Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [40420-40440]

IDΛήμμαΕρμηνεία
39828περιοδοντίτιδαπε-ρι-ο-δο-ντί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή του περιοδοντίου. Βλ. -ίτιδα. [< αγγλ. periodontitis]
39829περιοδοντολογίαπε-ρι-ο-δο-ντο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κλάδος της οδοντιατρικής που ασχολείται με τη μελέτη των ιστών του στόματος που περιβάλλουν και στηρίζουν τα δόντια. Βλ. ενδοδοντία. [< αγγλ. periodontology, 1914, periodontics, περ. 1944]
39830περιοδοντολογικός, ή, ό πε-ρι-ο-δο-ντο-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την περιοδοντολογία.
39831περιοδοντολόγοςπε-ρι-ο-δο-ντο-λό-γος ουσ. (αρσ.): οδοντίατρος που ειδικεύεται στην περιοδοντολογία. Βλ. -λόγος. [< αγγλ. periodontist, 1920]
39832περιοδοποίησηπε-ρι-ο-δο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): περιοδολόγηση.
39833περίοδοςπε-ρί-ο-δος ουσ. (θηλ.) {περιόδ-ου | -ων, -ους} 1. μεγάλο συνήθ. χρονικό διάστημα με ιδιαίτερα γνωρίσματα: μεταβατική/μεταπολεμική/παρατεταμένη/προεκλογική ~. ~ αβεβαιότητας/ακμής/ανακατατάξεων/(πρακτικής) άσκησης/επιμόρφωσης/εφαρμογής (ενός μέτρου)/καύσωνα/κρίσης/ξηρασίας/προετοιμασίας. Σε ~ο πολέμου (= σε εμπόλεμη ~ο). Ιστορικές ~οι. Σε ~ους ειρήνης (= ειρηνικές ~ους). Έργο που χωρίζεται σε τέσσερις ~ους. Βλ. στάδιο, φάση, υπο~, φωτο~.|| (ΙΣΤ.) Προϊστορική/Γεωμετρική/Κλασική/Ελληνιστική/Ρωμαϊκή ~. Κατά την ~ο της Κατοχής/της Τουρκοκρατίας. Πβ. εποχή. 2. χρονική διάρκεια που απαιτείται για τη συμπλήρωση ενός κύκλου κάποιου περιοδικά εμφανιζόμενου φαινομένου: αγωνιστική (= σεζόν)/ακαδημαϊκή/διαχειριστική/θεατρική/καλοκαιρινή/σχολική/χειμερινή ~. Η ~ των γιορτών/διακοπών/εκπτώσεων. Αρχή/διάρκεια/τέλος (της τουριστικής) ~ου. Τιμές που ισχύουν για τη χαμηλή/μεσαία/υψηλή ~ο.|| (ΦΥΣ.-ΜΑΘ., σύμβ. Τ) Η ~ του εκκρεμούς/της συνάρτησης.|| (ΑΣΤΡΟΝ.) ~ περιφοράς.|| (ΓΕΩΡΓ.) ~ του θερισμού/της σποράς/του τρύγου.|| (ΑΘΛ., καθένα από τα τέσσερα δεκάλεπτα ενός αγώνα μπάσκετ:) Στην τρίτη ~ο η ομάδα ξέφυγε στο σκορ. 3. ΙΑΤΡ. εμμηνόρροια, έμμηνος ρύση: διαταραχές/εμφάνιση/καθυστέρηση της ~ου. (προφ.) Tης ήρθε ~. Έχει/περιμένει ~ο. 4. ΓΕΩΛ. (κ. με κεφαλ. Π) υποδιαίρεση του γεωλογικού χρόνου συντομότερη χρονικά από τον αιώνα και μεγαλύτερη από την εποχή: Κρητιδική ~. 