Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [40400-40420]

IDΛήμμαΕρμηνεία
39809περιλούζωπε-ρι-λού-ζω ρ. (μτβ.) {περιέλου-σα, περιλού-στηκα, περιλούζ-οντας} & (λόγ.) περιλούω 1. καταβρέχω: Τον ~σε με βενζίνη/λάδι/νερό. ~στηκε με εύφλεκτο υγρό και αυτοπυρπολήθηκε. Πβ. περιβρέχω.|| (μτφ.) Φως ~σε το πρόσωπό του. 2. (μτφ.) βρίζω: Τους ~σε με ύβρεις. Πβ. διαολοστέλνω, εξ-, καθ-υβρίζω. ΣΥΝ. λούζω (2) [< μτγν. περιλούω]
39810περίλυπος, η, ο πε-ρί-λυ-πος επίθ. (λόγ.): καταλυπημένος: ~η: έκφραση (προσώπου). ~ο: ύφος. (εμφατ.) ~ος έως θανάτου. ΑΝΤ. περιχαρής [< αρχ. περίλυπος]
39811περιμαζεύωπε-ρι-μα-ζεύ-ω ρ. (μτβ.) {περιμάζ-εψα, -εύτηκε, -εμένος} 1. συγκεντρώνω πράγματα που είναι σκόρπια ή έχουν διασκορπιστεί: ~ει τα αποφάγια/ό,τι πετιέται στα σκουπίδια. ~εψε τα κομμάτια του σπασμένου βάζου. Πβ. περισυλλέγω.|| (μτφ.) ~εψε όση αξιοπρέπεια του είχε απομείνει και έφυγε. 2. προσφέρω βοήθεια, κυρ. κατάλυμα και τροφή, σε κάποιον εγκαταλειμμένο, που έχει ανάγκη: Τον λυπήθηκε και τον ~εψε από τον δρόμο.|| ~εψαν τα αδέσποτα της γειτονιάς. Βλ. περιθάλπω. 3. (σπάν.) περιορίζω: ~ τις δαπάνες. (προστ.) Για ~εψε τη γλώσσα σου! Πβ. συγκρατώ, (συμ)μαζεύω. [< μεσν. περιμαζεύω]
39812περιμένωπε-ρι-μέ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {περίμεν-α, περιμέν-οντας} 1. παραμένω, στέκομαι κάπου, μέχρι να έρθει κάποιος ή να συμβεί κάτι, συνήθ. προγραμματισμένο: ~ το λεωφορείο (στη στάση)/(για) ταξί/το τρένο (στον σταθμό). ~εις πολλή ώρα; Περίμενέ με έξω/στην είσοδο. ~ετε στην ουρά! 2. βρίσκομαι σε κατάσταση αναμονής: ~ με αγωνία/ανυπομονησία τα αποτελέσματα των εξετάσεων. Άδικα/μάταια ~ει να του δώσουν μια απάντηση. Θα ~ την κατάλληλη στιγμή. Θα ~ νέα σου/νεότερα. Περίμενε (= κάνε υπομονή) λίγο ακόμη, να δεις πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα. Πβ. ανα-, προσ-μένω. 3. καθυστερώ, χρονοτριβώ: Μίλα λοιπόν, τι ~εις;|| Η δουλειά μπορεί να ~ει (= δεν είναι τόσο επείγουσα). Τα προβλήματα δεν μπορούν να ~ουν άλλο. 4. ελπίζω, προσδοκώ: Δεν ~ βοήθεια από πουθενά. ~ουν ένα θαύμα. ~ ότι η κατάσταση θα αλλάξει. Δεν έχω πια τίποτα να ~. Μην ~εις πολλά πράγματα από αυτόν. 5. θεωρώ κάτι πιθανό, φαντάζομαι, υποθέτω: Δεν ~α να δείξει τέτοια αναισθησία! Θα ~ε κανείς ότι ... Θα έπρεπε να το ~ ότι ...|| Από αυτόν όλα να τα ~εις! 6. ζητώ, έχω την αξίωση: ~ εξηγήσεις/να ζητήσεις συγγνώμη!