| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 39948 | περιτείχισμα | πε-ρι-τεί-χι-σμα ουσ. (ουδ.): τείχος που περιβάλλει έναν χώρο: εξωτερικό/χαμηλό ~. ~ της Μονής/της πόλης. Βλ. περιτοίχισμα. [< αρχ. περιτείχισμα] | |
| 39949 | περιτέμνω | πε-ρι-τέ-μνω ρ. (μτβ.) {περιτμή-σει, -θηκε, -θεί, περιτετμημένος κ. περιτμημένος} (λόγ.) 1. κάνω περιτομή (σε κάποιον). 2. (σπάν.) κόβω γύρω-γύρω. [< αρχ. περιτέμνω] | |
| 39950 | περίτεχνος | , η, ο πε-ρί-τε-χνος επίθ.: που δείχνει καλαισθησία, επιδεξιότητα, που έχει γίνει με τέχνη: ~η: διατύπωση.|| ~ος: μηχανισμός. ~η: διακόσμηση/κατασκευή. ~ο: χτένισμα. Πβ. κομψός. ΑΝΤ. άτεχνος, κακότεχνος.|| ~η: (ποδοσφαιρική) ενέργεια. ~ο: γκολ (ΑΝΤ. τυχερό). ΣΥΝ. αριστοτεχνικός (1) ● επίρρ.: περίτεχνα | |
| 39951 | περιτοιχίζω | πε-ρι-τοι-χί-ζω ρ. (μτβ.) {περιτοίχι-σε, περιτοιχί-στηκε, -σμένος}: περιφράσσω με τοίχο. Βλ. περιτειχίζω. ΣΥΝ. τοιχίζω [< μεσν. περιτοιχίζω] | |
| 39952 | περιτοίχιση | πε-ρι-τοί-χι-ση ουσ. (θηλ.): περίφραξη με τοίχο. | |
| 39953 | περιτοίχισμα | πε-ρι-τοί-χι-σμα ουσ. (ουδ.): τοίχος που περιφράσσει έναν χώρο. Βλ. περιτείχισμα. | |
| 39954 | περιτομή | πε-ρι-το-μή ουσ. (θηλ.) 1. εθιμική διαδικασία (ιουδαϊκή και μουσουλμανική) κατά την οποία πραγματοποιείται εκτομή τμήματος του δέρματος που περιβάλλει τη βάλανο του πέους. Βλ. κλειτοριδεκτομή. ΣΥΝ. σουνέτι 2. ΙΑΤΡ. χειρουργική επέμβαση για την αντιμετώπιση της φίμωσης. Βλ. -τομή. [< 1: μτγν. περιτομή 2: γαλλ. circoncision] | |
| 39955 | περιτοναϊκός | , ή, ό πε-ρι-το-να-ϊ-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το περιτόναιο: ~ός: καθετήρας. ~ή: διάλυση/κοιλότητα/πλύση. ~ό: υγρό. ● ΣΥΜΠΛ.: περιτοναϊκή κάθαρση: μέθοδος καθαρισμού του αίματος των νεφροπαθών από τις τοξίνες μέσω του περιτοναίου. Βλ. αιμοκάθαρση. [< γαλλ. péritonéal, αγγλ. peritoneal] | |
| 39956 | περιτόναιο | πε-ρι-τό-ναι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -αίου}: ΑΝΑΤ. υμένας που περιβάλλει τα τοιχώματα και τα σπλάχνα της κοιλιάς και της πυέλου, εκτός από τις ωοθήκες: φλεγμονή του ~αίου. Βλ. μπόλια. [< αρχ. περιτόναιον, γαλλ. péritoine, αγγλ. peritoneum] | |
| 39957 | περιτονία | πε-ρι-το-νί-α ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ. ινώδης ιστός που περιβάλλει διάφορες κοιλότητες του σώματος, όργανα και μυς. Πβ. απονεύρωση. [< μεσν. περιτονία, γαλλ.-αγγλ. fascia] | |
| 39958 | περιτονίτιδα | πε-ρι-το-νί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή του περιτόναιου. Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. péritonite, αγγλ. peritonitis] | |
