Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [40340-40360]

IDΛήμμαΕρμηνεία
39749περιεχόμενοπε-ρι-ε-χό-με-νο ουσ. (ουδ.) {περιεχομέν-ου | -ων} 1. ό,τι περιέχεται σε κάτι: το ~ των αποσκευών (π.χ. ρούχα)/συσκευασίας. Άδειασε το ~ του δοχείου (π.χ. νερό). 2. το θέμα, οι ιδέες γραπτού ή προφορικού κειμένου και γενικότ. πνευματικού έργου: το (βασικό) ~ ανακοίνωσης/των συνομιλιών. Από άποψη ~ου. Συζητήσεις γενικού/ειδικού ~ου. Εκπομπή με διδακτικό/εκπαιδευτικό/κοινωνικό/πολιτικό ~. Σχόλια με απειλητικό/ρατσιστικό/υβριστικό ~. Βιβλία πλούσια/φτωχά σε ~ (πβ. υπόθεση). Διέψευσε (κατηγορηματικά) το ~ της δήλωσης/επιστολής.|| Αναλυτικό/συνοπτικό ~ μαθήματος (πβ. ύλη). Το ~ της διδασκαλίας/του Προγράμματος/των Σπουδών. ΣΥΝ. αντικείμενο, σκοπός.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Δημιουργία ηλεκτρονικού/οπτικοακουστικού/ψηφιακού ~ου. Σελίδες με ακατάλληλο/άσεμνο ~. Απαγορεύεται η αντιγραφή, αναπαραγωγή και διάθεση του ~ου (του λογισμικού). 3. σημασία: νοηματικό/σημασιολογικό ~. Ποιο είναι το (ακριβές) ~ της λέξης/του όρου/της φράσης; Πβ. έννοια. 4. (μτφ.) νόημα, ουσία: κουβέντες χωρίς (ουσιαστικό) ~/(λόγ.) άνευ ~ου (= ανούσιες). Ταινία με ~ (πβ. βάθος)/υψηλού ~ου. Δώσε ~ στη ζωή σου. Πβ. ποιότητα.|| Άνθρωπος με/χωρίς ~ (πβ. καλλιέργεια, παιδεία).περιεχόμενα (τα) & πίνακας περιεχομένων: κατάλογος με τα μέρη ενός βιβλίου ή μιας εργασίας, ο οποίος τίθεται συνήθ. στην αρχή και παραθέτει κατά σειρά τους τίτλους κάθε μέρους, συνήθ. με τον αριθμό της σελίδας που ξεκινά το καθένα. Βλ. ίντεξ. [< αγγλ. (table of) contents] ● ΣΥΜΠΛ.: ανάλυση περιεχομένου: ΓΛΩΣΣ. μέθοδος η οποία αποσκοπεί στην αποκωδικοποίηση του νοήματος ενός επικοινωνιακού υλικού (π.χ. βιβλίου, διαφήμισης, κινηματογραφικής ταινίας, συνέντευξης) μέσω της κατηγοριοποίησης, καταγραφής (σε πίνακα) και αξιολόγησης των γλωσσικών του σημείων-κλειδιών (π.χ. λέξεων, προτάσεων) και των θεματικών του ενοτήτων. Βλ. σημειολογία. [< αγγλ. content analysis, 1940] ● ΦΡ.: κενός περιεχομένου βλ. κενός [< αρχ. μτχ. περιεχόμενον, γαλλ. contenu]
39750περιέχωβλ. περιέχει
39751περίζηλος, η, ο πε-ρί-ζη-λος επίθ. (λόγ.): αξιοζήλευτος: ~η: θέση. Πβ. επίζηλος. [< μεσν. περίζηλος]
39752περιζήτητος, η, ο πε-ρι-ζή-τη-τος επίθ. (λόγ.): που έχει μεγάλη ζήτηση λόγω της αξίας, της σημασίας ή της σπανιότητάς του: ~ος: (τουριστικός) προορισμός. ~η: ειδικότητα/θέση/σχολή. ~ο: βιβλίο/επάγγελμα/προϊόν. Πβ. ανάρπαστος.|| (για πρόσ.) ~ος: εργένης. ~η: νύφη. ΣΥΝ. πολυζήτητος ΑΝΤ. αζήτητος [< μεσν. περιζήτητος]
