| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 3096 | ανακολουθία | [ἀνακολουθία] α-να-κο-λου-θί-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του ανακόλουθου: ιστορική/λογική/χρονική ~. ~ (μεταξύ) λόγων και έργων (πβ. αναντιστοιχία)/στη (/ως προς τη) σειρά των γεγονότων. Μελέτη που παρουσιάζει ~ες. Πβ. αντινομία, αντίφαση, ασυνέπεια.|| (ΦΙΛΟΣ.) Η ~ είναι είδος εσφαλμένου επιχειρήματος (: απουσία λογικής σύνδεσης μεταξύ προτάσεων και συμπεράσματος). [< μτγν. ἀνακολουθία] | |
| 3097 | ανακόλουθος | , η, ο [ἀνακόλουθος] α-να-κό-λου-θος επίθ.: αντιφατικός, ασυνεπής: ~ος: λόγος. ~η: πολιτική/στάση. ~ες: δηλώσεις. Πράξεις ~ες (με/προς) τις αρχές του. Στοιχεία ανακριβή/αναξιόπιστα και ~α. Είναι ~ο να ...|| (για πρόσ.) Αποδείχθηκε/φάνηκε/υπήρξε ~ (απέναντι) στις/με/ως προς τις υποσχέσεις του. ΣΥΝ. αναντίστοιχος ΑΝΤ. ακόλουθος (2) ● Ουσ.: ανακόλουθο (το): ανακολουθία, ασυνέπεια, ασυμφωνία: το ~ των δηλώσεων/μεταξύ λόγων και έργων. Τα ~α και οι αντιφάσεις του συστήματος. ● επίρρ.: ανακόλουθα ● ΣΥΜΠΛ.: ανακόλουθο (σχήμα): ΦΙΛΟΛ. σχήμα λόγου στο οποίο παραβιάζεται η συντακτική συμφωνία των όρων μιας πρότασης ή φράσης: Εγώ, μου αρέσει η Ελλάδα (αντί: Εμένα ...). [< μτγν. ἀνακόλουθος] | |
| 3098 | ανακομιδή | [ἀνακομιδή] α-να-κο-μι-δή ουσ. (θηλ.) (συνήθ. ΕΚΚΛΗΣ.): εκταφή των οστών νεκρού (συνήθ. Αγίου, Οσίου ή μάρτυρα) και μεταφορά τους σε οστεοφυλάκιο, τάφο ή μνημείο: ~ (τιμίας) κάρας/(ιερού) λειψάνου/σορού. Πβ. μετακομιδή. [< μτγν. ἀνακομιδή] | |
| 3099 | ανακόντα | [ἀνακόντα] α-να-κό-ντα ουσ. (θηλ. + ουδ.) {άκλ.}: ΖΩΟΛ. πολύ μεγάλο, μη δηλητηριώδες, δενδρόβιο ή συνήθ. υδρόβιο φίδι των τροπικών δασών της Ν. Αμερικής (επιστ. ονομασ. Eunectes murinus), συγγενικό με τον βόα. Βλ. πύθωνας. [< αγγλ.-γαλλ. anaconda] | |
| 3100 | ανακοπή | [ἀνακοπή] α-να-κο-πή ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. αιφνίδια παύση της καρδιακής λειτουργίας: θάνατος από ~. Έπαθε/πέθανε από/υπέστη καρδιακή ~/~ της καρδιάς. Πβ. καρδιακή προσβολή. Βλ. έμφραγμα, μαρμαρυγή, συγκοπή. 2. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανακόπτω: (βίαιη) ~ της ανάπτυξης/της εξέλιξης/της (ανοδικής) πορείας. Προσπάθεια ~ής της παρακμής. Πβ. ανάσχεση, αναχαίτιση, διακοπή, παρεμπόδιση, σταμάτημα.