| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 39853 | περίπαιγμα | πε-ρί-παιγ-μα ουσ. (ουδ.) (λόγ.): κοροϊδία. Πβ. εμπαιγμός. | |
| 39854 | περιπαίζω | πε-ρι-παί-ζω ρ. (μτβ.) {περιέπαιξε} (λόγ.): κοροϊδεύω, περιγελώ. Πβ. εμπαίζω. [< μεσν. περιπαίζω] | |
| 39855 | περιπαικτικός | , ή, ό πε-ρι-παι-κτι-κός επίθ. (λόγ.) & περιπαιχτικός: που εκφράζει κοροϊδία, εμπαιγμό: ~ό: βλέμμα/σύνθημα/σχόλιο/ύφος. Με ~ή διάθεση. Πβ. εμπαικτ-, κοροϊδευτ-, περιγελαστ-, σκωπτ-ικός. ● επίρρ.: περιπαικτικά & περιπαιχτικά | |
| 39856 | περιπατητήρας | πε-ρι-πα-τη-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. βοήθημα βάδισης, συνήθ. σε σχήμα Π, για άτομα με προβλήματα ισορροπίας ή αναπηρίας: τροχήλατος ~. Βλ. πατερίτσες, -τήρας. ΣΥΝ. περπατούρα (2) | |
| 39857 | περιπατητής | πε-ρι-πα-τη-τής ουσ. (αρσ.) 1. αυτός που κάνει περίπατο (συχνά): απλός/δεινός/μοναχικός ~. Πβ. πεζοπόρος. 2. (κυρ. στην Κύπρο) στράτα: ~ές μωρών. ΣΥΝ. περπατούρα (1) [< 1: μτγν. περιπατητής 2: αγγλ. walker, 1934] | |
| 39858 | περιπατητικός | , ή, ό πε-ρι-πα-τη-τι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με τον περίπατο ή τον περιπατητή: ~ός: δρόμος/τουρισμός. ~ή: διαδροµή. ~ό: μονοπάτι. Πβ. πεζοπορικός. 2. ΦΙΛΟΣ. που σχετίζεται με τη φιλοσοφική διδασκαλία του Αριστοτέλη και τους υποστηρικτές της: ~ή: σχολή.|| Οι ~οί (ενν. φιλόσοφοι). ΣΥΝ. αριστοτελικοί. 3. ΙΑΤΡ. (για ασθενή) που μπορεί να περπατά χωρίς βοήθεια ή δεν νοσηλεύεται στο νοσοκομείο. Πβ. εξωτερικός. [< 1, 2: μτγν. περιπατητικός] | |
| 39859 | περίπατος | πε-ρί-πα-τος ουσ. (αρσ.) {-άτου (προφ.) -ου} (λόγ.) 1. περπάτημα για αναψυχή, βόλτα συνήθ. με τα πόδια: αναζωογονητικός/απογευματινός/βραδινός/γρήγορος/θαλάσσιος/καθημερινός/μακρινός/πρωινός/ρομαντικός/σύντομος/χαλαρωτικός ~. Σχολικός ~ (: κοντινή εκδρομή). ~ στην εξοχή/στη θάλασσα/στο πάρκο. Μονοπάτια/χώροι ~άτου. Ένδυμα/μπαστούνια/παπούτσια/(ΣΤΡΑΤ.) στολή ~άτου. Κάνω ~ο. Βγαίνω/πάω για ~ο. Βγάζω τον σκύλο ~ο. Πβ. σεργιάνι, τσάρκα. Βλ. στράτα. 2. (κατ' επέκτ.) διαδρομή: αρχαιολογικός/πολιτιστικός ~.|| (μτφ.) Γαστρονομικός/εικαστικός/μουσικός ~. Βλ. περιήγηση. 3. (μτφ.) κάτι που επιτυγχάνεται εύκολα: Οι εξετάσεις θα είναι γι' αυτόν (ένας απλός) ~! Πβ. παιχνίδι.|| Υγιεινός ~ (: για άνετη νίκη σε εκλογές ή αθλητικό αγώνα). 