Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [40560-40580]

IDΛήμμαΕρμηνεία
39954περιτομήπε-ρι-το-μή ουσ. (θηλ.) 1. εθιμική διαδικασία (ιουδαϊκή και μουσουλμανική) κατά την οποία πραγματοποιείται εκτομή τμήματος του δέρματος που περιβάλλει τη βάλανο του πέους. Βλ. κλειτοριδεκτομή. ΣΥΝ. σουνέτι 2. ΙΑΤΡ. χειρουργική επέμβαση για την αντιμετώπιση της φίμωσης. Βλ. -τομή. [< 1: μτγν. περιτομή 2: γαλλ. circoncision]
39955περιτοναϊκός, ή, ό πε-ρι-το-να-ϊ-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το περιτόναιο: ~ός: καθετήρας. ~ή: διάλυση/κοιλότητα/πλύση. ~ό: υγρό. ● ΣΥΜΠΛ.: περιτοναϊκή κάθαρση: μέθοδος καθαρισμού του αίματος των νεφροπαθών από τις τοξίνες μέσω του περιτοναίου. Βλ. αιμοκάθαρση. [< γαλλ. péritonéal, αγγλ. peritoneal]
39956περιτόναιοπε-ρι-τό-ναι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -αίου}: ΑΝΑΤ. υμένας που περιβάλλει τα τοιχώματα και τα σπλάχνα της κοιλιάς και της πυέλου, εκτός από τις ωοθήκες: φλεγμονή του ~αίου. Βλ. μπόλια. [< αρχ. περιτόναιον, γαλλ. péritoine, αγγλ. peritoneum]
39957περιτονίαπε-ρι-το-νί-α ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ. ινώδης ιστός που περιβάλλει διάφορες κοιλότητες του σώματος, όργανα και μυς. Πβ. απονεύρωση. [< μεσν. περιτονία, γαλλ.-αγγλ. fascia]
39958περιτονίτιδαπε-ρι-το-νί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή του περιτόναιου. Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. péritonite, αγγλ. peritonitis]
39959περίτρανος, η, ο πε-ρί-τρα-νος επίθ.: ολοφάνερος, αδιαμφισβήτητος: ~η: διάψευση/επιβεβαίωση (των ισχυρισμών)/νίκη. ~ο: παράδειγμα. ~ες: αποδείξεις. ΣΥΝ. καταφανής ● επίρρ.: περίτρανα [< μτγν. περίτρανος]
39960περιτραχήλιοπε-ρι-τρα-χή-λι-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΑΡΧΑΙΟΛ. προστατευτικό περίβλημα του τραχήλου, που αποτελούσε τμήμα της πανοπλίας των μυκηναϊκών χρόνων: μεταλλικό/φολιδωτό ~. 2. ΕΚΚΛΗΣ. πετραχήλι. [< μτγν. περιτραχήλιον ‘περιδέραιο’]
39961περιτρέχωπε-ρι-τρέ-χω ρ. (μτβ.) {περιέτρε-ξε} (λόγ.) 1. πηγαίνω από τη μια άκρη ως την άλλη, παντού: ~ξαν όλη την Ελλάδα. 2. (μτφ.) διαβάζω κάτι πολύ γρήγορα και χωρίς μεγάλη προσοχή: ~ξε τις σελίδες του βιβλίου.περιτρέχει (μτφ.): περιβάλλει: Ο δρόμος ~ τη λίμνη/τις πλαγιές του βουνού. [< αρχ. περιτρέχω]
39962περιτριγυρίζωπε-ρι-τρι-γυ-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {περιτριγύρι-σα, περιτριγυρί-στηκε, -σμένος} 1. περιβάλλω από όλες τις πλευρές: Ένας μεγάλος κήπος ~ει το σπίτι. Χώρος ~σμένος από πλατάνια.|| ~σμένος από κόσμο/ομάδα συνεργατών/φίλους. Πβ. κυκλω-, πλαισιω-μένος. ΣΥΝ. περικυκλώνω 2. (προφ.) τριγυρίζω, πλησιάζω κάποιον, για να πετύχω ορισμένο σκοπό: Πολύ την ~ει τελευταία. ΣΥΝ. γυροφέρνω (1), πολιορκώ (2) [< μεσν. περιτριγυρίζω]
39964περιτροπήπε-ρι-τρο-πή ουσ. (θηλ.): στη ● ΦΡ.: εκ περιτροπής (λόγ.): εναλλάξ, διαδοχικά: ~ ~ απασχόληση. ~ ~ κυκλοφορία των αυτοκινήτων στον δακτύλιο (= τη μία μέρα τα μονά και την άλλη τα ζυγά). [< αρχ. περιτροπή]
39965περιττεύωπε-ριτ-τεύ-ω ρ. (αμτβ.) {κυρ. στο γ’ πρόσ. του ενεστ.}: είμαι περιττός: ~ει κάθε συζήτηση/οποιοδήποτε σχόλιο. ~ει να αναφέρω/σημειώσω/υπογραμμίσω ότι ... Τα υπόλοιπα ~ουν. Πβ. πλεονάζω. ΣΥΝ. περισσεύω [< αρχ. περιττεύω]
