Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [40380-40400]

IDΛήμμαΕρμηνεία
39773περίκαλαπε-ρί-κα-λα επίρρ.: στη ● ΦΡ.: καλά και περίκαλα (προφ.): εξαιρετικά, πάρα πολύ καλά: Όλα ~ ~! ΑΝΤ. κακά
39774περικαλλής, ής, ές πε-ρι-καλ-λής επίθ. {περικαλλ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): πανέμορφος, εξαίσιος: ~ής: ναός. ~ές: άγαλμα/μνημείο. [< αρχ. περικαλλής]
39775περικάλυμμαπε-ρι-κά-λυμ-μα ουσ. (ουδ.): περίβλημα: πλαστικό ~. Πβ. περικάλυψη. [< αρχ. περικάλυμμα ‘σκέπασμα, πρόσχημα’]
39776περικαλύπτωπε-ρι-κα-λύ-πτω ρ. (μτβ.) (σπάν.-λόγ.): καλύπτω από όλες τις πλευρές. Πβ. περιβάλλω. [< αρχ. περικαλύπτω]
39777περικάλυψηπε-ρι-κά-λυ-ψη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του περικαλύπτω· συνεκδ. περικάλυμμα. [< μτγν. περικάλυψις]
39778περικαλώ[περικαλῶ] πε-ρι-κα-λώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) (λαϊκό-ειρων.): παρακαλώ: Το ονοματάκι σας, ~! [< μεσν. περικαλώ]
39779περικαρδιακός, ή, ό πε-ρι-καρ-δι-α-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το περικάρδιο: ~ή: κοιλότητα/συλλογή υγρού. Βλ. ενδοκαρδιακός, εξωκαρδιακός. [< γαλλ. péricardique, αγγλ. pericardial]
39780περικάρδιοπε-ρι-κάρ-δι-ο ουσ. (ουδ.) {περικαρδίου}: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. θύλακας που περιβάλλει την καρδιά και τις ρίζες των μεγάλων αγγείων. Βλ. ενδο-, μυο-κάρδιο. [< μτγν. περικάρδιον, γαλλ. péricarde, αγγλ. pericardium]
39781περικαρδίτιδαπε-ρι-καρ-δί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή του περικαρδίου: οξεία/συμπιεστική/υγρή ~. Βλ. ενδο-, μυο-καρδίτιδα. [< γαλλ. péricardite, αγγλ. pericarditis]
39782περικάρπιοπε-ρι-κάρ-πι-ο ουσ. (ουδ.) {περικαρπίου} 1. ΑΝΑΤ. το τμήμα του χεριού γύρω από τον καρπό. 2. (συνεκδ.) το αντίστοιχο περικάλυμμα: δερμάτινο/(ΑΡΧΑΙΟΛ.) χρυσό ~.|| (συνήθ. σε αθλητικό εξοπλισμό) ~ για τον ιδρώτα (ΣΥΝ. δέστρα). Βλ. βραχιόλι. 3. ΒΟΤ. περίβλημα του καρπού: δερματώδες ~. Πβ. φλοιός, φλούδα. Βλ. ενδο-, επι-, μεσο-κάρπιο. [< αρχ. περικάρπιον, αγγλ. pericarp, γαλλ. péricarpe]
39783περικείμενοπε-ρι-κεί-με-νο ουσ. (ουδ.) {περικειμένου} 1. ΓΛΩΣΣ. το γλωσσικό και εξωγλωσσικό περιβάλλον μέσα στο οποίο παράγεται και ερμηνεύεται ένα κείμενο. Πβ. συγκείμενο, συμφραζόμενα. 2. (γενικότ.) το πλαίσιο μέσα στο οποίο αποκτά νόημα και εξηγείται μια κατάσταση, ένα γεγονός: ιστορικό ~. [< πβ. αρχ. μτχ. περικείμενος, αγγλ. context]
39784περικεκομμένος, η, ο πε-ρι-κε-κομ-μέ-νος επίθ. (αρχαιοπρ.): που έχει περικοπεί: ~η: έκδοση. ~ο: κείμενο. Πβ. συντομευμένος. ● βλ. περικόπτω [< μτχ. παθ. παρακ. του μτγν. ρ. περικόπτω]
39785περικεντρικός, ή, ό πε-ρι-κε-ντρι-κός επίθ.: που βρίσκεται γύρω από το κέντρο: ~ή: πολεοδομική οργάνωση. Βλ. -κεντρικός. [< αγγλ. pericentric]
39786περίκεντροπε-ρί-κε-ντρο ουσ. (ουδ.) ΓΕΩΜ. 1. το κέντρο του περιγεγραμμένου σε τρίγωνο κύκλου, που αποτελεί το σημείο τομής των τριών μεσοκαθέτων του τριγώνου. Βλ. έκ-, ορθό-, παρά-κεντρο. 2. το κέντρο του κύκλου ή της σφαίρας όπου είναι εγγεγραμένο ένα πολύγωνο ή πολύεδρο, αντίστοιχα. [< νεολατ. pericentrum]
39787περίκεντρος, η, ο πε-ρί-κε-ντρος επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. που αναπτύσσεται ομοιόμορφα γύρω από το κέντρο: ~ος: ναός. ~ο: κτίριο.
39788περικεφαλαίαπε-ρι-κε-φα-λαί-α ουσ. (θηλ.): ΣΤΡΑΤ. κράνος πολεμιστών κατά την Αρχαιότητα και τον Μεσαίωνα: αρχαιοελληνική/σιδερένια/χρυσή ~. ● ΦΡ.: βλάκας με πατέντα/περικεφαλαία/λοφίο βλ. βλάκας, γάιδαρος με περικεφαλαία βλ. γάιδαρος [< αρχ. περικεφαλαία]
39789περικλεής, ής, ές πε-ρι-κλε-ής επίθ. {περικλε-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (σπάν.-λόγ.): ένδοξος, ξακουστός: ~ής: ναός (= ονομαστός, περίφημος). ΣΥΝ. ευκλεής [< μτγν. περικλεής]
39790περίκλεισηπε-ρί-κλει-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του περικλείω. [< μτγν. περίκλεισις]
39791περίκλειστος, η, ο πε-ρί-κλει-στος επίθ.: που είναι κλεισμένος ολόγυρα: ~ος: χώρος (πβ. περίφρακτος, περιφραγμένος). ~η: πλατεία/πόλη.|| (μτφ.) ~η: κοινωνία. ~ο: κράτος. Πβ. απομονωμένος.|| (ΚΑΛ. ΤΕΧΝ., στο Βυζάντιο) ~ο: σμάλτο (: τέχνη περίχυσης του σμάλτου ανάμεσα στα περιγράμματα των μορφών μιας εικόνας που σχηματίζονταν από λεπτά σύρματα). [< μτγν. περίκλειστος]
39792περικλείωπε-ρι-κλεί-ω ρ. (μτβ.) {περιέκλει-σα, περικλεί-εται, -στηκε, -σμένος, -όμενος, -οντας} & περικλείνω: κλείνω ολόγυρα: Την πόλη ~ει ένα πανύψηλο τείχος. Οικοδομικό τετράγωνο που ~εται από τις οδούς ... Πβ. περι-βάλλω, -κυκλώνω, -τριγυρίζω.περικλείει: περιέχει: Η ύλη ~ ενέργεια. Η συσκευασία ~ οδηγίες χρήσης. Πβ. εγκλείω. [< αρχ. περικλείω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.