Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [40560-40580]

IDΛήμμαΕρμηνεία
39968περιττολογώ[περιττολογῶ] πε-ριτ-το-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {περιττολογ-είς ...· μόνο στον ενεστ.} (λόγ.): λέω περιττολογίες: Σε πολλά σημεία ο λόγος του πλατειάζει και ~εί. Πβ. αερολογώ. Βλ. -λογώ. [< αρχ. περιττολογῶ]
39969περιττός, ή, ό πε-ριτ-τός επίθ. 1. που είναι περισσότερος από το κανονικό ή το αναγκαίο, που δεν είναι χρήσιμος: ~ό: βάρος/λίπος (ΣΥΝ. περισσευούμενο). ~ές: δικαιολογίες/ερωτήσεις/μετακινήσεις. ~ά: έξοδα/λόγια/στοιχεία/στολίδια. Άσκοπη ~ή καθυστέρηση/ταλαιπωρία.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ά: αρχεία/δεδομένα. ΑΝΤ. απαραίτητος. 2. ΜΑΘ. (για αριθμό) που αφήνει υπόλοιπο τη μονάδα, όταν διαιρεθεί με το δύο: Πβ. μονός.|| ~ή: συνάρτηση. ΑΝΤ. άρτιος (αριθμός), ζυγός (1) ● επίρρ.: περιττά ● ΦΡ.: (είναι) περιττό: για κάτι ανώφελο, που δεν χρειάζεται να γίνει: Κάθε σχόλιο ~ ~. (~) ~ να αναφέρω/πω ότι ... [< αρχ. περιττός]
39970περιττοσύλλαβαπε-ριτ-το-σύλ-λα-βα ουσ. (ουδ.) (τα): ΓΡΑΜΜ. ονόματα που έχουν στις πλάγιες πτώσεις του ενικού και σε όλες τις πτώσεις του πληθυντικού αριθμού μία συλλαβή περισσότερη από όσες έχει η ονομαστική και η κλητική του ενικού (π.χ. κτήμα, κτήματος). ΑΝΤ. ισοσύλλαβα [< μτγν. περιττοσύλλαβα]
39971περιττότηταπε-ριτ-τό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του περιττού. Βλ. -ότητα. [< αρχ. περιττότης]
39972περιττώματαπε-ριτ-τώ-μα-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {-άτων | σπάν. στον εν. περίττωμα} (λόγ.): άχρηστες ουσίες που αποβάλλει ο ζωικός ή ο ανθρώπινος οργανισμός μετά την πέψη: ~ πουλιών (πβ. κουτσουλιά)/τρωκτικών. Πβ. καβαλίνες. ΣΥΝ. ακαθαρσίες, κακά, κόπρανα (1), κόπρος (1), σκατό (1) [< αρχ. περίττωμα]
39973περιττωματικός, ή, ό πε-ριτ-τω-μα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τα περιττώματα: ~ή: μόλυνση. [< αρχ. περιττωματικός]
39974περιτύλιγμαπε-ρι-τύ-λιγ-μα ουσ. (ουδ.) 1. τύλιγμα από όλες τις πλευρές· κυρ. συνεκδ. το αντίστοιχο υλικό με το οποίο τυλίγεται κάτι: διαφανές/πλαστικό/φανταχτερό ~. Χαρτί ~ίγματος. Το ~ της σοκολάτας. Δώρο με πολύχρωμο/ωραίο ~. Πβ. αμπαλάζ, αμπαλάρισμα, συσκευασία. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) εξωτερική συνήθ. εντυπωσιακή εικόνα προσώπου ή προϊόντος, που δεν έχει σχέση με την πραγματική του ποιότητα: διαφορετικό/ιλουστρασιόν/νέο ~. Αυτό που προέχει είναι η ουσία και όχι το ~. Παρουσιάζει παλιές ιδέες με σύγχρονο ~.
39975περιτυλίγωπε-ρι-τυ-λί-γω ρ. (μτβ.) {περιτύλι-ξα, -χτηκε (λόγ.) -χθηκε, -γμένος, περιτυλίγ-οντας} & περιτυλίσσω: τυλίγω κάτι από όλες τις πλεύρες ή γύρω από κάτι άλλο: ~ει το δέμα με ύφασμα/χαρτί. Πβ. αμπαλάρω.|| (μτφ.) Τον ~ξε ένα σύννεφο καπνού/σκόνης. [< μτγν. περιτυλίσσω]
39976περιτύλιξηπε-ρι-τύ-λι-ξη ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του περιτυλίγω: αυτόματη ~ καλωδίου. Μηχανές/χαρτιά ~ης.
