Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [40520-40540]

IDΛήμμαΕρμηνεία
39914περίσσευμαπε-ρίσ-σευ-μα ουσ. (ουδ.) {περισσεύμ-ατος | -ατα} & (λαϊκό) περίσσεμα: ό,τι περισσεύει, πλεόνασμα· κατ'επέκτ. αφθονία: Δεν έμεινε καθόλου ~ από το φαγητό. (για χρήματα:) Έδωσαν/πρόσφεραν από το ~ά τους (ΑΝΤ. υστέρημα). Δεν υπάρχει ~ στις αποθήκες (βλ. στοκ).|| (μτφ.) ~ χρόνου και δυνάμεων (ΣΥΝ. περίσσεια). Διαθέτει (μεγάλα) ~ατα (= αποθέματα) αγάπης/ανθρωπιάς. Έχει ~ ψυχής. (ειρων.) ~ αλαζονείας/θράσους. ● ΦΡ.: εκ γαρ του περισσεύματος της καρδίας (το στόμα λαλεί) & εκ περισσεύματος καρδίας (ΚΔ, λόγ.): για κάτι που λέγεται ή γίνεται, το οποίο φανερώνει τα πραγματικά αισθήματα κάποιου. [< μτγν. περίσσευμα]
39915περισσεύωπε-ρισ-σεύ-ω ρ. (αμτβ.) {περίσσ-εψε, μτχ. περισσευ-ούμενος}: πλεονάζω, είμαι περιττός: Δεν (μας) ~ουν χρήματα. Έχω τόσο γεμάτο πρόγραμμα που δεν ~ει χρόνος για ... ~ούμενη: ενέργεια (πβ. παραπανίσιος, περίσσιος). ~ούμενα: κιλά.|| Τα λόγια ~ουν (= περιττεύουν). Αν εσύ το έχεις αποφασίσει, εμείς ~ουμε (: δεν έχουμε λόγο).περισσεύει 1. απομένει: Δεν ~εψε τίποτα από το φαγητό. Έχει ~έψει (καθόλου) τούρτα;|| Δεν ~εψε ώρα για συζήτηση. ΑΝΤ. μένει (1) 2. (μτφ.) αφθονεί: ~ η αισιοδοξία/το θράσος/το κέφι/η υποκρισία. ~εψε η συγκίνηση στην εκδήλωση ... ΑΝΤ. ελλείπει ● ΦΡ.: φτάνει και περισσεύει (προφ.): είναι υπεραρκετό: Το γλυκό ~ ~. Τα λεφτά μάς ~ουν και μας ~ουν, για να πληρώσουμε., στο καλάθι δεν χωρεί, στο κοφίνι περισσεύει βλ. κοφίνι [< αρχ. περισσεύω]
39916περίσσιος, ια, ιο πε-ρίσ-σιος επίθ. 1. άφθονος: ~ια: αγάπη/ομορφιά/υπομονή/χάρη. ~ιο: θάρρος/κέφι/πάθος. Πβ. υπεραρκετός. 2. περιττός: ~ια: κιλά (= επιπλέον, παραπανίσια, περισσευούμενα). ● επίρρ.: περίσσια [< μεσν. περίσσιος]
39917περισσός

, ή, ό πε-ρισ-σός επίθ. (λόγ.): περίσσιος, άφθονος: ~ή: έπαρση/ευλάβεια/τέχνη/υποκρισία. ~ό: θράσος. Με ~ή επιμέλεια/φροντίδα/χαρά. ● ΦΡ.: (ως) εκ (του) περισσού: χωρίς να χρειάζεται, να είναι απαραίτητο: ~ ~, να αναφερθεί ότι ... [< αρχ. περισσός]

