Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [4020-4040]

IDΛήμμαΕρμηνεία
3085ανάκληση[ἀνάκληση] α-νά-κλη-ση ουσ. (θηλ.) 1. (επίσ.) αναίρεση, ακύρωση: ~ απόλυσης/απόσπασης/απόφασης/δήλωσης/διαθήκης/διοικητικής πράξης/διορισμού/ομολογίας/παραγγελίας/πληρωμής. ~ ή έκπτωση μέλους ΔΣ. Αίτημα/αίτηση ~ης. Το Υπουργείο αποφάσισε την/προέβη στην/προχώρησε στην (άμεση/οριστική/προσωρινή) ~ της άδειας λειτουργίας της εταιρείας. Πβ. αναστολή, απόσυρση, άρση, κατάργηση. 2. επαναφορά στον νου: ~ (στη μνήμη) αναμνήσεων/γνώσεων/εικόνων. Πβ. ανάπλαση. 3. εντολή επιστροφής ακατάλληλου συνήθ. προϊόντος ή διπλωματικού αντιπροσώπου: ~ήσεις (από την αγορά) προβληματικών συσκευών/τροφίμων (από τον ΕΦΕΤ). Αποφασίστηκε/ζητήθηκε η ~ επικίνδυνου φαρμάκου. Πβ. απόσυρση.|| ~ δανεισμένου υλικού (: σε βιβλιοθήκη).|| ~ του πρεσβευτή από ... 4. ΣΤΡΑΤ. (λόγ.) επαναφορά απόστρατου ή κλήση εφέδρου: ~ αξιωματικού στην ενέργεια (από την εφεδρεία). 5. ΠΛΗΡΟΦ. επαναφορά κυρ. δεδομένων: ~ αρχείου/εντολής/προγράμματος. Κύκλος ~ης-εκτέλεσης. Πβ. ανάσυρση. [< αρχ. ἀνάκλησις ‘επίκληση, χαιρετισμός, σύνθημα για υποχώρηση’, αγγλ. recall, γαλλ. rappel 5: αγγλ. retrieval, 1958]
3086ανακλητικός, ή, ό [ἀνακλητικός] α-να-κλη-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ανάκληση: (επίσ.) ~ή: δήλωση. Απορριπτική ή ~ή απόφαση. Πβ. ακυρωτ-, αναιρετ-, ανασταλτ-ικός.|| (ΨΥΧΟΛ.) ~ή: μνήμη (πβ. ενθύμηση, ανάμνηση). [< μτγν. ἀνακλητικός, γαλλ. révocatoir]
3087ανακλητός, ή, ό [ἀνακλητός] α-να-κλη-τός επίθ. (επίσ.): που μπορεί να ανακληθεί: ~ή: πίστωση/συμφωνία. Πβ. ακυρώσ-, αναιρέσ-ιμος. || (ως ουσ.) Το μη ~ό των πληρωμών. ΑΝΤ. αμετάκλητος [< γαλλ. révocable]
3088ανακλίνομαι[ἀνακλίνομαι] α-να-κλί-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {ανακλί-θηκε, ανακεκλιμένος, (μτχ. ενεστ.) ανακλινόμενος} (λόγ.): έχω ή αποκτώ κλίση, γέρνω· (για πρόσ.) ξαπλώνω: Η πλάτη του καθίσματος μπορεί να ~θεί. Βλ. κατακλίνομαι. ● Μτχ.: ανακλινόμενος , η, ο: που μπορεί να αποκτήσει κλίση: ~ος: καναπές (πβ. αναδιπλούμενος, πτυσσόμενος). ~η: καρέκλα (: η πλάτη της οποίας μπορεί να ρυθμιστεί σε διαφορετικές γωνίες· βλ. σεζλόγκ)/οροφή. Ανοιγόμενα και ~α κουφώματα/παράθυρα.|| ~α: καθίσματα (: που μπορούν να προσαρμοστούν σε θέση ανάκλισης, κυρ. σε όχημα ή αεροπλάνο). [< αγγλ. reclinable, 1957] [< αρχ. ἀνακλίνω, γαλλ. s'incliner]
3089ανάκλιντρο[ἀνάκλιντρο] α-νά-κλι-ντρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίντρου} & ανάκλινδρο (λόγ.): μακρύ κάθισμα σαν κρεβάτι, με βραχίονα και συνήθ. με ράχη στη μία του άκρη, στο οποίο μπορεί κάποιος να ξαπλώσει: ρωμαϊκό ~. Βλ. -τρο. [< μτγν. ἀνάκλιντρον]
