Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [40460-40480]

IDΛήμμαΕρμηνεία
39868περιπλανώμενος, η, ο πε-ρι-πλα-νώ-με-νος επίθ.: που περιπλανιέται, που μετακινείται συνεχώς και δεν εγκαθίσταται κάπου μόνιμα: ~ος: θίασος. Πβ. ανέστιος, νομάδας. Βλ. περιοδεύων. ΣΥΝ. πλάνης, πλανόβιος, φερέοικος (2) ● ΣΥΜΠΛ.: περιπλανώμενος Ιουδαίος βλ. Ιουδαίος, Ιουδαία [< αρχ. περιπλανώμενος]
39869περιπλέκωπε-ρι-πλέ-κω ρ. (μτβ.) {περιέπλε-ξα, περιπλέ-χθηκε (λόγ.) περιεπλάκη, (σπάν.) περι-πλεγμένος (λόγ.) -πεπλεγμένος, περιπλέκ-οντας}: καθιστώ κάτι περίπλοκο: Απρόσμενες εξελίξεις ~ουν τα πράγματα. Το ζήτημα/η ιστορία ~εται, όταν ... Η κατάσταση ~χθηκε ακόμη περισσότερο. Πβ. μπερδεύω, μπλέκω, μπουρδουκλώνω. ΑΝΤ. απλοποιώ (1), ξεδιαλύνω [< αρχ. περιπλέκω ‘πλέκω ή τυλίγω ολόγυρα’]
39870περιπλέονπε-ρι-πλέ-ον επίρρ. (λαϊκό): επιπλέον. [< αρχ. επίθ. περίπλεος]
39871περιπλέωπε-ρι-πλέ-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {περιέπλευ-σε}: πλέω κοντά σε ακτή ή γύρω από ξηρά: Το πλοίο ~σε τη βραχονησίδα/τα νησιά. Βλ. καβατζάρω. [< αρχ. περιπλέω]
39872περιπλοκάδαβλ. περικοκλάδα
39873περιπλοκήπε-ρι-πλο-κή ουσ. (θηλ.) 1. (επίσ.) απρόβλεπτο εμπόδιο σε μια διαδικασία, μπλέξιμο, μπέρδεμα: νομική ~. ~ές στην έκδοση αδειών. ΑΝΤ. ξεμπέρδεμα (2) 2. ΙΑΤΡ. επιπλοκή. [< αρχ. περιπλοκή ‘περιτύλιγμα, εναγκαλισμός, τέχνασμα’]
39874περίπλοκος, η, ο πε-ρί-πλο-κος επίθ.: πολύπλοκος και κατ' επέκτ. δυσνόητος: ~ος: μηχανισμός/συνδυασμός/χαρακτήρας. ~η: διαδικασία/κατάσταση/σκέψη/συνταγή/υπόθεση. ~o: ζήτημα/πρόβλημα/σύστημα. ~ες: ερωτήσεις (= δύσκολες, απαιτητικές). Πβ. πολυσύνθετος. ΑΝΤ. απλός (1) ● επίρρ.: περίπλοκα [< μτγν. περίπλοκος ‘τυλιγμένος, δεμένος ολόγυρα’]
39875περιπλοκότηταπε-ρι-πλο-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του περίπλοκου: ~ της κατάστασης/των προβλημάτων. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. πολυπλοκότητα (1) ΑΝΤ. απλότητα (1)
39876περίπλουςπε-ρί-πλους ουσ. (αρσ.): ταξίδι με σκάφος περιμετρικά των ακτών: ~ της Γης/του νησιού/των παραλίων.|| (μτφ.) Γαστρονομικός ~. [< αρχ. περίπλους]
39877περιπνευμονίαπε-ρι-πνευ-μο-νί-α ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): ΙΑΤΡ. πνευμονία. [< μτγν. περιπνευμονία, γαλλ. péripneumonie, αγγλ. peripneumonia]
39878περιπόθητος, η, ο πε-ρι-πό-θη-τος επίθ. (λόγ.): πολυπόθητος: ~η: θέση. [< μτγν. περιπόθητος]
39879περιποιημένος, η, ο πε-ρι-ποι-η-μέ-νος επίθ.: προσεγμένος, επιμελημένος: (για πρόσ.) όμορφη και ~η γυναίκα (= καλλωπισμένη).|| ~η: εμφάνιση. ~ο: ντύσιμο. ~α: δωμάτια. Πβ. καλοβαλμένος, σένιος, φροντισμένος.|| Του έφτιαξε έναν καφέ ~ο (= μερακλίδικο).|| (μτφ.-ειρων.) Του έριξε μια ~η (= ξεγυρισμένη) σφαλιάρα. ΑΝΤ. απεριποίητος, ατημέλητος ● βλ. περιποιούμαι [< μτγν. περιπεποιημένος, γαλλ. soigné]
