| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 39888 | περιπολικός | , ή, ό πε-ρι-πο-λι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την περίπολο ή την περιπολία: ~ή: κάλυψη της περιοχής. ~ά: σκάφη. | |
| 39889 | περίπολος | πε-ρί-πο-λος ουσ. (θηλ.) {περιπόλ-ου} & (λαϊκό) περίπολο (το): ολιγομελές απόσπασμα συνήθ. αστυνομικών, στρατιωτικών ή λιμενικών δυνάμεων που περιπολεί: νυχτερινή ~. (ΣΤΡΑΤ.) ~ αναγνώρισης. [< αρχ. περίπολος ‘φρουρός, πλοίο συνοδείας’, γαλλ. patrouille] | |
| 39890 | περιπολώ | [περιπολῶ] πε-ρι-πο-λώ ρ. (αμτβ.) {περιπολ-εί ... | -είται} (λόγ.): κάνω περιπολία: Η αστυνομία ~εί στους δρόμους/στην πόλη. Ο θαλάσσιος χώρος ~είται από το λιμενικό και το πολεμικό ναυτικό. [< αρχ. περιπολῶ] | |
| 39891 | περίπου | πε-ρί-που επίρρ.: πάνω κάτω, σχεδόν, κατά προσέγγιση: Στη σχολή φοιτούν ~ ... σπουδαστές. Οι φράσεις έχουν το ίδιο ~ νόημα. Το χωριό απέχει ... χιλιόμετρα ~ από την πόλη. Στο μέσο ~ της διαδρομής έμεινε από βενζίνη. Θα έρθει ~ στις (= κατά τις) ... Πάνε πέντε ~ χρόνια. ΣΥΝ. κοντά (2) ΑΝΤ. ακριβώς (1) ● ΦΡ.: στο περίπου (προφ.): σε γενικές γραμμές, όχι με ακρίβεια: Υπολόγισε ~ ~ το κόστος κατασκευής. Θα περιγράψω ~ ~ πώς έγιναν τα πράγματα. [< μτγν. περίπου] | |
| 39892 | περιπτεράς | πε-ρι-πτε-ράς ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. περιπτερού} (προφ.): ιδιοκτήτης περιπτέρου. ΣΥΝ. περιπτερούχος | |
| 39893 | περίπτερο | πε-ρί-πτε-ρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -έρου} 1. μικρό κατάστημα σε πεζοδρόμιο ή πλατεία, συνήθ. ξύλινο με σχήμα θαλάμου, όπου πωλούνται κυρ. ψιλικά είδη: το ~ της γειτονιάς. Άδεια εκμετάλλευσης/είδη/ιδιοκτήτης (= περιπτεράς) ~έρου. Βλ. ψιλικατζίδικο. 2. μικρός χώρος ή στεγασμένη κατασκευή που χρησιμεύει κυρ. για την παρουσίαση και προώθηση προϊόντων ή για την πληροφόρηση και εξυπηρέτηση του κοινού: εκθεσιακό/εκλογικό ~. ~ ενημέρωσης/πληροφοριών. 3. κτίσμα σε υπαίθριο χώρο για ανάπαυση ή αναψυχή, κιόσκι: κυνηγετικό ~. ● Υποκ.: περιπτεράκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρονικό περίπτερο: δικτυακός τόπος με τα πρωτοσέλιδα ή τις ηλεκτρονικές εκδόσεις έντυπων μέσων. [< μτγν. περίπτερον ‘(για ναό) που περιβάλλεται από πτερά, δηλ. σειρές κιόνων’, γαλλ. kiosque] | |
| 39894 | περίπτερος | , η, ο πε-ρί-πτε-ρος επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. (για αρχαίο οικοδόμημα) που έχει στοές με κίονες και στις τέσσερις πλευρές του: ~ος: ναός. Βλ. αμφιπρόστυλος. ΣΥΝ. περίστυλος [< πβ. μτγν. περίπτερος] | |
| 39895 | περιπτερούχος | [περιπτεροῦχος] πε-ρι-πτε-ρού-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.) & (αδόκ.) περιπτεριούχος (λόγ.): περιπτεράς. Βλ. -ούχος1. | |
| 39896 | περίπτυξη | πε-ρί-πτυ-ξη ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -ύξεως | -ύξεις, συνήθ. στον πληθ.} (λόγ.): αγκάλιασμα: ερωτικές/τρυφερές ~ύξεις. [< μτγν. περίπτυξις] | |
