Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [40540-40560]

IDΛήμμαΕρμηνεία
39934περιστροφήπε-ρι-στρο-φή ουσ. (θηλ.): κίνηση γύρω από άξονα ή σταθερό σημείο: πλήρης ~. Γωνία/ταχύτητα/φορά ~ής. (ΑΣΤΡΟΝ.) Αστρική ~. (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ εικόνας. (ΓΥΜΝ.) ~ές των χεριών. Πβ. περιφορά. Βλ. περιδίνηση, στροβιλισμός.περιστροφές (οι) (μτφ.): έμμεσες αναφορές, υπαινιγμοί: Πες ευθέως ό,τι έχεις να πεις και άσε τις ~ (= υπεκφυγές). ● ΦΡ.: χωρίς περιστροφές: με άμεσο, ευθύ και κατηγορηματικό τρόπο: Απάντησε ~ ~ (= απερίφραστα). Λόγος ξεκάθαρος ~ ~ και γαρνιτούρες. ΣΥΝ. ευθέως, μιλάω/τα λέω έξω από τα δόντια ΑΝΤ. απ' έξω-απ' έξω & απέξω-απέξω [< αρχ. περιστροφή]
39935περιστροφικός, ή, ό πε-ρι-στρο-φι-κός επίθ.: που γίνεται ή λειτουργεί με περιστροφή: ~ή: εκτύπωση/κίνηση.|| ~ός: διακόπτης/κινητήρας. Βλ. (στριφο)γυριστός, στριφτός. ● επίρρ.: περιστροφικά
39936περίστροφοπε-ρί-στρο-φο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -όφου}: πιστόλι με περιστρεφόμενο κύλινδρο (μύλο), συνήθ. πέντε ή έξι φυσιγγίων, και αυτόματη όπλιση· κατ' επέκτ. κάθε πιστόλι: αεροβόλο/αστυνομικό/στρατιωτικό/υπηρεσιακό ~. ΣΥΝ. ρεβόλβερ ● ΦΡ.: με/βάζω το πιστόλι στον κρόταφο βλ. κρόταφος [< πβ. αρχ. επίθ. περίστροφος ‘που λειτουργεί με περιστροφή’, αγγλ. revolver]
39937περιστύλιοπε-ρι-στύ-λι-ο ουσ. (ουδ.) {περιστυλίου}: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. σειρά κιόνων που περιβάλλουν οικοδόμημα και κατ' επέκτ. ο χώρος που ορίζεται από αυτούς: το ~ του ναού.|| (σήμερα) Το ~ της Βουλής/του Ζαππείου. ΣΥΝ. περίστυλο [< μτγν. περιστύλιον]
39938περίστυλος, ος/η, ο πε-ρί-στυ-λος επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. που περιβάλλεται από περιστύλιο: ~η: αυλή/στοά. ~ο: αίθριο. Πβ. περίπτερος. ● Ουσ.: περίστυλο (το) (σπάν.): περιστύλιο. [< αρχ. περίστυλος]
39939περισυλλέγωπε-ρι-συλ-λέ-γω ρ. (μτβ.) {περισυνέλε-ξα, περισυλλέ-χθηκε (λόγ. περισυνελέγ-η, -ησαν), -χθεί (συνηθέστ.) -γεί, περισυλλέγ-οντας} (λόγ.): μαζεύω σκόρπια στοιχεία ή συγκεντρώνω και παρέχω βοήθεια κυρ. σε ανθρώπους που βρίσκονται σε δύσκολη κατάσταση: ~ησαν τόνοι σκουπιδιών. Μουσείο με έργα που έχουν ~χθεί από διάφορους αρχαιολογικούς χώρους. Διεξάγει έρευνα, ~οντας πληροφορίες.|| ~ξαν τους νεκρούς.|| Προσπαθούν να ~ξουν τους ναυαγούς/τραυματίες.|| ~ησαν αδέσποτα ζώα. Πβ. περιμαζεύω. [< μτγν. περισυλλέγω]
39940περισυλλογήπε-ρι-συλ-λο-γή ουσ. (θηλ.) 1. μάζεμα σκόρπιων στοιχείων ή συγκέντρωση και παροχή βοήθειας σε διασκορπισμένους ανθρώπους: όχημα ~ής απορριμμάτων.|| Η ~ των ναυαγών. 2. στοχασμός, περίσκεψη: Βρισκόταν/έπεσε σε βαθιά ~ (= διαλογισμό). Είναι ώρα ~ής και ευθύνης. [< 2: γαλλ. recueillement]
39941περισυναγωγήπε-ρι-συ-να-γω-γή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): περισυλλογή, συγκέντρωση.
