735 | περιεδρικός | , ή, ό πε-ρι-ε-δρι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την περιοχή γύρω από τον πρωκτό: ~ό: απόστημα/συρίγγιo. | |
| 39736 | περιέκτης | πε-ρι-έ-κτης ουσ. (αρσ.) (επίσ.) 1. κάθε αντικείμενο που περιέχει κάτι σε ρευστή ή στερεά μορφή, με σκοπό την προστασία, αποθήκευση ή/και μεταφορά του (όπως δοχείο, κουβάς, κουτί, σακούλα, σωληνάριο): μεταλλικός/πλαστικός ~. ~ες μελάνης/τροφίμων (= τάπερ). ~ες αεροζόλ/μιας χρήσης. Βλ. ετικετέζα, συσκευασία. 2. κοντέινερ. [< αγγλ. container] | |
| 39738 | περιεκτικότητα | πε-ρι-ε-κτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. η ποσότητα ουσίας ή στοιχείου που περιέχει ένα υλικό μέσα του: ελάχιστη/μέση/υψηλή/χαμηλή ~ τροφών σε αλάτι/λιπαρά/πρωτεΐνες. Φίλτρα με μηδενική ~ νικοτίνης. Βλ. λιπο~, συγκέντρωση, χωρητικότητα, -ότητα. 2. η ιδιότητα του περιεκτικού: Διακρίνεται για τη σαφήνεια και την ~ του λόγου του. Πβ. πυκνότητα. [< γαλλ. capacité, contenance] | |
| 39739 | περιέλιξη | πε-ρι-έ-λι-ξη ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) συστροφή ενός πράγματος: αυτόματη/γρήγορη ~ καλωδίου. Πβ. περιστροφή. 2. ΗΛΕΚΤΡ. (για μηχανές, συσκευές) τύλιγμα αγώγιμων συρμάτων σε σχήμα σπείρας για τον σχηματισμό ενιαίου ηλεκτρικού κυκλώματος· συνεκδ. το αντίστοιχο κύκλωμα: ~ πηνίων. [< μτγν. περιέλιξις ‘τύλιγμα, περίδεση’] | |
| 39740 | περιένδυση | πε-ρι-έν-δυ-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ένδυση με τήβεννο του τιμώμενου, στο πλαίσιο τελετής ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος, για την απονομή τίτλου ή τιμητικής διάκρισης· κατ' επέκτ. η ίδια η εκδήλωση: ~ του επίτιμου διδάκτορα από τον κοσμήτορα της σχολής (βλ. αναγόρευση). | |
| 39741 | περιεργάζομαι | πε-ρι-ερ-γά-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {περιεργά-στηκα, -στώ}: εξετάζω προσεκτικά, λεπτομερώς, παρατηρώ: ~ τον πίνακα/χώρο. Πβ. διερευνώ. [< αρχ. περιεργάζομαι] | |
| 39742 | περιέργεια | πε-ρι-έρ-γει-α ουσ. (θηλ.): ζωηρή επιθυμία να μάθει κάποιος κάτι: διανοητική/έμφυτη/παιδική ~. Γεμάτος ~. Κοιτούν με ~. Κάτι μου γεννά/εξάπτει/κεντρίζει/κινεί/προκαλεί την ~. Η απάντησή του ικανοποίησε την ~ά μου. Δεν είχε καμία ~ να τον γνωρίσει. Ρωτάω από απλή ~. Δεν σου λέω τι έγινε, για να σκάσεις από ~. Πβ. φιλο~. ● ΦΡ.: η περιέργεια σκότωσε τη γάτα (μτφ.-χιουμορ.): για τις αρνητικές συνέπειες της περιέργειας. [< αγγλ. curiosity killed the cat] , με τρώει η περιέργεια (μτφ.-προφ.): είμαι πολύ περίεργος: ~ ~ να μάθω τι συνέβη. [< αρχ. περιεργία, μτγν. περιέργεια] | |
