Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58830 εγγραφές  [4020-4040]

IDΛήμμαΕρμηνεία
3077ανακηρύσσω[ἀνακηρύσσω] α-να-κη-ρύσ-σω ρ. (μτβ.) {ανακήρυ-ξε, -χθηκε (κ. -χτηκε), -γμένος, ανακηρύσσ-οντας} (επίσ.) 1. απονέμω σε κάποιον τίτλο, αξίωμα ή ιδιότητα: ~χθηκε αυτοκράτορας (= στέφθηκε)/ο καλύτερος παίκτης της χρονιάς. Θα ~χθεί επίτιμος διδάκτορας. Η Εκκλησία τον ~ξε Άγιο. Το μνημείο ~χθηκε διατηρητέο. ~γμένος παραδοσιακός οικισμός. Πβ. αναγορεύω. 2. γνωστοποιώ επίσημα, δημοσιοποιώ κάποια απόφαση: ~ξαν την ανεξαρτησία της χώρας/τον νικητή του αγώνα/τα τακτικά μέλη της επιτροπής. Πβ. ανακοινώνω, (δια)κηρύσσω. [< αρχ. ἀνακηρύσσω, γαλλ. proclamer]
3078ανακίνηση[ἀνακίνηση] α-να-κί-νη-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) αναμόχλευση: ~ ενός αιτήματος/προβλήματος/σκανδάλου. 2. (κυρ. για υγρό μείγμα) κούνημα για ανάμειξη των συστατικών: ~ διαλύματος/δοχείου. Πβ. ανάδευση, ανακάτεμα. [< αρχ. ἀνακίνησις ‘προπόνηση, έξαψη’]
3079ανακινώ[ἀνακινῶ] α-να-κι-νώ ρ. (μτβ.) {ανακιν-είς ... | ανακίν-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.) επαναφέρω ένα θέμα στην επιφάνεια, στο προσκήνιο· αναμοχλεύω, ανασκαλεύω: ~ μια διαδικασία/το ενδιαφέρον/το παρελθόν. Ζήτημα που ~είται κατά καιρούς. Η υπόθεση ~ήθηκε αιφνιδιαστικά. Πβ. αναζωπυρώνω, αναθερμαίνω. 2. κουνώ κυρ. υγρό μείγμα (για ανάμειξη των συστατικών του): (οδηγία σε συσκευασία γάλακτος, σπρέι, φαρμάκου, χυμού:) ~ήστε καλά το μπουκάλι/το περιεχόμενο πριν από κάθε χρήση. Πβ. ανα-δεύω, -κατεύω, -ταράζω. [< αρχ. ἀνακινῶ]
3080ανακλά[ἀνακλᾷ] α-να-κλά ρ. (μτβ.), ανακλάται (αμτβ.) (λόγ.): αντανακλά. [< αρχ. ἀνακλῶ, γαλλ. réfléchir ]
3081ανάκλαση[ἀνάκλαση] α-νά-κλα-ση ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. φαινόμενο κατά το οποίο το φως, ο ήχος ή η ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία προσπίπτει σε επιφάνεια και αλλάζει διεύθυνση διάδοσης ανάλογα με το είδος της επιφάνειας: διάχυτη (πβ. διάχυση)/ολική/σεισμική ~. ~, διάθλαση, περίθλαση. Συντελεστής ~ης. Πβ. αντανάκλαση. Βλ. ηχώ, κάτοπτρο, σκέδαση.|| (ΑΣΤΡΟΝ.) Νεφέλωμα ~ης. [< αρχ. ἀνάκλασις, γαλλ. réflexion]
3082ανακλαστήρας[ἀνακλαστήρας] α-να-κλα-στή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. επιφάνεια (κάτοπτρο ή πρίσμα) σχεδιασμένη, ώστε να αντανακλά προς ορισμένη διεύθυνση κάθε ακτινοβολία (φωτεινές ή θερμικές ακτίνες, ηχητικά ή ηλεκτρομαγνητικά κύματα): οπτικός ~. ~ ραντάρ. Βλ. μάτια γάτας, -τήρας. [< γαλλ. réflecteur]