39918περισσότερος, η, ο πε-ρισ-σό-τε-ρος επίθ. & (λαϊκό) περσότερος: πιο πολύς: πολύ ~ο. Είχα μέσα μου ~η δύναμη από ό,τι πίστευα. Οι ~οι άνθρωποι ... (= ο πολύς ο κόσμος). Καταναλώνετε ~α φρούτα και λαχανικά. (ως υπόδειξη σε χρήστες ιστοσελίδας) Για ~α (= ~ες πληροφορίες) δείτε/πατήστε εδώ. Πβ. πιότερος. ΑΝΤ. λιγότερος ● επίρρ.: περισσότερο ● ΦΡ.: λιγότερο ή περισσότερο βλ. λιγότερος ● βλ. πολύς, πολλή, πολύ [< αρχ. περισσότερος]
39919περισταλτικός, ή, ό πε-ρι-σταλ-τι-κός επίθ. 1. ΦΥΣΙΟΛ. που σχετίζεται με τον περισταλτισμό: ~ό: κύμα. ~ές: κινήσεις. 2. (σπάν.) περιοριστικός, κατασταλτικός: ~ός: νόμος. ~ά: μέτρα. ● επίρρ.: περισταλτικά ● ΣΥΜΠΛ.: περισταλτική αντλία: ΤΕΧΝΟΛ. μηχανική αντλία στην οποία η πίεση προκαλείται από την κίνηση ενός σφιγκτήρα κατά μήκος ενός σωλήνα, κατά τρόπο που θυμίζει τον περισταλτισμό: ~ ~ για τον έλεγχο της πίεσης των ελαστικών. [< αγγλ. peristaltic pump, 1958] [< 1: γαλλ. péristaltique, αγγλ. peristaltic 2: μτγν. περισταλτικός]
39920περισταλτισμόςπε-ρι-σταλ-τι-σμός ουσ. (αρσ.) & περίσταλση, περισταλτικότητα (η): ΦΥΣΙΟΛ. ακούσια κυματοειδής μυϊκή κίνηση του πεπτικού σωλήνα ή άλλου σωληνοειδούς οργάνου του ανθρώπινου σώματος, που σπρώχνει τα περιεχόμενά του προς μία κατεύθυνση με εναλλασσόμενη συστολή και χαλάρωση. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. péristaltisme, αγγλ. peristalsis]
39921περίστασηπε-ρί-στα-ση ουσ. (θηλ.) 1. κατάσταση που διαμορφώνεται σε μια δεδομένη χρονική στιγμή: δυσμενής/έκτακτη/εξαιρετική/επίσημη/ευνοϊκή ~. ~ επικοινωνίας. Η εκάστοτε ~ απαιτεί/επιβάλλει ... Φόρεμα που δεν ταιριάζει στην ~. Πρωτότυπο έργο που δημιουργήθηκε ειδικά για την ~. Ευχετήριες κάρτες για κάθε ~. Εκμεταλλεύτηκε την ~ (= ευκαιρία). Πβ. περίπτωση, φάση. Βλ. περιστατικό. ΣΥΝ. στιγμή (2) 2. ΑΡΧΑΙΟΛ. περιστύλιο. Βλ. πρόσταση.περιστάσεις (οι): συνθήκες, συγκυρίες: δύσκολες/ιστορικές/κρίσιμες/οικονομικές/πολιτικές ~. Πρέπει να διερευνηθούν οι ~ του ατυχήματος/της υπόθεσης/του φόνου. Όπως απαιτούν οι ~. Το επιβάλλουν οι ~. Εφόσον το επιτρέπουν οι ~, θα ... Αποδείχθηκε κατώτερος των ~άσεων.|| (ΝΟΜ.) Οι ελαφρυντικές ~ (ενός νόμου). ● ΣΥΜΠΛ.: επιβαρυντική περίσταση/περίπτωση βλ. επιβαρυντικός ● ΦΡ.: κατά περίσταση/κατά τις περιστάσεις & ανάλογα με την περίσταση/τις περιστάσεις: ανάλογα με την περίπτωση ή τις συνθήκες: Προσαρμόζεται ~ ~., στέκεται στο ύψος του/στο ύψος των περιστάσεων βλ. στέκομαι [< μτγν. περίστασις]