περίμενε! (προφ.): στάσου, κάτσε, σταμάτα: ~ λίγο, έρχομαι!|| ~ μια στιγμή (= μη μιλάς)!|| ~ (= βάστα, όπα)! Πολλή φόρα πήρες! ● ΦΡ.: από εκεί που δεν το περιμένεις (προφ.): αναπάντεχα, απρόοπτα, ξαφνικά: Καμιά φορά ο έρωτας έρχεται ~ ~. Μου την έφεραν από εκεί που δεν το περίμενα., με περιμένει: αναμένεται, πρόκειται να μου συμβεί: Μας ~ βαρύς χειμώνας/δύσκολη μέρα/πολλή δουλειά. Στο σπίτι σε ~ μια μικρή έκπληξη.|| Δεν έχεις την παραμικρή ιδέα (του) τι σε ~., ποιος (θα/να) το περίμενε/έλεγε/φανταζόταν (προφ.): για κάτι απρόσμενο, που προκαλεί έκπληξη: ~ ~ ότι/πως θα συνέβαινε κάτι τέτοιο!, στο περίμενε (προφ.): σε αναμονή: Βρίσκεται/είναι/τον έχει ~ ~., τα περιμένει όλα: βασίζεται στους άλλους για κάτι που τον αφορά και θα έπρεπε να ασχοληθεί ή να κοπιάσει ο ίδιος: ~ ~ από τους γονείς του. Μην τα ~εις όλα έτοιμα!, τον περιμένουν (προφ.): είναι ετοιμοθάνατος. ΣΥΝ. με το ένα πόδι/με τα δυο πόδια στον τάφο, αναμένω/περιμένω στο ακουστικό (μου) βλ. ακουστικό, κάθομαι/μένω/περιμένω/στέκομαι με σταυρωμένα/δεμένα χέρια/σταυρώνω τα χέρια βλ. σταυρώνω, περιμένει/περιμένουν παιδί βλ. παιδί, περιμένω κάποιον στη γωνία/στροφή βλ. γωνία, στάσου/περίμενε/κάτσε και θα δεις! βλ. στέκομαι [< αρχ. περιμένω ‘αναμένω, ανέχομαι’]
39813περιμετρικός, ή, ό πε-ρι-με-τρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την περίμετρο: ~ός: φωτισμός. ~ή: ζώνη/οδός. ~ή προστασία χώρου. ● επίρρ.: περιμετρικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. perimetral, αγγλ. perimetric]
39814περίμετροςπε-ρί-με-τρος ουσ. (θηλ.) {περιμέτρ-ου}: γραμμή που ορίζει την περιφέρεια σχήματος, χώρου: ~ μέσης/στήθους.|| (ΓΕΩΜ.) ~ τριγώνου/τετραγώνου. Βλ. εμβαδόν. [< αρχ. περίμετρος, γαλλ. périmètre, αγγλ. perimeter]
19194πΕριναιο

[ἐφήβαιο] ε-φή-βαι-ο ουσ. (ουδ.) {εφηβαί-ου} & εφηβαίο: ΑΝΑΤ. τριγωνική περιοχή στο κατώτερο τμήμα του υπογάστριου: το τριχωτό του ~ου. Πβ. το όρος της Αφροδίτης. Βλ. περίνεο. ΣΥΝ. ήβη (2) [< μτγν. ἐφήβαιον]

39815περινεϊκός, ή, ό πε-ρι-νε-ϊ-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το περίνεο: ~ή: κήλη. [< γαλλ. périnéal, αγγλ. perineal]
39816περίνεοπε-ρί-νε-ο ουσ. (ουδ.) {περινέου}: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. η περιοχή ανάμεσα στον πρωκτό και τα εξωτερικά γεννητικά όργανα. [< αρχ. ὁ περίνεος, περίναιος, περίναιον (το), γαλλ. périnée, αγγλ. perineum]