|| (ΜΗΧΑΝ.) Θερμοκρασία/σημείο/πίεση ~ής. 3. ΝΟΜ. ένδικο μέσο που στοχεύει στην ακύρωση πρωτοβάθμιας δικαστικής απόφασης: πτωχευτική ~. ~ (κατά) αναγκαστικής εκτέλεσης/διαταγής πληρωμής/κατάσχεσης/πλειστηριασμού. ~ ενώπιον του Δικαστηρίου. Άσκηση/εκδίκαση/κατάθεση/πράξη ~ής. Δικόγραφο ~ής. Αποφάσεις επί ~ών. Βλ. αγωγή, έφεση, προσφυγή, τριτ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ανακοπή ερημοδικίας: ΝΟΜ. ένδικο μέσο για την ακύρωση καταδικαστικής απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του κατηγορουμένου: απόρριψη ~ής ~. [< 1: γαλλ. inhibition 2: μτγν. ἀνακοπή 3: γαλλ. opposition] | |
| 3101 | ανακόπτω | [ἀνακόπτω] α-να-κό-πτω ρ. (μτβ.) {ανέκο-ψε, ανακό-ψει, ανακό-πηκε (λογιότ. ανεκόπη)} (λόγ.): διακόπτω συνήθ. ξαφνικά μια διαδικασία, δραστηριότητα ή ενέργεια: Προσπαθούν να ~ψουν την άνοδο του πληθωρισμού. Η πρόοδος ~πηκε (βίαια) εξαιτίας του πολέμου.|| ~ψαν τους εισβολείς (= απέκρουσαν). (σε ομαδικό άθλημα:) Κατάφερε να ~ψει τον αντίπαλο επιθετικό. Πβ. αναχαιτίζω, παρεμποδίζω. [< αρχ. ἀνακόπτω] | |
| 3102 | ανακοστολόγηση | [ἀνακοστολόγηση] α-να-κο-στο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.): κοστολόγηση εκ νέου: ~ φαρμάκων. Πβ. ανα-, επανα-τιμολόγηση. | |
| 3103 | ανακούρκουδα | [ἀνακούρκουδα] α-να-κούρ-κου-δα επίρρ. & ανακούκουρδα (λαϊκό): με λυγισμένα γόνατα και το σώμα στηριγμένο στα δάχτυλα των ποδιών: Κάθεται ~. Βλ. βαθύ κάθισμα, οκλαδόν. [< μεσν. ανακούρκουδα] | |
| 3104 | ανάκουστος | , η, ο βλ. ανήκουστος | |
| 3105 | ανακουφίζω | [ἀνακουφίζω] α-να-κου-φί-ζω ρ. (μτβ.) {ανακούφι-σα, -στηκα, -σμένος}: απομακρύνω από κάποιον ή μετριάζω σε κάποιον οτιδήποτε του προκαλεί δυσάρεστο συναίσθημα ή αποτελεί γι' αυτόν ψυχικό ή συναισθηματικό βάρος, κάνοντάς τον να αισθανθεί καλύτερα: Τα αναλγητικά ~ουν τους ασθενείς από τον πόνο. Κρέμα που ~ει το δέρμα από τους ερεθισμούς. Πβ. απαλύνω, καταπραΰνω, κατευνάζω, μαλακώνω.|| Με ~ει η ιδέα ότι .../~ομαι κάπως με τη σκέψη ότι ... Τον ~σαν τα λόγια της. Πότε θα ~στούμε, επιτέλους, από τις έγνοιες/την κούραση/τα προβλήματα (= αναπνεύσουμε, απαλλαγούμε, ησυχάσουμε); Ανάσανε/έδειχνε ~σμένος. Αισθάνομαι/είμαι ιδιαίτερα ~σμένος που .../από την εξέλιξη της υπόθεσης. Πβ. ξαλαφρώνω. ● Παθ.: ανακουφίζομαι (ευφημ.): αφοδεύω. Πβ. ξαλαφρώνω. [< αρχ. ἀνακουφίζω, γαλλ. alléger] | |