3083ανακλαστικός, ή, ό [ἀνακλαστικός] α-να-κλα-στι-κός επίθ. ΣΥΝ. αντανακλαστικός 1. ΦΥΣ. που σχετίζεται με την ανάκλαση: ~ός: καθρέφτης/προβολέας. ~ή: επιφάνεια (= κάτοπτρο)/ιδιότητα. ~ό: γιλέκο/υλικό/χρώμα. Πβ. φωσφοριζέ. 2. ΦΥΣΙΟΛ. που σχετίζεται με τα αντανακλαστικά· που γίνεται ακούσια, ασυνείδητα: ~ή: αντίδραση/κίνηση. ● Ουσ.: ανακλαστικά (τα) 1. αντανακλαστικά: Ελέγξτε τα ~ σας! || (μτφ.) Δεν λειτούργησαν τα ~ της κοινωνίας. 2. προϊόντα που ανακλούν το φως για σήμανση στο σκοτάδι: ~ για τις ρόδες του ποδηλάτου. [< γαλλ. réflexes] ● επίρρ.: ανακλαστικά: ΣΥΝ. ακούσια ● ΣΥΜΠΛ.: ανακλαστική σχέση: ΜΑΘ. όταν κάθε στοιχείο ενός συνόλου σχετίζεται με τον εαυτό του. Βλ. σχέση ισοδυναμίας. [< 1: γαλλ. réflectif 2: γαλλ. réflexe]
3084ανακλαστικότητα[ἀνακλαστικότητα] α-να-κλα-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. η ιδιότητα του ανακλαστικού· ο λόγος του ποσού της ακτινοβολίας που ανακλάται από μια επιφάνεια προς το συνολικό ποσό της ακτινοβολίας που προσπίπτει σε αυτή: ~ (ημι)διαφανούς υλικού/οθόνης/ραντάρ. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. αντανακλαστικότητα [< γαλλ. réflectivité, 1907]
3085ανάκληση[ἀνάκληση] α-νά-κλη-ση ουσ. (θηλ.) 1. (επίσ.) αναίρεση, ακύρωση: ~ απόλυσης/απόσπασης/απόφασης/δήλωσης/διαθήκης/διοικητικής πράξης/διορισμού/ομολογίας/παραγγελίας/πληρωμής. ~ ή έκπτωση μέλους ΔΣ. Αίτημα/αίτηση ~ης. Το Υπουργείο αποφάσισε την/προέβη στην/προχώρησε στην (άμεση/οριστική/προσωρινή) ~ της άδειας λειτουργίας της εταιρείας. Πβ. αναστολή, απόσυρση, άρση, κατάργηση. 2. επαναφορά στον νου: ~ (στη μνήμη) αναμνήσεων/γνώσεων/εικόνων. Πβ. ανάπλαση. 3. εντολή επιστροφής ακατάλληλου συνήθ. προϊόντος ή διπλωματικού αντιπροσώπου: ~ήσεις (από την αγορά) προβληματικών συσκευών/τροφίμων (από τον ΕΦΕΤ). Αποφασίστηκε/ζητήθηκε η ~ επικίνδυνου φαρμάκου. Πβ. απόσυρση.|| ~ δανεισμένου υλικού (: σε βιβλιοθήκη).|| ~ του πρεσβευτή από ... 4. ΣΤΡΑΤ. (λόγ.) επαναφορά απόστρατου ή κλήση εφέδρου: ~ αξιωματικού στην ενέργεια (από την εφεδρεία). 5. ΠΛΗΡΟΦ. επαναφορά κυρ. δεδομένων: ~ αρχείου/εντολής/προγράμματος. Κύκλος ~ης-εκτέλεσης. Πβ. ανάσυρση. [< αρχ. ἀνάκλησις ‘επίκληση, χαιρετισμός, σύνθημα για υποχώρηση’, αγγλ. recall, γαλλ. rappel 5: αγγλ. retrieval, 1958]
3086ανακλητικός, ή, ό [ἀνακλητικός] α-να-κλη-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ανάκληση: (επίσ.) ~ή: δήλωση. Απορριπτική ή ~ή απόφαση. Πβ. ακυρωτ-, αναιρετ-, ανασταλτ-ικός.|| (ΨΥΧΟΛ.) ~ή: μνήμη (πβ. ενθύμηση, ανάμνηση). [< μτγν. ἀνακλητικός, γαλλ. révocatoir]
3087ανακλητός, ή, ό [ἀνακλητός] α-να-κλη-τός επίθ. (επίσ.): που μπορεί να ανακληθεί: ~ή: πίστωση/συμφωνία. Πβ. ακυρώσ-, αναιρέσ-ιμος. || (ως ουσ.) Το μη ~ό των πληρωμών. ΑΝΤ. αμετάκλητος [< γαλλ. révocable]