39880περιποίησηπε-ρι-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. φροντίδα: ~ αρρώστου/ζώων. ~ του αυτοκινήτου/κήπου. ~ ρούχων/τραυμάτων/φυτών. Απολαμβάνω τις/αφήνομαι στις ~ήσεις κάποιου. 2. (ειδικότ.) καλλωπισμός: αισθητική/αναζωογονητική/αντιρυτιδική/ειδική/ενυδατική/ολοκληρωμένη/φυσική ~. Ανδρική/γυναικεία ~. ~ δέρματος/μαλλιών/νυχιών/ομορφιάς/ποδιών/προσώπου/σώματος/χεριών. Προϊόντα ατομικής ~ης (π.χ. αφρόλουτρο). Βλ. -ποίηση, συμμάζεμα. [< μτγν. περιποίησις ‘εξαιρετικό απόκτημα’]
39881περιποιητικός, ή, ό πε-ρι-ποι-η-τι-κός επίθ.: (για πρόσ.) που περιποιείται: ~ό: προσωπικό (πβ. εξυπηρετικός). Είναι πολύ ~ με τους καλεσμένους του (πβ. φιλόξενος). Βλ. -ποιητικός. [< μτγν. περιποιητικός 'που μπορεί να παρέχει κάτι', γαλλ. empressé]
39882περιποιητικότηταπε-ρι-ποι-η-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του περιποιητικού: Το ξενοδοχείο φημίζεται για την ~ των υπαλλήλων του. Πβ. εξυπηρετικότητα. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. empressement]
39883περιποιούμαι[περιποιοῦμαι] πε-ρι-ποι-ού-μαι ρ. (μτβ.) {περιποι-είσαι ... | -ήθηκα, -ημένος} 1. φροντίζω: ~είται τον κήπο/το σπίτι. Ο γιατρός ~ήθηκε τον ασθενή (πβ. κουράρω). ~ήθηκε το τραύμα της. Αδυνατεί να ~ηθεί τον εαυτό του (= να αυτοεξυπηρετηθεί).|| ~ τους καλεσμένους (= σερβίρω)/τους πελάτες (= εξυπηρετώ). 2. (ειδικότ.) καλλωπίζω: ~είται (= προσέχει) την εμφάνισή/το πρόσωπό της.|| Κρέμα που ~είται (απαλά/αποτελεσματικά/εντατικά) το δέρμα/τα μαλλιά. 3. (απειλητ.-ειρων.) τιμωρώ, επιπλήττω: Αν τολμήσεις να το ξανακάνεις, θα σε ~ηθώ αναλόγως/δεόντως/καταλλήλως! Τον ~ήθηκε (= του τα έψαλε). Πβ. περιλαβαίνω. ΣΥΝ. κανονίζω (3), συγυρίζω (2), τακτοποιώ (3) ● βλ. περιποιημένος [< αρχ. περιποιοῦμαι, γαλλ. soigner, ιταλ. curare]
39884περιποιώ[περιποιῶ] πε-ρι-ποι-ώ ρ.: μόνο στη ● ΦΡ.: περιποιεί/περιποιούν τιμή (απαιτ. λεξιλόγ.): (συνήθ. με την άρνηση δεν) τιμά/τιμούν: Η απόφαση/συμπεριφορά αυτή δεν ~εί ~ σε κανέναν. [< αρχ. περιποιῶ ‘έξασφαλίζω’]
39885περιπολάρχηςπε-ρι-πο-λάρ-χης ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. υπαξιωματικός επικεφαλής περιπόλου. Βλ. -άρχης. [< αρχ. περιπόλαρχος, γαλλ. chef de patrouille]
39886περιπολίαπε-ρι-πο-λί-α ουσ. (θηλ.) {περιπολιών}: διαρκής μετακίνηση περιπόλου σε μια περιοχή με σκοπό τη φρούρηση ή την προστασία της: νυχτερινή/πεζή/προληπτική/στρατιωτική ~. ~ ρουτίνας. ~ στους δρόμους/στα σύνορα. ~ με ελικόπτερο. Δίκυκλη ~ στα δάση. Βρισκόταν σε ~. Έκαναν ~. Βλ. σκοπιά, φύλαξη.|| Ηλεκτρονική ~ (από τη δίωξη ηλεκτρονικού εγκλήματος). [< πβ. αρχ. περιπολία 'περιφορά των ουράνιων σωμάτων', γαλλ. patrouille]
39887περιπολικόπε-ρι-πο-λι-κό ουσ. (ουδ.): υπηρεσιακό όχημα ή σκάφος κατάλληλο για περιπολίες: ~ δασών. Πλήρωμα ~ού. Παράκτια/ταχύπλοα ~ά. ~ά της Άμεσης Δράσης/του Λιμενικού Σώματος/της Τροχαίας. ~ά με αναμμένους (τους) φάρους. (ΣΤΡΑΤ.) ~ ανθυποβρυχιακό. ● ΣΥΜΠΛ.: ταχύ περιπολικό κατευθυνόμενων βλημάτων: ΣΤΡΑΤ. πυραυλάκατος. [< αγγλ. patrol (car/boat)]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.