| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 39734 | περιεγχειρητικός | , ή, ό πε-ρι-εγ-χει-ρη-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στο διάστημα πριν και μετά τη χειρουργική επέμβαση (από τη στιγμή της εισόδου στο νοσοκομείο μέχρι τη στιγμή της εξόδου): ~ή: αγωγή/θνητότητα/νοσηλευτική/φροντίδα. Βλ. μετ-, προ-εγχειρητικός. ● επίρρ.: περιεγχειρητικά [< αγγλ. perioperative, 1966] | |
| 39735 | περιεδρικός | , ή, ό πε-ρι-ε-δρι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την περιοχή γύρω από τον πρωκτό: ~ό: απόστημα/συρίγγιo. | |
| 39736 | περιέκτης | πε-ρι-έ-κτης ουσ. (αρσ.) (επίσ.) 1. κάθε αντικείμενο που περιέχει κάτι σε ρευστή ή στερεά μορφή, με σκοπό την προστασία, αποθήκευση ή/και μεταφορά του (όπως δοχείο, κουβάς, κουτί, σακούλα, σωληνάριο): μεταλλικός/πλαστικός ~. ~ες μελάνης/τροφίμων (= τάπερ). ~ες αεροζόλ/μιας χρήσης. Βλ. ετικετέζα, συσκευασία. 2. κοντέινερ. [< αγγλ. container] | |
| 39738 | περιεκτικότητα | πε-ρι-ε-κτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. η ποσότητα ουσίας ή στοιχείου που περιέχει ένα υλικό μέσα του: ελάχιστη/μέση/υψηλή/χαμηλή ~ τροφών σε αλάτι/λιπαρά/πρωτεΐνες. Φίλτρα με μηδενική ~ νικοτίνης. Βλ. λιπο~, συγκέντρωση, χωρητικότητα, -ότητα. 2. η ιδιότητα του περιεκτικού: Διακρίνεται για τη σαφήνεια και την ~ του λόγου του. Πβ. πυκνότητα. [< γαλλ. capacité, contenance] | |
| 39739 | περιέλιξη | πε-ρι-έ-λι-ξη ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) συστροφή ενός πράγματος: αυτόματη/γρήγορη ~ καλωδίου. Πβ. περιστροφή. 2. ΗΛΕΚΤΡ. (για μηχανές, συσκευές) τύλιγμα αγώγιμων συρμάτων σε σχήμα σπείρας για τον σχηματισμό ενιαίου ηλεκτρικού κυκλώματος· συνεκδ. το αντίστοιχο κύκλωμα: ~ πηνίων. [< μτγν. περιέλιξις ‘τύλιγμα, περίδεση’] | |
| 39740 | περιένδυση | πε-ρι-έν-δυ-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ένδυση με τήβεννο του τιμώμενου, στο πλαίσιο τελετής ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος, για την απονομή τίτλου ή τιμητικής διάκρισης· κατ' επέκτ. η ίδια η εκδήλωση: ~ του επίτιμου διδάκτορα από τον κοσμήτορα της σχολής (βλ. αναγόρευση). | |
| 39741 | περιεργάζομαι | πε-ρι-ερ-γά-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {περιεργά-στηκα, -στώ}: εξετάζω προσεκτικά, λεπτομερώς, παρατηρώ: ~ τον πίνακα/χώρο. Πβ. διερευνώ. [< αρχ. περιεργάζομαι] | |
| 39742 | περιέργεια | πε-ρι-έρ-γει-α ουσ. (θηλ.): ζωηρή επιθυμία να μάθει κάποιος κάτι: διανοητική/έμφυτη/παιδική ~. Γεμάτος ~. Κοιτούν με ~. Κάτι μου γεννά/εξάπτει/κεντρίζει/κινεί/προκαλεί την ~. Η απάντησή του ικανοποίησε την ~ά μου. Δεν είχε καμία ~ να τον γνωρίσει. Ρωτάω από απλή ~. Δεν σου λέω τι έγινε, για να σκάσεις από ~. Πβ. φιλο~. ● ΦΡ.: η περιέργεια σκότωσε τη γάτα (μτφ.-χιουμορ.): για τις αρνητικές συνέπειες της περιέργειας. [< αγγλ. curiosity killed the cat] , με τρώει η περιέργεια (μτφ.-προφ.): είμαι πολύ περίεργος: ~ ~ να μάθω τι συνέβη. [< αρχ. περιεργία, μτγν. περιέργεια] | |