3088ανακλίνομαι[ἀνακλίνομαι] α-να-κλί-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {ανακλί-θηκε, ανακεκλιμένος, (μτχ. ενεστ.) ανακλινόμενος} (λόγ.): έχω ή αποκτώ κλίση, γέρνω· (για πρόσ.) ξαπλώνω: Η πλάτη του καθίσματος μπορεί να ~θεί. Βλ. κατακλίνομαι. ● Μτχ.: ανακλινόμενος , η, ο: που μπορεί να αποκτήσει κλίση: ~ος: καναπές (πβ. αναδιπλούμενος, πτυσσόμενος). ~η: καρέκλα (: η πλάτη της οποίας μπορεί να ρυθμιστεί σε διαφορετικές γωνίες· βλ. σεζλόγκ)/οροφή. Ανοιγόμενα και ~α κουφώματα/παράθυρα.|| ~α: καθίσματα (: που μπορούν να προσαρμοστούν σε θέση ανάκλισης, κυρ. σε όχημα ή αεροπλάνο). [< αγγλ. reclinable, 1957] [< αρχ. ἀνακλίνω, γαλλ. s'incliner]
3089ανάκλιντρο[ἀνάκλιντρο] α-νά-κλι-ντρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίντρου} & ανάκλινδρο (λόγ.): μακρύ κάθισμα σαν κρεβάτι, με βραχίονα και συνήθ. με ράχη στη μία του άκρη, στο οποίο μπορεί κάποιος να ξαπλώσει: ρωμαϊκό ~. Βλ. -τρο. [< μτγν. ἀνάκλιντρον]
3090ανάκλιση[ἀνάκλιση] α-νά-κλι-ση ουσ. (θηλ.): κλίση προς συγκεκριμένη κατεύθυνση: ρυθμιζόμενη/χειροκίνητη ~ της πλάτης ενός καθίσματος/των ποδιών ενός τραπεζιού. Θέση/μηχανισμός/μοχλός ~ης. Παράθυρο με ~. ● ΣΥΜΠΛ.: δοκιμασία ανάκλισης: ΙΑΤΡ. διαγνωστικό τεστ ασθενών με συχνά λιποθυμικά επεισόδια, κατά το οποίο μετράται η αρτηριακή πίεση σε όρθια και ύπτια θέση. [< αγγλ. tilt test] [< αρχ. ἀνάκλισις, γαλλ. inclinaison]
1942Ανακλιση, η, ο [ἀκυρώσιμος] α-κυ-ρώ-σι-μος επίθ.: ΝΟΜ. που μπορεί να ακυρωθεί, να ανακληθεί, γιατί δεν έχει νομική ισχύ ή κύρος: ~ος: γάμος/νόμος. ~η: ανάθεση/απόφαση (= αναιρέσιμη· ΑΝΤ. αμετά-, ανέκ-κλητη, τελεσίδικη)/διαθήκη/διάταξη/δικαιοπραξία/μίσθωση/παραγγελία/ρήτρα/σύμβαση/συμμετοχή. ~ο: συμβόλαιο.|| (ως ουσ., λόγ.) Το ~ο της πράξης. [< μτγν. ἀκυρώσιμος, γαλλ. annulable]
3091ανακοινοποίηση[ἀνακοινοποίηση] α-να-κοι-νο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.-γραφειοκρ.): κοινοποίηση που διορθώνει ή συμπληρώνει προηγούμενη: ~ στο ορθό (πβ. ορθή ~/επανάληψη). ΣΥΝ. επανακοινοποίηση
3092ανακοινωθέν[ἀνακοινωθέν] α-να-κοι-νω-θέν ουσ. (ουδ.) {ανακοινωθέντ-ος} (λόγ.): γνωστοποίηση ενός γεγονότος συνήθ. από τα ΜΜΕ, ανακοίνωση: γραπτό/έκτακτο/επίσημο/κοινό/πολεμικό ~. Έκδοση ~ος. Σύμφωνα με το τελευταίο ιατρικό ~... [< γαλλ. communiqué]
