| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 3104 | ανάκουστος | , η, ο βλ. ανήκουστος | |
| 3105 | ανακουφίζω | [ἀνακουφίζω] α-να-κου-φί-ζω ρ. (μτβ.) {ανακούφι-σα, -στηκα, -σμένος}: απομακρύνω από κάποιον ή μετριάζω σε κάποιον οτιδήποτε του προκαλεί δυσάρεστο συναίσθημα ή αποτελεί γι' αυτόν ψυχικό ή συναισθηματικό βάρος, κάνοντάς τον να αισθανθεί καλύτερα: Τα αναλγητικά ~ουν τους ασθενείς από τον πόνο. Κρέμα που ~ει το δέρμα από τους ερεθισμούς. Πβ. απαλύνω, καταπραΰνω, κατευνάζω, μαλακώνω.|| Με ~ει η ιδέα ότι .../~ομαι κάπως με τη σκέψη ότι ... Τον ~σαν τα λόγια της. Πότε θα ~στούμε, επιτέλους, από τις έγνοιες/την κούραση/τα προβλήματα (= αναπνεύσουμε, απαλλαγούμε, ησυχάσουμε); Ανάσανε/έδειχνε ~σμένος. Αισθάνομαι/είμαι ιδιαίτερα ~σμένος που .../από την εξέλιξη της υπόθεσης. Πβ. ξαλαφρώνω. ● Παθ.: ανακουφίζομαι (ευφημ.): αφοδεύω. Πβ. ξαλαφρώνω. [< αρχ. ἀνακουφίζω, γαλλ. alléger] | |
| 3106 | ανακούφιση | [ἀνακούφιση] α-να-κού-φι-ση ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανακουφίζω: Φάρμακο που προσφέρει άμεση/γρήγορη/μόνιμη/πρόκαιρη ~ από τον βήχα/κνησμό. Πβ. καταπράυνση, κατευνασμός, μαλάκωμα.|| ~ από το άγχος/τα προβλήματα της ζωής. Αισθάνομαι/νιώθω (μια) ~. Ανέπνευσε με ~ (= ανακουφισμένος). Προς μεγάλη ~ (= ικανοποίηση) όλων μας, η υπόθεση είχε αίσιο τέλος. Πβ. ξαλάφρωμα. 2. (μτφ.) οικονομική ενίσχυση, βοήθεια: ~ της δυστυχίας/φτώχειας. ~ των ανέργων/σεισμοπαθών. Μέτρα/συναυλία για την ~ των θυμάτων. [< αρχ. ἀνακούφισις ‘ελάφρυνση’, γαλλ. allégement] | |
| 3107 | ανακουφιστικός | , ή, ό [ἀνακουφιστικός] α-να-κου-φι-στι-κός επίθ. (λόγ.) 1. που ανακουφίζει: ~ή: αγωγή/φροντίδα (: που αποσκοπεί στον έλεγχο του πόνου, την ποιότητα ζωής και την αντιμετώπιση των ψυχοκοινωνικών και πνευματικών αναγκών ατόμων με ανίατες ασθένειες· πβ. παρηγορητικός). Βλ. κέντρο/μονάδα/ξενώνας ~ής φροντίδας. ~ό: φάρμακο (= αναλγητικό, καταπραϋντικό).|| ~ές: σκέψεις. ~ά: λόγια. Πβ. καθησυχαστ-, κατευναστ-ικός.|| ~ά: μέτρα (κατά της ανεργίας/του κυκλοφοριακού). Βλ. ανάσα. 2. ΤΕΧΝΟΛ. που ελέγχει, μειώνει κυρ. την ένταση ή την πίεση: ~ός: μηχανισμός. ~ή: βαλβίδα (: ασφαλείας, εκτόνωσης). ● επίρρ.: ανακουφιστικά ● ΣΥΜΠΛ.: ανακουφιστικό τόξο/τρίγωνο: ΑΡΧΙΤ. κενό στην τοιχοποιία που κλείνεται συνήθ. με πλάκα, ενισχύοντας τα ευαίσθητα αρχιτεκτονικά μέλη (κυρ. ανώφλια) και κατανέμοντας το βάρος της υπερκείμενης κατασκευής στα πλάγια: ~ τόξο πόρτας. ~ τρίγωνο θολωτού τάφου/πύλης/στο υπέρθυρο. [< γερμ. Entlastungsbogen] [< 1: γερμ. erleichternd, γαλλ. soulageant 2: αγγλ. relief (valve)] | |
| 3108 | ανακράζω | [ἀνακράζω] α-να-κρά-ζω ρ. (αμτβ.) {ανέκρα-ξα} (απαρχαιωμ.): κραυγάζω, φωνάζω δυνατά. ΣΥΝ. αναφωνώ [< αρχ. ἀνακράζω] | |