| 39959 | περίτρανος | , η, ο πε-ρί-τρα-νος επίθ.: ολοφάνερος, αδιαμφισβήτητος: ~η: διάψευση/επιβεβαίωση (των ισχυρισμών)/νίκη. ~ο: παράδειγμα. ~ες: αποδείξεις. ΣΥΝ. καταφανής ● επίρρ.: περίτρανα [< μτγν. περίτρανος] | |
| 39960 | περιτραχήλιο | πε-ρι-τρα-χή-λι-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΑΡΧΑΙΟΛ. προστατευτικό περίβλημα του τραχήλου, που αποτελούσε τμήμα της πανοπλίας των μυκηναϊκών χρόνων: μεταλλικό/φολιδωτό ~. 2. ΕΚΚΛΗΣ. πετραχήλι. [< μτγν. περιτραχήλιον ‘περιδέραιο’] | |
| 39961 | περιτρέχω | πε-ρι-τρέ-χω ρ. (μτβ.) {περιέτρε-ξε} (λόγ.) 1. πηγαίνω από τη μια άκρη ως την άλλη, παντού: ~ξαν όλη την Ελλάδα. 2. (μτφ.) διαβάζω κάτι πολύ γρήγορα και χωρίς μεγάλη προσοχή: ~ξε τις σελίδες του βιβλίου. ● περιτρέχει (μτφ.): περιβάλλει: Ο δρόμος ~ τη λίμνη/τις πλαγιές του βουνού. [< αρχ. περιτρέχω] | |
| 39962 | περιτριγυρίζω | πε-ρι-τρι-γυ-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {περιτριγύρι-σα, περιτριγυρί-στηκε, -σμένος} 1. περιβάλλω από όλες τις πλευρές: Ένας μεγάλος κήπος ~ει το σπίτι. Χώρος ~σμένος από πλατάνια.|| ~σμένος από κόσμο/ομάδα συνεργατών/φίλους. Πβ. κυκλω-, πλαισιω-μένος. ΣΥΝ. περικυκλώνω 2. (προφ.) τριγυρίζω, πλησιάζω κάποιον, για να πετύχω ορισμένο σκοπό: Πολύ την ~ει τελευταία. ΣΥΝ. γυροφέρνω (1), πολιορκώ (2) [< μεσν. περιτριγυρίζω] | |
| 39964 | περιτροπή | πε-ρι-τρο-πή ουσ. (θηλ.): στη ● ΦΡ.: εκ περιτροπής (λόγ.): εναλλάξ, διαδοχικά: ~ ~ απασχόληση. ~ ~ κυκλοφορία των αυτοκινήτων στον δακτύλιο (= τη μία μέρα τα μονά και την άλλη τα ζυγά). [< αρχ. περιτροπή] | |
| 39965 | περιττεύω | πε-ριτ-τεύ-ω ρ. (αμτβ.) {κυρ. στο γ’ πρόσ. του ενεστ.}: είμαι περιττός: ~ει κάθε συζήτηση/οποιοδήποτε σχόλιο. ~ει να αναφέρω/σημειώσω/υπογραμμίσω ότι ... Τα υπόλοιπα ~ουν. Πβ. πλεονάζω. ΣΥΝ. περισσεύω [< αρχ. περιττεύω] | |
| 39966 | περιττοδάκτυλα | πε-ριτ-το-δά-κτυ-λα ουσ. (ουδ.) (τα): ΖΩΟΛ. τάξη χορτοφάγων θηλαστικών ζώων (επιστ. ονομασ. Perissodactyla) που έχουν μονό αριθμό δακτύλων σε κάθε τους πόδι: Το άλογο, η ζέβρα και ο ρινόκερος ανήκουν στα ~. Βλ. αρτιοδάκτυλα. [< μτγν. επίθ. περιττοδάκτυλος, γαλλ. périssodactyles, αγγλ. perissodactyla] | |
| 39967 | περιττολογία | πε-ριτ-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): περιττά λόγια που δεν χρειάζεται να ειπωθούν: Περιγραφή των γεγονότων χωρίς ~ες. Πβ. αερολογίες, αμετροέπεια, κενολογία, πλατειασμός. Βλ. -λογία. [< αρχ. περιττολογία] | |
| 39968 | περιττολογώ | [περιττολογῶ] πε-ριτ-το-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {περιττολογ-είς ...· μόνο στον ενεστ.} (λόγ.): λέω περιττολογίες: Σε πολλά σημεία ο λόγος του πλατειάζει και ~εί. Πβ. αερολογώ. Βλ. -λογώ. [< αρχ. περιττολογῶ] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