Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [40580-40600]

IDΛήμμαΕρμηνεία
39975περιτυλίγωπε-ρι-τυ-λί-γω ρ. (μτβ.) {περιτύλι-ξα, -χτηκε (λόγ.) -χθηκε, -γμένος, περιτυλίγ-οντας} & περιτυλίσσω: τυλίγω κάτι από όλες τις πλεύρες ή γύρω από κάτι άλλο: ~ει το δέμα με ύφασμα/χαρτί. Πβ. αμπαλάρω.|| (μτφ.) Τον ~ξε ένα σύννεφο καπνού/σκόνης. [< μτγν. περιτυλίσσω]
39976περιτύλιξηπε-ρι-τύ-λι-ξη ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του περιτυλίγω: αυτόματη ~ καλωδίου. Μηχανές/χαρτιά ~ης.
39977περιυβρίζωπε-ρι-υ-βρί-ζω ρ. (μτβ.) {περιύβρι-σε} κυρ. ΝΟΜ.: μιλώ ή φέρομαι προσβλητικά, καθυβρίζω: ~ει τους θεσμούς/σύμβολα του κράτους. [< αρχ. περιυβρίζω]
39978περιύβρισηπε-ρι-ύ-βρι-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. προσβολή, εξύβριση. Κυρ. στα ● ΣΥΜΠΛ.: περιύβριση Αρχής (συνήθ. παλαιότ.): δημόσια εκδήλωση περιφρόνησης ή υβριστικής συμπεριφοράς σε βάρος φορέα κρατικής εξουσίας με οποιονδήποτε τρόπο., περιύβριση νεκρού: ποινικό αδίκημα που συνίσταται στην αυθαίρετη αφαίρεση σορού ή μελών νεκρού σώματος ή τέφρας από το μέρος στο οποίο βρίσκονται ή στην τέλεση πράξης που προσβάλλει νεκρό ή στη βεβήλωση τάφου.
39979περιφανής, ής, ές πε-ρι-φα-νής επίθ. (λόγ.): ολοφάνερος· (κυρ.) περίφημος, ξακουστός: ~ής: θρίαμβος. ~ής: νίκη. Πβ. ένδοξος. Βλ. -φανής. ● επίρρ.: περιφανώς [-ῶς] [< αρχ. περιφανής]
39980περιφέρειαπε-ρι-φέ-ρει-α ουσ. (θηλ.) {περιφερειών} 1. περιοχή, γεωγραφική ενότητα, μέσα στην οποία αναπτύσσεται συγκεκριμένη δραστηριότητα και η οποία συνήθ. εμπίπτει στη δικαιοδοσία μιας Αρχής: αρχιερατική/δημοτική/δικαστική/διοικητική/εδαφική/εκκλησιαστική/εκπαιδευτική/οικονομική ~. Αγροτικές και αστικές ~ες. Η ελληνική επικράτεια διαιρείται/χωρίζεται σε πενήντα έξι εκλογικές ~ες. Βλ. υπερ~, υπο~. 2. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. (ειδικότ., κ. με κεφαλ. Π) καθεμιά από τις ενιαίες αποκεντρωμένες διοικητικές μονάδες στις οποίες υποδιαιρείται η ελληνική επικράτεια και οι οποίες έχουν δημοσιονομική αυτοτέλεια και αποτελούνται από νομούς· κατ' επέκτ. η αντίστοιχη υποδιαίρεση σε άλλα κράτη: διαμερίσματα και ~ες. Οι δεκατρείς ~ες της Ελλάδας (~ Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, Αττικής, Βορείου Αιγαίου, Δυτικής Ελλάδας, Δυτικής Μακεδονίας, Ηπείρου, Θεσσαλίας, Ιονίων Νήσων, Κεντρικής Μακεδονίας, Κρήτης, Νοτίου Αιγαίου, Πελοποννήσου, Στερεάς Ελλάδας). Γενική Διεύθυνση ~ας. 3. περιοχή γύρω, έξω ή μακριά από αστικό κέντρο, κυρ. από την πρωτεύουσα· ειδικότ. ύπαιθρος, επαρχία: στην ~ της πόλης.