Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [40420-40440]

IDΛήμμαΕρμηνεία
39813περιμετρικός, ή, ό πε-ρι-με-τρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την περίμετρο: ~ός: φωτισμός. ~ή: ζώνη/οδός. ~ή προστασία χώρου. ● επίρρ.: περιμετρικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. perimetral, αγγλ. perimetric]
39814περίμετροςπε-ρί-με-τρος ουσ. (θηλ.) {περιμέτρ-ου}: γραμμή που ορίζει την περιφέρεια σχήματος, χώρου: ~ μέσης/στήθους.|| (ΓΕΩΜ.) ~ τριγώνου/τετραγώνου. Βλ. εμβαδόν. [< αρχ. περίμετρος, γαλλ. périmètre, αγγλ. perimeter]
19194πΕριναιο

[ἐφήβαιο] ε-φή-βαι-ο ουσ. (ουδ.) {εφηβαί-ου} & εφηβαίο: ΑΝΑΤ. τριγωνική περιοχή στο κατώτερο τμήμα του υπογάστριου: το τριχωτό του ~ου. Πβ. το όρος της Αφροδίτης. Βλ. περίνεο. ΣΥΝ. ήβη (2) [< μτγν. ἐφήβαιον]

39815περινεϊκός, ή, ό πε-ρι-νε-ϊ-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το περίνεο: ~ή: κήλη. [< γαλλ. périnéal, αγγλ. perineal]
39816περίνεοπε-ρί-νε-ο ουσ. (ουδ.) {περινέου}: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. η περιοχή ανάμεσα στον πρωκτό και τα εξωτερικά γεννητικά όργανα. [< αρχ. ὁ περίνεος, περίναιος, περίναιον (το), γαλλ. périnée, αγγλ. perineum]
39817περινεοτομήπε-ρι-νε-ο-το-μή ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) περινεοτομία: ΙΑΤΡ. χειρουργική τομή του περινέου, συνήθ. κατά τον τοκετό. Βλ. -τομή. [< γαλλ. perineotomie, αγγλ. perineotomy]
39818πέριξπέ-ριξ επίρρ. (λόγ.): γύρω από: ~ της περιοχής. Πβ. ολόγυρα, τριγύρω.|| (ως επίθ.) Οι ~ δήμοι/δρόμοι. Από τα ~ χωριά. ● Ουσ.: πέριξ (τα): περίχωρα: στα ~ της πόλης. [< αρχ. πέριξ]
39819περιοδείαπε-ρι-ο-δεί-α ουσ. (θηλ.) {περιοδειών}: σύνολο προγραμματισμένων διαδοχικών επισκέψεων συνήθ. καλλιτέχνη ή πολιτικού σε διαφορετικά μέρη, για τη διεξαγωγή καλλιτεχνικών ή προεκλογικών εκδηλώσεων, αντίστοιχα: καλοκαιρινή/παγκόσμια ~. Κάνει/ξεκινά ~. Βρίσκεται σε ~. Αναβλήθηκε/ολοκληρώθηκε/συνεχίζεται η ~ του (υποψηφίου) βουλευτή/πρωθυπουργού/συγκροτήματος (= τουρνέ). [< μτγν. περιοδεία ‘περιήγηση’]
39821περιοδεύων, ουσα, ον πε-ρι-ο-δεύ-ων επίθ.: που περιοδεύει: ~ων: αντιπρόσωπος/θίασος/πωλητής. ~ουσα: έκθεση (φωτογραφίας). ~ον: θέατρο/τσίρκο. ● Ουσ.: περιοδεύον (το): ΣΤΡΑΤ. συμβούλιο που συγκαλείται ανά τακτά χρονικά διαστήματα, στο οποίο παρουσιάζονται οι στρατεύσιμοι, προκειμένου να δηλώσουν τα στοιχεία τους για την κατάταξή τους στις Ένοπλες Δυνάμεις: Περνάω ~ (πβ. ΣΕΟ). ● ΣΥΜΠΛ.: περιοδεύων θίασος βλ. θίασος [< μτγν. μτχ. περιοδεύων]
39822περιοδικόπε-ρι-ο-δι-κό ουσ. (ουδ.) 1. έντυπο που εκδίδεται και κυκλοφορεί ανά τακτά χρονικά διαστήματα, συνήθ. κάθε εβδομάδα ή μήνα, και περιέχει κυρ. δημοσιεύματα, ρεπορτάζ, φωτογραφίες και διαφημίσεις· κατ' επέκτ. η αντίστοιχη ηλεκτρονική έκδοση: αθλητικό/ανδρικό/γυναικείο/ένθετο/εξειδικευμένο/λογοτεχνικό/μουσικό/οικονομικό/παιδικό (βλ. κόμικ)/πολιτικό/σκανδαλοθηρικό/σχολικό/τηλεοπτικό (= τηλε~) ~. Οι αναγνώστες/η κυκλοφορία/το τεύχος ενός ~ού. Λαϊκά ~ά. ~ά μαγειρικής/μόδας/ποικίλης ύλης/τέχνης/φωτογραφίας. ~ά για τους γονείς/την υγεία. Βλ. Τύπος.|| Δημοσιεύσεις σε (διεθνή) επιστημονικά/ιατρικά ~ά.|| ~ά στο διαδίκτυο (βλ. ψηφιακός Τύπος). 2. (συνεκδ.) η αντίστοιχη επιχείρηση: οι συνεργάτες/η συντακτική ομάδα του ~ού. Κλείσιμο του ~ού. ● Υποκ.: περιοδικάκι (το): στη σημ. 1. [< γαλλ. périodique]