| 3109 | ανακρεόντειος | , α, ο [ἀνακρεόντειος] α-να-κρε-ό-ντει-ος επίθ.: ΦΙΛΟΛ. που σχετίζεται με τον ποιητή Ανακρέοντα ή έχει τα χαρακτηριστικά της ποίησής του: ~ος: στίχος. ~ο: μέτρο (: ακατάληκτο ιωνικό δίμετρο). ● Ουσ.: ανακρεόντεια (τα): (με κεφαλ. το αρχικό Α) συλλογή αρχαίων ποιημάτων, κατ' απομίμηση αυτών του Ανακρέοντα. [< μτγν. Ἀνακρεόντειος] | |
| 3110 | ανακρίβεια | [ἀνακρίβεια] α-να-κρί-βει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ανακριβούς· (συνεκδ. στον πληθ.) ψέματα, ανυπόστατα στοιχεία: επιστημονική/ιστορική ~. ~ των πληροφοριών. Πβ. αναξιοπιστία.|| Οι ~ες ενός δημοσιεύματος/ρεπορτάζ. Βιβλίο που περιέχει πολλές/σημαντικές ~ες. Πβ. αναλήθεια. [< γαλλ. inexactitude] | |
| 3111 | ανακριβής | , ής, ές [ἀνακριβής] α-να-κρι-βής επίθ. {ανακριβ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): που δεν είναι ακριβής· ψευδής ή λανθασμένος: ~ής: ισχυρισμός. ~ής: είδηση. ~ές: περιεχόμενο (άρθρου/δημοσιεύματος). ~είς: πληροφορίες. Πβ. αναληθής, αναξιόπιστος, ανυπόστατος. ● επίρρ.: ανακριβώς [-ῶς]: Ισχυρίζεται ~ ότι ... [< μεσν. ανακριβής, γαλλ. inexact] | |
| 3112 | ανακρίνω | [ἀνακρίνω] α-να-κρί-νω ρ. (μτβ.) {παρατ. κ. αόρ. ανέκριν-ε, ανακρί-θηκε (λόγ. μτχ. ανακρι-θείς, -θείσα, -θέν), ανακριν-όμενος, ~οντας}: (για ανακριτή ή ανακριτικό υπάλληλο) υποβάλλω σε ανάκριση: Ο αστυνομικός/δικαστής ~ε τον μάρτυρα. Τον ~αν επί δύο ώρες στην Ασφάλεια. Οι συλληφθέντες/ύποπτοι ~ονται από τις Aρχές. Πβ. εξετάζω.|| (μτφ.-εμφατ.) Σταμάτα να με ~εις (: να με ρωτάς επίμονα)! [< αρχ. ἀνακρίνω, γαλλ. enquêter] | |
| 3114 | ανακριτής | [ἀνακριτής] α-να-κρι-τής ουσ. (αρσ.) {-ή (λόγ.) -ού} , ανακρίτρια (η): τακτικός δικαστής, αστυνομικός ή μέλος πειθαρχικού συμβουλίου, που έχει επιφορτιστεί με τη διενέργεια ανακρίσεων: ειδικός/τακτικός ~. Εφέτης-~. Ο ~ (δι)ερευνά την υπόθεση. Ο κατηγορούμενος απολογήθηκε/οδηγήθηκε ενώπιον του/στον ~ή. Παραπέμφθηκε στον ~ή. Ο ~ αποφάσισε/διέταξε την προφυλάκιση του δράστη. [< γερμ. Untersuchungsrichter, γαλλ. enquêteur] | |
| 3115 | ανακριτικός | , ή, ό [ἀνακριτικός] α-να-κρι-τι-κός επίθ.: ΝΟΜ. που σχετίζεται με τον ανακριτή ή την ανάκριση: ~ή: απολογία/διαδικασία/επιτροπή/έρευνα/πράξη. ~ό: γραφείο/συμβούλιο/υλικό. ~ές: Αρχές. ~ά: καθήκοντα. Βλ. προ~.|| (προφ.) Ερωτήσεις με ~ό ύφος.|| (ως ουσ.) Το ~ό (ενν. τμήμα) της Πυροσβεστικής/Τροχαίας. ● Ουσ.: Ανακριτική (η): σύνολο αρχών και κανόνων που διέπουν την ανακριτική διαδικασία· κατ' επέκτ. το αντίστοιχο μάθημα των νομικών σχολών. ● ΣΥΜΠΛ.: ανακριτικός υπάλληλος: ΝΟΜ. δικαστικός λειτουργός (ειρηνοδίκης ή πταισματοδίκης), αστυνομικός (από τον βαθμό του αρχιφύλακα και άνω) ή ανώτερος διοικητικός υπάλληλος, ο οποίος είναι επιφορτισμένος με τη συγκέντρωση αποδεικτικού υλικού στο στάδιο της προανάκρισης, κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας. [< μτγν. ἀνακριτικός] | |
