| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 39769 | περιθωριοποιημένος | , η, ο πε-ρι-θω-ρι-ο-ποι-η-μέ-νος επίθ.: που έχει περιθωριοποιηθεί: κοινωνικά/πολιτικά ~. Πβ. απόκληρος, απομονωμένος, παραγκωνισμένος, παρίας. | |
| 39770 | περιθωριοποίηση | πε-ρι-θω-ρι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του περιθωριοποιώ: κοινωνική (= κοινωνικός αποκλεισμός)/οικονομική/πολιτική ~. ~ των μεταναστών/της περιοχής. ~ και φτώχεια. Πβ. παραγκωνισμός. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. marginalisation, 1968] | |
| 39771 | περιθωριοποιώ | [περιθωριοποιῶ] πε-ρι-θω-ρι-ο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {περιθωριοποι-είς ..., -ώντας | περιθωριοποί-ησα, -είται, -ήθηκε, -ημένος}: θέτω κάποιον στο περιθώριο, τον αποκλείω από την ενεργό δράση και κατ' επέκτ. τον υποβιβάζω: Πολιτική που ~εί τους νέους/τον πολίτη. ~είται μια ομάδα πληθυσμού. Πβ. παραγκωνίζω. Βλ. -ποιώ. [< γαλλ. marginaliser, περ. 1970] | |
| 39772 | περιίπταται | πε-ρι-ί-πτα-ται ρ. (αμτβ.) {περιίπτα-νται | παρατ. -το, -ντο} (λόγ.): πετά γύρω και πάνω από κάτι: ~ στον αέρα. [< αρχ. περιίπταμαι] | |
| 39773 | περίκαλα | πε-ρί-κα-λα επίρρ.: στη ● ΦΡ.: καλά και περίκαλα (προφ.): εξαιρετικά, πάρα πολύ καλά: Όλα ~ ~! ΑΝΤ. κακά | |
| 39774 | περικαλλής | , ής, ές πε-ρι-καλ-λής επίθ. {περικαλλ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): πανέμορφος, εξαίσιος: ~ής: ναός. ~ές: άγαλμα/μνημείο. [< αρχ. περικαλλής] | |
| 39775 | περικάλυμμα | πε-ρι-κά-λυμ-μα ουσ. (ουδ.): περίβλημα: πλαστικό ~. Πβ. περικάλυψη. [< αρχ. περικάλυμμα ‘σκέπασμα, πρόσχημα’] | |
| 39776 | περικαλύπτω | πε-ρι-κα-λύ-πτω ρ. (μτβ.) (σπάν.-λόγ.): καλύπτω από όλες τις πλευρές. Πβ. περιβάλλω. [< αρχ. περικαλύπτω] | |
| 39777 | περικάλυψη | πε-ρι-κά-λυ-ψη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του περικαλύπτω· συνεκδ. περικάλυμμα. [< μτγν. περικάλυψις] | |
| 39778 | περικαλώ | [περικαλῶ] πε-ρι-κα-λώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) (λαϊκό-ειρων.): παρακαλώ: Το ονοματάκι σας, ~! [< μεσν. περικαλώ] | |
| 39779 | περικαρδιακός | , ή, ό πε-ρι-καρ-δι-α-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το περικάρδιο: ~ή: κοιλότητα/συλλογή υγρού. Βλ. ενδοκαρδιακός, εξωκαρδιακός. [< γαλλ. péricardique, αγγλ. pericardial] | |
| 39780 | περικάρδιο | πε-ρι-κάρ-δι-ο ουσ. (ουδ.) {περικαρδίου}: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. θύλακας που περιβάλλει την καρδιά και τις ρίζες των μεγάλων αγγείων. Βλ. ενδο-, μυο-κάρδιο. [< μτγν. περικάρδιον, γαλλ. péricarde, αγγλ. pericardium] | |
| 39781 | περικαρδίτιδα | πε-ρι-καρ-δί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή του περικαρδίου: οξεία/συμπιεστική/υγρή ~. Βλ. ενδο-, μυο-καρδίτιδα. [< γαλλ. péricardite, αγγλ. pericarditis] | |
| 39782 | περικάρπιο | πε-ρι-κάρ-πι-ο ουσ. (ουδ.) {περικαρπίου} 1. ΑΝΑΤ. το τμήμα του χεριού γύρω από τον καρπό. 2. (συνεκδ.) το αντίστοιχο περικάλυμμα: δερμάτινο/(ΑΡΧΑΙΟΛ.) χρυσό ~.|| (συνήθ. σε αθλητικό εξοπλισμό) ~ για τον ιδρώτα (ΣΥΝ. δέστρα). Βλ. βραχιόλι. 3. ΒΟΤ. περίβλημα του καρπού: δερματώδες ~. Πβ. φλοιός, φλούδα. Βλ. ενδο-, επι-, μεσο-κάρπιο. [< αρχ. περικάρπιον, αγγλ. pericarp, γαλλ. péricarpe] | |
| 39783 | περικείμενο | πε-ρι-κεί-με-νο ουσ. (ουδ.) {περικειμένου} 1. ΓΛΩΣΣ. το γλωσσικό και εξωγλωσσικό περιβάλλον μέσα στο οποίο παράγεται και ερμηνεύεται ένα κείμενο. Πβ. συγκείμενο, συμφραζόμενα. 2. (γενικότ.) το πλαίσιο μέσα στο οποίο αποκτά νόημα και εξηγείται μια κατάσταση, ένα γεγονός: ιστορικό ~. [< πβ. αρχ. μτχ. περικείμενος, αγγλ. context] | |
| 39784 | περικεκομμένος | , η, ο πε-ρι-κε-κομ-μέ-νος επίθ. (αρχαιοπρ.): που έχει περικοπεί: ~η: έκδοση. ~ο: κείμενο. Πβ. συντομευμένος. ● βλ. περικόπτω [< μτχ. παθ. παρακ. του μτγν. ρ. περικόπτω] | |
| 39785 | περικεντρικός | , ή, ό πε-ρι-κε-ντρι-κός επίθ.: που βρίσκεται γύρω από το κέντρο: ~ή: πολεοδομική οργάνωση. Βλ. -κεντρικός. [< αγγλ. pericentric] | |
| 39786 | περίκεντρο | πε-ρί-κε-ντρο ουσ. (ουδ.) ΓΕΩΜ. 1. το κέντρο του περιγεγραμμένου σε τρίγωνο κύκλου, που αποτελεί το σημείο τομής των τριών μεσοκαθέτων του τριγώνου. Βλ. έκ-, ορθό-, παρά-κεντρο. 2. το κέντρο του κύκλου ή της σφαίρας όπου είναι εγγεγραμένο ένα πολύγωνο ή πολύεδρο, αντίστοιχα. [< νεολατ. pericentrum] | |
| 39787 | περίκεντρος | , η, ο πε-ρί-κε-ντρος επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. που αναπτύσσεται ομοιόμορφα γύρω από το κέντρο: ~ος: ναός. ~ο: κτίριο. | |
| 39788 | περικεφαλαία | πε-ρι-κε-φα-λαί-α ουσ. (θηλ.): ΣΤΡΑΤ. κράνος πολεμιστών κατά την Αρχαιότητα και τον Μεσαίωνα: αρχαιοελληνική/σιδερένια/χρυσή ~. ● ΦΡ.: βλάκας με πατέντα/περικεφαλαία/λοφίο βλ. βλάκας, γάιδαρος με περικεφαλαία βλ. γάιδαρος [< αρχ. περικεφαλαία] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