| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 39908 | περισπαση | πε-ρι-σπα-σμός ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) περίσπαση (η) (λόγ.): απόσπαση της προσοχής, προσέλκυση του ενδιαφέροντος σε δευτερεύον ζήτημα και συνεκδ. καθετί που αποσπά την προσοχή: Προσπάθεια ~ού της κοινής γνώμης από τα προβλήματα.|| Εργάστηκε χωρίς ~ούς. Οι διάφοροι ~οί των οδηγών είναι κύρια αιτία τροχαίων. Βλ. αντι~. ΑΝΤ. συγκέντρωση (3) [< μτγν. περισπασμός ‘άλλη μέριμνα ή ανησυχία’] | |
| 39909 | περισπέρμιο | πε-ρι-σπέρ-μι-ο ουσ. (ουδ.) {περισπερμίου}: ΒΟΤ. προστατευτικός, θρεπτικός ιστός που περιβάλλει το έμβρυο ορισμένων σπόρων. Βλ. ενδοσπέρμιο, λευκωματίνη. [< γαλλ. périsperme, αγγλ. perisperm] | |
| 39910 | περισπούδαστος | , η, ο πε-ρι-σπού-δα-στος επίθ. 1. που είναι αποτέλεσμα σοβαρής μελέτης· κατ' επέκτ. σημαντικός, αξιόλογος: ~η: ανάλυση/μελέτη. ~ο: άρθρο/βιβλίο/έργο/σύγγραμμα. Πβ. βαθυστόχαστος. 2. (ειρων.) σπουδαιοφανής: ~ο: ύφος. Πβ. σοβαροφανής. ● επίρρ.: περισπούδαστα [< αρχ. περισπούδαστος ‘περιζήτητος, αξιοθαύμαστος, πρόθυμος’] | |
| 39911 | περισπώ | [περισπῶ] πε-ρι-σπώ ρ. (μτβ.) {περισπ-ά ... | περισπά-σει, περισπ-άται, -ώμενος} (λόγ.): αποσπώ την προσοχή κάποιου: Τα ΜΜΕ προσπάθησαν να ~σουν την κοινή γνώμη από το σκάνδαλο. ● Παθ.: περισπάται: ΓΡΑΜΜ. (στο πολυτονικό σύστημα γραφής) τονίζεται με περισπωμένη: ~ώμενα: ρήματα (= συνηρημένα). Βλ. οξύνεται. [< αρχ. περισπῶ] | |
| 39912 | περισπωμένη | πε-ρι-σπω-μέ-νη ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΜΜ. τονικό σημάδι (σύμβ. ῀) του πολυτονικού συστήματος γραφής της ελληνικής γλώσσας το οποίο σημειώνεται πάνω από μακρόχρονη συλλαβή. Βλ. βαρεία, οξεία. [< μτγν. περισπωμένη] | |
| 39913 | περίσσεια | πε-ρίσ-σει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): πλεόνασμα, περίσσευμα· κατ' επέκτ. αφθονία: ~ ενέργειας/θερμότητας/ισχύος/λίπους/οξυγόνου.|| ~ νερού/φαγητού/χρόνου. Πβ. πλησμονή. ΑΝΤ. έλλειψη (1) [< μτγν. περισσεία] | |
| 39914 | περίσσευμα | πε-ρίσ-σευ-μα ουσ. (ουδ.) {περισσεύμ-ατος | -ατα} & (λαϊκό) περίσσεμα: ό,τι περισσεύει, πλεόνασμα· κατ'επέκτ. αφθονία: Δεν έμεινε καθόλου ~ από το φαγητό. (για χρήματα:) Έδωσαν/πρόσφεραν από το ~ά τους (ΑΝΤ. υστέρημα). Δεν υπάρχει ~ στις αποθήκες (βλ. στοκ).|| (μτφ.) ~ χρόνου και δυνάμεων (ΣΥΝ. περίσσεια). Διαθέτει (μεγάλα) ~ατα (= αποθέματα) αγάπης/ανθρωπιάς. Έχει ~ ψυχής. (ειρων.) ~ αλαζονείας/θράσους. ● ΦΡ.: εκ γαρ του περισσεύματος της καρδίας (το στόμα λαλεί) & εκ περισσεύματος καρδίας (ΚΔ, λόγ.): για κάτι που λέγεται ή γίνεται, το οποίο φανερώνει τα πραγματικά αισθήματα κάποιου. [< μτγν. περίσσευμα] | |
