Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [40600-40620]

IDΛήμμαΕρμηνεία
40008περιχαρακώνωπε-ρι-χα-ρα-κώ-νω ρ. (μτβ.) {περιχαράκω-σα, περιχαρακώ-θηκε, -μένος, περιχαρακών-οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. οριοθετώ. 2. (μτφ.) κλείνω, απομονώνω: ~θηκε σε κομματικές αγκυλώσεις/πίσω από την ιδεολογία του. Πβ. εγκλωβίζω. Βλ. περιθωριοποιώ. 3. (μτφ.) προφυλάσσω, προστατεύω, περιφρουρώ: Ο νέος νόμος ~ει τις ατομικές ελευθερίες των πολιτών. [< αρχ. περιχαρακῶ ‘οχυρώνω με χαράκωμα’]
40009περιχαράκωσηπε-ρι-χα-ρά-κω-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. οριοθέτηση: ~ της περιοχής. Βλ. περιχάραξη.|| ~ αρμοδιοτήτων. Βλ. προσδιορισμός, περιγραφή. 2. (μτφ.) κλείσιμο, απομόνωση: εθνική/ιδεολογική/κοινωνική/πολιτική ~. Πβ. αποξένωση. 3. (μτφ.) προφύλαξη, προστασία, περιφρούρηση: ~ των κεκτημένων. Πβ. διαφύλαξη.
40010περιχάραξηπε-ρι-χά-ρα-ξη ουσ. (θηλ.): προσδιορισμός συνόρων και γενικότ. ορίων: εκτέλεση γεωτρήσεων ~ης.|| ~ του εκπαιδευτικού έργου. Βλ. περιχαράκωση. [< μτγν. περιχάραξις]
40011περιχαρής, ής, ές πε-ρι-χα-ρής επίθ. & περίχαρος, η, ο (λόγ.-επιτατ.): καταχαρούμενος. Βλ. -χαρής. ΑΝΤ. περίλυπος ● επίρρ.: περιχαρώς [-ῶς] [< αρχ. περιχαρής, μεσν. περίχαρος]
40012περιχειρίδαπε-ρι-χει-ρί-δα ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ό,τι μπορεί να φορεθεί γύρω από το χέρι: αυτοκόλλητη ~ (πιεσόμετρου). Βλ. γάντι, μανσέτα, περιβραχιόνιο. [< γαλλ. manchon]
40013περιχόνδριοπε-ρι-χόν-δρι-ο ουσ. (ουδ.): ΑΝΑΤ. ανθεκτική μεμβράνη που καλύπτει εξωτερικά τους χόνδρους, εκτός από τους αρθρικούς, και συντελεί στη θρέψη τους καθώς και στη δημιουργία νέων χάρη στους χονδροβλάστες. Βλ. περιόστεο. [< γαλλ. périchondre, αγγλ. perichondrium]
40014περιχύνωπε-ρι-χύ-νω ρ. (μτβ.) {περιέχυ-σα κ. περίχυ-σα, περιχύ-θηκε, -μένος, περιχύν-οντας}: χύνω υγρό ή άλλη παχύρρευστη ουσία σε όλη την επιφάνεια ενός πράγματος: ~ουμε τα ζυμαρικά με την κρέμα γάλακτος. Πριν σερβίρετε τις τηγανίτες, ~ετε με σιρόπι. Βλ. περιλούζω. [< μεσν. περιχύνω]
40015περίχωραπε-ρί-χω-ρα ουσ. (ουδ.) (τα) {περιχώρων}: οι περιοχές που βρίσκονται γύρω από έναν τόπο: ανατολικά/βόρεια ~. Τα ~ της πόλης/του χωριού (πβ. παρυφές). Εκδρομή στα ~. ΣΥΝ. πέριξ [< μτγν. τὰ περίχωρα]
40016περιχώρηση

πε-ρι-χώ-ρη-ση ουσ. (θηλ.) ΘΕΟΛ. 1. συνύπαρξη στην Αγία Τριάδα και των τριών προσώπων της (Πατέρας, Υιός, Άγιο Πνεύμα). 2. ένωση της θείας και της ανθρώπινης φύσης στον Χριστό. ΣΥΝ. αλληλοπεριχώρηση (2) [< μτγν. περιχώρησις]