39753περίζωμαπε-ρί-ζω-μα ουσ. (ουδ.) 1. (λόγ.) κομμάτι υφάσματος που φοριέται στην περιοχή ανάμεσα στη μέση και τα γόνατα· γενικότ. οτιδήποτε περιβάλλει κάτι. Βλ. ζωνάρι, ποδιά. 2. ΑΡΧΙΤ. κάθε λωρίδα διακοσμητική ή ενισχυτική σε κτίσμα· ειδικότ. σοβατεπί: εξωτερικό ~ τοίχου. Πβ. γείσο, μπορντούρα, περβάζι. Βλ. διάζωμα, κυμάτιο. 3. ΝΑΥΤ. εξωτερική ζώνη κατά μήκος ενός πλοίου, σε μικρή απόσταση πάνω από την ίσαλο γραμμή, για την προστασία του από προσκρούσεις. [< μτγν. περίζωμα]
39754περιζώνωπε-ρι-ζώ-νω ρ. (μτβ.) {περιέζω-σε}: περιβάλλω, περικυκλώνω: Οι φλόγες ~σαν το κτίριο. [< μεσν. περιζώνω]
39755περίζωσηπε-ρί-ζω-ση ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λόγ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του περιζώνω. Πβ. ζώσιμο, περικύκλωση. [< μτγν. περίζωσις]
39756περιήγησηπε-ρι-ή-γη-ση ουσ. (θηλ.) 1. επίσκεψη σε έναν χώρο, μια περιοχή για ερευνητικούς ή ψυχαγωγικούς λόγους: οργανωμένη/τουριστική ~. ~ στα αξιοθέατα/στο νησί/στην πόλη. ~ με ποδήλατο. Πβ. οδοιπορικό.|| (μτφ.) Εικονική/φωτογραφική/ψηφιακή ~. ~ στην ιστορία. 2. ΔΙΑΔΙΚΤ. άνοιγμα και μελέτη ιστοσελίδων: ασφαλής ~. Πρόγραμμα (= περιηγητής)/ταχύτητα ~ης. Πβ. πλοήγηση, σερφάρισμα. [< 1: μτγν. περιήγησις 2: αγγλ. browsing]
39757περιηγητήςπε-ρι-η-γη-τής ουσ. (αρσ.) {θηλ. περιηγήτρια} 1. πρόσωπο που περιηγείται έναν τόπο: ευρωπαίοι/ξένοι ~ές. Κείμενα/μαρτυρίες/περιγραφές/σχέδια ~ών. Πβ. οδοιπόρος. Βλ. τουρίστας. 2. ΠΛΗΡΟΦ. -ΔΙΑΔΙΚΤ. {μόνο στο αρσ.} πρόγραμμα περιήγησης που χρησιμοποιείται για την πρόσβαση σε ιστοχώρους ή την αναζήτηση πληροφοριών στο διαδίκτυο. Πβ. φυλλομετρητής ιστού. [< 1: μτγν. περιηγητής 2: αγγλ. browser, 1969]
39758περιηγητικός, ή, ό πε-ρι-η-γη-τι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με τον περιηγητή, την περιήγηση ή τον περιηγητισμό: ~ός: οδηγός/όμιλος/τουρισμός/χάρτης. ~ή: διαδρομή/λογοτεχνία. ~ό: βιβλίο/ενδιαφέρον/έργο/πρόγραμμα/ταξίδι. ~ές: δραστηριότητες/εντυπώσεις. ~ά: κείμενα. [< μτγν. περιηγητικός]
39759περιηγητισμόςπε-ρι-η-γη-τι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. τάση κατά την οποία Ευρωπαίοι λόγιοι επισκέπτονταν την Ανατολή από τον 15ο έως τον 20ό αι. 2. (σπάν.-γενικότ.) περιήγηση: προσκυνηματικός ~ (= θρησκευτικός τουρισμός). Βλ. -ισμός.