| 39897 | περίπτωση | πε-ρί-πτω-ση ουσ. (θηλ.) 1. συμβάν, περίσταση: ακραία/απλή/δύσκολη/ειδική/ενδεικτική/εξαιρετική /μοναδική/ξεχωριστή/συνηθισμένη ~. ~ απώλειας/ατυχήματος/λάθους. Σε/στην ιδανική ~. Στη συγκεκριμένη ~. Σε ελάχιστες/λίγες/πολλές ~ώσεις τυχαίνει να ... Σε έκτακτες/επείγουσες ~ώσεις (= καταστάσεις), τηλεφωνήστε στο ...|| (ΙΑΤΡ.) Βαριά/ελαφριά/σπάνια ~ καρδιοπάθειας/λοίμωξης (= κρούσμα)/υπογλυκαιμίας. Πβ. περιστατικό. Βλ. υπο~. 2. ενδεχόμενο, πιθανότητα: Στην απίθανη ~ που προκύψει κάποιο ζήτημα ... Αν δεν τηρηθεί η συμφωνία, υπάρχει και η ~ να ... Τι θα συμβεί σε αυτήν την/σε μια τέτοια ~; Στην καλύτερη ~/των ~ώσεων θα αθωωθεί. 3. δείγμα, παράδειγμα: αντιπροσωπευτική/τυπική/χαρακτηριστική ~. Αποτελεί ενδιαφέρουσα/πρωτοφανή ~ ανθρώπου. Πρόκειται για καθαρή/κλασική ~ βλάβης/υποκρισίας. Βλ. -πτωση. ● Υποκ.: περιπτωσούλα (η) ● Μεγεθ.: περιπτωσάρα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: ειδική/ιδιαίτερη περίπτωση: για κάποιον ή κάτι που ξεχωρίζει, ξεφεύγει από τα συνηθισμένα, που έχει ιδιαιτερότητες ή πολλά προβλήματα: ~ ~ αθλητή/ανθρώπου/καλλιτέχνη. ~ ~ αποτελούν οι οικονομικοί μετανάστες., μελέτη περίπτωσης : μέθοδος έρευνας στην οποία χρησιμοποιούνται ποιοτικά και ποσοτικά δεδομένα, προκειμένου να μελετηθεί διεξοδικά μια περίπτωση (π.χ. ένα άτομο, ένας θεσμός). [< αγγλ. case study, 1933] , επιβαρυντική περίσταση/περίπτωση βλ. επιβαρυντικός, κλινική περίπτωση βλ. κλινικός, χειρότερη/χειρίστη περίπτωση βλ. χειρότερος ● ΦΡ.: είναι περίπτωση! (αργκό) 1. (για πρόσ.) με σπάνια προσόντα ή ιδιόμορφη, αλλόκοτη συμπεριφορά: Ο τύπος ~ ~! 2. (για πράγμα) μεγάλη ευκαιρία που δεν πρέπει να μείνει ανεκμετάλλευτη: Τέτοιο σπίτι ~ ~ (= κελεπούρι, προσφορά)!, εν πάση περιπτώσει: πάντως, όπως και να 'χει: ~ ~, κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι ... Tι θα έκανα για να λύσω ή, ~ ~, για να περιορίσω το πρόβλημα; Πβ. σε κάθε περίπτωση, τέλος πάντων. [< γαλλ. en tout cas] , εν τοιαύτη περιπτώσει (λόγ.): σε τέτοια περίπτωση, αφού είναι έτσι: ~ ~, συμφωνώ. Πβ. ούτως εχόντων των πραγμάτων. [< γαλλ. en tel cas] , κατά περίπτωση & ανά περίπτωση: ανάλογα με την περίπτωση: Αποφασίζουν/κρίνουν ~ ~ (πβ. μεμονωμένα). Βλ. ad hoc., πέσαμε στην περίπτωση (προφ.): αντιμετωπίζουμε ένα απίθανο ενδεχόμενο, μια εξαιρετικά σπάνια, συνήθ. αρνητική, κατάσταση., σε κάθε περίπτωση & σε οποιαδήποτε περίπτωση: όποια και αν είναι η κατάσταση, ό,τι και αν συμβεί: Οδηγίες για να γνωρίζετε τι θα κάνετε ~ ~. ~ ~ (= όπως κι αν/και να έρθουν τα πράγματα), πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι., σε καμία περίπτωση & (λόγ.) εν ουδεμιά περιπτώσει: για κανένα λόγο, ποτέ: ~ ~ δεν πρέπει να το μάθει. Δεν έχει ~ ~ ευθύνη. Πβ. με τίποτα.