| 3116 | ανάκρουση | [ἀνάκρουση] α-νά-κρου-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. εκτέλεση μουσικού κομματιού, συνήθ. εθνικού ύμνου, από μπάντα. Πβ. παίξιμο. 2. απότομη και βίαιη κίνηση όπλου προς τα πίσω, λόγω βολής: μηδενική ~. Πβ. κλότσημα, οπισθοδρόμηση.|| (μτφ.) ~ πρύμνας (= υποχώρηση). [< 1: μτγν. ἀνάκρουσις 2: αρχ. ἀνάκρουσις] | |
| 3117 | ανακρούω | [ἀνακρούω] α-να-κρού-ω ρ. (μτβ.) {ανέκρου-σε, ανακρού-εται, -στηκε, -οντας} (επίσ.): (για μπάντα) εκτελώ μουσικό κομμάτι, συνήθ. εθνικό ύμνο. Πβ. παιανίζω, παίζω. ● ανακρούει (σπάν., κυρ. για όπλο): κινείται απότομα και βίαια προς τα πίσω (λόγω βολής). ● ΦΡ.: ανακρούω πρύμνα(ν) & ανακρούω πρύμνη (απαιτ. λεξιλόγ.): αλλάζω γνώμη ή τακτική· οπισθοχωρώ: Ανέκρουσε ~ από την αρχική του επιλογή/στο θέμα του .../ύστερα από τις πιέσεις που δέχτηκε. Πβ. ανακαλώ, παλινωδώ, υπαναχωρώ. [< αρχ. ἀνακρούω] | |
| 3118 | ανακρυστάλλωση | [ἀνακρυστάλλωση] α-να-κρυ-στάλ-λω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΧΗΜ. μέθοδος καθαρισμού μιας χημικής ένωσης από ξένες προσμίξεις, μέσω των διαδοχικών κρυσταλλώσεών της. 2. εκ νέου κρυστάλλωση· (ειδικότ. ΓΕΩΧ.) δημιουργία νέας κρυσταλλικής δομής μέσα από διαδικασία υψηλής πίεσης και θερμοκρασίας που υφίστανται τα άτομα ή τα μόρια πετρώματος ή μεταλλεύματος. [< γαλλ. récristallisation, περ. 1950] | |
| 3119 | ανάκτηση | [ἀνάκτηση] α-νά-κτη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΠΛΗΡΟΦ. διαδικασία πρόσβασης σε αποθηκευμένη πληροφορία κατόπιν αναζήτησης και κυρ. επαναφορά, αποκατάσταση στη μνήμη του υπολογιστή δεδομένων που έχουν αλλοιωθεί ή χαθεί: αυτόματη ~ (διαγραμμένων/σβησμένων) αρχείων/εγγράφου/κειμένου/φωτογραφιών. Κάνω ~ (= ανακτώ). 2. ΟΙΚΟΛ. -ΤΕΧΝΟΛ. εξαγωγή επαναχρησιμοποιήσιμων υλικών από απόβλητα, απορρίμματα, συνήθ. κατόπιν επεξεργασίας: ~ πρώτων υλών/συσκευασιών (= ανακύκλωση). 3. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανακτώ: ~ του ηθικού/χαμένου χρόνου. Πβ. επ~. ΑΝΤ. απώλεια (1) ● ΣΥΜΠΛ.: ανάκτηση ενέργειας ΟΙΚΟΛ.-ΤΕΧΝΟΛ. 1. παραγωγή ενέργειας από οργανικά απόβλητα μέσω ποικίλων διεργασιών (καύσης, πυρόλυσης, αναερόβιας χώνευσης): ~ ~ από βιομάζα. ~ ~ με βιολογική επεξεργασία. Αεριοποίηση και ~ ~. Βλ. διαχείριση αποβλήτων/απορριμμάτων. 