5. ΓΛΩΣΣ. τμήμα κειμένου ανάμεσα κυρ. σε δύο τελείες: θεματική/μεγάλη/μικρή/σύντομη ~. Βλ. μακρο~, πρόταση. 6. ΧΗΜ. καθεμία από τις επτά οριζόντιες γραμμές (σειρές) του Περιοδικού Πίνακα, στις οποίες κατατάσσονται στοιχεία κατά αύξοντα ατομικό αριθμό και με την ίδια εξωτερική στιβάδα: ~οι και ομάδες. 7. ΜΟΥΣ. τμήμα μουσικής σύνθεσης που αποτελείται από δύο ή περισσότερες φράσεις: απλή (= οκτώ μέτρων)/διπλή (= δεκαέξι μέτρων) ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ανατολίζουσα περίοδος βλ. ανατολίζων, αρχαϊκή εποχή/περίοδος βλ. αρχαϊκός, εξεταστική περίοδος βλ. εξεταστικός, ιουρασική/ιουράσιος (περίοδος) βλ. ιουρασικός, λιθανθρακοφόρος περίοδος βλ. λιθανθρακοφόρος, μεσοβυζαντινή περίοδος βλ. μεσοβυζαντινός, μεσοελλαδική εποχή/περίοδος βλ. μεσοελλαδικός, μεσοκυκλαδική εποχή/περίοδος βλ. μεσοκυκλαδικός, μεσολιθική περίοδος/εποχή βλ. μεσολιθικός, μετανακτορική περίοδος/εποχή βλ. μετανακτορικός, νεογνική περίοδος βλ. νεογνικός, νεολιθική εποχή/περίοδος βλ. νεολιθικός, παλαιολιθική εποχή/περίοδος βλ. παλαιολιθικός, περίοδος αιχμής βλ. αιχμή, περίοδος χάριτος βλ. χάρις, περίοδος/εποχές των παγετώνων βλ. παγετώνας, πέρμια περίοδος βλ. πέρμιος, πρωτοβυζαντινή/παλαιοχριστιανική εποχή/περίοδος βλ. πρωτοβυζαντινός, πρωτοελλαδική εποχή/περίοδος βλ. πρωτοελλαδικός, πρωτοκυκλαδική εποχή/περίοδος βλ. πρωτοκυκλαδικός, υστεροβυζαντινή περίοδος/εποχή βλ. υστεροβυζαντινός, υστεροελλαδική εποχή/περιόδος βλ. υστεροελλαδικός, υστεροκυκλαδική εποχή/περίοδος βλ. υστεροκυκλαδικός, χαλκολιθική εποχή/περίοδος βλ. χαλκολιθικός ● ΦΡ.: κατά περιόδους: κατά διαστήματα: (σε πρόβλεψη καιρού:) Αραιή συννεφιά/βροχές ~ ~. ~ ~ (= κατά καιρούς, κάπου κάπου, πότε πότε) θα πρέπει να ..., περίοδος/εποχή (των) ισχνών/παχιών αγελάδων βλ. αγελάδα [< αρχ. περίοδος, γαλλ. période, αγγλ. period]
39834περίοικοςπε-ρί-οι-κος ουσ. (αρσ.) {περιοίκ-ου | -ων, -ους} (λόγ.): πρόσωπο που κατοικεί στην ίδια περιοχή, γειτονιά μαζί με άλλους: Οι ~οι ειδοποίησαν την Αστυνομία. Πβ. γείτονας. [< αρχ. περίοικος]
39835περίοπτος, η, ο πε-ρί-ο-πτος επίθ. ΣΥΝ. περίβλεπτος 1. που φαίνεται, είναι ορατός από παντού: ~ος: ναός. ~η: τοποθεσία. ~α: μνημεία. Η φωτογραφία του βρίσκεται/τοποθετήθηκε σε ~η θέση. 2. (μτφ.) επιφανής, ξεχωριστός: Το θέμα της ανακύκλωσης είχε ~η θέση στη συζήτηση. Πβ. εξέχων, έξοχος. ● επίρρ.: περίοπτα [< μτγν. περίοπτος]