39977περιυβρίζωπε-ρι-υ-βρί-ζω ρ. (μτβ.) {περιύβρι-σε} κυρ. ΝΟΜ.: μιλώ ή φέρομαι προσβλητικά, καθυβρίζω: ~ει τους θεσμούς/σύμβολα του κράτους. [< αρχ. περιυβρίζω]
39978περιύβρισηπε-ρι-ύ-βρι-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. προσβολή, εξύβριση. Κυρ. στα ● ΣΥΜΠΛ.: περιύβριση Αρχής (συνήθ. παλαιότ.): δημόσια εκδήλωση περιφρόνησης ή υβριστικής συμπεριφοράς σε βάρος φορέα κρατικής εξουσίας με οποιονδήποτε τρόπο., περιύβριση νεκρού: ποινικό αδίκημα που συνίσταται στην αυθαίρετη αφαίρεση σορού ή μελών νεκρού σώματος ή τέφρας από το μέρος στο οποίο βρίσκονται ή στην τέλεση πράξης που προσβάλλει νεκρό ή στη βεβήλωση τάφου.
39979περιφανής, ής, ές πε-ρι-φα-νής επίθ. (λόγ.): ολοφάνερος· (κυρ.) περίφημος, ξακουστός: ~ής: θρίαμβος. ~ής: νίκη. Πβ. ένδοξος. Βλ. -φανής. ● επίρρ.: περιφανώς [-ῶς] [< αρχ. περιφανής]
39980περιφέρειαπε-ρι-φέ-ρει-α ουσ. (θηλ.) {περιφερειών} 1. περιοχή, γεωγραφική ενότητα, μέσα στην οποία αναπτύσσεται συγκεκριμένη δραστηριότητα και η οποία συνήθ. εμπίπτει στη δικαιοδοσία μιας Αρχής: αρχιερατική/δημοτική/δικαστική/διοικητική/εδαφική/εκκλησιαστική/εκπαιδευτική/οικονομική ~. Αγροτικές και αστικές ~ες. Η ελληνική επικράτεια διαιρείται/χωρίζεται σε πενήντα έξι εκλογικές ~ες. Βλ. υπερ~, υπο~. 2. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. (ειδικότ., κ. με κεφαλ. Π) καθεμιά από τις ενιαίες αποκεντρωμένες διοικητικές μονάδες στις οποίες υποδιαιρείται η ελληνική επικράτεια και οι οποίες έχουν δημοσιονομική αυτοτέλεια και αποτελούνται από νομούς· κατ' επέκτ. η αντίστοιχη υποδιαίρεση σε άλλα κράτη: διαμερίσματα και ~ες. Οι δεκατρείς ~ες της Ελλάδας (~ Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, Αττικής, Βορείου Αιγαίου, Δυτικής Ελλάδας, Δυτικής Μακεδονίας, Ηπείρου, Θεσσαλίας, Ιονίων Νήσων, Κεντρικής Μακεδονίας, Κρήτης, Νοτίου Αιγαίου, Πελοποννήσου, Στερεάς Ελλάδας). Γενική Διεύθυνση ~ας. 3. περιοχή γύρω, έξω ή μακριά από αστικό κέντρο, κυρ. από την πρωτεύουσα· ειδικότ. ύπαιθρος, επαρχία: στην ~ της πόλης.|| Η ελληνική ~. Η ανάπτυξη/οι επιχειρήσεις/τα προβλήματα/τα σχολεία της ~ας. Πβ. απόκεντρο. 4. (μτφ.) κάτι που βρίσκεται γύρω, έξω ή μακριά από το κέντρο ή τον βασικό κορμό· ειδικότ. χώρα που βρίσκεται μακριά από το κέντρο των αποφάσεων και των εξελίξεων και συνήθ. επηρεάζεται από αυτές: (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ του διαδικτύου. Βλ. περιθώριο.|| Τα ευρωπαϊκά κράτη της ~ας (: που δεν ανήκουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή πρόκειται να ενταχθούν σε αυτή). Βλ. ημι~. 5. περίμετρος: (ΓΕΩΜ.) η ~ της Γης/του τροχού.|| (κυρ. για γυναίκα) ~ μέσης/στήθους. 6. {μόνο στον εν.} (για γυναίκα) περίμετρος στο σημείο της λεκάνης και των γλουτών: Έχει μεγάλη/στενή/φαρδιά ~. Βλ. οπίσθια, ψωμάκια. 7. {συνήθ. στον πληθ.} ευρωπεριφέρεια: ενίσχυση των αναπτυξιακά καθυστερημένων/μεθοριακών/μειονεκτικών (ενν. ευρωπαϊκών) ~ών. ● ΣΥΜΠΛ.: μείζονες εκλογικές περιφέρειες βλ. μείζων [< αρχ. περιφέρεια, γαλλ. périphérie, αγγλ. periphery]