|| Η ελληνική ~. Η ανάπτυξη/οι επιχειρήσεις/τα προβλήματα/τα σχολεία της ~ας. Πβ. απόκεντρο. 4. (μτφ.) κάτι που βρίσκεται γύρω, έξω ή μακριά από το κέντρο ή τον βασικό κορμό· ειδικότ. χώρα που βρίσκεται μακριά από το κέντρο των αποφάσεων και των εξελίξεων και συνήθ. επηρεάζεται από αυτές: (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ του διαδικτύου. Βλ. περιθώριο.|| Τα ευρωπαϊκά κράτη της ~ας (: που δεν ανήκουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή πρόκειται να ενταχθούν σε αυτή). Βλ. ημι~. 5. περίμετρος: (ΓΕΩΜ.) η ~ της Γης/του τροχού.|| (κυρ. για γυναίκα) ~ μέσης/στήθους. 6. {μόνο στον εν.} (για γυναίκα) περίμετρος στο σημείο της λεκάνης και των γλουτών: Έχει μεγάλη/στενή/φαρδιά ~. Βλ. οπίσθια, ψωμάκια. 7. {συνήθ. στον πληθ.} ευρωπεριφέρεια: ενίσχυση των αναπτυξιακά καθυστερημένων/μεθοριακών/μειονεκτικών (ενν. ευρωπαϊκών) ~ών. ● ΣΥΜΠΛ.: μείζονες εκλογικές περιφέρειες βλ. μείζων [< αρχ. περιφέρεια, γαλλ. périphérie, αγγλ. periphery]
39981περιφερειακός, ή, ό πε-ρι-φε-ρει-α-κός επίθ. 1. που αναφέρεται στην περιφέρεια: ~ή: ανάπτυξη/γλώσσα/πολιτική/συνεργασία. ~ό: Γενικό Νοσοκομείο/επιχειρησιακό πρόγραμμα/πρωτάθλημα/συμβούλιο/συνέδριο/σχέδιο διαχείρισης/τμήμα. ~οί: αγώνες/φορείς. ~ές: βιβλιοθήκες/εκλογές/υπηρεσίες. Δημοτικό ~ό Θέατρο. Βλ. δια~, ενδο~, υπο~.|| (ΙΑΤΡ.) ~ή: αρτηριοπάθεια/όραση. ~ό νευρικό σύστημα (= που μεταφέρει αισθητικά μηνύματα από και προς το Κεντρικό Νευρικό Σύστημα). ΣΥΝ. περιφερικός. 2. που βρίσκεται μακριά από το κέντρο εξουσίας, ισχύος: ~ές: χώρες.|| ~ός: ρόλος (= δευτερεύων). 3. που σχετίζεται με τη διοικητική περιφέρεια: ~ός: σταθμός. ~ή: διάρθρωση/Διεύθυνση/Ένωση Δήμων (ακρ. ΠΕΔ)/Επιτροπή. ~ές: ενότητες.|| ~ός: διευθυντής/σύμβουλος. 4. που αναφέρεται στην περιφέρεια σε αντίθεση με το αστικό κέντρο, κυρ. την πρωτεύουσα: ~ός: προγραμματισμός/σχεδιασμός. Οδικός άξονας ~ής σημασίας. Πβ. επαρχιακός, περιαστικός, τοπικός. ● επίρρ.: περιφερειακά & (σπάν.-λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: περιφερειακές ενισχύσεις: κρατικές ενισχύσεις οι οποίες στοχεύουν στην οικονομική ανάπτυξη μειονεκτικών περιοχών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στη μείωση των περιφερειακών ανισοτήτων εντός των συνόρων της, με σκοπό την επίτευξη οικονομικής και κοινωνικής συνοχής., περιφερειακή (οδός/λεωφόρος)/περιφερειακός (δρόμος): που παρακάμπτει μια περιοχή (συνήθ. το κέντρο μιας πόλης) ή που περνά έξω ή γύρω από αυτή. [< αγγλ. circular road] , περιφερειακή ενότητα: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. διοικητική υποδιαίρεση της περιφέρειας που θεσπίστηκε με το σχέδιο "Καλλικράτης". Βλ. νομαρχία., περιφερειακή συσκευή/μονάδα & περιφερειακά (τα): ΠΛΗΡΟΦ. κάθε λειτουργική μονάδα που συνδέεται και ελέγχεται άμεσα από τον υπολογιστή (π.χ. οθόνη, ποντίκι, πληκτρολόγιο, εκτυπωτής, σαρωτής). Βλ. κεντρική μονάδα επεξεργασίας. [< αγγλ. peripherals, 1966, peripheral device/unit] , δευτερεύουσα/περιφερειακή/βοηθητική μνήμη βλ. μνήμη, Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης βλ. ευρωπαϊκός, περιφερειακή αυτοδιοίκηση βλ. αυτοδιοίκηση, περιφερειακός δακτύλιος βλ. δακτύλιος [< γαλλ. périphérique, régional, αγγλ. peripheral, regional]
39982περιφερειακότηταπε-ρι-φε-ρει-α-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ιδιότητα του περιφερειακού: η ~ των νησιών. Αποκέντρωση και ~. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. peripherality, 1971, γαλλ. périphéricité]
39984περιφερειολόγοςπε-ρι-φε-ρει-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας ειδικευμένος σε θέματα περιφερειακής ανάπτυξης: οικονομολόγος-~. Χωροτάκτης-~ μηχανικός. Βλ. -λόγος.
39985περιφερειοποίησηπε-ρι-φε-ρει-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): μεταφορά και οργάνωση διοικητικών, οικονομικών κα πολιτιστικών δραστηριοτήτων από τα αστικά κέντρα στην περιφέρεια: ~ της εκπαίδευσης (: υπαγωγή των σχολείων στους δήμους)/των επιδοτήσεων στον αγροτικό τομέα (: μοίρασμα του συνολικού ποσού διά του αριθμού των στρεμμάτων)/των υπηρεσιών. Πβ. αποκέντρωση. Βλ. -ποίηση.
39986περιφερής, ής, ές πε-ρι-φε-ρής επίθ. {περιφερ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (αρχαιοπρ.): κυκλικός. [< αρχ. περιφερής]
39987περιφερικός, ή, ό πε-ρι-φε-ρι-κός επίθ. (επιστ.): που βρίσκεται γύρω ή συνήθ. μακριά από ένα κεντρικό σημείο, περιφερειακός: (ΙΑΤΡ.) ~ή: αρτηριοπάθεια/όραση. ~ό: αίμα/νευρικό σύστημα. ~ά: αγγεία/νεύρα.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ές: συσκευές. ● επίρρ.: περιφερικά [< γαλλ. périphérique, αγγλ. peripheric]
5713περιφεριόποιηση