| 39743 | περίεργος | , η, ο πε-ρί-ερ-γος επίθ. 1. (για πρόσ.) γεμάτος περιέργεια· κατ' επέκτ. αδιάκριτος: Είμαι ~ να ακούσω τι έχει να πει/(για το) τι θα γίνει. Πβ. φιλο~.|| ~οι: γείτονες. Είναι ~η, της αρέσει να χώνει τη μύτη της παντού (ΑΝΤ. διακριτική). Μακριά από τα ~α βλέμματα του κόσμου. 2. παράξενος, ασυνήθιστος, αφύσικος: ~ος: θόρυβος/πόνος. ~η: ιστορία/κατάσταση/περίπτωση/σύμπτωση. ~ο: περιστατικό/συναίσθημα. ~ες: αντιλήψεις. ~α: γούστα/σύμβολα/συμπτώματα. ~η και αψυχολόγητη συμπεριφορά. Ασκεί μια ~η γοητεία/έλξη. ~α πράγματα συμβαίνουν! Πβ. αλλόκοτος, αξιο~, παράδοξος.|| Μου φαίνεται (πολύ) ~ο που δεν έχει απαντήσει. (Δεν είναι) διόλου/καθόλου ~ο που/(το γεγονός) ότι ...|| Μέρη όπου συχνάζουν κάθε λογής ~οι/~α (και ύποπτα) στοιχεία. 3. ιδιότροπος: ~η: προσωπικότητα. Τον τελευταίο καιρό έχει γίνει πολύ ~. Πβ. ιδιόρρυθμος. ● Ουσ.: περίεργο (το): καθετί ασυνήθιστο και κατ' επέκτ. αξιοσημείωτο: Το ~ (της όλης υπόθεσης) είναι ότι ... Δεν βλέπω/δεν βρίσκω κάτι το ~ στις κινήσεις του. Τα ~α του κόσμου. Τελευταία της έχουν τύχει διάφορα/πολλά ~α. ● επίρρ.: περίεργα: Κοιτούσε ~.|| Ντύνεται/συμπεριφέρεται ~. Ένιωσα πολύ ~. Βλ. περιέργως. ● ΦΡ.: κατά περίεργο τρόπο: περιέργως: ~ ~, δεν παρουσιάστηκε κανένα πρόβλημα. [< μτγν. περίεργος] | |
| 39744 | περιέργως | πε-ρι-έρ-γως επίρρ. (λόγ.): κατά περίεργο τρόπο, παραδόξως: Είχε ~ αργήσει. Αργότερα, ~, άλλαξε γνώμη. Βλ. περίεργα. ● ΦΡ.: περιέργως πως: κατά ανεξήγητο τρόπο: Το έγγραφο είχε, ~ ~, εξαφανιστεί., όλως περιέργως βλ. όλως [< αρχ. περιέργως] | |
| 39745 | περιέρχομαι | πε-ρι-έρ-χο-μαι ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {περι-ήλθε, περιερχ-όμενος} (λόγ.) 1. φτάνω σε μια κατάσταση: ~ σε αδιέξοδο/αμηχανία/δύσκολη θέση. Η οικονομία ~ήλθε σε ύφεση. 2. γυρνώ, περιφέρομαι, επισκέπτομαι: ~εται τα σχολεία. ● περιέρχεται: περνά στον έλεγχο κάποιου: Το ακίνητο ~ήλθε στο Δημόσιο/στην ιδιοκτησία/στην κυριότητα των κληρονόμων. Η εξουσία ~ήλθε στα χέρια του ... Πβ. μεταβιβάζεται. ● ΦΡ.: περιέρχεται σε γνώση βλ. γνώση [< αρχ. περιέρχομαι] | |
| 39746 | περιεστάλη | βλ. περιστέλλω | |
| 39747 | περιεσφιγμένος | , η, ο πε-ρι-ε-σφιγ-μέ-νος επίθ.: ΙΑΤΡ. (για όργανο του ανθρώπινου σώματος) που έχει υποστεί περίσφιξη: ~η: κήλη. ● βλ. περισφίγγω [< μτχ. παθ. παρακ. του μτγν. ρ. περισφίγγω, αγγλ. strangulated] | |
| 39748 | περιέχει | πε-ρι-έ-χει ρ. (μτβ.) {περιείχε (παρατ. κ. αόρ.)}: περιλαμβάνει, έχει ως συστατικό: Το έντυπο ~ πληροφορίες για ... Ευρετήριο των ονομάτων που ~ονται στο βιβλίο. ΣΥΝ. περικλείει.|| Τι ~ (= έχει μέσα) το τσάι; Αναψυκτικά που ~ουν ζάχαρη. Η αμμωνία ~εται σε δραστικά υγρά καθαρισμού. [< αρχ. περιέχω] | |