| 3106 | ανακούφιση | [ἀνακούφιση] α-να-κού-φι-ση ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανακουφίζω: Φάρμακο που προσφέρει άμεση/γρήγορη/μόνιμη/πρόκαιρη ~ από τον βήχα/κνησμό. Πβ. καταπράυνση, κατευνασμός, μαλάκωμα.|| ~ από το άγχος/τα προβλήματα της ζωής. Αισθάνομαι/νιώθω (μια) ~. Ανέπνευσε με ~ (= ανακουφισμένος). Προς μεγάλη ~ (= ικανοποίηση) όλων μας, η υπόθεση είχε αίσιο τέλος. Πβ. ξαλάφρωμα. 2. (μτφ.) οικονομική ενίσχυση, βοήθεια: ~ της δυστυχίας/φτώχειας. ~ των ανέργων/σεισμοπαθών. Μέτρα/συναυλία για την ~ των θυμάτων. [< αρχ. ἀνακούφισις ‘ελάφρυνση’, γαλλ. allégement] | |
| 3107 | ανακουφιστικός | , ή, ό [ἀνακουφιστικός] α-να-κου-φι-στι-κός επίθ. (λόγ.) 1. που ανακουφίζει: ~ή: αγωγή/φροντίδα (: που αποσκοπεί στον έλεγχο του πόνου, την ποιότητα ζωής και την αντιμετώπιση των ψυχοκοινωνικών και πνευματικών αναγκών ατόμων με ανίατες ασθένειες· πβ. παρηγορητικός). Βλ. κέντρο/μονάδα/ξενώνας ~ής φροντίδας. ~ό: φάρμακο (= αναλγητικό, καταπραϋντικό).|| ~ές: σκέψεις. ~ά: λόγια. Πβ. καθησυχαστ-, κατευναστ-ικός.|| ~ά: μέτρα (κατά της ανεργίας/του κυκλοφοριακού). Βλ. ανάσα. 2. ΤΕΧΝΟΛ. που ελέγχει, μειώνει κυρ. την ένταση ή την πίεση: ~ός: μηχανισμός. ~ή: βαλβίδα (: ασφαλείας, εκτόνωσης). ● επίρρ.: ανακουφιστικά ● ΣΥΜΠΛ.: ανακουφιστικό τόξο/τρίγωνο: ΑΡΧΙΤ. κενό στην τοιχοποιία που κλείνεται συνήθ. με πλάκα, ενισχύοντας τα ευαίσθητα αρχιτεκτονικά μέλη (κυρ. ανώφλια) και κατανέμοντας το βάρος της υπερκείμενης κατασκευής στα πλάγια: ~ τόξο πόρτας. ~ τρίγωνο θολωτού τάφου/πύλης/στο υπέρθυρο. [< γερμ. Entlastungsbogen] [< 1: γερμ. erleichternd, γαλλ. soulageant 2: αγγλ. relief (valve)] | |
| 3108 | ανακράζω | [ἀνακράζω] α-να-κρά-ζω ρ. (αμτβ.) {ανέκρα-ξα} (απαρχαιωμ.): κραυγάζω, φωνάζω δυνατά. ΣΥΝ. αναφωνώ [< αρχ. ἀνακράζω] | |
| 3109 | ανακρεόντειος | , α, ο [ἀνακρεόντειος] α-να-κρε-ό-ντει-ος επίθ.: ΦΙΛΟΛ. που σχετίζεται με τον ποιητή Ανακρέοντα ή έχει τα χαρακτηριστικά της ποίησής του: ~ος: στίχος. ~ο: μέτρο (: ακατάληκτο ιωνικό δίμετρο). ● Ουσ.: ανακρεόντεια (τα): (με κεφαλ. το αρχικό Α) συλλογή αρχαίων ποιημάτων, κατ' απομίμηση αυτών του Ανακρέοντα. [< μτγν. Ἀνακρεόντειος] | |
| 3110 | ανακρίβεια | [ἀνακρίβεια] α-να-κρί-βει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ανακριβούς· (συνεκδ. στον πληθ.) ψέματα, ανυπόστατα στοιχεία: επιστημονική/ιστορική ~. ~ των πληροφοριών. Πβ. αναξιοπιστία.|| Οι ~ες ενός δημοσιεύματος/ρεπορτάζ. Βιβλίο που περιέχει πολλές/σημαντικές ~ες. Πβ. αναλήθεια. [< γαλλ. inexactitude] | |
