Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [40620-40640]

IDΛήμμαΕρμηνεία
40028περμανάντπερ-μα-νάντ ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: κομμωτική τεχνική με την οποία τα μαλλιά γίνονται και παραμένουν σγουρά για αρκετούς μήνες. Βλ. φόρμα. ΑΝΤ. ισιωτική [< γαλλ. (ondulation) permanente, 1949]
40029πέρμαφροστπέρ-μα-φροστ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΕΔΑΦ. μόνιμα παγωμένο έδαφος, το οποίο είναι χαρακτηριστικό των πολικών περιοχών. [< αμερικ. permafrost, 1943, γαλλ. ~, 1956]
40030πέρμιος, α, ο πέρ-μι-ος επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: πέρμια περίοδος & πέρμιο (το) (κ. με κεφαλ. Π): ΓΕΩΛ. η πέμπτη και τελευταία περίοδος του παλαιοζωικού αιώνα (πριν από περ. 290.000.000-245.000.000 έτη). Βλ. Τριαδικό. [< αγγλ. Permian, γαλλ. Permien]
40031περνοδιαβαίνωπερ-νο-δια-βαί-νω ρ. (αμτβ.) (λαϊκό-λογοτ.): περνώ επανειλημμένα από ορισμένο σημείο. [< μεσν. περνοδιαβαίνω]
40032περνώ[περνῶ] περ-νώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {περν-άς ..., -ώντας | περνούσε κ. πέρναγε, πέρ-ασα, περν-ιέμαι, περά-στηκε, -σμένος} & περνάω 1. κινούμαι μπροστά, πάνω, κάτω ή δίπλα από ένα σταθερό σημείο, αφήνοντάς το πίσω· μετακινούμαι προς συγκεκριμένη κατεύθυνση· φτάνω σε κάποιο μέρος και συνεχίζω την πορεία μου: ~ κάθε μέρα έξω από το σπίτι του. ~άει πολύς κόσμος από εδώ. ~ασε από μπροστά μου και δεν μου μίλησε. Η σφαίρα ~ασε ξυστά από το κεφάλι του. Κάνε στην άκρη να ~άσω.|| Μόλις ~ασε το λεωφορείο.|| (μτφ.) Όλη του η ζωή ~ασε (σαν ταινία) μπροστά από τα μάτια του. Βλ. ξανα~. 2. βρίσκομαι σε μια κατάσταση για κάποιο χρονικό διάστημα· διάγω, ζω: ~ αξέχαστα/ευχάριστα/μοναδικά/όμορφα/τέλεια/υπέροχα/χάλια. ~ αρκετό χρόνο μόνος μου/με τα παιδιά μου. ~άει δύσκολες ώρες. ~ασα όλο το πρωινό διαβάζοντας. ~ασε εδώ τη νύχτα (= διανυκτέρευσε, κοιμήθηκε εδώ). Πώς (τα) ~άσατε στις διακοπές/τις γιορτές; (ευχετ.) Να ~άς/~άσεις καλά! Βλ. κακο~, καλο~.|| ~ασε (= είχε) ευτυχισμένα παιδικά χρόνια/δύσκολη εφηβεία/στιγμές αγωνίας. Θέλω να ~άσω (= να μοιραστώ) τη ζωή μου μαζί σου! 3. διασχίζω, διέρχομαι: ~ τη γέφυρα/τον δρόμο (περπατώντας)/το ποτάμι (κολυμπώντας). ~ασαν απέναντι/μέσα από το δάσος.|| Υλικά που επιτρέπουν να ~άσει το ηλεκτρικό ρεύμα (: καλοί αγωγοί).|| (μτφ.) Το έργο ~ασε από πολλά στάδια. 