| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 39793 | περικνημίδα | πε-ρι-κνη-μί-δα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ. περικνημίδ-ες} 1. ΑΘΛ. ειδικό προστατευτικό κάλυμμα της κνήμης: ελαστική ~. Πβ. γκέτες. 2. ΙΣΤ. σκέπασμα που προφύλασσε την κνήμη και αποτελούσε μέρος της πανοπλίας των πολεμιστών κατά την Αρχαιότητα και τον Μεσαίωνα: ορειχάλκινες ~ες. ΣΥΝ. κνημίδα 3. (παλαιότ.-λόγ.) κάλυμμα της κνήμης, συνήθ. σε παραδοσιακές φορεσιές: μάλλινες ~ες. Βλ. τσουράπι. [< 2: μτγν. περικνημίς 3: γαλλ. jambière] | |
| 39794 | περικόβω | βλ. περικόπτω | |
| 39795 | περικοκλάδα | πε-ρι-κο-κλά-δα ουσ. (θηλ.) & περιπλοκάδα 1. ΒΟΤ. πολυετές ποώδες φυτό (γένος Convolvulus), συνήθ. αναρριχητικό. Πβ. χωνάκι. Βλ. ζιζάνιο. 2. {συνήθ. στον πληθ.} (μτφ.) φλύαρη, περίπλοκη και πομπώδης διατύπωση: Ο λόγος του ήταν σαφής, χωρίς ~ες και αερολογίες. Πβ. σάλτσες. [< 1: μεσν. περιπλοκάς] | |
| 39796 | περίκομψος | , η, ο πε-ρί-κομ-ψος επίθ. (λόγ.): πολύ ή επιτηδευμένα κομψός, περίτεχνος: ~η: αρχιτεκτονική. ~ο: κόσμημα. [< αρχ. περίκομψος] | |
| 39797 | περικοπή | πε-ρι-κο-πή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): εδάφιο, χωρίο, συνήθ. εκκλησιαστικού κειμένου: αποστολική/ευαγγελική ~. ● περικοπές (οι) {σπανιότ. στον εν.}: ελάττωση, μείωση: φορολογικές ~. (Βίαιες/δραματικές/δραστικές/σοβαρές) ~ αποδοχών/δαπανών (πβ. περιστολή)/επιδοτήσεων/κόστους. Οριζόντιες/κάθετες ~ μισθών. ~ στις συντάξεις. ~ της τάξεως του ... %. Ανακοινώθηκε η ~ή επιδομάτων για τους δημοσίους υπαλλήλους. Πβ. τσεκούρωμα.|| ~ δρομολογίων/θέσεων εργασίας/ωρών διδασκαλίας. Η εταιρεία προέβη σε μαζικές ~ προσωπικού. Το κείμενο δημοσιεύτηκε πλήρες, χωρίς ~. [< μτγν. περικοπή ‘απόσπασμα, μείωση’] | |
| 39798 | περικόπτω | πε-ρι-κό-πτω ρ. (μτβ.) {περιέκο-ψε, περικόπ-ηκε, περικο-μμένος (σπάν.-λόγ.) περικεκομμένος, περικόπτ-οντας} & (σπάν.) περικόβω: μειώνω, αφαιρώ: Η εταιρεία/κυβέρνηση ~ει τις δαπάνες/τις θέσεις εργασίας/τα κονδύλια. ~μμένος: προϋπολογισμός. Πβ. ελαττώνω, κουρεύω, περιορίζω, τσεκουρώνω.|| ~ψαν σκηνές από την ταινία. ~μμένη: έκδοση (λογισμικού). Πβ. πετσοκόβω. ● βλ. περικεκομμένος [< μτγν. περικόπτω] | |
| 39799 | περικόχλιο | πε-ρι-κό-χλι-ο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. παξιμάδι. Βλ. κοχλίας. [< μτγν. περικόχλιον] | |