| 3111 | ανακριβής | , ής, ές [ἀνακριβής] α-να-κρι-βής επίθ. {ανακριβ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): που δεν είναι ακριβής· ψευδής ή λανθασμένος: ~ής: ισχυρισμός. ~ής: είδηση. ~ές: περιεχόμενο (άρθρου/δημοσιεύματος). ~είς: πληροφορίες. Πβ. αναληθής, αναξιόπιστος, ανυπόστατος. ● επίρρ.: ανακριβώς [-ῶς]: Ισχυρίζεται ~ ότι ... [< μεσν. ανακριβής, γαλλ. inexact] | |
| 3112 | ανακρίνω | [ἀνακρίνω] α-να-κρί-νω ρ. (μτβ.) {παρατ. κ. αόρ. ανέκριν-ε, ανακρί-θηκε (λόγ. μτχ. ανακρι-θείς, -θείσα, -θέν), ανακριν-όμενος, ~οντας}: (για ανακριτή ή ανακριτικό υπάλληλο) υποβάλλω σε ανάκριση: Ο αστυνομικός/δικαστής ~ε τον μάρτυρα. Τον ~αν επί δύο ώρες στην Ασφάλεια. Οι συλληφθέντες/ύποπτοι ~ονται από τις Aρχές. Πβ. εξετάζω.|| (μτφ.-εμφατ.) Σταμάτα να με ~εις (: να με ρωτάς επίμονα)! [< αρχ. ἀνακρίνω, γαλλ. enquêter] | |
| 3114 | ανακριτής | [ἀνακριτής] α-να-κρι-τής ουσ. (αρσ.) {-ή (λόγ.) -ού} , ανακρίτρια (η): τακτικός δικαστής, αστυνομικός ή μέλος πειθαρχικού συμβουλίου, που έχει επιφορτιστεί με τη διενέργεια ανακρίσεων: ειδικός/τακτικός ~. Εφέτης-~. Ο ~ (δι)ερευνά την υπόθεση. Ο κατηγορούμενος απολογήθηκε/οδηγήθηκε ενώπιον του/στον ~ή. Παραπέμφθηκε στον ~ή. Ο ~ αποφάσισε/διέταξε την προφυλάκιση του δράστη. [< γερμ. Untersuchungsrichter, γαλλ. enquêteur] | |
| 3115 | ανακριτικός | , ή, ό [ἀνακριτικός] α-να-κρι-τι-κός επίθ.: ΝΟΜ. που σχετίζεται με τον ανακριτή ή την ανάκριση: ~ή: απολογία/διαδικασία/επιτροπή/έρευνα/πράξη. ~ό: γραφείο/συμβούλιο/υλικό. ~ές: Αρχές. ~ά: καθήκοντα. Βλ. προ~.|| (προφ.) Ερωτήσεις με ~ό ύφος.|| (ως ουσ.) Το ~ό (ενν. τμήμα) της Πυροσβεστικής/Τροχαίας. ● Ουσ.: Ανακριτική (η): σύνολο αρχών και κανόνων που διέπουν την ανακριτική διαδικασία· κατ' επέκτ. το αντίστοιχο μάθημα των νομικών σχολών. ● ΣΥΜΠΛ.: ανακριτικός υπάλληλος: ΝΟΜ. δικαστικός λειτουργός (ειρηνοδίκης ή πταισματοδίκης), αστυνομικός (από τον βαθμό του αρχιφύλακα και άνω) ή ανώτερος διοικητικός υπάλληλος, ο οποίος είναι επιφορτισμένος με τη συγκέντρωση αποδεικτικού υλικού στο στάδιο της προανάκρισης, κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας. [< μτγν. ἀνακριτικός] | |
| 3116 | ανάκρουση | [ἀνάκρουση] α-νά-κρου-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. εκτέλεση μουσικού κομματιού, συνήθ. εθνικού ύμνου, από μπάντα. Πβ. παίξιμο. 2. απότομη και βίαιη κίνηση όπλου προς τα πίσω, λόγω βολής: μηδενική ~. Πβ. κλότσημα, οπισθοδρόμηση.|| (μτφ.) ~ πρύμνας (= υποχώρηση). [< 1: μτγν. ἀνάκρουσις 2: αρχ. ἀνάκρουσις] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