3090ανάκλιση[ἀνάκλιση] α-νά-κλι-ση ουσ. (θηλ.): κλίση προς συγκεκριμένη κατεύθυνση: ρυθμιζόμενη/χειροκίνητη ~ της πλάτης ενός καθίσματος/των ποδιών ενός τραπεζιού. Θέση/μηχανισμός/μοχλός ~ης. Παράθυρο με ~. ● ΣΥΜΠΛ.: δοκιμασία ανάκλισης: ΙΑΤΡ. διαγνωστικό τεστ ασθενών με συχνά λιποθυμικά επεισόδια, κατά το οποίο μετράται η αρτηριακή πίεση σε όρθια και ύπτια θέση. [< αγγλ. tilt test] [< αρχ. ἀνάκλισις, γαλλ. inclinaison]
1942Ανακλιση

, η, ο [ἀκυρώσιμος] α-κυ-ρώ-σι-μος επίθ.: ΝΟΜ. που μπορεί να ακυρωθεί, να ανακληθεί, γιατί δεν έχει νομική ισχύ ή κύρος: ~ος: γάμος/νόμος. ~η: ανάθεση/απόφαση (= αναιρέσιμη· ΑΝΤ. αμετά-, ανέκ-κλητη, τελεσίδικη)/διαθήκη/διάταξη/δικαιοπραξία/μίσθωση/παραγγελία/ρήτρα/σύμβαση/συμμετοχή. ~ο: συμβόλαιο.|| (ως ουσ., λόγ.) Το ~ο της πράξης. [< μτγν. ἀκυρώσιμος, γαλλ. annulable]

3091ανακοινοποίηση[ἀνακοινοποίηση] α-να-κοι-νο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.-γραφειοκρ.): κοινοποίηση που διορθώνει ή συμπληρώνει προηγούμενη: ~ στο ορθό (πβ. ορθή ~/επανάληψη). ΣΥΝ. επανακοινοποίηση
3092ανακοινωθέν[ἀνακοινωθέν] α-να-κοι-νω-θέν ουσ. (ουδ.) {ανακοινωθέντ-ος} (λόγ.): γνωστοποίηση ενός γεγονότος συνήθ. από τα ΜΜΕ, ανακοίνωση: γραπτό/έκτακτο/επίσημο/κοινό/πολεμικό ~. Έκδοση ~ος. Σύμφωνα με το τελευταίο ιατρικό ~... [< γαλλ. communiqué]
3093ανακοινώνω[ἀνακοινώνω] α-να-κοι-νώ-νω ρ. (μτβ.) {ανακοίνω-σα, ανακοινών-εται, ανακοινώ-θηκε (λόγ. ανεκοινώθη, μτχ. ανακοινω-θείς, -θείσα, -θέν), -μένος, ανακοινών-οντας}: κοινοποιώ, γνωστοποιώ δημόσια κάτι που έγινε ή πρόκειται να γίνει: Με (ιδιαίτερη/μεγάλη) λύπη/τιμή/χαρά σάς ~ ότι ... ~σε την πρόθεσή του να .../την υποψηφιότητά του ως ... ~θηκε η ίδρυση της εταιρείας/το πρόγραμμα των εξετάσεων. Δεν έχουν ~θεί ακόμα τα αποτελέσματα του διαγωνισμού/τα ονόματα των επιτυχόντων. Με βάση τα ~μένα στοιχεία ... ~θείσα: απόφαση/εξεταστέα ύλη. ~θέντα: μέτρα. Δεν μου ~θηκε τίποτα. (προφ.) Έχω να σου ~σω (= να σου πω) ότι ... Πβ. αν-, εξ-αγγέλλω. [< αρχ. ἀνακοινῶ, γαλλ. annoncer]
3094ανακοίνωση[ἀνακοίνωση] α-να-κοί-νω-ση ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -ώσεως | -ώσεις, -ώσεων} 1. κοινοποίηση, δημόσια γνωστοποίηση σχετικά με κάτι που έγινε ή πρόκειται να γίνει και συνεκδ. το αντίστοιχο κείμενο: αιφνιδιαστική/γραπτή/διευκρινιστική/έκτακτη/επίσημη/ετήσια/ευχαριστήρια/κοινή/προφορική/σημαντική/συμπληρωματική/σύντομη/τελική ~. ~ αποτελεσμάτων/απόφασης/βαθμολογίας/εκδήλωσης/ημερομηνίας (εκλογών)/νικητών/πρόσληψης (προσωπικού) (πβ. αναγγελία). ~ από τα μεγάφωνα. ~ νομικού περιεχομένου. ~ (της Επιτροπής) για/σχετικά με κάτι. ~ στα/προς τα ΜΜΕ. ~ των βάσεων (των Πανελληνίων) από την τηλεόραση (= μετάδοση). Δημοσίευση/έκδοση ~ης. (λόγ.) Μέχρι νεωτέρας ~ώσεως. Απάντηση σε ~ (της Διοίκησης). Δημοσιεύτηκε/έγινε/εκδόθηκε ~ (από το Υπουργείο). Σε ~ή του ανέφερε ότι ... (πβ. ανακοινωθέν). Προβαίνω σε ~ώσεις. (προφ.) Έχω μια σημαντική ~ να (σου) κάνω! 2. (συνήθ. σε συνέδριο ή ημερίδα) γνωστοποίηση πορισμάτων επιστημονικής έρευνας: αναρτημένη ~ (= πόστερ). Δημοσίευση/θέμα/περίληψη ~ης. Επιστημονικές/προφορικές ~ώσεις. Στόχος της παρούσας ~ης είναι ... Πβ. δημοσίευμα, εισήγηση. ● ΣΥΜΠΛ.: ανακοίνωση δίκης: ΝΟΜ. κοινοποίηση σε τρίτους εκκρεμούς δικαστικής υπόθεσης από πρόσωπο με σχετικό έννομο συμφέρον: ~ ~ ενώπιον του Ειρηνοδικείου/με προσεπίκληση για παρέμβαση., ανακοίνωση Τύπου: επίσημη γνωστοποίηση προς τα μέσα ενημέρωσης: ~ ~ του κόμματος (για/σχετικά με ...). Πβ. δελτίο Τύπου., πίνακας ανακοινώσεων 1. στον οποίο αναρτώνται ανακοινώσεις: μεταλλικός ~ ~. ~ ~ τσόχας/φελλού. Ανάρτηση στον ~α ~.|| Ηλεκτρονικός ~ ~. Βλ. πίνακας συζητήσεων. 2. ΠΛΗΡΟΦ. εργαλείο, σύστημα ασύγχρονης επικοινωνίας, το οποίο παρέχει τη δυνατότητα στους χρήστες-μέλη του να στέλνουν ή να διαβάζουν ανακοινώσεις με τη μορφή ηλεκτρονικών μηνυμάτων: ηλεκτρονικοί ~ες ~ώσεων. Βλ. πίνακας συζητήσεων, φόρουμ. [< 1: μτγν. ἀνακοίνωσις, γαλλ. annonce 2: γαλλ. communication]
3095ανακοινώσιμος, η, ο [ἀνακοινώσιμος] α-να-κοι-νώ-σι-μος επίθ. (επίσ.): που μπορεί ή επιτρέπεται να ανακοινωθεί: ~ες: πληροφορίες. ~α: αποτελέσματα/περιστατικά.|| (ΟΙΚΟΝ.) Ελάχιστη ~η ποσότητα μετοχών (: στο χρηματιστήριο). [< γαλλ. communicable]
3096ανακολουθία[ἀνακολουθία] α-να-κο-λου-θί-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του ανακόλουθου: ιστορική/λογική/χρονική ~. ~ (μεταξύ) λόγων και έργων (πβ. αναντιστοιχία)/στη (/ως προς τη) σειρά των γεγονότων. Μελέτη που παρουσιάζει ~ες. Πβ. αντινομία, αντίφαση, ασυνέπεια.|| (ΦΙΛΟΣ.) Η ~ είναι είδος εσφαλμένου επιχειρήματος (: απουσία λογικής σύνδεσης μεταξύ προτάσεων και συμπεράσματος). [< μτγν. ἀνακολουθία]
3097ανακόλουθος, η, ο [ἀνακόλουθος] α-να-κό-λου-θος επίθ.: αντιφατικός, ασυνεπής: ~ος: λόγος. ~η: πολιτική/στάση. ~ες: δηλώσεις. Πράξεις ~ες (με/προς) τις αρχές του. Στοιχεία ανακριβή/αναξιόπιστα και ~α. Είναι ~ο να ...|| (για πρόσ.) Αποδείχθηκε/φάνηκε/υπήρξε ~ (απέναντι) στις/με/ως προς τις υποσχέσεις του. ΣΥΝ. αναντίστοιχος ΑΝΤ. ακόλουθος (2) ● Ουσ.: ανακόλουθο (το): ανακολουθία, ασυνέπεια, ασυμφωνία: το ~ των δηλώσεων/μεταξύ λόγων και έργων. Τα ~α και οι αντιφάσεις του συστήματος. ● επίρρ.: ανακόλουθα ● ΣΥΜΠΛ.: ανακόλουθο (σχήμα): ΦΙΛΟΛ. σχήμα λόγου στο οποίο παραβιάζεται η συντακτική συμφωνία των όρων μιας πρότασης ή φράσης: Εγώ, μου αρέσει η Ελλάδα (αντί: Εμένα ...). [< μτγν. ἀνακόλουθος]