| 39800 | περικυκλώνω | πε-ρι-κυ-κλώ-νω ρ. (μτβ.) {περικύκλω-σα, περικυκλώ-θηκε, -μένος, περικυκλών-οντας}: κυκλώνω από όλες τις πλευρές, περιβάλλω: Ο εχθρός/στρατός ~σε το χωριό. Όρμος ~μένος από βουνά. Πβ. περι-κλείω, -τριγυρίζω. ΣΥΝ. περιζώνω [< μεσν. περικυκλώνω < αρχ. περικυκλῶ] | |
| 39801 | περικύκλωση | πε-ρι-κύ-κλω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του περικυκλώνω: συμβολική ~ του Κοινοβουλίου. Επιχείρηση ~ης. ~ και αποκλεισμός του κτιρίου από διαδηλωτές. ~ της πόλης από στρατεύματα. [< αρχ. περικύκλωσις] | |
| 39802 | περιλαβαίνω | πε-ρι-λα-βαί-νω ρ. (μτβ.) {περιέλαβα κ. περίλαβα, περιλάβω} (προφ.): αρπάζω, πιάνω κάποιον και καταφέρομαι εναντίον του: Πρόσεχε μη σε περιλάβω! Πβ. περιποιούμαι, τσακώνω.|| (μτφ.) Τον περιέλαβε η εφορία. [< μεσν. περιλαβαίνω] | |
| 39803 | περιλαίμιο | πε-ρι-λαί-μι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} 1. λουρί που τοποθετείται γύρω από τον λαιμό ζώων: αντιπαρασιτικό ~. ~ γάτας/σκύλου. Πβ. λαιμαριά, λαιμοδέτης, περιαυχένιο. 2. (λόγ.) καθετί που περιβάλλει τον λαιμό: (ΙΑΤΡ.) αυχενικό ~ (πβ. κολάρο). Διαμαντένιο ~ (πβ. κολιέ, περιδέραιο). Βλ. γιακάς. | |
| 39804 | περιλάλητος | , η, ο πε-ρι-λά-λη-τος επίθ. (λόγ.): περίφημος, ονομαστός. Πβ. ξακουστός. Βλ. περιβόητος. [< μτγν. περιλάλητος] | |
| 39805 | περιλαμβάνω | πε-ρι-λαμ-βά-νω ρ. (μτβ.) {περιλάμβανε (λόγ.) περιελάμβανε, περιέλαβα, περιελήφ-θηκε (συνηθέστ. λόγ. περιελήφθ-η, -ησαν, μτχ. περιληφθ-είς, -είσα, -έν), περιληφ-θεί, περιλαμβάν-οντας}: συμπεριλαμβάνω, συνυπολογίζω: Στην τιμή ~ονται διαμονή και ημιδιατροφή. (σε τιμοκατάλογο:) Κόστος ... ευρώ (~ει ΦΠΑ).|| Περιέλαβαν τον ... ανάμεσα στους πιο αξιόλογους λογοτέχνες του αιώνα.|| Το όνομά του δεν ~εται (= συγκαταλέγεται) στον πίνακα των επιτυχόντων. Στη δήλωση έχουν ~θεί αναληθή στοιχεία. ● περιλαμβάνει: αποτελείται από, περιέχει, περικλείει: Ο εξοπλισμός/το μάθημα/το μενού ~ (μεταξύ άλλων) ... Αρχείο που ~ προσωπικά έγγραφα. Μια υγιεινή δίαιτα ~ ποικιλία τροφίμων.|| Ένας ψηφιακός δίσκος μπορεί να περιλάβει (= χωρέσει) ολόκληρη εγκυκλοπαίδεια. ● ΦΡ.: περιλαμβανομένου , -ης, -ου (λόγ., + γεν.): συνυπολογίζοντας: Η τιμή ανέρχεται στα ... ευρώ, ~ του ΦΠΑ. Πβ. συμ~. ΑΝΤ. πλέον (2) [< αρχ. περιλαμβάνω] | |