[ἀποκέντρωση] α-πο-κέ-ντρω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποκεντρώνω: διοικητική/επιχειρηματική/πολιτική/πολιτιστική/οικονομική/φορολογική ~. ~ των (αρμοδιοτήτων των) Δήμων/της βιομηχανίας/των δημόσιων υπηρεσιών/του εκπαιδευτικού συστήματος. ~ εξουσιών (βλ. επιμερισμός). Διεύθυνση Αυτοδιοίκησης και ~ης. Πβ. περιφερειοποίηση. ΣΥΝ. αποκεντροποίηση, αποσυγκέντρωση ΑΝΤ. συγκεντρωτισμός, υδροκεφαλισμός (2) [< γαλλ. décentralisation]

39988περιφέρωπε-ρι-φέ-ρω ρ. (μτβ.) {παρατ. κ. αόρ. περιέφερ-α, περιφέρ-θηκε, -θεί, -όμενος, -οντας}: γυρίζω, μεταφέρω κάτι διαδοχικά σε διάφορα μέρη: ~ουν την εικόνα του Αγίου (πβ. λιτανεύω).|| (μτφ.) ~ το βλέμμα μου. (συχνά ειρων.) ~ει (= επιδεικνύει) τα κάλλη της. Φήμες που ~ονται από γραφείο σε γραφείο/μεταξύ των υπαλλήλων. Πβ. περιάγω. ● Παθ.: περιφέρομαι 1. τριγυρίζω, περιπλανιέμαι: ~ άσκοπα εδώ και εκεί. ~όταν στους (δια)δρόμους. ~όμενος: θίασος (= περιοδεύων). ~όμενοι σαν νομάδες από μέρος σε μέρος.|| (ειρων.) ~εται από κανάλι σε κανάλι/στα κανάλια. 2. περιστρέφομαι: Ηλεκτρόνια που ~ονται γύρω από τον πυρήνα. ● ΦΡ.: περιφέρει/βγάζει δίσκο/τον δίσκο της επαιτείας βλ. δίσκος [< αρχ. περιφέρω]
39989περίφημος, η, ο πε-ρί-φη-μος επίθ. 1. που έχει μεγάλη φήμη, ξακουστός: ~ος: ναός. ~η: μάχη/φράση. ~ο: μνημείο. Πβ. περιώνυμος. ΣΥΝ. φημισμένος 2. θαυμάσιος, εξαιρετικός: ~ος: λόγος/τεχνίτης. ~η: αρχιτεκτονική/παράσταση. ~ο: έργο/μουσείο. ● επίρρ.: περίφημα: Τα κατάφερες ~ (= πολύ ωραία). [< αρχ. περίφημος]
39990περίφοβος, η, ο πε-ρί-φο-βος επίθ. (λόγ.): πάρα πολύ φοβισμένος, τρομαγμένος. ΣΥΝ. περιδεής, περίτρομος [< αρχ. περίφοβος]
39991περιφοράπε-ρι-φο-ρά ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του περιφέρω: η ~ της εικόνας/του Επιταφίου (= λιτανεία). 2. ΑΣΤΡΟΝ. περιοδική κίνηση ενός ουράνιου σώματος γύρω από ένα άλλο: ετήσια/πλήρης ~. ~ της Γης/των πλανητών γύρω από τον Ήλιο. Περίοδος/ταχύτητα ~άς. Πβ. περιστροφή. 3. ΦΥΣ. περιοδική κίνηση ενός σώματος γύρω από άξονα ή κεντρικό σημείο. ● ΦΡ.: διά περιφοράς (επίσ.): (για όργανο που παίρνει απόφαση) χωρίς τη σύγκληση των μελών του, αλλά με τηλεφωνική συνεννόηση μεταξύ τους και με επικύρωση των σχετικών πρακτικών, τα οποία μεταφέρονται για τον σκοπό αυτό στο κάθε μέλος χωριστά: ~ ~ έγκριση/συνεδρίαση. [< αρχ. περιφορά]
39992περίφραγμαπε-ρί-φραγ-μα ουσ. (ουδ.): κατασκευή για την περίφραξη χώρου: ξύλινο/σιδερένιο ~. Πβ. φράχτης. [< μτγν. περίφραγμα]
39993περιφραγμένος, η, ο πε-ρι-φραγ-μέ-νος επίθ.: που έχει περιφραχτεί: ~ος: κήπος. ~ο: χωράφι. Πβ. περίκλειστος. ΣΥΝ. περίφρακτος
39994περιφράζωβλ. περιφράσσω

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.