39966περιττοδάκτυλαπε-ριτ-το-δά-κτυ-λα ουσ. (ουδ.) (τα): ΖΩΟΛ. τάξη χορτοφάγων θηλαστικών ζώων (επιστ. ονομασ. Perissodactyla) που έχουν μονό αριθμό δακτύλων σε κάθε τους πόδι: Το άλογο, η ζέβρα και ο ρινόκερος ανήκουν στα ~. Βλ. αρτιοδάκτυλα. [< μτγν. επίθ. περιττοδάκτυλος, γαλλ. périssodactyles, αγγλ. perissodactyla]
39967περιττολογίαπε-ριτ-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): περιττά λόγια που δεν χρειάζεται να ειπωθούν: Περιγραφή των γεγονότων χωρίς ~ες. Πβ. αερολογίες, αμετροέπεια, κενολογία, πλατειασμός. Βλ. -λογία. [< αρχ. περιττολογία]
39968περιττολογώ[περιττολογῶ] πε-ριτ-το-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {περιττολογ-είς ...· μόνο στον ενεστ.} (λόγ.): λέω περιττολογίες: Σε πολλά σημεία ο λόγος του πλατειάζει και ~εί. Πβ. αερολογώ. Βλ. -λογώ. [< αρχ. περιττολογῶ]
39969περιττός, ή, ό πε-ριτ-τός επίθ. 1. που είναι περισσότερος από το κανονικό ή το αναγκαίο, που δεν είναι χρήσιμος: ~ό: βάρος/λίπος (ΣΥΝ. περισσευούμενο). ~ές: δικαιολογίες/ερωτήσεις/μετακινήσεις. ~ά: έξοδα/λόγια/στοιχεία/στολίδια. Άσκοπη ~ή καθυστέρηση/ταλαιπωρία.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ά: αρχεία/δεδομένα. ΑΝΤ. απαραίτητος. 2. ΜΑΘ. (για αριθμό) που αφήνει υπόλοιπο τη μονάδα, όταν διαιρεθεί με το δύο: Πβ. μονός.|| ~ή: συνάρτηση. ΑΝΤ. άρτιος (αριθμός), ζυγός (1) ● επίρρ.: περιττά ● ΦΡ.: (είναι) περιττό: για κάτι ανώφελο, που δεν χρειάζεται να γίνει: Κάθε σχόλιο ~ ~. (~) ~ να αναφέρω/πω ότι ... [< αρχ. περιττός]
39970περιττοσύλλαβαπε-ριτ-το-σύλ-λα-βα ουσ. (ουδ.) (τα): ΓΡΑΜΜ. ονόματα που έχουν στις πλάγιες πτώσεις του ενικού και σε όλες τις πτώσεις του πληθυντικού αριθμού μία συλλαβή περισσότερη από όσες έχει η ονομαστική και η κλητική του ενικού (π.χ. κτήμα, κτήματος). ΑΝΤ. ισοσύλλαβα [< μτγν. περιττοσύλλαβα]
39971περιττότηταπε-ριτ-τό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του περιττού. Βλ. -ότητα. [< αρχ. περιττότης]
39972περιττώματαπε-ριτ-τώ-μα-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {-άτων | σπάν. στον εν. περίττωμα} (λόγ.): άχρηστες ουσίες που αποβάλλει ο ζωικός ή ο ανθρώπινος οργανισμός μετά την πέψη: ~ πουλιών (πβ. κουτσουλιά)/τρωκτικών. Πβ. καβαλίνες. ΣΥΝ. ακαθαρσίες, κακά, κόπρανα (1), κόπρος (1), σκατό (1) [< αρχ. περίττωμα]
39973περιττωματικός, ή, ό πε-ριτ-τω-μα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τα περιττώματα: ~ή: μόλυνση. [< αρχ. περιττωματικός]
39974περιτύλιγμαπε-ρι-τύ-λιγ-μα ουσ. (ουδ.) 1. τύλιγμα από όλες τις πλευρές· κυρ. συνεκδ. το αντίστοιχο υλικό με το οποίο τυλίγεται κάτι: διαφανές/πλαστικό/φανταχτερό ~. Χαρτί ~ίγματος. Το ~ της σοκολάτας. Δώρο με πολύχρωμο/ωραίο ~. Πβ. αμπαλάζ, αμπαλάρισμα, συσκευασία. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) εξωτερική συνήθ. εντυπωσιακή εικόνα προσώπου ή προϊόντος, που δεν έχει σχέση με την πραγματική του ποιότητα: διαφορετικό/ιλουστρασιόν/νέο ~. Αυτό που προέχει είναι η ουσία και όχι το ~. Παρουσιάζει παλιές ιδέες με σύγχρονο ~.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.