4. έρχομαι ή πηγαίνω: Θα ~άσω να σε δω. ~ασα από τον δικηγόρο/την τράπεζα. Ας ~άσουμε στο σαλόνι! Να ~άσει ο επόμενος!|| (βγαίνω:) ~ασε έξω! Η κεφαλιά ~ασε άουτ.|| (μπαίνω:) Πες του να ~άσει! ~άστε μέσα! Αποχώρησε τραυματισμένος και στη θέση του ~ασε ο ... 5. επιτυγχάνω (σε εξέταση ή αγώνα): ~ασα! ~ασε με την πρώτη. (ΑΘΛ.) ~ασε στον επόμενο γύρο/στην κορυφή/στον τελικό (= προκρίθηκε).|| Δεν ~ασε (σ)τις πανελλαδικές/(σ)το τεστ. Δεν ~ασε τη βάση. Μετά βίας/με το ζόρι ~ασε την τάξη (= προάχθηκε, προβιβάστηκε). Μάθημα που ~ιέται δύσκολα/εύκολα.|| (για εξεταστή:) Τους ~ασε όλους (ΑΝΤ. απορρίπτω, αφήνω, κόβω). 6. (για υποψήφιο) γίνομαι δεκτός, εισάγομαι: Πού/σε ποια Σχολή ~ασες; Δεν ~ασε (στην) Αθήνα/εκεί που ήθελε/πουθενά/στο Πανεπιστήμιο. 7. υπερισχύω, υπερτερώ· υπερβαίνω: Τους ~άει όλους στην εξυπνάδα!|| Με ~ά (= είναι μεγαλύτερος) τρία χρόνια. Έχει ~άσει τα σαράντα.|| Οργάνωση που ~άει τα ... μέλη (: απαριθμεί πάνω από). ~ασε τα ... χλμ. την ώρα. Έχει ~άσει το μέτρο/τα όρια. Πβ. ξε~. 8. υφίσταμαι: Δεν φαντάζεσαι τι ~. ~άσαμε πολλά μαζί. Έχω ~άσει τα μύρια όσα/τα πάνδεινα.|| Ο κλάδος μας ~άει κρίση.|| Ποιες αρρώστιες ~άσατε μικρός; 9. υποβάλλομαι ή υποβάλλω κάποιον ή κάτι σε συγκεκριμένη διαδικασία, δοκιμασία: ~ από δίκη (= δικάζομαι)/εκπαίδευση (= εκπαιδεύομαι)/πειθαρχικό (συμβούλιο)/συνέντευξη. ~άσαμε (από) τον έλεγχο διαβατηρίων/το τελωνείο. Το αυτοκίνητο ~ασε από ΚΤΕΟ.|| Τους ~ασαν από ανάκριση (= τους ανέκριναν)/ιατρικές εξετάσεις (= τους εξέτασαν). 10. μεταβιβάζω, μεταφέρω ή μεταβιβάζομαι, μεταφέρομαι: ~ασε από αριστερά την μπάλα στον συμπαίκτη του. Προσπάθησε να ~άσει όπλο στη φυλακή. Τα αρχεία ~άστηκαν στο φλασάκι.|| Η φωτογραφία ~ασε από χέρι σε χέρι. Όταν πέθανε, η περιουσία του ~ασε στα παιδιά του (= την κληρονόμησαν). Μικρόβιο που ~άει από τα ζώα στον άνθρωπο (= κολλάει, μεταδίδεται). Κειμήλια που ~ούν από γενιά σε γενιά. 11. εκλαμβάνω, θεωρώ: Δεν είναι τόσο ηλίθιος όσο τον ~άς.|| (+ για) Για τι με ~άς, για (κανένα) κορόιδο; Τι το ~άσατε εδώ μέσα/πέρα; Παιδική χαρά;|| Με συγχωρείτε, σας ~ασα για άλλη (= σας μπέρδεψα). 12. καταχωρώ, καταγράφω: ~ τις βαθμολογίες. Δεν μου ~άστηκε ο βαθμός. Αγορές που έχουν ~αστεί στο βιβλίο εξόδων/στα έξοδα. 