| 39806 | περίλαμπρος | , η, ο πε-ρί-λα-μπρος επίθ. 1. (μτφ.) περίφημος, ένδοξος: ~ος: ναός. ~ο: έργομνημείο. 2. που έχει έντονη λάμψη. ΣΥΝ. ολόλαμπρος ● επίρρ.: περίλαμπρα [< μτγν. περίλαμπρος] | |
| 39807 | περιληπτικός | , ή, ό πε-ρι-λη-πτι-κός επίθ.: που αναφέρεται με συντομία στα βασικά σημεία: ~ή: αναφορά/απόδοση/παρουσίαση. ~ό: άρθρο/σημείωμα. Πβ. περιεκτικός. ΣΥΝ. συνοπτικός ● επίρρ.: περιληπτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: περιληπτικό όνομα/ουσιαστικό & περιληπτικός όρος: ΓΡΑΜΜ. όνομα ενικού αριθμού που δηλώνει σύνολο ομοειδών προσώπων, ζώων ή πραγμάτων (π.χ. στρατός, κόσμος, λαός, αγέλη). [< γαλλ. sujet/terme collectif] [< αρχ. περιληπτικός] | |
| 39808 | περίληψη | πε-ρί-λη-ψη ουσ. (θηλ.): περιεκτική και συνοπτική απόδοση του νοήματος γραπτού ή προφορικού κειμένου: εκτενής/σύντομη ~. ~ άρθρου/διακήρυξης/ομιλίας. Γράφω/κάνω ~. Πβ. πύκνωση, σύνοψη. ΣΥΝ. ρεζουμέ (1) ● Υποκ.: περιληψούλα (η) ● ΦΡ.: εν περιλήψει (λόγ.): περιληπτικά, με λίγα λόγια. [< αρχ. περίληψις, γαλλ. résumé] | |
| 39809 | περιλούζω | πε-ρι-λού-ζω ρ. (μτβ.) {περιέλου-σα, περιλού-στηκα, περιλούζ-οντας} & (λόγ.) περιλούω 1. καταβρέχω: Τον ~σε με βενζίνη/λάδι/νερό. ~στηκε με εύφλεκτο υγρό και αυτοπυρπολήθηκε. Πβ. περιβρέχω.|| (μτφ.) Φως ~σε το πρόσωπό του. 2. (μτφ.) βρίζω: Τους ~σε με ύβρεις. Πβ. διαολοστέλνω, εξ-, καθ-υβρίζω. ΣΥΝ. λούζω (2) [< μτγν. περιλούω] | |
| 39810 | περίλυπος | , η, ο πε-ρί-λυ-πος επίθ. (λόγ.): καταλυπημένος: ~η: έκφραση (προσώπου). ~ο: ύφος. (εμφατ.) ~ος έως θανάτου. ΑΝΤ. περιχαρής [< αρχ. περίλυπος] | |
| 39811 | περιμαζεύω | πε-ρι-μα-ζεύ-ω ρ. (μτβ.) {περιμάζ-εψα, -εύτηκε, -εμένος} 1. συγκεντρώνω πράγματα που είναι σκόρπια ή έχουν διασκορπιστεί: ~ει τα αποφάγια/ό,τι πετιέται στα σκουπίδια. ~εψε τα κομμάτια του σπασμένου βάζου. Πβ. περισυλλέγω.|| (μτφ.) ~εψε όση αξιοπρέπεια του είχε απομείνει και έφυγε. 2. προσφέρω βοήθεια, κυρ. κατάλυμα και τροφή, σε κάποιον εγκαταλειμμένο, που έχει ανάγκη: Τον λυπήθηκε και τον ~εψε από τον δρόμο.|| ~εψαν τα αδέσποτα της γειτονιάς. Βλ. περιθάλπω. 3. (σπάν.) περιορίζω: ~ τις δαπάνες. (προστ.) Για ~εψε τη γλώσσα σου! Πβ. συγκρατώ, (συμ)μαζεύω. [< μεσν. περιμαζεύω] | |