| 39915 | περισσεύω | πε-ρισ-σεύ-ω ρ. (αμτβ.) {περίσσ-εψε, μτχ. περισσευ-ούμενος}: πλεονάζω, είμαι περιττός: Δεν (μας) ~ουν χρήματα. Έχω τόσο γεμάτο πρόγραμμα που δεν ~ει χρόνος για ... ~ούμενη: ενέργεια (πβ. παραπανίσιος, περίσσιος). ~ούμενα: κιλά.|| Τα λόγια ~ουν (= περιττεύουν). Αν εσύ το έχεις αποφασίσει, εμείς ~ουμε (: δεν έχουμε λόγο). ● περισσεύει 1. απομένει: Δεν ~εψε τίποτα από το φαγητό. Έχει ~έψει (καθόλου) τούρτα;|| Δεν ~εψε ώρα για συζήτηση. ΑΝΤ. μένει (1) 2. (μτφ.) αφθονεί: ~ η αισιοδοξία/το θράσος/το κέφι/η υποκρισία. ~εψε η συγκίνηση στην εκδήλωση ... ΑΝΤ. ελλείπει ● ΦΡ.: φτάνει και περισσεύει (προφ.): είναι υπεραρκετό: Το γλυκό ~ ~. Τα λεφτά μάς ~ουν και μας ~ουν, για να πληρώσουμε., στο καλάθι δεν χωρεί, στο κοφίνι περισσεύει βλ. κοφίνι [< αρχ. περισσεύω] | |
| 39916 | περίσσιος | , ια, ιο πε-ρίσ-σιος επίθ. 1. άφθονος: ~ια: αγάπη/ομορφιά/υπομονή/χάρη. ~ιο: θάρρος/κέφι/πάθος. Πβ. υπεραρκετός. 2. περιττός: ~ια: κιλά (= επιπλέον, παραπανίσια, περισσευούμενα). ● επίρρ.: περίσσια [< μεσν. περίσσιος] | |
| 39917 | περισσός | , ή, ό πε-ρισ-σός επίθ. (λόγ.): περίσσιος, άφθονος: ~ή: έπαρση/ευλάβεια/τέχνη/υποκρισία. ~ό: θράσος. Με ~ή επιμέλεια/φροντίδα/χαρά. ● ΦΡ.: (ως) εκ (του) περισσού: χωρίς να χρειάζεται, να είναι απαραίτητο: ~ ~, να αναφερθεί ότι ... [< αρχ. περισσός] | |
| 39918 | περισσότερος | , η, ο πε-ρισ-σό-τε-ρος επίθ. & (λαϊκό) περσότερος: πιο πολύς: πολύ ~ο. Είχα μέσα μου ~η δύναμη από ό,τι πίστευα. Οι ~οι άνθρωποι ... (= ο πολύς ο κόσμος). Καταναλώνετε ~α φρούτα και λαχανικά. (ως υπόδειξη σε χρήστες ιστοσελίδας) Για ~α (= ~ες πληροφορίες) δείτε/πατήστε εδώ. Πβ. πιότερος. ΑΝΤ. λιγότερος ● επίρρ.: περισσότερο ● ΦΡ.: λιγότερο ή περισσότερο βλ. λιγότερος ● βλ. πολύς, πολλή, πολύ [< αρχ. περισσότερος] | |
| 39919 | περισταλτικός | , ή, ό πε-ρι-σταλ-τι-κός επίθ. 1. ΦΥΣΙΟΛ. που σχετίζεται με τον περισταλτισμό: ~ό: κύμα. ~ές: κινήσεις. 2. (σπάν.) περιοριστικός, κατασταλτικός: ~ός: νόμος. ~ά: μέτρα. ● επίρρ.: περισταλτικά ● ΣΥΜΠΛ.: περισταλτική αντλία: ΤΕΧΝΟΛ. μηχανική αντλία στην οποία η πίεση προκαλείται από την κίνηση ενός σφιγκτήρα κατά μήκος ενός σωλήνα, κατά τρόπο που θυμίζει τον περισταλτισμό: ~ ~ για τον έλεγχο της πίεσης των ελαστικών. [< αγγλ. peristaltic pump, 1958] [< 1: γαλλ. péristaltique, αγγλ. peristaltic 2: μτγν. περισταλτικός] | |
| 39920 | περισταλτισμός | πε-ρι-σταλ-τι-σμός ουσ. (αρσ.) & περίσταλση, περισταλτικότητα (η): ΦΥΣΙΟΛ. ακούσια κυματοειδής μυϊκή κίνηση του πεπτικού σωλήνα ή άλλου σωληνοειδούς οργάνου του ανθρώπινου σώματος, που σπρώχνει τα περιεχόμενά του προς μία κατεύθυνση με εναλλασσόμενη συστολή και χαλάρωση. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. péristaltisme, αγγλ. peristalsis] | |