4. (συνεκδ.) δρόμος ειδικά διαμορφωμένος για περπάτημα, πεζοπορία: λιθόστρωτος/παραλιακός ~. ● ΣΥΜΠΛ.: διαστημικός περίπατος & περίπατος στο Διάστημα: σύντομη έξοδος αστροναύτη από το διαστημόπλοιο, κυρ. για επιδιόρθωση βλάβης. [< αμερικ. space walk, 1963] ● ΦΡ.: διά περιπάτου (αθλητική αργκό): πολύ εύκολα, με μεγάλη άνεση: νίκη ~ ~. ~ ~ η πρόκριση. Αναδείχθηκε ~ ~ πρωταθλητής., πάει περίπατο (προφ.): εξαφανίζεται, καταστρέφεται, χάνεται: Ο ενθουσιασμός ~ ~. Οι ελπίδες μας πάνε ~. Τόση προσπάθεια (και) πήγε ~. [< 1, 2, 4: αρχ. περίπατος] | |
| 39860 | περιπατώ | βλ. περπατώ | |
| 39861 | περιπεπλεγμένος | , η, ο πε-ρι-πε-πλεγ-μέ-νος επίθ. (λόγ.) & περιπλεγμένος: που έχει περιπλεχθεί: ~η: κατάσταση. Πβ. μπερδε-, μπλεγ-μένος, περίπλοκος. [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. περιπλέκω] | |
| 39862 | περιπέτεια | πε-ρι-πέ-τει-α ουσ. (θηλ.) {περιπετειών} 1. σειρά απρόοπτων καταστάσεων, με βασικά τους χαρακτηριστικά τον κίνδυνο, τις εναλλαγές της τύχης ή/και τα δυνατά συναισθήματα, συνήθ. αγωνίας: απρόβλεπτη/πρωτοφανής/συγκινητική/συγκλονιστική/συναισθηματική/τραγική ~. ~ στη θάλασσα. Εραστές/λάτρεις της ~ας. Το κυνήγι/η χαρά της ~ας. Εκδρομές ~ας. Ζωή γεμάτη ~ες (= περιπετειώδης). Ταξιδιωτικές/φανταστικές ~ες. Αγαπά την ~. Βιβλίο που αφηγείται τις ~ες ενός μικρού αγοριού.|| (μτφ.) Η ~ της πνευματικής δημιουργίας. 2. {συνήθ. στον πληθ.} δοκιμασία, ταλαιπωρία: Είχε μια (μικρή) ~ με την υγεία του (πβ. πρόβλημα). Μπήκαμε σε ~ες. Λάθη που μας έβαλαν/οδήγησαν σε ~ες (πβ. βάσανα, μπελάδες, μπλεξίματα). Έμπλεξε σε δικαστικές/οικονομικές ~ες. Χώρα που βρίσκεται σε πολιτικές/στρατιωτικές ~ες. Οι ιστορικές ~ες της Ελλάδας. 3. ταινία ή βιβλίο, κυρ. μυθιστόρημα, όπου κυριαρχεί η δράση, η ένταση και η αγωνία: αισθηματική/αστυνομική/δραματική/επική/ιστορική/κοινωνική/κωμική/πολεμική ~. ~ κατασκοπείας/μυστηρίου/τρόμου/φαντασίας. 4. σύντομη ερωτική σχέση: ~ της μιας βραδιάς. Πβ. ιστορία. ● Υποκ.: περιπετειούλα (η): κυρ. στις σημ. 3,4. [< μτγν. περιπέτεια ‘αιφνίδια μεταβολή της τύχης, αναπάντεχο γεγονός’, γαλλ. aventure] | |
| 39863 | περιπετειώδης | , ης, ες πε-ρι-πε-τει-ώ-δης επίθ. {περιπετειώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} 1. γεμάτος περιπέτειες: ~ης: ζωή (πβ. ταραχώδης)/ιστορία/καταδίωξη/πλοκή/πορεία/(τηλεοπτική) σειρά. ~ες: ταξίδι. Πβ. μυθιστορηματικός. ΑΝΤ. ήρεμος (1), ήσυχος (1) 2. που αγαπά την περιπέτεια: ~ης: τύπος/χαρακτήρας. ~ες: πνεύμα. Βλ. -ώδης. [< γαλλ. aventureux] | |
