Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [40580-40600]

IDΛήμμαΕρμηνεία
5713περιφεριόποιηση

[ἀποκέντρωση] α-πο-κέ-ντρω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποκεντρώνω: διοικητική/επιχειρηματική/πολιτική/πολιτιστική/οικονομική/φορολογική ~. ~ των (αρμοδιοτήτων των) Δήμων/της βιομηχανίας/των δημόσιων υπηρεσιών/του εκπαιδευτικού συστήματος. ~ εξουσιών (βλ. επιμερισμός). Διεύθυνση Αυτοδιοίκησης και ~ης. Πβ. περιφερειοποίηση. ΣΥΝ. αποκεντροποίηση, αποσυγκέντρωση ΑΝΤ. συγκεντρωτισμός, υδροκεφαλισμός (2) [< γαλλ. décentralisation]

39988περιφέρωπε-ρι-φέ-ρω ρ. (μτβ.) {παρατ. κ. αόρ. περιέφερ-α, περιφέρ-θηκε, -θεί, -όμενος, -οντας}: γυρίζω, μεταφέρω κάτι διαδοχικά σε διάφορα μέρη: ~ουν την εικόνα του Αγίου (πβ. λιτανεύω).|| (μτφ.) ~ το βλέμμα μου. (συχνά ειρων.) ~ει (= επιδεικνύει) τα κάλλη της. Φήμες που ~ονται από γραφείο σε γραφείο/μεταξύ των υπαλλήλων. Πβ. περιάγω. ● Παθ.: περιφέρομαι 1. τριγυρίζω, περιπλανιέμαι: ~ άσκοπα εδώ και εκεί. ~όταν στους (δια)δρόμους. ~όμενος: θίασος (= περιοδεύων). ~όμενοι σαν νομάδες από μέρος σε μέρος.|| (ειρων.) ~εται από κανάλι σε κανάλι/στα κανάλια. 2. περιστρέφομαι: Ηλεκτρόνια που ~ονται γύρω από τον πυρήνα. ● ΦΡ.: περιφέρει/βγάζει δίσκο/τον δίσκο της επαιτείας βλ. δίσκος [< αρχ. περιφέρω]
39989περίφημος, η, ο πε-ρί-φη-μος επίθ. 1. που έχει μεγάλη φήμη, ξακουστός: ~ος: ναός. ~η: μάχη/φράση. ~ο: μνημείο. Πβ. περιώνυμος. ΣΥΝ. φημισμένος 2. θαυμάσιος, εξαιρετικός: ~ος: λόγος/τεχνίτης. ~η: αρχιτεκτονική/παράσταση. ~ο: έργο/μουσείο. ● επίρρ.: περίφημα: Τα κατάφερες ~ (= πολύ ωραία). [< αρχ. περίφημος]
39990περίφοβος, η, ο πε-ρί-φο-βος επίθ. (λόγ.): πάρα πολύ φοβισμένος, τρομαγμένος. ΣΥΝ. περιδεής, περίτρομος [< αρχ. περίφοβος]
39991περιφοράπε-ρι-φο-ρά ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του περιφέρω: η ~ της εικόνας/του Επιταφίου (= λιτανεία). 2. ΑΣΤΡΟΝ. περιοδική κίνηση ενός ουράνιου σώματος γύρω από ένα άλλο: ετήσια/πλήρης ~. ~ της Γης/των πλανητών γύρω από τον Ήλιο. Περίοδος/ταχύτητα ~άς. Πβ. περιστροφή. 3. ΦΥΣ. περιοδική κίνηση ενός σώματος γύρω από άξονα ή κεντρικό σημείο. ● ΦΡ.: διά περιφοράς (επίσ.): (για όργανο που παίρνει απόφαση) χωρίς τη σύγκληση των μελών του, αλλά με τηλεφωνική συνεννόηση μεταξύ τους και με επικύρωση των σχετικών πρακτικών, τα οποία μεταφέρονται για τον σκοπό αυτό στο κάθε μέλος χωριστά: ~ ~ έγκριση/συνεδρίαση. [< αρχ. περιφορά]
39992περίφραγμαπε-ρί-φραγ-μα ουσ. (ουδ.): κατασκευή για την περίφραξη χώρου: ξύλινο/σιδερένιο ~. Πβ. φράχτης. [< μτγν. περίφραγμα]
39993περιφραγμένος, η, ο πε-ρι-φραγ-μέ-νος επίθ.: που έχει περιφραχτεί: ~ος: κήπος. ~ο: χωράφι. Πβ. περίκλειστος. ΣΥΝ. περίφρακτος
39994περιφράζωβλ. περιφράσσω
39995περίφρακτος, η, ο πε-ρί-φρα-κτος επίθ. (λόγ.): περιφραγμένος: ~η: έκταση. Πβ. περίκλειστος. ΑΝΤ. ξέφραγος (1) [< μτγν. περίφρακτος]
39996περίφραξηπε-ρί-φρα-ξη ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -άξεως}: η ενέργεια και ιδ. το αποτέλεσμα του περιφράσσω· περίφραγμα: αυθαίρετη/εξωτερική/προστατευτική ~. ~ γηπέδου/κήπου/οικοπέδου. ~ με συρματόπλεγμα. Κάγκελα ~ης. Βλ. περιτοίχιση. [< μτγν. περίφραξις]
