| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 39928 | περιστέρι | πε-ρι-στέ-ρι ουσ. (ουδ.) {περιστερ-ιού | -ιών}: ΟΡΝΙΘ. γένος πτηνών (επιστ. ονομασ. Columba livia) με πυκνό γκρίζο φτέρωμα, παχουλό σώμα, κοντό λαιμό και μακρύ κεφάλι, το οποίο εξημερώνεται εύκολα και συναντάται κυρ. στις πόλεις: τα ~ια της πλατείας. Το γουργουρητό των ~ιών. Πβ. περιστέρα. Βλ. αγριο-, φασσο-περίστερο, δεκαοχτούρα, φάσσα.|| Το ~ συμβολίζει το Άγιο Πνεύμα/την αγνότητα. Πβ. περιστερά. ● Υποκ.: περιστεράκι (το): || (ως τρυφερή προσφώνηση μεταξύ ερωτευμένων) ~ μου! ΣΥΝ. πιτσούνι (1) ● ΣΥΜΠΛ.: περιστέρι της ειρήνης: λευκό περιστέρι, κυρ. η απεικόνισή του, ως σύμβολο ειρήνης., ταχυδρομικό περιστέρι : που έχει εξαιρετική αίσθηση προσανατολισμού και γι' αυτό χρησιμοποιήθηκε στο παρελθόν για τη μεταφορά μηνυμάτων από ένα μέρος σε άλλο. ● ΦΡ.: όταν ασπρίσει ο κόρακας και γίνει περιστέρι βλ. κόρακας [< μεσν. περιστέρι(ο)ν] | |
| 39929 | περιστερώνας | πε-ρι-στε-ρώ-νας ουσ. (αρσ.) & περιστερεώνας & (σπάν.) περιστεριώνας & περιστερώνα (η): φωλιά κατασκευασμένη για εξημερωμένα περιστέρια. Βλ. -ώνας. [< αρχ. περιστερ(ε)ών] | |
| 39930 | περιστοιχίζω | πε-ρι-στοι-χί-ζω ρ. (μτβ.) {περιστοίχι-σε, περιστοιχί-στηκε, -σμένος, περιστοιχίζ-οντας, -όμενος}: είμαι γύρω από κάτι ή κάποιον, περιβάλλω: Βουνά ~ουν το χωριό. Πβ. (περι)κυκλώνω.|| (μτφ.) ~εται από απατεώνες/εχθρούς/θαυμαστές. Μεγάλωσε ~σμένος από αγαπημένα πρόσωπα. Πβ. περιζώνω, πλαισιώνω, συνοδεύω. [< μτγν. περιστοιχίζω] | |
| 39931 | περιστολή | πε-ρι-στο-λή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): περιορισμός, μείωση: ~ των δαπανών (= περικοπή, ελάττωση)/δικαιωμάτων/ελευθεριών/του χρέους (βλ. κούρεμα). [< μτγν. περιστολή ‘περικάλυψη, συμπίεση’] | |
| 39932 | περιστόμιο | πε-ρι-στό-μι-ο ουσ. (ουδ.) {περιστομίου} (λόγ.): το τμήμα γύρω από το στόμιο: ~ του σωλήνα.|| Πνευστά με απλό ~. [< μτγν. περιστόμιον] | |
| 39933 | περιστρέφω | πε-ρι-στρέ-φω ρ. (μτβ.) {περιέστρε-ψα, περιστράφ-ηκε (λόγ.) περιεστράφη, περιστραφεί, περιστρεφ-όμενος, περιστρέφ-οντας}: κινώ κάτι γύρω από τον άξονά του ή από σταθερό σημείο: ~ τον τροχό. Η Γη ~εται γύρω από τον Ήλιο. ~όμενος: φακός. ~όμενη: καρέκλα/οθόνη. Πβ. (στριφο)γυρίζω. ● περιστρέφεται (μτφ.): αναπτύσσεται γύρω από ένα θέμα, αναφέρεται συνεχώς σε αυτό: Η συζήτηση/υπόθεση (του έργου) ~ γύρω από κοινωνικά ζητήματα. [< αρχ. περιστρέφω] | |
| 39934 | περιστροφή | πε-ρι-στρο-φή ουσ. (θηλ.): κίνηση γύρω από άξονα ή σταθερό σημείο: πλήρης ~. Γωνία/ταχύτητα/φορά ~ής. (ΑΣΤΡΟΝ.) Αστρική ~. (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ εικόνας. (ΓΥΜΝ.) ~ές των χεριών. Πβ. περιφορά. Βλ. περιδίνηση, στροβιλισμός. ● περιστροφές (οι) (μτφ.): έμμεσες αναφορές, υπαινιγμοί: Πες ευθέως ό,τι έχεις να πεις και άσε τις ~ (= υπεκφυγές). ● ΦΡ.: χωρίς περιστροφές: με άμεσο, ευθύ και κατηγορηματικό τρόπο: Απάντησε ~ ~ (= απερίφραστα). Λόγος ξεκάθαρος ~ ~ και γαρνιτούρες. ΣΥΝ. ευθέως, μιλάω/τα λέω έξω από τα δόντια ΑΝΤ. απ' έξω-απ' έξω & απέξω-απέξω [< αρχ. περιστροφή] | |
| 39935 | περιστροφικός | , ή, ό πε-ρι-στρο-φι-κός επίθ.: που γίνεται ή λειτουργεί με περιστροφή: ~ή: εκτύπωση/κίνηση.|| ~ός: διακόπτης/κινητήρας. Βλ. (στριφο)γυριστός, στριφτός. ● επίρρ.: περιστροφικά | |