39836περιορίζωπε-ρι-ο-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {περιόρι-σα, περιορί-στηκα (λόγ.) -σθηκα, -σμένος, περιορίζ-οντας} 1. κρατώ κάτι μέσα σε συγκεκριμένα όρια, ώστε να μην επεκταθεί ή αυξηθεί· μειώνω: Κατάφεραν να ~σουν την έκταση της πυρκαγιάς/την εξάπλωση της νόσου (πβ. αναχαιτίζω, εμποδίζω). Έχει ~σει αισθητά τα έξοδά του. ~σε στο ελάχιστο (= μετρίασε) το κάπνισμα/τις σπατάλες. Όσο πάνε και ~ονται (= στενεύουν) οι ευκαιρίες/τα χρονικά περιθώρια. ~ονται σταδιακά τα προβλήματα. Δεν έχουν ~στεί οι ανισότητες/τα επεισόδια βίας. ~στηκε ο ρόλος του (ΑΝΤ. διευρύνω). Το κόστος ~στηκε δραστικά. Πβ. ελαττώνω, λιγοστεύω, τιθασεύω, τσεκουρώνω.|| ~ονται τα δικαιώματα των καταναλωτών. Πβ. φαλκιδεύω.|| Τα ενδιαφέροντά του δεν ~ονται μόνο στη ζωγραφική.|| ~σε (= μάζεψε, συγκράτησε) τα νεύρα σου! ~σέ τον λίγο, πολύ αέρα έχει πάρει! 2. υποχρεώνω κάποιον να παραμείνει κάπου, τον κλείνω σε έναν χώρο, απομονώνω: Ποτέ δεν ~σε τα παιδιά του στο σπίτι. Έχει ~στεί σε ίδρυμα. Πβ. εγκλείω. ● Παθ.: περιορίζομαι: αρκούμαι, δεν υπερβαίνω: Θα ~στώ στο θέμα/στα ουσιώδη/σε μια συνοπτική αποτίμηση. Περιορίσου στα απολύτως αναγκαία!|| (αρνητ. συνυποδ.) ~στηκε σε γενικολογίες. ● βλ. περιορισμένος [< μτγν. περιορίζω, γαλλ. limiter]
39837περιορίσιμος, η, ο πε-ρι-ο-ρί-σι-μος επίθ. (λόγ.): που είναι δυνατόν να περιοριστεί: ~ο: δικαίωμα. ΑΝΤ. απεριόριστος (2) [< γαλλ. limitable]
39838περιορισμένος, η, ο πε-ρι-ο-ρι-σμέ-νος επίθ. 1. που υπόκειται σε περιορισμούς, λιγοστός: ~ος: αριθμός/χρόνος/χώρος. ~η: έκδοση (π.χ. αυτοκινήτου)/πρόσβαση/χρήση. ~οι: πόροι. ~ης εμβέλειας επεισόδια. ΑΝΤ. ακένωτος, ανεξάντλητος (1), απεριόριστος (2), διευρυμένος 2. (μτφ.) που ελέγχουν τις κινήσεις του, δεν τον αφήνουν να κινείται ελεύθερα: Τον έχουν ~ο στο σπίτι. 3. που δεν έχει ευρύτητα, στενόμυαλος: ~η: αντίληψη/νοημοσύνη. ● επίρρ.: περιορισμένα ● ΣΥΜΠΛ.: εταιρεία περιορισμένης ευθύνης βλ. εταιρεία & εταιρία ● βλ. περιορίζω [< μτγν. περιωρισμένος, γαλλ. limité]
39839περιορισμόςπε-ρι-ο-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. διατήρηση κατάστασης μέσα σε συγκεκριμένα όρια, μείωση, ελάττωση: ~ των δαπανών (πβ. περι-κοπή, -στολή)/του ελλείμματος/των εξοπλισμών/των εξουσιών/της καταστροφής/της κερδοσκοπίας (= παρεμπόδιση)/της κυκλοφορίας/της μετάδοσης του ιού/της παραγωγής/της ρύπανσης (πβ. έλεγχος). ~ των δικαιωμάτων/ελευθεριών (πβ. φαλκίδευση). ~ στην κατανάλωση ρεύματος. Μέτρα για τον ~ό του προβλήματος. Αποφασίστηκε ο ~ της χρήσης ... Πβ. τιθάσευση.