40017περιώνυμος, η, ο πε-ρι-ώ-νυ-μος επίθ. (λόγ.): που το όνομά του είναι γνωστό σε όλους, ξακουστός: ~ος: μουσικός. ~η: βιβλιοθήκη/μάχη/πόλη/φράση (πβ. διάσημος). ~ο: βραβείο/μοναστήρι/μουσείο. Βλ. -ώνυμος. ΣΥΝ. ονομαστός, περίφημος (1) || ~ κακοποιός/ληστής. Πβ. διαβόητος. [< αρχ. περιώνυμος]
40018περιωπήπε-ρι-ω-πή ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στη γεν.}: εξέχουσα θέση, αναγνωρισμένη αξία: κοινωνική ~. (ΝΟΜ.) Κανόνας με συνταγματική ~. Υψηλής ~ής (= μεγάλης σπουδαιότητας). (συχνά ειρων.) Πρόσωπο ~ής. Βλ. κύρος. [< αρχ. περιωπή, γαλλ. haut placé]
40019πέρκαπέρ-κα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) πέρκη & περκί (το): ΙΧΘΥΟΛ. εδώδιμο ψάρι του γλυκού νερού (επιστ. ονομασ. Perca Fluviatilis) με δύο ραχιαία αγκαθωτά κόκκινα ή πορτοκαλί πτερύγια και ρομβοειδές πράσινο σώμα που καλύπτεται από κάθετες λωρίδες σκούρου χρώματος: (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ πλακί/ψητή. Φιλέτο ~ας. Βλ. περκόμορφα. [< αρχ. πέρκη]
40020περκάλιπερ-κά-λι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): λεπτό και ιδιαίτερα πυκνό, συνήθ. βαμβακερό, ύφασμα: άσπρο ~. Πβ. χασές. [< γαλλ. percale]
40021περκασιονίσταςπερ-κα-σιο-νί-στας ουσ. (αρσ.): μουσικός που παίζει κρουστά. Βλ. ντράμερ. [< αγγλ. percussionist, 1938, γαλλ. percussionniste, 1966]
40022περκόμορφαπερ-κό-μορ-φα ουσ. (ουδ.) (τα) & περκόμορφοι (οι): ΙΧΘΥΟΛ. τάξη ψαριών (Percomorphi) που έχουν αγκαθωτά πτερύγια και απαντούν σε θάλασσες καθώς και σε γλυκά νερά. Βλ. λαβράκι, πέρκα, ροφός, σφυρίδα, τσιπούρα, χάνος, χριστόψαρο. [< αγγλ. perciformes]
40023πέρλαπέρ-λα ουσ. (θηλ.): φυσικό ή τεχνητό μαργαριτάρι που χρησιμοποιείται στην κατασκευή κοσμημάτων ή ως διακοσμητικό ρούχων: βραχιόλι/δαχτυλίδι με ροζ ~. Κολιέ από λευκές ~ες.|| Μπλούζα στολισμένη με ~ες. Βλ. παγέτες, πούλια, στρας, χάντρα.πέρλες (οι): τύπος προϊόντων ατομικής περιποίησης και καλλωπισμού σε μορφή σφαιριδίων: ~ες μπάνιου. ~ες για το πρόσωπο. ~ες με αιθέρια έλαια (για αφρόλουτρο). [< ιταλ. perla, γαλλ. perle]
40024περλέπερ-λέ επίθ./ουσ. (το) {άκλ.}: που έχει το υπόλευκο ή ροζ χρώμα της πέρλας· κατ' επέκτ. για καθετί που γυαλίζει, είναι λαμπερό: ~ χαρτί. ~ κραγιόν/όψη/σκιές ματιών. Βλ. ζαφειρένιος, ρουμπινής, σμαραγδής.|| (ως ουσ.) Χρώμα ανάμεσα στο ~ και το ιβουάρ.|| Μαύρο μεταλλικό ~ αυτοκίνητο. Βλ. ματ. [< γαλλ. perlé]
40025περλίτηςπερ-λί-της ουσ. (αρσ.) 1. ΟΡΥΚΤ. ανοιχτόχρωμο υαλώδες ηφαιστειακό πέτρωμα με υψηλή περιεκτικότητα σε νερό, το οποίο, όταν θερμανθεί, διογκώνεται και γι' αυτό χρησιμοποιείται κυρ. ως θερμομονωτικό και ηχομονωτικό υλικό: εξόρυξη ~η. 2. ΜΕΤΑΛΛ. όλκιμο μέταλλο, συστατικό των χαλύβων, που αποτελείται κυρ. από φερίτη και στο μικροσκόπιο λάμπει όπως το μαργαριτάρι. Βλ. -ίτης2. [< γαλλ. perlite]
40026περλιτικός, ή, ό περ-λι-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον περλίτη: ~ή: δομή/υφή.
40027περλόνπερ-λόν ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. υφαντική ύλη που προκύπτει από τον πολυμερισμό της καπρολακτάμης και χρησιμεύει στην κατασκευή συνθετικών υφασμάτων: (κ. ως επίθ.) επένδυση ~. Βλ. νάιλον. [< εμπορ. ονομασ. γερμ. Perlon, γαλλ. ~, περ. 1940]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.