| 39864 | περιπίπτω | πε-ρι-πί-πτω ρ. (αμτβ.) {περιέπεσα} (λόγ.) 1. περιέρχομαι σε μια κακή κατάσταση: ~ σε αφάνεια/αχρηστία. ~σε σε κώμα. 2. υποπίπτω: ~σε σε αντιφάσεις/σφάλματα. [< αρχ. περιπίπτω] | |
| 39865 | περιπλάνηση | πε-ρι-πλά-νη-ση ουσ. (θηλ.): άσκοπη μετακίνηση, χωρίς καθορισμένη πορεία: μοναχική/νυχτερινή/συναρπαστική ~. ~ στα νησιά/στην πόλη. Πβ. περιδιάβαση.|| (μτφ.) αισθητική/εικονική (: μέσω διαδικτύου)/ποιητική ~. ~ στην ιστορία/στο παρελθόν. Μουσικές ~ήσεις. Πβ. περιήγηση. [< μτγν. περιπλάνησις] | |
| 39866 | περιπλανητικός | , ή, ό πε-ρι-πλα-νη-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την περιπλάνηση. [< μτγν. περιπλανητικός] | |
| 39867 | περιπλανιέμαι | πε-ρι-πλα-νιέ-μαι ρ. (αμτβ.) {περιπλαν-ιέσαι κ. -άσαι ..., μτχ. περιπλαν-ώμενος | περιπλαν-ήθηκα, -ημένος} & (λόγ.) περιπλανώμαι: μετακινούμαι άσκοπα, χωρίς καθορισμένη πορεία: ~ήθηκε στο δάσος/στους δρόμους. ~ιόταν εδώ κι εκεί. Πβ. παίρνω τους δρόμους, περιφέρομαι, τριγυρίζω.|| (μτφ.) ~ στο διαδίκτυο (= περιηγούμαι). ~ήθηκε σε ποικίλα μουσικά μονοπάτια (βλ. πειραματίζομαι). Το βλέμμα του/η κάμερα ~ήθηκε στον χώρο. [< αρχ. περιπλανῶμαι] | |
| 39868 | περιπλανώμενος | , η, ο πε-ρι-πλα-νώ-με-νος επίθ.: που περιπλανιέται, που μετακινείται συνεχώς και δεν εγκαθίσταται κάπου μόνιμα: ~ος: θίασος. Πβ. ανέστιος, νομάδας. Βλ. περιοδεύων. ΣΥΝ. πλάνης, πλανόβιος, φερέοικος (2) ● ΣΥΜΠΛ.: περιπλανώμενος Ιουδαίος βλ. Ιουδαίος, Ιουδαία [< αρχ. περιπλανώμενος] | |
| 39869 | περιπλέκω | πε-ρι-πλέ-κω ρ. (μτβ.) {περιέπλε-ξα, περιπλέ-χθηκε (λόγ.) περιεπλάκη, (σπάν.) περι-πλεγμένος (λόγ.) -πεπλεγμένος, περιπλέκ-οντας}: καθιστώ κάτι περίπλοκο: Απρόσμενες εξελίξεις ~ουν τα πράγματα. Το ζήτημα/η ιστορία ~εται, όταν ... Η κατάσταση ~χθηκε ακόμη περισσότερο. Πβ. μπερδεύω, μπλέκω, μπουρδουκλώνω. ΑΝΤ. απλοποιώ (1), ξεδιαλύνω [< αρχ. περιπλέκω ‘πλέκω ή τυλίγω ολόγυρα’] | |
| 39870 | περιπλέον | πε-ρι-πλέ-ον επίρρ. (λαϊκό): επιπλέον. [< αρχ. επίθ. περίπλεος] | |
| 39871 | περιπλέω | πε-ρι-πλέ-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {περιέπλευ-σε}: πλέω κοντά σε ακτή ή γύρω από ξηρά: Το πλοίο ~σε τη βραχονησίδα/τα νησιά. Βλ. καβατζάρω. [< αρχ. περιπλέω] | |
| 39872 | περιπλοκάδα | βλ. περικοκλάδα |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