39817περινεοτομήπε-ρι-νε-ο-το-μή ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) περινεοτομία: ΙΑΤΡ. χειρουργική τομή του περινέου, συνήθ. κατά τον τοκετό. Βλ. -τομή. [< γαλλ. perineotomie, αγγλ. perineotomy]
39818πέριξπέ-ριξ επίρρ. (λόγ.): γύρω από: ~ της περιοχής. Πβ. ολόγυρα, τριγύρω.|| (ως επίθ.) Οι ~ δήμοι/δρόμοι. Από τα ~ χωριά. ● Ουσ.: πέριξ (τα): περίχωρα: στα ~ της πόλης. [< αρχ. πέριξ]
39819περιοδείαπε-ρι-ο-δεί-α ουσ. (θηλ.) {περιοδειών}: σύνολο προγραμματισμένων διαδοχικών επισκέψεων συνήθ. καλλιτέχνη ή πολιτικού σε διαφορετικά μέρη, για τη διεξαγωγή καλλιτεχνικών ή προεκλογικών εκδηλώσεων, αντίστοιχα: καλοκαιρινή/παγκόσμια ~. Κάνει/ξεκινά ~. Βρίσκεται σε ~. Αναβλήθηκε/ολοκληρώθηκε/συνεχίζεται η ~ του (υποψηφίου) βουλευτή/πρωθυπουργού/συγκροτήματος (= τουρνέ). [< μτγν. περιοδεία ‘περιήγηση’]
39820περιοδεύωπε-ρι-ο-δεύ-ω ρ. (αμτβ.) {περιόδευ-σε, περιοδεύ-οντας, (λόγ.) μτχ. -ων, -ουσα, -ον}: κάνω περιοδεία: Έκθεση/παράσταση που ~ει όλο τον χρόνο/από πόλη σε πόλη. ~ουσα: έκθεση. Οι υποψήφιοι των κομμάτων ~ουν στη χώρα. Το συγκρότημα ~σε ανά τον κόσμο, παρουσιάζοντας τη νέα του δουλειά. [< μτγν. περιοδεύω ‘περιηγούμαι’]
39821περιοδεύων, ουσα, ον πε-ρι-ο-δεύ-ων επίθ.: που περιοδεύει: ~ων: αντιπρόσωπος/θίασος/πωλητής. ~ουσα: έκθεση (φωτογραφίας). ~ον: θέατρο/τσίρκο. ● Ουσ.: περιοδεύον (το): ΣΤΡΑΤ. συμβούλιο που συγκαλείται ανά τακτά χρονικά διαστήματα, στο οποίο παρουσιάζονται οι στρατεύσιμοι, προκειμένου να δηλώσουν τα στοιχεία τους για την κατάταξή τους στις Ένοπλες Δυνάμεις: Περνάω ~ (πβ. ΣΕΟ). ● ΣΥΜΠΛ.: περιοδεύων θίασος βλ. θίασος [< μτγν. μτχ. περιοδεύων]
39822περιοδικόπε-ρι-ο-δι-κό ουσ. (ουδ.) 1. έντυπο που εκδίδεται και κυκλοφορεί ανά τακτά χρονικά διαστήματα, συνήθ. κάθε εβδομάδα ή μήνα, και περιέχει κυρ. δημοσιεύματα, ρεπορτάζ, φωτογραφίες και διαφημίσεις· κατ' επέκτ. η αντίστοιχη ηλεκτρονική έκδοση: αθλητικό/ανδρικό/γυναικείο/ένθετο/εξειδικευμένο/λογοτεχνικό/μουσικό/οικονομικό/παιδικό (βλ. κόμικ)/πολιτικό/σκανδαλοθηρικό/σχολικό/τηλεοπτικό (= τηλε~) ~. Οι αναγνώστες/η κυκλοφορία/το τεύχος ενός ~ού. Λαϊκά ~ά. ~ά μαγειρικής/μόδας/ποικίλης ύλης/τέχνης/φωτογραφίας. ~ά για τους γονείς/την υγεία. Βλ. Τύπος.|| Δημοσιεύσεις σε (διεθνή) επιστημονικά/ιατρικά ~ά.|| ~ά στο διαδίκτυο (βλ. ψηφιακός Τύπος). 2. (συνεκδ.) η αντίστοιχη επιχείρηση: οι συνεργάτες/η συντακτική ομάδα του ~ού. Κλείσιμο του ~ού. ● Υποκ.: περιοδικάκι (το): στη σημ. 1. [< γαλλ. périodique]