39997περίφρασηπε-ρί-φρα-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΓΛΩΣΣ. η απόδοση της σημασίας μιας μονολεκτικής έκφρασης με περισσότερες από μία λέξεις, με μία φράση (π.χ. "δίνω αγώνα" αντί "αγωνίζομαι"). 2. {συνήθ. στον πληθ.} διατύπωση σκέψης με πολλά και συνήθ. περιττά λόγια: Μίλησε ξεκάθαρα, χωρίς ~άσεις (= απερίφραστα, ευθέως). Πβ. περιττολογία. [< μτγν. περίφρασις, γαλλ. périphrase, αγγλ. periphrasis]
39998περιφράσσωπε-ρι-φράσ-σω ρ. (μτβ.) {περιέφρα-ξα, περιφρά-χτηκε (λόγ.) -χθηκε, -γμένος, περιφράσσ-οντας} & περιφράζω: περιβάλλω κάτι, συνήθ. με φράχτη: ~ει το σπίτι με κάγκελα/συρματόπλεγμα/τοίχο (= περιτοιχίζω). ~γμένος: χώρος. ~γμένη: έκταση. ΣΥΝ. φράζω (1) ΑΝΤ. ξεφράζω (2) [< αρχ. περιφράσσω]
39999περιφραστικός, ή, ό πε-ρι-φρα-στι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που εκφράζεται μέσω περίφρασης: ~ή: απόδοση/διατύπωση.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ό: ρήμα (π.χ. "έχω στόχο" αντί "στοχεύω", "είμαι της γνώμης" αντί "νομίζω"). ~ά: παραθετικά (π.χ. "πιο πολύς" αντί "περισσότερος"). ΑΝΤ. μονολεκτικός ● επίρρ.: περιφραστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: περιφραστικοί χρόνοι: ΓΡΑΜΜ. που σχηματίζονται με περισσότερες από μία λέξεις: Στη νεοελληνική ο παρακείμενος, ο υπερσυντέλικος και ο συντελεσμένος μέλλοντας είναι ~ ~, π.χ. έχω τρέξει-είχα τρέξει-θα έχω τρέξει. ΑΝΤ. μονολεκτικοί χρόνοι [< μτγν. περιφραστικός, γαλλ. périphrastique, αγγλ. periphrastic]
40001περιφρονητέος, α, ο πε-ρι-φρο-νη-τέ-ος επίθ. (λόγ.): που πρέπει να περιφρονηθεί: Μικρό, αλλά διόλου ~ο μερίδιο. Βλ. -τέος. [< μτγν. περιφρονητέος]
40002περιφρονητήςπε-ρι-φρο-νη-τής ουσ. (αρσ.) (λόγ.): αυτός που περιφρονεί: ~ των υλικών αγαθών/του χρήματος. ΣΥΝ. καταφρονητής [< μεσν. περιφρονητής]
40003περιφρονητικός, ή, ό πε-ρι-φρο-νη-τι-κός επίθ.: που δείχνει περιφρόνηση: ~ή: απάντηση/έκφραση/στάση. ~ό: βλέμμα/ύφος. ΣΥΝ. καταφρονητικός ● επίρρ.: περιφρονητικά [< μτγν. περιφρονητικός]
40004περίφροντις, ις, ι πε-ρί-φρο-ντις επίθ. (αρχαιοπρ.): γεμάτος έγνοιες. ΑΝΤ. αμέριμνος
40005περιφρονώ[περιφρονῶ] πε-ρι-φρο-νώ ρ. (μτβ.) {περιφρον-είς ..., -ώντας | περιφρόν-ησα, -είται, -ήθηκε, -ημένος}: δείχνω περιφρόνηση· κατ' επέκτ. αψηφώ: Μας ~εί (πβ. σνομπάρω, φτύνω). ~ τον νόμο (= δεν σέβομαι). ~ τα πλούτη/το χρήμα. Πβ. αδιαφορώ.|| ~ τον θάνατο/κίνδυνο (ΑΝΤ. λογαριάζω, υπολογίζω). ΣΥΝ. καταφρονώ [< αρχ. περιφρονῶ]
40006περιφρούρησηπε-ρι-φρού-ρη-ση ουσ. (θηλ.): φρούρηση από όλες τις πλευρές και κυρ. κατ' επέκτ. διαφύλαξη: ~ των συνόρων. Ομάδες ~ης.|| ~ της απεργίας/δημοκρατίας. Πβ. προάσπιση, τήρηση.
40007περιφρουρώ[περιφρουρῶ] πε-ρι-φρου-ρώ ρ. (μτβ.) {περιφρουρ-είς ..., -ώντας | περιφρούρ-ησα, -είται, -ήθηκε, -ημένος}: φρουρώ από όλες τις πλευρές και κυρ. κατ' επέκτ. προφυλάσσω, προστατεύω: ~ούν το κτίριο/την πορεία. ~ την τάξη. Πβ. τηρώ.|| ~εί την αξιοπρέπειά/τα δικαιώματά του. Πβ. διαφυλάσσω, προασπίζω. [< αρχ. περιφρουρῶ]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.