39942περισφίγγωπε-ρι-σφίγ-γω ρ. (μτβ.) {περιέσφι-ξα, -γμένος (λογιότ.) περιεσφιγμένος} (λόγ.) 1. (συνήθ. μτφ.) σφίγγω, στενεύω από όλες τις πλευρές: Ο κλοιός των αστυνομικών δυνάμεων ~ει ασφυκτικά τους διαδηλωτές. 2. ΙΑΤΡ. προκαλώ περίσφιξη, στένωση: Νέκρωση του σπλάχνου που ~εται λόγω ελλιπούς αιμάτωσης.|| Γαστρικός δακτύλιος ~ει το στομάχι στο ανώτερο τμήμα του. ● βλ. περιεσφιγμένος [< 1: αρχ. περισφίγγω 2: αγγλ. strangulate]
39943περίσφιξηπε-ρί-σφι-ξη ουσ. (θηλ.) & περίσφιγξη 1. ΙΑΤΡ. στένωση τμήματος οργάνου ή σωλήνα με αποτέλεσμα τη διακοπή της κυκλοφορίας του αίματος ή της ροής υγρών: ~ κήλης. 2. ΟΙΚΟΔ. μέθοδος ενίσχυσης υποστυλωμάτων. 3. (σπάν.) σφίξιμο από παντού. [< μτγν. περίσφιγξις 1: αγγλ. strangulation]
39944περισώζω[περισῴζω] πε-ρι-σώ-ζω ρ. (μτβ.) {περιέσω-σα, περισώ-σει, -θηκε, -θεί, περισώζ-οντας}: διασώζω από απειλή ή κίνδυνο, διαφυλάσσω κάτι από καταστροφή: Προσπάθησε να ~σει την αξιοπρέπειά/το γόητρο/την περιουσία/την τιμή του. Από τον σεισμό ~θηκαν λίγα κτίσματα. [< αρχ. περισῴζω]
39945περίσωσηπε-ρί-σω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): διάσωση από κίνδυνο ή καταστροφή: ~ της καλής φήμης/του κύρους (κάποιου).
39946περιτειχίζωπε-ρι-τει-χί-ζω ρ. (μτβ.) {περιτείχι-σε, περιτειχί-στηκε, -στεί, -σμένος}: περιβάλλω, οχυρώνω με τείχος. Βλ. περιτοιχίζω. [< αρχ. περιτειχίζω]
39947περιτείχισηπε-ρι-τεί-χι-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): οχύρωση με τείχος. [< αρχ. περιτείχισις]
39948περιτείχισμαπε-ρι-τεί-χι-σμα ουσ. (ουδ.): τείχος που περιβάλλει έναν χώρο: εξωτερικό/χαμηλό ~. ~ της Μονής/της πόλης. Βλ. περιτοίχισμα. [< αρχ. περιτείχισμα]
39949περιτέμνωπε-ρι-τέ-μνω ρ. (μτβ.) {περιτμή-σει, -θηκε, -θεί, περιτετμημένος κ. περιτμημένος} (λόγ.) 1. κάνω περιτομή (σε κάποιον). 2. (σπάν.) κόβω γύρω-γύρω. [< αρχ. περιτέμνω]
39950περίτεχνος, η, ο πε-ρί-τε-χνος επίθ.: που δείχνει καλαισθησία, επιδεξιότητα, που έχει γίνει με τέχνη: ~η: διατύπωση.|| ~ος: μηχανισμός. ~η: διακόσμηση/κατασκευή. ~ο: χτένισμα. Πβ. κομψός. ΑΝΤ. άτεχνος, κακότεχνος.|| ~η: (ποδοσφαιρική) ενέργεια. ~ο: γκολ (ΑΝΤ. τυχερό). ΣΥΝ. αριστοτεχνικός (1) ● επίρρ.: περίτεχνα
39951περιτοιχίζωπε-ρι-τοι-χί-ζω ρ. (μτβ.) {περιτοίχι-σε, περιτοιχί-στηκε, -σμένος}: περιφράσσω με τοίχο. Βλ. περιτειχίζω. ΣΥΝ. τοιχίζω [< μεσν. περιτοιχίζω]
39952περιτοίχισηπε-ρι-τοί-χι-ση ουσ. (θηλ.): περίφραξη με τοίχο.
39953περιτοίχισμαπε-ρι-τοί-χι-σμα ουσ. (ουδ.): τοίχος που περιφράσσει έναν χώρο. Βλ. περιτείχισμα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.