Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [40480-40500]

IDΛήμμαΕρμηνεία
39873περιπλοκήπε-ρι-πλο-κή ουσ. (θηλ.) 1. (επίσ.) απρόβλεπτο εμπόδιο σε μια διαδικασία, μπλέξιμο, μπέρδεμα: νομική ~. ~ές στην έκδοση αδειών. ΑΝΤ. ξεμπέρδεμα (2) 2. ΙΑΤΡ. επιπλοκή. [< αρχ. περιπλοκή ‘περιτύλιγμα, εναγκαλισμός, τέχνασμα’]
39874περίπλοκος, η, ο πε-ρί-πλο-κος επίθ.: πολύπλοκος και κατ' επέκτ. δυσνόητος: ~ος: μηχανισμός/συνδυασμός/χαρακτήρας. ~η: διαδικασία/κατάσταση/σκέψη/συνταγή/υπόθεση. ~o: ζήτημα/πρόβλημα/σύστημα. ~ες: ερωτήσεις (= δύσκολες, απαιτητικές). Πβ. πολυσύνθετος. ΑΝΤ. απλός (1) ● επίρρ.: περίπλοκα [< μτγν. περίπλοκος ‘τυλιγμένος, δεμένος ολόγυρα’]
39875περιπλοκότηταπε-ρι-πλο-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του περίπλοκου: ~ της κατάστασης/των προβλημάτων. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. πολυπλοκότητα (1) ΑΝΤ. απλότητα (1)
39876περίπλουςπε-ρί-πλους ουσ. (αρσ.): ταξίδι με σκάφος περιμετρικά των ακτών: ~ της Γης/του νησιού/των παραλίων.|| (μτφ.) Γαστρονομικός ~. [< αρχ. περίπλους]
39877περιπνευμονίαπε-ρι-πνευ-μο-νί-α ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): ΙΑΤΡ. πνευμονία. [< μτγν. περιπνευμονία, γαλλ. péripneumonie, αγγλ. peripneumonia]
39878περιπόθητος, η, ο πε-ρι-πό-θη-τος επίθ. (λόγ.): πολυπόθητος: ~η: θέση. [< μτγν. περιπόθητος]
39880περιποίησηπε-ρι-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. φροντίδα: ~ αρρώστου/ζώων. ~ του αυτοκινήτου/κήπου. ~ ρούχων/τραυμάτων/φυτών. Απολαμβάνω τις/αφήνομαι στις ~ήσεις κάποιου. 2. (ειδικότ.) καλλωπισμός: αισθητική/αναζωογονητική/αντιρυτιδική/ειδική/ενυδατική/ολοκληρωμένη/φυσική ~. Ανδρική/γυναικεία ~. ~ δέρματος/μαλλιών/νυχιών/ομορφιάς/ποδιών/προσώπου/σώματος/χεριών. Προϊόντα ατομικής ~ης (π.χ. αφρόλουτρο). Βλ. -ποίηση, συμμάζεμα. [< μτγν. περιποίησις ‘εξαιρετικό απόκτημα’]
39881περιποιητικός, ή, ό πε-ρι-ποι-η-τι-κός επίθ.: (για πρόσ.) που περιποιείται: ~ό: προσωπικό (πβ. εξυπηρετικός). Είναι πολύ ~ με τους καλεσμένους του (πβ. φιλόξενος). Βλ. -ποιητικός. [< μτγν. περιποιητικός 'που μπορεί να παρέχει κάτι', γαλλ. empressé]
39882περιποιητικότηταπε-ρι-ποι-η-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του περιποιητικού: Το ξενοδοχείο φημίζεται για την ~ των υπαλλήλων του. Πβ. εξυπηρετικότητα. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. empressement]
39883περιποιούμαι[περιποιοῦμαι] πε-ρι-ποι-ού-μαι ρ. (μτβ.) {περιποι-είσαι ... | -ήθηκα, -ημένος} 1. φροντίζω: ~είται τον κήπο/το σπίτι. Ο γιατρός ~ήθηκε τον ασθενή (πβ. κουράρω). ~ήθηκε το τραύμα της. Αδυνατεί να ~ηθεί τον εαυτό του (= να αυτοεξυπηρετηθεί).|| ~ τους καλεσμένους (= σερβίρω)/τους πελάτες (= εξυπηρετώ). 2. (ειδικότ.) καλλωπίζω: ~είται (= προσέχει) την εμφάνισή/το πρόσωπό της.|| Κρέμα που ~είται (απαλά/αποτελεσματικά/εντατικά) το δέρμα/τα μαλλιά. 3. (απειλητ.-ειρων.) τιμωρώ, επιπλήττω: Αν τολμήσεις να το ξανακάνεις, θα σε ~ηθώ αναλόγως/δεόντως/καταλλήλως! Τον ~ήθηκε (= του τα έψαλε). Πβ. περιλαβαίνω. ΣΥΝ. κανονίζω (3), συγυρίζω (2), τακτοποιώ (3) ● βλ. περιποιημένος [< αρχ. περιποιοῦμαι, γαλλ. soigner, ιταλ. curare]
39884περιποιώ[περιποιῶ] πε-ρι-ποι-ώ ρ.: μόνο στη ● ΦΡ.: περιποιεί/περιποιούν τιμή (απαιτ. λεξιλόγ.): (συνήθ. με την άρνηση δεν) τιμά/τιμούν: Η απόφαση/συμπεριφορά αυτή δεν ~εί ~ σε κανέναν. [< αρχ. περιποιῶ ‘έξασφαλίζω’]