|| Εν ουδεμιά ~ τίθεται θέμα ακύρωσης. [< γαλλ. en aucun cas] , σε περίπτωση (που/όπου): αν συμβεί, αν τύχει: ~ ~ ασθένειας/κωλύματος ενός μέλους, ορίζεται αναπληρωτής. Τι πρέπει να κάνετε ~ ~ σεισμού. ~ ~ που δεν έρθει, θα ... Στην ~ όπου το ακίνητο ήταν μισθωμένο, τότε θα χρειαστεί ... [< γαλλ. en cas de] , σε/στην αντίθετη περίπτωση & σε διαφορετική περίπτωση & (λόγ.) εν εναντία περιπτώσει: διαφορετικά, ειδάλλως: Οι σπουδαστές πρέπει να έχουν γνώση υπολογιστών. ~ ~ θα πρέπει να παρακολουθήσουν το σεμινάριο. [< γαλλ. dans le cas contraire] , υπάρχει περίπτωση: υπάρχει ενδεχόμενο, πιθανότητα: ~ ~ να μην έρθει; (επιτατ.) Δεν ~ ~ να μη γίνει αποδεκτή η πρόταση (= αποκλείεται)., σε περίπτωση ανάγκης βλ. ανάγκη, στην (συντριπτική) πλειονότητα των περιπτώσεων βλ. πλειονότητα, στην προκειμένη (περίπτωση) βλ. προκείμενος [< μτγν. περίπτωσις ‘σύμπτωση, συνάντηση, εμπειρία’, γαλλ. cas] | |
| 39898 | περιπτωσιακός | , ή, ό πε-ρι-πτω-σι-α-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με συγκεκριμένη περίπτωση: ~ή: μελέτη. Πβ. περιστασιακός. ● επίρρ.: περιπτωσιακά [< γαλλ. casuel] | |
| 39899 | περιπτωσιολογία | πε-ρι-πτω-σι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ενασχόληση με ειδικές, μεμονωμένες περιπτώσεις ενός θέματος, αποφεύγοντας, συνήθ. σκόπιμα, την αναφορά στο γενικό πλαίσιο. [< γαλλ. casuistique] | |
| 39900 | περιπτωσιολογικός | , ή, ό πε-ρι-πτω-σι-ο-λο-γι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με την περιπτωσιολογία: ~ή: αναφορά/αντιμετώπιση/έρευνα. ~ές: μελέτες. ● επίρρ.: περιπτωσιολογικά | |
| 39901 | περίπυστος | , η/ος, ο πε-ρί-πυ-στος επίθ. (αρχαιοπρ., κυρ. σε εκκλησιαστικά κείμενα): περίφημος, ξακουστός: ~ος: ναός. ~η: εικόνα. [< μτγν. περίπυστος] | |
| 39902 | περιρραντήριο | πε-ριρ-ρα-ντή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΑΡΧΑΙΟΛ. λίθινη συνήθ. λεκάνη με βάση, που βρισκόταν στην είσοδο ιερού χώρου και περιείχε αγιασμένο νερό για την τελετουργική κάθαρση των πιστών, πριν εισέλθουν στον χώρο αυτό. Βλ. -τήριο. 2. ΕΚΚΛΗΣ. αγιαστούρα. [< αρχ. περιρραντήριον] | |
| 39903 | περιρρέει | πε-ριρ-ρέ-ει ρ. (μτβ.) {περιέρρεε} (λόγ.): ρέει γύρω από κάτι· κατ' επέκτ. διαπερνά, διαποτίζει: Το φως ~ το δωμάτιο.|| (μτφ.) Μια αίσθηση μυστηρίου ~ τα πάντα. Βλ. περιβρέχω. ● ΣΥΜΠΛ.: περιρρέουσα ατμόσφαιρα βλ. ατμόσφαιρα [< αρχ. περιρρέω] | |
| 39904 | περισκελίδα | πε-ρι-σκε-λί-δα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ. ή σε παραδοσιακές φορεσιές): παντελόνι. Βλ. σκελέα. [< μτγν. περισκελίς] | |
| 39905 | περίσκεψη | πε-ρί-σκε-ψη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): σύνεση, προσεκτική σκέψη· στοχασμός: Το ζήτημα αντιμετωπίστηκε με/χωρίς ~. Πβ. σωφροσύνη, φρόνηση. ΑΝΤ. απερισκεψία.|| Έπεσε σε ~ (= περισυλλογή). [< μτγν. περίσκεψις] | |
| 39906 | περισκοπικός | , ή, ό πε-ρι-σκο-πι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το περισκόπιο: ~ό: βάθος. (: στο οποίο φτάνει το υποβρύχιο, για να είναι δυνατή η χρήση του περισκοπίου). ● επίρρ.: περισκοπικά [< γαλλ. périscopique, αγγλ. periscopic] | |
| 39907 | περισκόπιο | πε-ρι-σκό-πι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΟΠΤ. όργανο που αποτελείται από σύστημα κατόπτρων ή πρισμάτων και δίνει τη δυνατότητα στον χειριστή του να βλέπει έξω σε μεγάλη απόσταση, ενώ βρίσκεται σε περίκλειστο χώρο: ~ υποβρυχίου. Βλ. -σκόπιο. [< γαλλ. périscope, αγγλ. periscope] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