39760περιηγούμαι[περιηγοῦμαι] πε-ρι-η-γού-μαι ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {περιηγ-είσαι ... | -ήθηκα, -ούμενος} 1. ταξιδεύω για να γνωρίσω ξένους τόπους και τον πολιτισμό τους· γενικότ. επισκέπτομαι έναν χώρο: ~ήθηκε την ιστορική πόλη ... Πβ. γυρίζω, περιοδεύω.|| ~ήθηκε στην έκθεση/στο μουσείο. Πβ. περιδιαβάζω. 2. ΔΙΑΔΙΚΤ. κάνω περιήγηση: ~ στο διαδίκτυο/σε ιστοσελίδες. ΣΥΝ. σερφάρω (1) [< 1: αρχ. περιηγοῦμαι 2: αγγλ. browse]
39761περιήλιοπε-ρι-ή-λι-ο ουσ. (ουδ.) {περιηλίου}: ΑΣΤΡΟΝ. το πλησιέστερο προς τον Ήλιο σημείο της τροχιάς ενός ουράνιου σώματος που περιστρέφεται γύρω από αυτόν. Βλ. μετάπτωση των ισημεριών. ΑΝΤ. αφήλιο [< γαλλ. périhélie, αγγλ. perihelion]
39762περιθάλπωπε-ρι-θάλ-πω ρ. (μτβ.) {περιέθαλψα, περιθάλπ-οντας. -όμενος} & (προφ.-εσφαλμ.) περιθάλπτω (λόγ.): περιποιούμαι· κυρ. ειδικότ. προσφέρω ιατρική βοήθεια σε κάποιον που βρίσκεται σε ανάγκη: ~ει τον τραυματία. Πβ. νοσηλεύω, φροντίζω. [< πβ. αρχ. περιθάλπω ‘θερμαίνω ολόγυρα’]
39763περίθαλψηπε-ρί-θαλ-ψη ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του περιθάλπω: δημόσια/(εξω)νοσοκομειακή/ιδιωτική/υγειονομική ~. Πρωτοβάθμια/δευτεροβάθμια/τριτοβάθμια ~/φροντίδα. Κέντρο/οργανισμός/παροχή/σύστημα ~ης.|| ~ άγριων ζώων. ● ΣΥΜΠΛ.: ιατροφαρμακευτική περίθαλψη βλ. ιατροφαρμακευτικός [< μεσν. περίθαλψις, αγγλ. care]
39764περίθλασηπε-ρί-θλα-ση ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. φαινόμενο κατά το οποίο παρατηρείται αλλαγή στην κατεύθυνση κύματος, καθώς διέρχεται από εμπόδιο ή σχισμή με διαστάσεις παραπλήσιες του δικού του μήκους: εικόνα/τεχνικές/φράγμα ~ης. ~ ακτίνων Χ/ηλεκτρονίων/φωτός. Βλ. διάθλαση. [< μτγν. περίθλασις, γαλλ. diffraction]
39765περιθλασίμετροπε-ρι-θλα-σί-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΚΡΥΣΤ. όργανο που αναλύει την ατομική δομή κρυσταλλικών συνήθ. ουσιών, καταγράφοντας την περίθλαση ακτίνων Χ, νετρονίων ή ηλεκτρονίων που διέρχονται μέσα από αυτές: αυτόματο/οπτικό ~. Βλ. -μετρο. [< αγγλ. diffractometer, 1909]
39766περιθωριακός, ή, ό πε-ρι-θω-ρι-α-κός επίθ. 1. που ανήκει στο περιθώριο της κοινωνίας: ~ός: τύπος. ~ή: ομάδα/συμπεριφορά. ~ά: στοιχεία/στρώματα.|| (ως ουσ., για πρόσ.) Στέκι ~ών. Πβ. παρίας. 2. που έχει δευτερεύουσα, υποδεέστερη θέση ή σημασία: ~ός: ρόλος. ~ή: δραστηριότητα/κουλτούρα. ~ό: είδος μουσικής/ζήτημα/φαινόμενο. || ~ές σημειώσεις (: & που γράφονται στο περιθώριο, σημ. 1). ● επίρρ.: περιθωριακά [< γαλλ. marginal]