3093ανακοινώνω[ἀνακοινώνω] α-να-κοι-νώ-νω ρ. (μτβ.) {ανακοίνω-σα, ανακοινών-εται, ανακοινώ-θηκε (λόγ. ανεκοινώθη, μτχ. ανακοινω-θείς, -θείσα, -θέν), -μένος, ανακοινών-οντας}: κοινοποιώ, γνωστοποιώ δημόσια κάτι που έγινε ή πρόκειται να γίνει: Με (ιδιαίτερη/μεγάλη) λύπη/τιμή/χαρά σάς ~ ότι ... ~σε την πρόθεσή του να .../την υποψηφιότητά του ως ... ~θηκε η ίδρυση της εταιρείας/το πρόγραμμα των εξετάσεων. Δεν έχουν ~θεί ακόμα τα αποτελέσματα του διαγωνισμού/τα ονόματα των επιτυχόντων. Με βάση τα ~μένα στοιχεία ... ~θείσα: απόφαση/εξεταστέα ύλη. ~θέντα: μέτρα. Δεν μου ~θηκε τίποτα. (προφ.) Έχω να σου ~σω (= να σου πω) ότι ... Πβ. αν-, εξ-αγγέλλω. [< αρχ. ἀνακοινῶ, γαλλ. annoncer]
3094ανακοίνωση[ἀνακοίνωση] α-να-κοί-νω-ση ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -ώσεως | -ώσεις, -ώσεων} 1. κοινοποίηση, δημόσια γνωστοποίηση σχετικά με κάτι που έγινε ή πρόκειται να γίνει και συνεκδ. το αντίστοιχο κείμενο: αιφνιδιαστική/γραπτή/διευκρινιστική/έκτακτη/επίσημη/ετήσια/ευχαριστήρια/κοινή/προφορική/σημαντική/συμπληρωματική/σύντομη/τελική ~. ~ αποτελεσμάτων/απόφασης/βαθμολογίας/εκδήλωσης/ημερομηνίας (εκλογών)/νικητών/πρόσληψης (προσωπικού) (πβ. αναγγελία). ~ από τα μεγάφωνα. ~ νομικού περιεχομένου. ~ (της Επιτροπής) για/σχετικά με κάτι. ~ στα/προς τα ΜΜΕ. ~ των βάσεων (των Πανελληνίων) από την τηλεόραση (= μετάδοση). Δημοσίευση/έκδοση ~ης. (λόγ.) Μέχρι νεωτέρας ~ώσεως. Απάντηση σε ~ (της Διοίκησης). Δημοσιεύτηκε/έγινε/εκδόθηκε ~ (από το Υπουργείο). Σε ~ή του ανέφερε ότι ... (πβ. ανακοινωθέν). Προβαίνω σε ~ώσεις. (προφ.) Έχω μια σημαντική ~ να (σου) κάνω! 2. (συνήθ. σε συνέδριο ή ημερίδα) γνωστοποίηση πορισμάτων επιστημονικής έρευνας: αναρτημένη ~ (= πόστερ). Δημοσίευση/θέμα/περίληψη ~ης. Επιστημονικές/προφορικές ~ώσεις. Στόχος της παρούσας ~ης είναι ... Πβ. δημοσίευμα, εισήγηση. ● ΣΥΜΠΛ.: ανακοίνωση δίκης: ΝΟΜ. κοινοποίηση σε τρίτους εκκρεμούς δικαστικής υπόθεσης από πρόσωπο με σχετικό έννομο συμφέρον: ~ ~ ενώπιον του Ειρηνοδικείου/με προσεπίκληση για παρέμβαση., ανακοίνωση Τύπου: επίσημη γνωστοποίηση προς τα μέσα ενημέρωσης: ~ ~ του κόμματος (για/σχετικά με ...). Πβ. δελτίο Τύπου., πίνακας ανακοινώσεων 1. στον οποίο αναρτώνται ανακοινώσεις: μεταλλικός ~ ~. ~ ~ τσόχας/φελλού. Ανάρτηση στον ~α ~.|| Ηλεκτρονικός ~ ~. Βλ. πίνακας συζητήσεων. 2. ΠΛΗΡΟΦ. εργαλείο, σύστημα ασύγχρονης επικοινωνίας, το οποίο παρέχει τη δυνατότητα στους χρήστες-μέλη του να στέλνουν ή να διαβάζουν ανακοινώσεις με τη μορφή ηλεκτρονικών μηνυμάτων: ηλεκτρονικοί ~ες ~ώσεων. Βλ. πίνακας συζητήσεων, φόρουμ. [< 1: μτγν. ἀνακοίνωσις, γαλλ. annonce 2: γαλλ. communication]
3095ανακοινώσιμος, η, ο [ἀνακοινώσιμος] α-να-κοι-νώ-σι-μος επίθ. (επίσ.): που μπορεί ή επιτρέπεται να ανακοινωθεί: ~ες: πληροφορίες. ~α: αποτελέσματα/περιστατικά.|| (ΟΙΚΟΝ.) Ελάχιστη ~η ποσότητα μετοχών (: στο χρηματιστήριο). [< γαλλ. communicable]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.