3098ανακομιδή[ἀνακομιδή] α-να-κο-μι-δή ουσ. (θηλ.) (συνήθ. ΕΚΚΛΗΣ.): εκταφή των οστών νεκρού (συνήθ. Αγίου, Οσίου ή μάρτυρα) και μεταφορά τους σε οστεοφυλάκιο, τάφο ή μνημείο: ~ (τιμίας) κάρας/(ιερού) λειψάνου/σορού. Πβ. μετακομιδή. [< μτγν. ἀνακομιδή]
3099ανακόντα[ἀνακόντα] α-να-κό-ντα ουσ. (θηλ. + ουδ.) {άκλ.}: ΖΩΟΛ. πολύ μεγάλο, μη δηλητηριώδες, δενδρόβιο ή συνήθ. υδρόβιο φίδι των τροπικών δασών της Ν. Αμερικής (επιστ. ονομασ. Eunectes murinus), συγγενικό με τον βόα. Βλ. πύθωνας. [< αγγλ.-γαλλ. anaconda]
3100ανακοπή[ἀνακοπή] α-να-κο-πή ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. αιφνίδια παύση της καρδιακής λειτουργίας: θάνατος από ~. Έπαθε/πέθανε από/υπέστη καρδιακή ~/~ της καρδιάς. Πβ. καρδιακή προσβολή. Βλ. έμφραγμα, μαρμαρυγή, συγκοπή. 2. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανακόπτω: (βίαιη) ~ της ανάπτυξης/της εξέλιξης/της (ανοδικής) πορείας. Προσπάθεια ~ής της παρακμής. Πβ. ανάσχεση, αναχαίτιση, διακοπή, παρεμπόδιση, σταμάτημα.|| (ΜΗΧΑΝ.) Θερμοκρασία/σημείο/πίεση ~ής. 3. ΝΟΜ. ένδικο μέσο που στοχεύει στην ακύρωση πρωτοβάθμιας δικαστικής απόφασης: πτωχευτική ~. ~ (κατά) αναγκαστικής εκτέλεσης/διαταγής πληρωμής/κατάσχεσης/πλειστηριασμού. ~ ενώπιον του Δικαστηρίου. Άσκηση/εκδίκαση/κατάθεση/πράξη ~ής. Δικόγραφο ~ής. Αποφάσεις επί ~ών. Βλ. αγωγή, έφεση, προσφυγή, τριτ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ανακοπή ερημοδικίας: ΝΟΜ. ένδικο μέσο για την ακύρωση καταδικαστικής απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του κατηγορουμένου: απόρριψη ~ής ~. [< 1: γαλλ. inhibition 2: μτγν. ἀνακοπή 3: γαλλ. opposition]
3101ανακόπτω[ἀνακόπτω] α-να-κό-πτω ρ. (μτβ.) {ανέκο-ψε, ανακό-ψει, ανακό-πηκε (λογιότ. ανεκόπη)} (λόγ.): διακόπτω συνήθ. ξαφνικά μια διαδικασία, δραστηριότητα ή ενέργεια: Προσπαθούν να ~ψουν την άνοδο του πληθωρισμού. Η πρόοδος ~πηκε (βίαια) εξαιτίας του πολέμου.|| ~ψαν τους εισβολείς (= απέκρουσαν). (σε ομαδικό άθλημα:) Κατάφερε να ~ψει τον αντίπαλο επιθετικό. Πβ. αναχαιτίζω, παρεμποδίζω. [< αρχ. ἀνακόπτω]
3102ανακοστολόγηση[ἀνακοστολόγηση] α-να-κο-στο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.): κοστολόγηση εκ νέου: ~ φαρμάκων. Πβ. ανα-, επανα-τιμολόγηση.
3103ανακούρκουδα[ἀνακούρκουδα] α-να-κούρ-κου-δα επίρρ. & ανακούκουρδα (λαϊκό): με λυγισμένα γόνατα και το σώμα στηριγμένο στα δάχτυλα των ποδιών: Κάθεται ~. Βλ. βαθύ κάθισμα, οκλαδόν. [< μεσν. ανακούρκουδα]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.