| 39743 | περίεργος | , η, ο πε-ρί-ερ-γος επίθ. 1. (για πρόσ.) γεμάτος περιέργεια· κατ' επέκτ. αδιάκριτος: Είμαι ~ να ακούσω τι έχει να πει/(για το) τι θα γίνει. Πβ. φιλο~.|| ~οι: γείτονες. Είναι ~η, της αρέσει να χώνει τη μύτη της παντού (ΑΝΤ. διακριτική). Μακριά από τα ~α βλέμματα του κόσμου. 2. παράξενος, ασυνήθιστος, αφύσικος: ~ος: θόρυβος/πόνος. ~η: ιστορία/κατάσταση/περίπτωση/σύμπτωση. ~ο: περιστατικό/συναίσθημα. ~ες: αντιλήψεις. ~α: γούστα/σύμβολα/συμπτώματα. ~η και αψυχολόγητη συμπεριφορά. Ασκεί μια ~η γοητεία/έλξη. ~α πράγματα συμβαίνουν! Πβ. αλλόκοτος, αξιο~, παράδοξος.|| Μου φαίνεται (πολύ) ~ο που δεν έχει απαντήσει. (Δεν είναι) διόλου/καθόλου ~ο που/(το γεγονός) ότι ...|| Μέρη όπου συχνάζουν κάθε λογής ~οι/~α (και ύποπτα) στοιχεία. 3. ιδιότροπος: ~η: προσωπικότητα. Τον τελευταίο καιρό έχει γίνει πολύ ~. Πβ. ιδιόρρυθμος. ● Ουσ.: περίεργο (το): καθετί ασυνήθιστο και κατ' επέκτ. αξιοσημείωτο: Το ~ (της όλης υπόθεσης) είναι ότι ... Δεν βλέπω/δεν βρίσκω κάτι το ~ στις κινήσεις του. Τα ~α του κόσμου. Τελευταία της έχουν τύχει διάφορα/πολλά ~α. ● επίρρ.: περίεργα: Κοιτούσε ~.|| Ντύνεται/συμπεριφέρεται ~. Ένιωσα πολύ ~. Βλ. περιέργως. ● ΦΡ.: κατά περίεργο τρόπο: περιέργως: ~ ~, δεν παρουσιάστηκε κανένα πρόβλημα. [< μτγν. περίεργος] | |
| 39744 | περιέργως | πε-ρι-έρ-γως επίρρ. (λόγ.): κατά περίεργο τρόπο, παραδόξως: Είχε ~ αργήσει. Αργότερα, ~, άλλαξε γνώμη. Βλ. περίεργα. ● ΦΡ.: περιέργως πως: κατά ανεξήγητο τρόπο: Το έγγραφο είχε, ~ ~, εξαφανιστεί., όλως περιέργως βλ. όλως [< αρχ. περιέργως] | |
| 39745 | περιέρχομαι | πε-ρι-έρ-χο-μαι ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {περι-ήλθε, περιερχ-όμενος} (λόγ.) 1. φτάνω σε μια κατάσταση: ~ σε αδιέξοδο/αμηχανία/δύσκολη θέση. Η οικονομία ~ήλθε σε ύφεση. 2. γυρνώ, περιφέρομαι, επισκέπτομαι: ~εται τα σχολεία. ● περιέρχεται: περνά στον έλεγχο κάποιου: Το ακίνητο ~ήλθε στο Δημόσιο/στην ιδιοκτησία/στην κυριότητα των κληρονόμων. Η εξουσία ~ήλθε στα χέρια του ... Πβ. μεταβιβάζεται. ● ΦΡ.: περιέρχεται σε γνώση βλ. γνώση [< αρχ. περιέρχομαι] | |
| 39746 | περιεστάλη | βλ. περιστέλλω | |
| 39747 | περιεσφιγμένος | , η, ο πε-ρι-ε-σφιγ-μέ-νος επίθ.: ΙΑΤΡ. (για όργανο του ανθρώπινου σώματος) που έχει υποστεί περίσφιξη: ~η: κήλη. ● βλ. περισφίγγω [< μτχ. παθ. παρακ. του μτγν. ρ. περισφίγγω, αγγλ. strangulated] | |
| 39748 | περιέχει | πε-ρι-έ-χει ρ. (μτβ.) {περιείχε (παρατ. κ. αόρ.)}: περιλαμβάνει, έχει ως συστατικό: Το έντυπο ~ πληροφορίες για ... Ευρετήριο των ονομάτων που ~ονται στο βιβλίο. ΣΥΝ. περικλείει.|| Τι ~ (= έχει μέσα) το τσάι; Αναψυκτικά που ~ουν ζάχαρη. Η αμμωνία ~εται σε δραστικά υγρά καθαρισμού. [< αρχ. περιέχω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