39767περιθωριακότηταπε-ρι-θω-ρι-α-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του περιθωριακού: κοινωνική ~. [< γαλλ. marginalité, περ. 1965]
39768περιθώριοπε-ρι-θώ-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {περιθωρί-ου | -ων} 1. κενό διάστημα που δημιουργείται σε κάθε σελίδα γύρω από κείμενο ή εικόνα: αριστερό/δεξί/λευκό ~. Ζωγραφιές/σημειώσεις/σχόλια στο ~. Πβ. άκρη. Βλ. μπορντούρα.|| Το ~ του χάρτη. 2. (κατ' επέκτ.) ελεύθερος χώρος σε μία ή περισσότερες πλευρές ενός αντικειμένου (ή επιφάνειας), η άδεια περιοχή γύρω από αυτές: Άφησε λίγο/μερικά εκατοστά ~. 3. (μτφ.) όριο πέρα από το οποίο κάτι δεν είναι πλέον αποδεκτό ή δυνατό: Έχει ~ μιας εβδομάδας/τριών ημερών (για) να τελειώσει (πβ. προθεσμία). Τα χρονικά ~α είναι περιορισμένα/έχουν εξαντληθεί/στενεύουν. Πβ. τράτο.|| Δεν υπάρχει (κανένα) ~ αμφιβολίας/αντίδρασης/βελτίωσης/εφησυχασμού. Κείμενο που αφήνει ~ για πολλές ερμηνείες. Δεν του έδωσαν πολλά ~α αισιοδοξίας/ελιγμών/επιλογών (πβ. δυνατότητα, ευχέρεια). 4. ΟΙΚΟΝ. η διαφορά ανάμεσα στην τιμή πώλησης και κόστους, στην τιμή αγοράς και παραγωγής ενός προϊόντος: εμπορικό ~. ~ ασφαλείας/κέρδους. ● ΣΥΜΠΛ.: (κοινωνικό) περιθώριο/περιθώριο της κοινωνίας: κατάσταση κοινωνικού αποκλεισμού: Βρίσκονται/έχουν τεθεί/ζουν στο ~ ~ για οικονομικούς λόγους/εξαιτίας της ανεργίας., ηπειρωτικό περιθώριο: ΓΕΩΓΡ. η ηπειρωτική υφαλοκρηπίδα μαζί με την ηπειρωτική κατωφέρεια. [< γαλλ. marge continentale] , περιθώριο σφάλματος/λάθους: ΣΤΑΤΙΣΤ. αριθμός που εκφράζει το ποσοστό λάθους με απόκλιςση στα αποτελέσματα μιας έρευνας ή μέτρησης. Βλ. συν-πλην. [< αγγλ. margin of error] ● ΦΡ.: βάζω (ή αφήνω/εξωθώ/θέτω) κάποιον/μπαίνω στο περιθώριο: παραμερίζω, παραγκωνίζω κάποιον ή παραγκωνίζομαι: Έχει εξωθηθεί/τέθηκε στο (πολιτικό και κομματικό) ~ από τους αντιπάλους του.|| Η νεολαία δεν μπαίνει ~ ~., στο περιθώριο 1. για κάτι που γίνεται ανεπίσημα ή κρυφά στο πλαίσιο επίσημης εκδήλωσης: συζητήσεις ~ ~ της συνάντησης/συνόδου κορυφής. Βλ. παρασκήνιο. 2. για κάτι που βρίσκεται εκούσια ή έχει τεθεί ακούσια εκτός ενός νόμιμου ή κοινά αποδεκτού συνόλου: Κινούνται ~ ~ του νόμου (= παράνομα).|| Προβλήματα που βρίσκονται/έχουν στριμωχθεί/έχουν περάσει ~ ~ της πολιτικής (ατζέντας) (= που έχουν παραγκωνισθεί, υποσκελιστεί). [< γαλλ. en marge de] , του περιθωρίου: περιθωριακός: άνθρωποι/γλώσσα (πβ. αργκό) ~ ~. [< μεσν. *περιθεώριον, γαλλ. marge]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.