| 39936 | περίστροφο | πε-ρί-στρο-φο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -όφου}: πιστόλι με περιστρεφόμενο κύλινδρο (μύλο), συνήθ. πέντε ή έξι φυσιγγίων, και αυτόματη όπλιση· κατ' επέκτ. κάθε πιστόλι: αεροβόλο/αστυνομικό/στρατιωτικό/υπηρεσιακό ~. ΣΥΝ. ρεβόλβερ ● ΦΡ.: με/βάζω το πιστόλι στον κρόταφο βλ. κρόταφος [< πβ. αρχ. επίθ. περίστροφος ‘που λειτουργεί με περιστροφή’, αγγλ. revolver] | |
| 39937 | περιστύλιο | πε-ρι-στύ-λι-ο ουσ. (ουδ.) {περιστυλίου}: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. σειρά κιόνων που περιβάλλουν οικοδόμημα και κατ' επέκτ. ο χώρος που ορίζεται από αυτούς: το ~ του ναού.|| (σήμερα) Το ~ της Βουλής/του Ζαππείου. ΣΥΝ. περίστυλο [< μτγν. περιστύλιον] | |
| 39938 | περίστυλος | , ος/η, ο πε-ρί-στυ-λος επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. που περιβάλλεται από περιστύλιο: ~η: αυλή/στοά. ~ο: αίθριο. Πβ. περίπτερος. ● Ουσ.: περίστυλο (το) (σπάν.): περιστύλιο. [< αρχ. περίστυλος] | |
| 39939 | περισυλλέγω | πε-ρι-συλ-λέ-γω ρ. (μτβ.) {περισυνέλε-ξα, περισυλλέ-χθηκε (λόγ. περισυνελέγ-η, -ησαν), -χθεί (συνηθέστ.) -γεί, περισυλλέγ-οντας} (λόγ.): μαζεύω σκόρπια στοιχεία ή συγκεντρώνω και παρέχω βοήθεια κυρ. σε ανθρώπους που βρίσκονται σε δύσκολη κατάσταση: ~ησαν τόνοι σκουπιδιών. Μουσείο με έργα που έχουν ~χθεί από διάφορους αρχαιολογικούς χώρους. Διεξάγει έρευνα, ~οντας πληροφορίες.|| ~ξαν τους νεκρούς.|| Προσπαθούν να ~ξουν τους ναυαγούς/τραυματίες.|| ~ησαν αδέσποτα ζώα. Πβ. περιμαζεύω. [< μτγν. περισυλλέγω] | |
| 39940 | περισυλλογή | πε-ρι-συλ-λο-γή ουσ. (θηλ.) 1. μάζεμα σκόρπιων στοιχείων ή συγκέντρωση και παροχή βοήθειας σε διασκορπισμένους ανθρώπους: όχημα ~ής απορριμμάτων.|| Η ~ των ναυαγών. 2. στοχασμός, περίσκεψη: Βρισκόταν/έπεσε σε βαθιά ~ (= διαλογισμό). Είναι ώρα ~ής και ευθύνης. [< 2: γαλλ. recueillement] | |
| 39941 | περισυναγωγή | πε-ρι-συ-να-γω-γή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): περισυλλογή, συγκέντρωση. | |
| 39942 | περισφίγγω | πε-ρι-σφίγ-γω ρ. (μτβ.) {περιέσφι-ξα, -γμένος (λογιότ.) περιεσφιγμένος} (λόγ.) 1. (συνήθ. μτφ.) σφίγγω, στενεύω από όλες τις πλευρές: Ο κλοιός των αστυνομικών δυνάμεων ~ει ασφυκτικά τους διαδηλωτές. 2. ΙΑΤΡ. προκαλώ περίσφιξη, στένωση: Νέκρωση του σπλάχνου που ~εται λόγω ελλιπούς αιμάτωσης.|| Γαστρικός δακτύλιος ~ει το στομάχι στο ανώτερο τμήμα του. ● βλ. περιεσφιγμένος [< 1: αρχ. περισφίγγω 2: αγγλ. strangulate] | |
| 39943 | περίσφιξη | πε-ρί-σφι-ξη ουσ. (θηλ.) & περίσφιγξη 1. ΙΑΤΡ. στένωση τμήματος οργάνου ή σωλήνα με αποτέλεσμα τη διακοπή της κυκλοφορίας του αίματος ή της ροής υγρών: ~ κήλης. 2. ΟΙΚΟΔ. μέθοδος ενίσχυσης υποστυλωμάτων. 3. (σπάν.) σφίξιμο από παντού. [< μτγν. περίσφιγξις 1: αγγλ. strangulation] | |
| 39944 | περισώζω | [περισῴζω] πε-ρι-σώ-ζω ρ. (μτβ.) {περιέσω-σα, περισώ-σει, -θηκε, -θεί, περισώζ-οντας}: διασώζω από απειλή ή κίνδυνο, διαφυλάσσω κάτι από καταστροφή: Προσπάθησε να ~σει την αξιοπρέπειά/το γόητρο/την περιουσία/την τιμή του. Από τον σεισμό ~θηκαν λίγα κτίσματα. [< αρχ. περισῴζω] | |
| 39945 | περίσωση | πε-ρί-σω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): διάσωση από κίνδυνο ή καταστροφή: ~ της καλής φήμης/του κύρους (κάποιου). | |
| 39946 | περιτειχίζω | πε-ρι-τει-χί-ζω ρ. (μτβ.) {περιτείχι-σε, περιτειχί-στηκε, -στεί, -σμένος}: περιβάλλω, οχυρώνω με τείχος. Βλ. περιτοιχίζω. [< αρχ. περιτειχίζω] | |
| 39947 | περιτείχιση | πε-ρι-τεί-χι-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): οχύρωση με τείχος. [< αρχ. περιτείχισις] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