39823περιοδικός, ή, ό πε-ρι-ο-δι-κός επίθ.: που γίνεται ή επανεμφανίζεται ανά τακτά διαστήματα, κατά περιόδους: ~ός: έλεγχος. ~ή: αναθεώρηση/αξιολόγηση/έκδοση/ενημέρωση/εξέταση/λειτουργία/συντήρηση. ~ές: μεταβολές. ~ά: φαινόμενα. Ημερήσιος και ~ Τύπος (: εφημερίδες και περιοδικά). ~ή έκθεση μουσείου. Σε ~ή βάση (ΑΝΤ. μόνιμη). Πβ. κανον-, κυκλ-, τακτ-ικός. Βλ. ευκαιρ-, περιστασ-ιακός, σποραδικός.|| (ΜΑΘ.) ~ή: συνάρτηση.|| (ΦΥΣ.) ~ός: ήχος. ~ή: κίνηση (: ομαλή κυκλική, ταλάντωση). ~ό: κύμα.|| (ΑΣΤΡΟΝ.) ~οί: κομήτες (: όσοι παρουσιάζουν περιοδικότητα στην εμφάνισή τους). ΑΝΤ. απεριοδικός ● επίρρ.: περιοδικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: περιοδικός δεκαδικός αριθμός: ΜΑΘ. με ακολουθία ψηφίων στο δεκαδικό του μέρος, η οποία επαναλαμβάνεται απείρως. [< αγγλ. circulate/recurring/repeating decimal] , Περιοδικός Πίνακας (των Στοιχείων) & Περιοδικό Σύστημα: ΧΗΜ. κατάταξη των χημικών στοιχείων κατά αύξοντα ατομικό αριθμό, αποτελούμενη από επτά γραμμές (περιόδους), από τις οποίες τα στοιχεία καθεμιάς εμφανίζουν προοδευτική μεταβολή (περιοδικότητα) στις ιδιότητές τους, και δεκαοκτώ στήλες (ομάδες), σε καθεμιά από τις οποίες περιλαμβάνονται στοιχεία με παρόμοιες ιδιότητες. Βλ. ακτιν-, λανθαν-ίδες. [< γαλλ. classification périodique (des éléments )] [< μτγν. περιοδικός, αγγλ. periodic, γαλλ. périodique]
39824περιοδικότηταπε-ρι-ο-δι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): επανάληψη ή εμφάνιση σε τακτά χρονικά διαστήματα: ~ του φαινομένου. Πβ. τακτικότητα. Βλ. κανονικότητα, -ότητα. [< γαλλ. périodicité, αγγλ. periodicity]
39825περιοδολόγησηπε-ρι-ο-δο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.): διαχωρισμός της διάρκειας ενός γεγονότος σε μικρότερες χρονικές περιόδους με κοινά χαρακτηριστικά: ~ της ιστορίας. ΣΥΝ. περιοδοποίηση [< αγγλ. periodization, γαλλ. périodisation, 1964]
39826περιοδοντικός, ή, ό πε-ρι-ο-δο-ντι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το περιοδόντιο: ~οί: ιστοί. [< αγγλ. periodontal]
39827περιοδόντιοπε-ρι-ο-δό-ντι-ο ουσ. (ουδ.) {περιοδοντίου}: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. σύνολο ιστών που περιβάλλουν τα δόντια για τη στήριξη και συγκράτησή τους στις γνάθους. [< αγγλ. periodontium]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.