39885περιπολάρχηςπε-ρι-πο-λάρ-χης ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. υπαξιωματικός επικεφαλής περιπόλου. Βλ. -άρχης. [< αρχ. περιπόλαρχος, γαλλ. chef de patrouille]
39886περιπολίαπε-ρι-πο-λί-α ουσ. (θηλ.) {περιπολιών}: διαρκής μετακίνηση περιπόλου σε μια περιοχή με σκοπό τη φρούρηση ή την προστασία της: νυχτερινή/πεζή/προληπτική/στρατιωτική ~. ~ ρουτίνας. ~ στους δρόμους/στα σύνορα. ~ με ελικόπτερο. Δίκυκλη ~ στα δάση. Βρισκόταν σε ~. Έκαναν ~. Βλ. σκοπιά, φύλαξη.|| Ηλεκτρονική ~ (από τη δίωξη ηλεκτρονικού εγκλήματος). [< πβ. αρχ. περιπολία 'περιφορά των ουράνιων σωμάτων', γαλλ. patrouille]
39887περιπολικόπε-ρι-πο-λι-κό ουσ. (ουδ.): υπηρεσιακό όχημα ή σκάφος κατάλληλο για περιπολίες: ~ δασών. Πλήρωμα ~ού. Παράκτια/ταχύπλοα ~ά. ~ά της Άμεσης Δράσης/του Λιμενικού Σώματος/της Τροχαίας. ~ά με αναμμένους (τους) φάρους. (ΣΤΡΑΤ.) ~ ανθυποβρυχιακό. ● ΣΥΜΠΛ.: ταχύ περιπολικό κατευθυνόμενων βλημάτων: ΣΤΡΑΤ. πυραυλάκατος. [< αγγλ. patrol (car/boat)]
39888περιπολικός, ή, ό πε-ρι-πο-λι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την περίπολο ή την περιπολία: ~ή: κάλυψη της περιοχής. ~ά: σκάφη.
39889περίπολοςπε-ρί-πο-λος ουσ. (θηλ.) {περιπόλ-ου} & (λαϊκό) περίπολο (το): ολιγομελές απόσπασμα συνήθ. αστυνομικών, στρατιωτικών ή λιμενικών δυνάμεων που περιπολεί: νυχτερινή ~. (ΣΤΡΑΤ.) ~ αναγνώρισης. [< αρχ. περίπολος ‘φρουρός, πλοίο συνοδείας’, γαλλ. patrouille]
39890περιπολώ[περιπολῶ] πε-ρι-πο-λώ ρ. (αμτβ.) {περιπολ-εί ... | -είται} (λόγ.): κάνω περιπολία: Η αστυνομία ~εί στους δρόμους/στην πόλη. Ο θαλάσσιος χώρος ~είται από το λιμενικό και το πολεμικό ναυτικό. [< αρχ. περιπολῶ]
39891περίπουπε-ρί-που επίρρ.: πάνω κάτω, σχεδόν, κατά προσέγγιση: Στη σχολή φοιτούν ~ ... σπουδαστές. Οι φράσεις έχουν το ίδιο ~ νόημα. Το χωριό απέχει ... χιλιόμετρα ~ από την πόλη. Στο μέσο ~ της διαδρομής έμεινε από βενζίνη. Θα έρθει ~ στις (= κατά τις) ... Πάνε πέντε ~ χρόνια. ΣΥΝ. κοντά (2) ΑΝΤ. ακριβώς (1) ● ΦΡ.: στο περίπου (προφ.): σε γενικές γραμμές, όχι με ακρίβεια: Υπολόγισε ~ ~ το κόστος κατασκευής. Θα περιγράψω ~ ~ πώς έγιναν τα πράγματα. [< μτγν. περίπου]
39892περιπτεράςπε-ρι-πτε-ράς ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. περιπτερού} (προφ.): ιδιοκτήτης περιπτέρου. ΣΥΝ. περιπτερούχος
39893περίπτεροπε-ρί-πτε-ρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -έρου} 1. μικρό κατάστημα σε πεζοδρόμιο ή πλατεία, συνήθ. ξύλινο με σχήμα θαλάμου, όπου πωλούνται κυρ. ψιλικά είδη: το ~ της γειτονιάς. Άδεια εκμετάλλευσης/είδη/ιδιοκτήτης (= περιπτεράς) ~έρου. Βλ. ψιλικατζίδικο. 2. μικρός χώρος ή στεγασμένη κατασκευή που χρησιμεύει κυρ. για την παρουσίαση και προώθηση προϊόντων ή για την πληροφόρηση και εξυπηρέτηση του κοινού: εκθεσιακό/εκλογικό ~. ~ ενημέρωσης/πληροφοριών. 3. κτίσμα σε υπαίθριο χώρο για ανάπαυση ή αναψυχή, κιόσκι: κυνηγετικό ~. ● Υποκ.: περιπτεράκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρονικό περίπτερο: δικτυακός τόπος με τα πρωτοσέλιδα ή τις ηλεκτρονικές εκδόσεις έντυπων μέσων. [< μτγν. περίπτερον ‘(για ναό) που περιβάλλεται από πτερά, δηλ. σειρές κιόνων’, γαλλ. kiosque]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.