|| (ΝΟΜ.) Απαλλαγή ή ~ της ευθύνης (= μετριασμός). 2. (κατ' επέκτ.) όριο: Δεν υπάρχει (ποσοτικός) ~ στον αριθμό των αποσκευών. Έθεσαν χρονικό ~ό (= περιθώριο) στην υλοποίηση του προγράμματος. 3. απομόνωση, εγκλεισμός: Βρίσκεται/είναι/παρέμεινε σε/υπό ~ό (: σε νοσοκομείο ή σε ειδικό χώρο φυλάκισης). Του επιβλήθηκε η ποινή του ~ού. Βλ. -ισμός.περιορισμοί (οι) 1. περιοριστικά μέτρα: εμπορικοί (= εμπάργκο, κυρώσεις)/κοινωνικοί (= κανόνες, συμβάσεις) ~. ~ δόμησης (βλ. ρήτρα). ~ στην ελευθερία έκφρασης (πβ. λογοκρισία). Επέβαλαν αυστηρούς ~ούς.|| (ΝΟΜ.) Άρθηκαν οι ~. Υποβάλλομαι/υπόκειμαι σε ~ούς.|| Άτομο χωρίς ηθικούς ~ούς (= αναστολές, φραγμούς). 2. δυσκολίες, εμπόδια: επενδυτικοί/τεχνικοί ~. ● ΦΡ.: με τον περιορισμό ότι: με τον όρο, με την προϋπόθεση ότι., σε κατ' οίκον περιορισμό & (λόγ.) υπό κατ' οίκον περιορισμό: σε απομόνωση στο σπίτι (ως ποινή ή καραντίνα): Καταδικάστηκε/τέθηκε ~ ~. Τελεί υπό ~ ~. [< αγγλ. house arrest] , χωρίς περιορισμό: ελεύθερα ή απεριόριστα: Πρόσβαση ~ (κανέναν) ~.|| Μιλήστε ~ ~! [< μτγν. περιορισμός, γαλλ. limitation]
39840περιοριστήςπε-ρι-ο-ρι-στής ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που περιορίζει τη μεταβολή φυσικού μεγέθους σε μια ορισμένη τιμή: ~ θορύβου/ρεύματος/τάσης (= ψαλιδιστής)/ταχύτητας (πβ. κόφτης). [< γαλλ. limiteur, 1912]
39841περιοριστικός, ή, ό πε-ρι-ο-ρι-στι-κός επίθ.: που περιορίζει, που επιβάλλει περιορισμούς: ~ός: παράγοντας. ~ή: αντίληψη/δημοσιονομική πολιτική/διάταξη/νομοθεσία. ~ό: πλαίσιο/πρόγραμμα. Αίρονται τα ~ά μέτρα για τον .../εναντίον του .../κυκλοφορίας. Του επιβλήθηκε ο ~ όρος της απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα. Πβ. δεσμευτ-, μετριαστ-ικός, κατα-, περι-σταλτικός.|| (ΙΑΤΡ.) ~ή: μυοκαρδιοπάθεια.|| (ΒΙΟΧ.) ~ό: ένζυμο. ● επίρρ.: περιοριστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μτγν. περιοριστικός, γαλλ. limitatif]
39842περιόστεοπε-ρι-ό-στε-ο ουσ. (ουδ.): ΑΝΑΤ. ανθεκτική μεμβράνη που καλύπτει εξωτερικά τα οστά εκτός από τις αρθρικές τους επιφάνειες και συντελεί στη θρέψη τους καθώς και στην οστεοποίηση. Βλ. περιχόνδριο. [< μτγν. περιόστεον, αγγλ. periosteum, γαλλ. périoste]