39823περιοδικός, ή, ό πε-ρι-ο-δι-κός επίθ.: που γίνεται ή επανεμφανίζεται ανά τακτά διαστήματα, κατά περιόδους: ~ός: έλεγχος. ~ή: αναθεώρηση/αξιολόγηση/έκδοση/ενημέρωση/εξέταση/λειτουργία/συντήρηση. ~ές: μεταβολές. ~ά: φαινόμενα. Ημερήσιος και ~ Τύπος (: εφημερίδες και περιοδικά). ~ή έκθεση μουσείου. Σε ~ή βάση (ΑΝΤ. μόνιμη). Πβ. κανον-, κυκλ-, τακτ-ικός. Βλ. ευκαιρ-, περιστασ-ιακός, σποραδικός.|| (ΜΑΘ.) ~ή: συνάρτηση.|| (ΦΥΣ.) ~ός: ήχος. ~ή: κίνηση (: ομαλή κυκλική, ταλάντωση). ~ό: κύμα.|| (ΑΣΤΡΟΝ.) ~οί: κομήτες (: όσοι παρουσιάζουν περιοδικότητα στην εμφάνισή τους). ΑΝΤ. απεριοδικός ● επίρρ.: περιοδικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: περιοδικός δεκαδικός αριθμός: ΜΑΘ. με ακολουθία ψηφίων στο δεκαδικό του μέρος, η οποία επαναλαμβάνεται απείρως. [< αγγλ. circulate/recurring/repeating decimal] , Περιοδικός Πίνακας (των Στοιχείων) & Περιοδικό Σύστημα: ΧΗΜ. κατάταξη των χημικών στοιχείων κατά αύξοντα ατομικό αριθμό, αποτελούμενη από επτά γραμμές (περιόδους), από τις οποίες τα στοιχεία καθεμιάς εμφανίζουν προοδευτική μεταβολή (περιοδικότητα) στις ιδιότητές τους, και δεκαοκτώ στήλες (ομάδες), σε καθεμιά από τις οποίες περιλαμβάνονται στοιχεία με παρόμοιες ιδιότητες. Βλ. ακτιν-, λανθαν-ίδες. [< γαλλ. classification périodique (des éléments )] [< μτγν. περιοδικός, αγγλ. periodic, γαλλ. périodique]
39824περιοδικότηταπε-ρι-ο-δι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): επανάληψη ή εμφάνιση σε τακτά χρονικά διαστήματα: ~ του φαινομένου. Πβ. τακτικότητα. Βλ. κανονικότητα, -ότητα. [< γαλλ. périodicité, αγγλ. periodicity]
39825περιοδολόγησηπε-ρι-ο-δο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.): διαχωρισμός της διάρκειας ενός γεγονότος σε μικρότερες χρονικές περιόδους με κοινά χαρακτηριστικά: ~ της ιστορίας. ΣΥΝ. περιοδοποίηση [< αγγλ. periodization, γαλλ. périodisation, 1964]
39826περιοδοντικός, ή, ό πε-ρι-ο-δο-ντι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το περιοδόντιο: ~οί: ιστοί. [< αγγλ. periodontal]
39827περιοδόντιοπε-ρι-ο-δό-ντι-ο ουσ. (ουδ.) {περιοδοντίου}: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. σύνολο ιστών που περιβάλλουν τα δόντια για τη στήριξη και συγκράτησή τους στις γνάθους. [< αγγλ. periodontium]
39828περιοδοντίτιδαπε-ρι-ο-δο-ντί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή του περιοδοντίου. Βλ. -ίτιδα. [< αγγλ. periodontitis]
39829περιοδοντολογίαπε-ρι-ο-δο-ντο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κλάδος της οδοντιατρικής που ασχολείται με τη μελέτη των ιστών του στόματος που περιβάλλουν και στηρίζουν τα δόντια. Βλ. ενδοδοντία. [< αγγλ. periodontology, 1914, periodontics, περ. 1944]
39830περιοδοντολογικός, ή, ό πε-ρι-ο-δο-ντο-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την περιοδοντολογία.
39831περιοδοντολόγοςπε-ρι-ο-δο-ντο-λό-γος ουσ. (αρσ.): οδοντίατρος που ειδικεύεται στην περιοδοντολογία. Βλ. -λόγος. [< αγγλ. periodontist, 1920]
39832περιοδοποίησηπε-ρι-ο-δο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): περιοδολόγηση.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.