| 39812 | περιμένω | πε-ρι-μέ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {περίμεν-α, περιμέν-οντας} 1. παραμένω, στέκομαι κάπου, μέχρι να έρθει κάποιος ή να συμβεί κάτι, συνήθ. προγραμματισμένο: ~ το λεωφορείο (στη στάση)/(για) ταξί/το τρένο (στον σταθμό). ~εις πολλή ώρα; Περίμενέ με έξω/στην είσοδο. ~ετε στην ουρά! 2. βρίσκομαι σε κατάσταση αναμονής: ~ με αγωνία/ανυπομονησία τα αποτελέσματα των εξετάσεων. Άδικα/μάταια ~ει να του δώσουν μια απάντηση. Θα ~ την κατάλληλη στιγμή. Θα ~ νέα σου/νεότερα. Περίμενε (= κάνε υπομονή) λίγο ακόμη, να δεις πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα. Πβ. ανα-, προσ-μένω. 3. καθυστερώ, χρονοτριβώ: Μίλα λοιπόν, τι ~εις;|| Η δουλειά μπορεί να ~ει (= δεν είναι τόσο επείγουσα). Τα προβλήματα δεν μπορούν να ~ουν άλλο. 4. ελπίζω, προσδοκώ: Δεν ~ βοήθεια από πουθενά. ~ουν ένα θαύμα. ~ ότι η κατάσταση θα αλλάξει. Δεν έχω πια τίποτα να ~. Μην ~εις πολλά πράγματα από αυτόν. 5. θεωρώ κάτι πιθανό, φαντάζομαι, υποθέτω: Δεν ~α να δείξει τέτοια αναισθησία! Θα ~ε κανείς ότι ... Θα έπρεπε να το ~ ότι ...|| Από αυτόν όλα να τα ~εις! 6. ζητώ, έχω την αξίωση: ~ εξηγήσεις/να ζητήσεις συγγνώμη! ● περίμενε! (προφ.): στάσου, κάτσε, σταμάτα: ~ λίγο, έρχομαι!|| ~ μια στιγμή (= μη μιλάς)!|| ~ (= βάστα, όπα)! Πολλή φόρα πήρες! ● ΦΡ.: από εκεί που δεν το περιμένεις (προφ.): αναπάντεχα, απρόοπτα, ξαφνικά: Καμιά φορά ο έρωτας έρχεται ~ ~. Μου την έφεραν από εκεί που δεν το περίμενα., με περιμένει: αναμένεται, πρόκειται να μου συμβεί: Μας ~ βαρύς χειμώνας/δύσκολη μέρα/πολλή δουλειά. Στο σπίτι σε ~ μια μικρή έκπληξη.|| Δεν έχεις την παραμικρή ιδέα (του) τι σε ~., ποιος (θα/να) το περίμενε/έλεγε/φανταζόταν (προφ.): για κάτι απρόσμενο, που προκαλεί έκπληξη: ~ ~ ότι/πως θα συνέβαινε κάτι τέτοιο!, στο περίμενε (προφ.): σε αναμονή: Βρίσκεται/είναι/τον έχει ~ ~., τα περιμένει όλα: βασίζεται στους άλλους για κάτι που τον αφορά και θα έπρεπε να ασχοληθεί ή να κοπιάσει ο ίδιος: ~ ~ από τους γονείς του. Μην τα ~εις όλα έτοιμα!, τον περιμένουν (προφ.): είναι ετοιμοθάνατος. ΣΥΝ. με το ένα πόδι/με τα δυο πόδια στον τάφο, αναμένω/περιμένω στο ακουστικό (μου) βλ. ακουστικό, κάθομαι/μένω/περιμένω/στέκομαι με σταυρωμένα/δεμένα χέρια/σταυρώνω τα χέρια βλ. σταυρώνω, περιμένει/περιμένουν παιδί βλ. παιδί, περιμένω κάποιον στη γωνία/στροφή βλ. γωνία, στάσου/περίμενε/κάτσε και θα δεις! βλ. στέκομαι [< αρχ. περιμένω ‘αναμένω, ανέχομαι’] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