2. σύστημα φόρτισης της μπαταρίας οχήματος κατά την επιβράδυνση ή το φρενάρισμα: ~ ~ πέδησης. [< 1: αγγλ. energy recovery 2: αγγλ. Brake Energy Regeneration, BER] , ανάκτηση θερμότητας & ανάκτηση απορριπτόμενης θερμότητας: ΟΙΚΟΛ. -ΤΕΧΝΟΛ. διαδικασία με την οποία επιτυγχάνεται αξιοποίηση μέρους της θερμότητας που απορρίπτεται στο περιβάλλον από κάποια μονάδα παραγωγής της: ~ ~ από απόνερα (βαφείων)/δίκτυα ατμού/καυσαέρια. [< αγγλ. (waste-)heat recovery] , ανάκτηση πληροφοριών/πληροφορίας: ΠΛΗΡΟΦ. διαδικασία συστηματικής αναζήτησης και απόκτησης, εξαγωγής δεδομένων από διάφορες πηγές και ψηφιακά μέσα αποθήκευσης (σκληρό δίσκο, σιντί): ~ ~ από κατεστραμμένα αρχεία/βάσεις δεδομένων/το διαδίκτυο. Βλ. εξόρυξη δεδομένων. [< αγγλ. information retrieval, 1950] [< 1,2: αγγλ. recovery 3: μτγν. ἀνάκτησις] | |
| 3120 | ανακτήσιμος | , η, ο [ἀνακτήσιμος] α-να-κτή-σι-μος επίθ.: που είναι δυνατή η ανάκτησή του: (ΟΙΚΟΝ.-ΛΟΓΙΣΤ.) ~η: αξία. ~α: ποσά. Μη ~ ΦΠΑ (: που δεν επιστρέφεται ή δεν αντισταθμίζεται).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~α: αρχεία/δεδομένα (: που επαναφέρονται στη μνήμη του υπολογιστή).|| (ΟΙΚΟΛ.-ΤΕΧΝΟΛ.) ~η: ενέργεια (πβ. αξιοποιήσιμη, εκμεταλλεύσιμη). Μη ~η απώλεια πόρων. [< αγγλ. recoverable, retrievable] | |
| 3121 | ανακτορικός | , ή, ό [ἀνακτορικός] α-να-κτο-ρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τα ανάκτορα· ειδικότ. με τον μινωικό και μυκηναϊκό πολιτισμό: ~ή: αυλή/φρουρά. Πβ. βασιλικός.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~ός: ρυθμός. ~ή: αρχιτεκτονική/εποχή. Βλ. μετ~, νεο~, παλαιο~, προ~. [< αρχ. ἀνακτόριος, μεσν. ανακτορικός ‘βασιλικός’] | |
| 3122 | ανάκτορο | [ἀνάκτορο] α-νά-κτο-ρο ουσ. (ουδ.) {ανακτόρ-ου | -ων} 1. {συνήθ. στον πληθ.} παλάτι: Τα βασιλικά ~α.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Μινωικό/μυκηναϊκό ~. 2. {χωρ. πληθ.} (μτφ.) μεγαλοπρεπής, πολυτελής κατοικία: Ένα σπίτι, πραγματικό/σωστό ~! ● Ανάκτορα (τα) (συνεκδ.): ο βασιλιάς και η Αυλή του. ● ΦΡ.: καταλαμβάνει τα χειμερινά ανάκτορα (σπάν.-μτφ.): παίρνει αιφνιδιαστικά την εξουσία με πραξικόπημα ή εξέγερση. [< αρχ. ἀνάκτορον] | |
| 3123 | ανακτώ | [ἀνακτῶ] α-να-κτώ ρ. (μτβ.) {ανακτ-άς ... | ανέκτ-ησα, ανακτ-άται, -ήθηκε, -ημένος} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. αποκτώ ξανά (συνήθ. κάτι που έχασα)· επανακτώ: ~ησε τις αισθήσεις του (πβ. ανανήφω)/την ανεξαρτησία του/τις δυνάμεις του/τον έλεγχο. ~ήθηκαν κλεμμένοι πίνακες.|| ~ησαν τα χαμένα εδάφη (= ανακατέλαβαν). ΣΥΝ. ξαναβρίσκω (2), ξαναπαίρνω (2), ξαναποκτώ 2. ΠΛΗΡΟΦ. κάνω ανάκτηση πληροφοριών: ~ήθηκε από το διαδίκτυο στις … (: για βιβλιογραφικές παραπομπές). ● ΦΡ.: καλύπτω/ανακτώ/(ξανα)κερδίζω το χαμένο έδαφος βλ. έδαφος [< 1: αρχ. ἀνακτῶμαι, γαλλ. reprendre 2: αγγλ. retrieve, recover] | |
| 3124 | ανακυβίστηση | [ἀνακυβίστηση] α-να-κυ-βί-στη-ση ουσ. (θηλ.): ΓΥΜΝ. ανάποδη τούμπα. Βλ. κωλοτούμπα. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