39843περιοστικός, ή, ό πε-ρι-ο-στι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ. που σχετίζεται με το περιόστεο: ~ή: αντίδραση. [< γαλλ. périosté, αγγλ. periosteal]
39844περιοστίτιδαπε-ρι-ο-στί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή του περιοστέου, η οποία οφείλεται συνήθ. σε καταπόνηση των οστών: ~ της κνήμης. Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. périostite, αγγλ. periostitis]
39845περιουσίαπε-ρι-ου-σί-α ουσ. (θηλ.) {περιουσι-ών} 1. το σύνολο των υλικών αγαθών (χρήματα, κινητά και ακίνητα) που βρίσκονται στην ιδιοκτησία φυσικού ή νομικού προσώπου: κτηματική/χρηματική ~. Δημοτική/εκκλησιαστική/εταιρική/ιδιωτική/οικογενειακή/πατρική/σχολική ~. ~ του Κράτους (= δημόσια/κρατική ~). Κάτοχος μεγάλης ~ας. Οι διαχειριστές/διεκδικητές/καταπατητές/καταχραστές της ~ας (κάποιου). Απαλλοτρίωση/δήμευση ~ών. Η ~ του ανέρχεται/εκτιμάται σε πολλά εκατομμύρια. Η ~ του ιδρύματος προέρχεται από δωρεές. Απέκτησε/διαθέτει/κληρονόμησε/τους άφησε αμύθητη/τεράστια ~. Αύξησε/έχασε την ~ του (πβ. βιος, πλούτος, υπάρχοντα). Το κτίριο ανήκει στην ~ του Δήμου. 2. (μτφ.) ό,τι πολύτιμο, ανεκτίμητο διαθέτει κάποιος: Το καλό του όνομα είναι η ~ του. Το άρθρο αποτελεί πνευματική ~ του συγγραφέα (πβ. πνευματική ιδιοκτησία). ● ΣΥΜΠΛ.: ακίνητη περιουσία βλ. ακίνητος, κινητή περιουσία βλ. κινητός, φθορά ξένης περιουσίας/ιδιοκτησίας βλ. φθορά, φόρος περιουσίας βλ. φόρος ● ΦΡ.: εκ περιουσίας (λόγ.): από όσα ήδη γνωρίζει κάποιος, χωρίς προετοιμασία: ~ ~ (ή εκ μελέτης) απαντήσεις/γνώση., μια (ολόκληρη) περιουσία (επιτατ.): πολύ ακριβά, πολλά χρήματα: Το σπίτι τής κόστισε/στοίχισε ~ ~. Έδωσε/ξόδεψε ~ ~. [< αρχ. περιουσία ‘υπεροχή, αφθονία, πλούτη’]
39846περιουσιακός, ή, ό πε-ρι-ου-σι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με την περιουσία: ~ή: διάρθρωση/κατάσταση. ~ό: όφελος. ~ές: αξιώσεις/διαφορές/διεκδικήσεις/εκκρεμότητες. (ως ουσ.) Τα ~ά (ενν. ζητήματα). ● ΣΥΜΠΛ.: μη περιουσιακή ζημία βλ. ζημιά, περιουσιακά δικαιώματα βλ. δικαίωμα, περιουσιακά στοιχεία βλ. στοιχείο
39847περιουσιολόγιοπε-ρι-ου-σι-ο-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. κρατικό αρχείο που περιλαμβάνει όλα τα ακίνητα και τη φορολογητέα αξία τους: ηλεκτρονικό ~. Δημιουργία/κατάρτιση (του) ~ίου. Πληροφοριακό σύστημα ~ίου. Βλ. κτηματολόγιο, -λόγιο.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.