39981περιφερειακός, ή, ό πε-ρι-φε-ρει-α-κός επίθ. 1. που αναφέρεται στην περιφέρεια: ~ή: ανάπτυξη/γλώσσα/πολιτική/συνεργασία. ~ό: Γενικό Νοσοκομείο/επιχειρησιακό πρόγραμμα/πρωτάθλημα/συμβούλιο/συνέδριο/σχέδιο διαχείρισης/τμήμα. ~οί: αγώνες/φορείς. ~ές: βιβλιοθήκες/εκλογές/υπηρεσίες. Δημοτικό ~ό Θέατρο. Βλ. δια~, ενδο~, υπο~.|| (ΙΑΤΡ.) ~ή: αρτηριοπάθεια/όραση. ~ό νευρικό σύστημα (= που μεταφέρει αισθητικά μηνύματα από και προς το Κεντρικό Νευρικό Σύστημα). ΣΥΝ. περιφερικός. 2. που βρίσκεται μακριά από το κέντρο εξουσίας, ισχύος: ~ές: χώρες.|| ~ός: ρόλος (= δευτερεύων). 3. που σχετίζεται με τη διοικητική περιφέρεια: ~ός: σταθμός. ~ή: διάρθρωση/Διεύθυνση/Ένωση Δήμων (ακρ. ΠΕΔ)/Επιτροπή. ~ές: ενότητες.|| ~ός: διευθυντής/σύμβουλος. 4. που αναφέρεται στην περιφέρεια σε αντίθεση με το αστικό κέντρο, κυρ. την πρωτεύουσα: ~ός: προγραμματισμός/σχεδιασμός. Οδικός άξονας ~ής σημασίας. Πβ. επαρχιακός, περιαστικός, τοπικός. ● επίρρ.: περιφερειακά & (σπάν.-λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: περιφερειακές ενισχύσεις: κρατικές ενισχύσεις οι οποίες στοχεύουν στην οικονομική ανάπτυξη μειονεκτικών περιοχών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στη μείωση των περιφερειακών ανισοτήτων εντός των συνόρων της, με σκοπό την επίτευξη οικονομικής και κοινωνικής συνοχής., περιφερειακή (οδός/λεωφόρος)/περιφερειακός (δρόμος): που παρακάμπτει μια περιοχή (συνήθ. το κέντρο μιας πόλης) ή που περνά έξω ή γύρω από αυτή. [< αγγλ. circular road] , περιφερειακή ενότητα: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. διοικητική υποδιαίρεση της περιφέρειας που θεσπίστηκε με το σχέδιο "Καλλικράτης". Βλ. νομαρχία., περιφερειακή συσκευή/μονάδα & περιφερειακά (τα): ΠΛΗΡΟΦ. κάθε λειτουργική μονάδα που συνδέεται και ελέγχεται άμεσα από τον υπολογιστή (π.χ. οθόνη, ποντίκι, πληκτρολόγιο, εκτυπωτής, σαρωτής). Βλ. κεντρική μονάδα επεξεργασίας. [< αγγλ. peripherals, 1966, peripheral device/unit] , δευτερεύουσα/περιφερειακή/βοηθητική μνήμη βλ. μνήμη, Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης βλ. ευρωπαϊκός, περιφερειακή αυτοδιοίκηση βλ. αυτοδιοίκηση, περιφερειακός δακτύλιος βλ. δακτύλιος [< γαλλ. périphérique, régional, αγγλ. peripheral, regional]
39982περιφερειακότηταπε-ρι-φε-ρει-α-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ιδιότητα του περιφερειακού: η ~ των νησιών. Αποκέντρωση και ~. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. peripherality, 1971, γαλλ. périphéricité]
39983περιφερειάρχηςπε-ρι-φε-ρει-άρ-χης ουσ. (αρσ. + θηλ.): αιρετός διοικητής καθεμιάς από τις δεκατρείς περιφέρειες της Ελλάδας. Βλ. αντι~, υπερ~, -άρχης, νομάρχης.
39984περιφερειολόγοςπε-ρι-φε-ρει-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας ειδικευμένος σε θέματα περιφερειακής ανάπτυξης: οικονομολόγος-~. Χωροτάκτης-~ μηχανικός. Βλ. -λόγος.
39985περιφερειοποίησηπε-ρι-φε-ρει-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): μεταφορά και οργάνωση διοικητικών, οικονομικών κα πολιτιστικών δραστηριοτήτων από τα αστικά κέντρα στην περιφέρεια: ~ της εκπαίδευσης (: υπαγωγή των σχολείων στους δήμους)/των επιδοτήσεων στον αγροτικό τομέα (: μοίρασμα του συνολικού ποσού διά του αριθμού των στρεμμάτων)/των υπηρεσιών. Πβ. αποκέντρωση. Βλ. -ποίηση.
39986περιφερής, ής, ές πε-ρι-φε-ρής επίθ. {περιφερ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (αρχαιοπρ.): κυκλικός. [< αρχ. περιφερής]
39987περιφερικός, ή, ό πε-ρι-φε-ρι-κός επίθ. (επιστ.): που βρίσκεται γύρω ή συνήθ. μακριά από ένα κεντρικό σημείο, περιφερειακός: (ΙΑΤΡ.) ~ή: αρτηριοπάθεια/όραση. ~ό: αίμα/νευρικό σύστημα. ~ά: αγγεία/νεύρα.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ές: συσκευές. ● επίρρ.: περιφερικά [< γαλλ. périphérique, αγγλ. peripheric]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.