| 39749 | περιεχόμενο | πε-ρι-ε-χό-με-νο ουσ. (ουδ.) {περιεχομέν-ου | -ων} 1. ό,τι περιέχεται σε κάτι: το ~ των αποσκευών (π.χ. ρούχα)/συσκευασίας. Άδειασε το ~ του δοχείου (π.χ. νερό). 2. το θέμα, οι ιδέες γραπτού ή προφορικού κειμένου και γενικότ. πνευματικού έργου: το (βασικό) ~ ανακοίνωσης/των συνομιλιών. Από άποψη ~ου. Συζητήσεις γενικού/ειδικού ~ου. Εκπομπή με διδακτικό/εκπαιδευτικό/κοινωνικό/πολιτικό ~. Σχόλια με απειλητικό/ρατσιστικό/υβριστικό ~. Βιβλία πλούσια/φτωχά σε ~ (πβ. υπόθεση). Διέψευσε (κατηγορηματικά) το ~ της δήλωσης/επιστολής.|| Αναλυτικό/συνοπτικό ~ μαθήματος (πβ. ύλη). Το ~ της διδασκαλίας/του Προγράμματος/των Σπουδών. ΣΥΝ. αντικείμενο, σκοπός.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Δημιουργία ηλεκτρονικού/οπτικοακουστικού/ψηφιακού ~ου. Σελίδες με ακατάλληλο/άσεμνο ~. Απαγορεύεται η αντιγραφή, αναπαραγωγή και διάθεση του ~ου (του λογισμικού). 3. σημασία: νοηματικό/σημασιολογικό ~. Ποιο είναι το (ακριβές) ~ της λέξης/του όρου/της φράσης; Πβ. έννοια. 4. (μτφ.) νόημα, ουσία: κουβέντες χωρίς (ουσιαστικό) ~/(λόγ.) άνευ ~ου (= ανούσιες). Ταινία με ~ (πβ. βάθος)/υψηλού ~ου. Δώσε ~ στη ζωή σου. Πβ. ποιότητα.|| Άνθρωπος με/χωρίς ~ (πβ. καλλιέργεια, παιδεία). ● περιεχόμενα (τα) & πίνακας περιεχομένων: κατάλογος με τα μέρη ενός βιβλίου ή μιας εργασίας, ο οποίος τίθεται συνήθ. στην αρχή και παραθέτει κατά σειρά τους τίτλους κάθε μέρους, συνήθ. με τον αριθμό της σελίδας που ξεκινά το καθένα. Βλ. ίντεξ. [< αγγλ. (table of) contents] ● ΣΥΜΠΛ.: ανάλυση περιεχομένου: ΓΛΩΣΣ. μέθοδος η οποία αποσκοπεί στην αποκωδικοποίηση του νοήματος ενός επικοινωνιακού υλικού (π.χ. βιβλίου, διαφήμισης, κινηματογραφικής ταινίας, συνέντευξης) μέσω της κατηγοριοποίησης, καταγραφής (σε πίνακα) και αξιολόγησης των γλωσσικών του σημείων-κλειδιών (π.χ. λέξεων, προτάσεων) και των θεματικών του ενοτήτων. Βλ. σημειολογία. [< αγγλ. content analysis, 1940] ● ΦΡ.: κενός περιεχομένου βλ. κενός [< αρχ. μτχ. περιεχόμενον, γαλλ. contenu] | |
| 39750 | περιέχω | βλ. περιέχει | |
| 39751 | περίζηλος | , η, ο πε-ρί-ζη-λος επίθ. (λόγ.): αξιοζήλευτος: ~η: θέση. Πβ. επίζηλος. [< μεσν. περίζηλος] | |
| 39752 | περιζήτητος | , η, ο πε-ρι-ζή-τη-τος επίθ. (λόγ.): που έχει μεγάλη ζήτηση λόγω της αξίας, της σημασίας ή της σπανιότητάς του: ~ος: (τουριστικός) προορισμός. ~η: ειδικότητα/θέση/σχολή. ~ο: βιβλίο/επάγγελμα/προϊόν. Πβ. ανάρπαστος.|| (για πρόσ.) ~ος: εργένης. ~η: νύφη. ΣΥΝ. πολυζήτητος ΑΝΤ. αζήτητος [< μεσν. περιζήτητος] | |
| 39753 | περίζωμα | πε-ρί-ζω-μα ουσ. (ουδ.) 1. (λόγ.) κομμάτι υφάσματος που φοριέται στην περιοχή ανάμεσα στη μέση και τα γόνατα· γενικότ. οτιδήποτε περιβάλλει κάτι. Βλ. ζωνάρι, ποδιά. 2. ΑΡΧΙΤ. κάθε λωρίδα διακοσμητική ή ενισχυτική σε κτίσμα· ειδικότ. σοβατεπί: εξωτερικό ~ τοίχου. Πβ. γείσο, μπορντούρα, περβάζι. Βλ. διάζωμα, κυμάτιο. 3. ΝΑΥΤ. εξωτερική ζώνη κατά μήκος ενός πλοίου, σε μικρή απόσταση πάνω από την ίσαλο γραμμή, για την προστασία του από προσκρούσεις. [< μτγν. περίζωμα] | |
| 39754 | περιζώνω | πε-ρι-ζώ-νω ρ. (μτβ.) {περιέζω-σε}: περιβάλλω, περικυκλώνω: Οι φλόγες ~σαν το κτίριο. [< μεσν. περιζώνω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