| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 39995 | περίφρακτος | , η, ο πε-ρί-φρα-κτος επίθ. (λόγ.): περιφραγμένος: ~η: έκταση. Πβ. περίκλειστος. ΑΝΤ. ξέφραγος (1) [< μτγν. περίφρακτος] | |
| 39996 | περίφραξη | πε-ρί-φρα-ξη ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -άξεως}: η ενέργεια και ιδ. το αποτέλεσμα του περιφράσσω· περίφραγμα: αυθαίρετη/εξωτερική/προστατευτική ~. ~ γηπέδου/κήπου/οικοπέδου. ~ με συρματόπλεγμα. Κάγκελα ~ης. Βλ. περιτοίχιση. [< μτγν. περίφραξις] | |
| 39997 | περίφραση | πε-ρί-φρα-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΓΛΩΣΣ. η απόδοση της σημασίας μιας μονολεκτικής έκφρασης με περισσότερες από μία λέξεις, με μία φράση (π.χ. "δίνω αγώνα" αντί "αγωνίζομαι"). 2. {συνήθ. στον πληθ.} διατύπωση σκέψης με πολλά και συνήθ. περιττά λόγια: Μίλησε ξεκάθαρα, χωρίς ~άσεις (= απερίφραστα, ευθέως). Πβ. περιττολογία. [< μτγν. περίφρασις, γαλλ. périphrase, αγγλ. periphrasis] | |
| 39998 | περιφράσσω | πε-ρι-φράσ-σω ρ. (μτβ.) {περιέφρα-ξα, περιφρά-χτηκε (λόγ.) -χθηκε, -γμένος, περιφράσσ-οντας} & περιφράζω: περιβάλλω κάτι, συνήθ. με φράχτη: ~ει το σπίτι με κάγκελα/συρματόπλεγμα/τοίχο (= περιτοιχίζω). ~γμένος: χώρος. ~γμένη: έκταση. ΣΥΝ. φράζω (1) ΑΝΤ. ξεφράζω (2) [< αρχ. περιφράσσω] | |
| 39999 | περιφραστικός | , ή, ό πε-ρι-φρα-στι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που εκφράζεται μέσω περίφρασης: ~ή: απόδοση/διατύπωση.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ό: ρήμα (π.χ. "έχω στόχο" αντί "στοχεύω", "είμαι της γνώμης" αντί "νομίζω"). ~ά: παραθετικά (π.χ. "πιο πολύς" αντί "περισσότερος"). ΑΝΤ. μονολεκτικός ● επίρρ.: περιφραστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: περιφραστικοί χρόνοι: ΓΡΑΜΜ. που σχηματίζονται με περισσότερες από μία λέξεις: Στη νεοελληνική ο παρακείμενος, ο υπερσυντέλικος και ο συντελεσμένος μέλλοντας είναι ~ ~, π.χ. έχω τρέξει-είχα τρέξει-θα έχω τρέξει. ΑΝΤ. μονολεκτικοί χρόνοι [< μτγν. περιφραστικός, γαλλ. périphrastique, αγγλ. periphrastic] | |
| 40001 | περιφρονητέος | , α, ο πε-ρι-φρο-νη-τέ-ος επίθ. (λόγ.): που πρέπει να περιφρονηθεί: Μικρό, αλλά διόλου ~ο μερίδιο. Βλ. -τέος. [< μτγν. περιφρονητέος] | |
| 40002 | περιφρονητής | πε-ρι-φρο-νη-τής ουσ. (αρσ.) (λόγ.): αυτός που περιφρονεί: ~ των υλικών αγαθών/του χρήματος. ΣΥΝ. καταφρονητής [< μεσν. περιφρονητής] | |
| 40003 | περιφρονητικός | , ή, ό πε-ρι-φρο-νη-τι-κός επίθ.: που δείχνει περιφρόνηση: ~ή: απάντηση/έκφραση/στάση. ~ό: βλέμμα/ύφος. ΣΥΝ. καταφρονητικός ● επίρρ.: περιφρονητικά [< μτγν. περιφρονητικός] | |
| 40004 | περίφροντις | , ις, ι πε-ρί-φρο-ντις επίθ. (αρχαιοπρ.): γεμάτος έγνοιες. ΑΝΤ. αμέριμνος | |
| 40005 | περιφρονώ | [περιφρονῶ] πε-ρι-φρο-νώ ρ. (μτβ.) {περιφρον-είς ..., -ώντας | περιφρόν-ησα, -είται, -ήθηκε, -ημένος}: δείχνω περιφρόνηση· κατ' επέκτ. αψηφώ: Μας ~εί (πβ. σνομπάρω, φτύνω). ~ τον νόμο (= δεν σέβομαι). ~ τα πλούτη/το χρήμα. Πβ. αδιαφορώ.|| ~ τον θάνατο/κίνδυνο (ΑΝΤ. λογαριάζω, υπολογίζω). ΣΥΝ. καταφρονώ [< αρχ. περιφρονῶ] | |