39922περιστασιακός, ή, ό πε-ρι-στα-σι-α-κός επίθ.: που πραγματοποιείται ανάλογα με την περίσταση, που δεν γίνεται συστηματικά: ~ή: εργασία (πβ. δουλειά του ποδαριού· ΑΝΤ. μόνιμη)/λύση (= προσωρινή, πρόχειρη)/σχέση/χρήση (ΑΝΤ. τακτική). ~ά: προβλήματα.|| ~ός: καπνιστής. ΣΥΝ. ευκαιριακός, συγκυριακός ● επίρρ.: περιστασιακά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. circonstanciel]
39923περιστατικόπε-ρι-στα-τι-κό ουσ. (ουδ.) 1. συμβάν: ανησυχητικό/απρόβλεπτο/ατυχές/δυσάρεστο/ενδιαφέρον/ιατρικό/κωμικό/μεμονωμένο/πρόσφατο/σπάνιο/τυχαίο ~. ~ βίας/επίθεσης/κακοποίησης/μόλυνσης. Τραγικό ~ με θύμα έναν ... Καθημερινά ~ά της ζωής. Τα πραγματικά ~ά της υπόθεσης. Δεν έχει αναφερθεί/καταγραφεί/σημειωθεί/συμβεί (κανένα) ανάλογο/αντίστοιχο ~ στο παρελθόν. ΣΥΝ. γεγονός 2. ΙΑΤΡ. συγκεκριμένη περίπτωση εμφάνισης προβλήματος υγείας: κρίσιμο ~. Βαριά/ελαφρά/καρδιολογικά/ογκολογικά/οξέα/χειρουργικά/χρόνια ~ά. Αντιμετώπιση ~ών γρίπης (= κρουσμάτων). ● ΣΥΜΠΛ.: επείγον (περιστατικό) βλ. επείγων [< μτγν. περιστατικόν ‘κρίσιμο συμβάν’]
39924περιστέλλωπε-ρι-στέλ-λω ρ. (μτβ.) {περι-έστειλε, -στείλει, -εστάλη, -σταλεί, περιστέλλ-οντας} (λόγ.): περιορίζω, μειώνω: Η κυβέρνηση θα ~στείλει τις κρατικές δαπάνες. ~εται ο αριθμός των προσλήψεων. ~εστάλη η ελευθερία έκφρασης και Τύπου. ΣΥΝ. περικόπτω [< αρχ. περιστέλλω]
39925περιστεράπε-ρι-στε-ρά ουσ. (θηλ.) 1. {συνήθ. στον πληθ.} (μτφ.-ειρων.) πρόσωπο που υποστηρίζει φιλειρηνική πολιτική. ΑΝΤ. γεράκι (3) 2. ΘΡΗΣΚ. συμβολική απεικόνιση του Αγίου Πνεύματος. 3. (σπάν.-λόγ.) θηλυκό περιστέρι. ● ΣΥΜΠΛ.: αθώα/λευκή περιστερά (μτφ.-ειρων.): για κάποιον που προσποιείται ότι δεν γνωρίζει τίποτα, που εμφανίζεται ως αθώος: Κάνει/παριστάνει την/το παίζει ~ ~ (πβ. κάνει την πάπια/το κορόιδο). [< 3: αρχ. περιστερά, γαλλ. colombe, αγγλ. dove]
39926περιστέραπε-ρι-στέ-ρα ουσ. (θηλ.) {περιστερών} (λαϊκό) 1. θηλυκό περιστέρι. ΣΥΝ. περιστερά (3) 2. (+ κτητ. αντων.) χαϊδευτική προσφώνηση γυναίκας: ~ μου! ● ΦΡ.: (γίνεσθε) φρόνιμοι ως οι όφεις (και ακέραιοι ως αι περιστεραί) βλ. όφις [< μτγν. περιστέρα]
39927περιστερεώναςβλ. περιστερώνας