| 39921 | περίσταση | πε-ρί-στα-ση ουσ. (θηλ.) 1. κατάσταση που διαμορφώνεται σε μια δεδομένη χρονική στιγμή: δυσμενής/έκτακτη/εξαιρετική/επίσημη/ευνοϊκή ~. ~ επικοινωνίας. Η εκάστοτε ~ απαιτεί/επιβάλλει ... Φόρεμα που δεν ταιριάζει στην ~. Πρωτότυπο έργο που δημιουργήθηκε ειδικά για την ~. Ευχετήριες κάρτες για κάθε ~. Εκμεταλλεύτηκε την ~ (= ευκαιρία). Πβ. περίπτωση, φάση. Βλ. περιστατικό. ΣΥΝ. στιγμή (2) 2. ΑΡΧΑΙΟΛ. περιστύλιο. Βλ. πρόσταση. ● περιστάσεις (οι): συνθήκες, συγκυρίες: δύσκολες/ιστορικές/κρίσιμες/οικονομικές/πολιτικές ~. Πρέπει να διερευνηθούν οι ~ του ατυχήματος/της υπόθεσης/του φόνου. Όπως απαιτούν οι ~. Το επιβάλλουν οι ~. Εφόσον το επιτρέπουν οι ~, θα ... Αποδείχθηκε κατώτερος των ~άσεων.|| (ΝΟΜ.) Οι ελαφρυντικές ~ (ενός νόμου). ● ΣΥΜΠΛ.: επιβαρυντική περίσταση/περίπτωση βλ. επιβαρυντικός ● ΦΡ.: κατά περίσταση/κατά τις περιστάσεις & ανάλογα με την περίσταση/τις περιστάσεις: ανάλογα με την περίπτωση ή τις συνθήκες: Προσαρμόζεται ~ ~., στέκεται στο ύψος του/στο ύψος των περιστάσεων βλ. στέκομαι [< μτγν. περίστασις] | |
| 39922 | περιστασιακός | , ή, ό πε-ρι-στα-σι-α-κός επίθ.: που πραγματοποιείται ανάλογα με την περίσταση, που δεν γίνεται συστηματικά: ~ή: εργασία (πβ. δουλειά του ποδαριού· ΑΝΤ. μόνιμη)/λύση (= προσωρινή, πρόχειρη)/σχέση/χρήση (ΑΝΤ. τακτική). ~ά: προβλήματα.|| ~ός: καπνιστής. ΣΥΝ. ευκαιριακός, συγκυριακός ● επίρρ.: περιστασιακά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. circonstanciel] | |
| 39923 | περιστατικό | πε-ρι-στα-τι-κό ουσ. (ουδ.) 1. συμβάν: ανησυχητικό/απρόβλεπτο/ατυχές/δυσάρεστο/ενδιαφέρον/ιατρικό/κωμικό/μεμονωμένο/πρόσφατο/σπάνιο/τυχαίο ~. ~ βίας/επίθεσης/κακοποίησης/μόλυνσης. Τραγικό ~ με θύμα έναν ... Καθημερινά ~ά της ζωής. Τα πραγματικά ~ά της υπόθεσης. Δεν έχει αναφερθεί/καταγραφεί/σημειωθεί/συμβεί (κανένα) ανάλογο/αντίστοιχο ~ στο παρελθόν. ΣΥΝ. γεγονός 2. ΙΑΤΡ. συγκεκριμένη περίπτωση εμφάνισης προβλήματος υγείας: κρίσιμο ~. Βαριά/ελαφρά/καρδιολογικά/ογκολογικά/οξέα/χειρουργικά/χρόνια ~ά. Αντιμετώπιση ~ών γρίπης (= κρουσμάτων). ● ΣΥΜΠΛ.: επείγον (περιστατικό) βλ. επείγων [< μτγν. περιστατικόν ‘κρίσιμο συμβάν’] | |
| 39924 | περιστέλλω | πε-ρι-στέλ-λω ρ. (μτβ.) {περι-έστειλε, -στείλει, -εστάλη, -σταλεί, περιστέλλ-οντας} (λόγ.): περιορίζω, μειώνω: Η κυβέρνηση θα ~στείλει τις κρατικές δαπάνες. ~εται ο αριθμός των προσλήψεων. ~εστάλη η ελευθερία έκφρασης και Τύπου. ΣΥΝ. περικόπτω [< αρχ. περιστέλλω] | |
| 39925 | περιστερά | πε-ρι-στε-ρά ουσ. (θηλ.) 1. {συνήθ. στον πληθ.} (μτφ.-ειρων.) πρόσωπο που υποστηρίζει φιλειρηνική πολιτική. ΑΝΤ. γεράκι (3) 2. ΘΡΗΣΚ. συμβολική απεικόνιση του Αγίου Πνεύματος. 3. (σπάν.-λόγ.) θηλυκό περιστέρι. ● ΣΥΜΠΛ.: αθώα/λευκή περιστερά (μτφ.-ειρων.): για κάποιον που προσποιείται ότι δεν γνωρίζει τίποτα, που εμφανίζεται ως αθώος: Κάνει/παριστάνει την/το παίζει ~ ~ (πβ. κάνει την πάπια/το κορόιδο). [< 3: αρχ. περιστερά, γαλλ. colombe, αγγλ. dove] | |
| 39926 | περιστέρα | πε-ρι-στέ-ρα ουσ. (θηλ.) {περιστερών} (λαϊκό) 1. θηλυκό περιστέρι. ΣΥΝ. περιστερά (3) 2. (+ κτητ. αντων.) χαϊδευτική προσφώνηση γυναίκας: ~ μου! ● ΦΡ.: (γίνεσθε) φρόνιμοι ως οι όφεις (και ακέραιοι ως αι περιστεραί) βλ. όφις [< μτγν. περιστέρα] | |
| 39927 | περιστερεώνας | βλ. περιστερώνας |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