| 40006 | περιφρούρηση | πε-ρι-φρού-ρη-ση ουσ. (θηλ.): φρούρηση από όλες τις πλευρές και κυρ. κατ' επέκτ. διαφύλαξη: ~ των συνόρων. Ομάδες ~ης.|| ~ της απεργίας/δημοκρατίας. Πβ. προάσπιση, τήρηση. | |
| 40007 | περιφρουρώ | [περιφρουρῶ] πε-ρι-φρου-ρώ ρ. (μτβ.) {περιφρουρ-είς ..., -ώντας | περιφρούρ-ησα, -είται, -ήθηκε, -ημένος}: φρουρώ από όλες τις πλευρές και κυρ. κατ' επέκτ. προφυλάσσω, προστατεύω: ~ούν το κτίριο/την πορεία. ~ την τάξη. Πβ. τηρώ.|| ~εί την αξιοπρέπειά/τα δικαιώματά του. Πβ. διαφυλάσσω, προασπίζω. [< αρχ. περιφρουρῶ] | |
| 40008 | περιχαρακώνω | πε-ρι-χα-ρα-κώ-νω ρ. (μτβ.) {περιχαράκω-σα, περιχαρακώ-θηκε, -μένος, περιχαρακών-οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. οριοθετώ. 2. (μτφ.) κλείνω, απομονώνω: ~θηκε σε κομματικές αγκυλώσεις/πίσω από την ιδεολογία του. Πβ. εγκλωβίζω. Βλ. περιθωριοποιώ. 3. (μτφ.) προφυλάσσω, προστατεύω, περιφρουρώ: Ο νέος νόμος ~ει τις ατομικές ελευθερίες των πολιτών. [< αρχ. περιχαρακῶ ‘οχυρώνω με χαράκωμα’] | |
| 40009 | περιχαράκωση | πε-ρι-χα-ρά-κω-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. οριοθέτηση: ~ της περιοχής. Βλ. περιχάραξη.|| ~ αρμοδιοτήτων. Βλ. προσδιορισμός, περιγραφή. 2. (μτφ.) κλείσιμο, απομόνωση: εθνική/ιδεολογική/κοινωνική/πολιτική ~. Πβ. αποξένωση. 3. (μτφ.) προφύλαξη, προστασία, περιφρούρηση: ~ των κεκτημένων. Πβ. διαφύλαξη. | |
| 40010 | περιχάραξη | πε-ρι-χά-ρα-ξη ουσ. (θηλ.): προσδιορισμός συνόρων και γενικότ. ορίων: εκτέλεση γεωτρήσεων ~ης.|| ~ του εκπαιδευτικού έργου. Βλ. περιχαράκωση. [< μτγν. περιχάραξις] | |
| 40011 | περιχαρής | , ής, ές πε-ρι-χα-ρής επίθ. & περίχαρος, η, ο (λόγ.-επιτατ.): καταχαρούμενος. Βλ. -χαρής. ΑΝΤ. περίλυπος ● επίρρ.: περιχαρώς [-ῶς] [< αρχ. περιχαρής, μεσν. περίχαρος] | |
| 40012 | περιχειρίδα | πε-ρι-χει-ρί-δα ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ό,τι μπορεί να φορεθεί γύρω από το χέρι: αυτοκόλλητη ~ (πιεσόμετρου). Βλ. γάντι, μανσέτα, περιβραχιόνιο. [< γαλλ. manchon] | |
| 40013 | περιχόνδριο | πε-ρι-χόν-δρι-ο ουσ. (ουδ.): ΑΝΑΤ. ανθεκτική μεμβράνη που καλύπτει εξωτερικά τους χόνδρους, εκτός από τους αρθρικούς, και συντελεί στη θρέψη τους καθώς και στη δημιουργία νέων χάρη στους χονδροβλάστες. Βλ. περιόστεο. [< γαλλ. périchondre, αγγλ. perichondrium] | |
| 40014 | περιχύνω | πε-ρι-χύ-νω ρ. (μτβ.) {περιέχυ-σα κ. περίχυ-σα, περιχύ-θηκε, -μένος, περιχύν-οντας}: χύνω υγρό ή άλλη παχύρρευστη ουσία σε όλη την επιφάνεια ενός πράγματος: ~ουμε τα ζυμαρικά με την κρέμα γάλακτος. Πριν σερβίρετε τις τηγανίτες, ~ετε με σιρόπι. Βλ. περιλούζω. [< μεσν. περιχύνω] | |
| 40015 | περίχωρα | πε-ρί-χω-ρα ουσ. (ουδ.) (τα) {περιχώρων}: οι περιοχές που βρίσκονται γύρω από έναν τόπο: ανατολικά/βόρεια ~. Τα ~ της πόλης/του χωριού (πβ. παρυφές). Εκδρομή στα ~. ΣΥΝ. πέριξ [< μτγν. τὰ περίχωρα] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