39928περιστέριπε-ρι-στέ-ρι ουσ. (ουδ.) {περιστερ-ιού | -ιών}: ΟΡΝΙΘ. γένος πτηνών (επιστ. ονομασ. Columba livia) με πυκνό γκρίζο φτέρωμα, παχουλό σώμα, κοντό λαιμό και μακρύ κεφάλι, το οποίο εξημερώνεται εύκολα και συναντάται κυρ. στις πόλεις: τα ~ια της πλατείας. Το γουργουρητό των ~ιών. Πβ. περιστέρα. Βλ. αγριο-, φασσο-περίστερο, δεκαοχτούρα, φάσσα.|| Το ~ συμβολίζει το Άγιο Πνεύμα/την αγνότητα. Πβ. περιστερά. ● Υποκ.: περιστεράκι (το): || (ως τρυφερή προσφώνηση μεταξύ ερωτευμένων) ~ μου! ΣΥΝ. πιτσούνι (1) ● ΣΥΜΠΛ.: περιστέρι της ειρήνης: λευκό περιστέρι, κυρ. η απεικόνισή του, ως σύμβολο ειρήνης., ταχυδρομικό περιστέρι : που έχει εξαιρετική αίσθηση προσανατολισμού και γι' αυτό χρησιμοποιήθηκε στο παρελθόν για τη μεταφορά μηνυμάτων από ένα μέρος σε άλλο. ● ΦΡ.: όταν ασπρίσει ο κόρακας και γίνει περιστέρι βλ. κόρακας [< μεσν. περιστέρι(ο)ν]
39929περιστερώναςπε-ρι-στε-ρώ-νας ουσ. (αρσ.) & περιστερεώνας & (σπάν.) περιστεριώνας & περιστερώνα (η): φωλιά κατασκευασμένη για εξημερωμένα περιστέρια. Βλ. -ώνας. [< αρχ. περιστερ(ε)ών]
39930περιστοιχίζωπε-ρι-στοι-χί-ζω ρ. (μτβ.) {περιστοίχι-σε, περιστοιχί-στηκε, -σμένος, περιστοιχίζ-οντας, -όμενος}: είμαι γύρω από κάτι ή κάποιον, περιβάλλω: Βουνά ~ουν το χωριό. Πβ. (περι)κυκλώνω.|| (μτφ.) ~εται από απατεώνες/εχθρούς/θαυμαστές. Μεγάλωσε ~σμένος από αγαπημένα πρόσωπα. Πβ. περιζώνω, πλαισιώνω, συνοδεύω. [< μτγν. περιστοιχίζω]
39931περιστολήπε-ρι-στο-λή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): περιορισμός, μείωση: ~ των δαπανών (= περικοπή, ελάττωση)/δικαιωμάτων/ελευθεριών/του χρέους (βλ. κούρεμα). [< μτγν. περιστολή ‘περικάλυψη, συμπίεση’]
39932περιστόμιοπε-ρι-στό-μι-ο ουσ. (ουδ.) {περιστομίου} (λόγ.): το τμήμα γύρω από το στόμιο: ~ του σωλήνα.|| Πνευστά με απλό ~. [< μτγν. περιστόμιον]
39933περιστρέφωπε-ρι-στρέ-φω ρ. (μτβ.) {περιέστρε-ψα, περιστράφ-ηκε (λόγ.) περιεστράφη, περιστραφεί, περιστρεφ-όμενος, περιστρέφ-οντας}: κινώ κάτι γύρω από τον άξονά του ή από σταθερό σημείο: ~ τον τροχό. Η Γη ~εται γύρω από τον Ήλιο. ~όμενος: φακός. ~όμενη: καρέκλα/οθόνη. Πβ. (στριφο)γυρίζω.περιστρέφεται (μτφ.): αναπτύσσεται γύρω από ένα θέμα, αναφέρεται συνεχώς σε αυτό: Η συζήτηση/υπόθεση (του έργου) ~ γύρω από κοινωνικά ζητήματα. [< αρχ. περιστρέφω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.