13. (μτφ.) μεταβαίνω: ~ασε (= βγήκε) στην αντεπίθεση. Θα ~άσω τώρα στη δεύτερη ενότητα/στο τελευταίο θέμα. Είναι καιρός να ~άσουμε από τα λόγια στα έργα. Αν δεν μπορείτε να λύσετε μια άσκηση, ~άστε στην επόμενη. Θέμα που ~ασε σε δεύτερη μοίρα/πρώτο πλάνο. 14. βάφω, (επι)καλύπτω με υλικό ή σπανιότ. καθαρίζω μια επιφάνεια: ~άμε το ξύλο με βερνίκι. Τα κάγκελα θα ~αστούν και τρίτο χέρι/χρώμα.|| ~ασα το δωμάτιο με την ηλεκτρική σκούπα/τα τζάμια με καθαριστικό. Το πάτωμα ~άστηκε με παρκετίνη. 15. βάζω κάτι γύρω από κάτι άλλο· γενικότ. τοποθετώ: ~ασε το μετάλλιο στο λαιμό του/το σχοινί γύρω από τη μέση του. ~ασε το χέρι του στους ώμους της.|| Του ~ασαν χειροπέδες (= του έβαλαν, του φόρεσαν). 16. προσπερνώ: (Με) ~ασε από αριστερά. Μας ~ασε (= ξεπέρασε) στο τρέξιμο. Με ~ασε σα(ν) σταματημένο. 17. διαπερνώ: Οι ακτίνες του ήλιου ~ούν μέσα από το παράθυρο. Οι σφαίρες ~ασαν (= τρύπησαν) τα τζάμια του αυτοκινήτου.|| ~άμε το κρέας σε καλαμάκια (πβ. διατρυπώ).|| (για υγρά:) Η βροχή ~ασε το παλτό μου. 18. (μετα)κινώ κάτι μέσα από ένα άνοιγμα, το βάζω από τη μία πλευρά του και το βγάζω από την άλλη: ~ την κλωστή στη βελόνα/τα κορδόνια στα παπούτσια. 19. χρησιμοποιώ μαγειρικό σκεύος ή άλλο μηχάνημα, για να επεξεργαστώ μαγειρικά υλικά: ~άμε το αλεύρι από τη σήτα/τη σάλτσα από το μπλέντερ. 20. (προφ.) διαβάζω: Δεν προλαβαίνω να ~άσω ξανά τις σημειώσεις. 21. (προφ.) παραλείπω (στοιχείο μιας ακολουθίας): ~ασες (= πήδηξες) μια γραμμή, καθώς διάβαζες.περνά & περνάει 1. παύει να υπάρχει, τελειώνει, γίνεται παρελθόν· (ειδικότ. για χρόνο) κυλά: Τα νιάτα ~ούν. Τα συμπτώματα ~άνε (= εξαφανίζονται) μετά από λίγες μέρες. Ο κίνδυνος/το χειρότερο ~ασε. Μόδα είναι, θα ~άσει. Κρίση ήταν και ~ασε. ~ασε η σειρά μου. Πάει, ~ασε, ό,τι έγινε, έγινε. Δεν θα ~άσει έτσι αυτό! Μην αφήσεις την ευκαιρία να ~άσει (= να πάει χαμένη).|| Πόσο γρήγορα/πώς ~ η ώρα! Δεν ~άνε οι μέρες με τίποτα! ~άνε τα χρόνια (: γερνάμε, μεγαλώνουμε). Όσο ~ούσαν τα λεπτά, η αγωνία μεγάλωνε. ~ασε κιόλας ένας μήνας! Τη χρονιά που ~ασε (: την περασμένη). ~ασε (= πάει) καιρός από τότε που ... Έχουν ~άσει δέκα ώρες από την εξαφάνισή του. Να ~άσει κι αυτή η βδομάδα! Πβ. παρέρχεται. 2. γίνεται αποδεκτός, εγκρίνεται, ψηφίζεται: ~ασε ο νόμος/η τροπολογία για ... Δεν ~ασαν τα μέτρα/οι προτάσεις.|| Οι απειλές σου δεν ~ούν (εδώ/σε μένα) (= δεν έχουν αποτέλεσμα, δεν πιάνουν)! Δεν θα ~άσει ο τσαμπουκάς!|| Δεν ~ (= μετράει) ο λόγος μας.|| Το εισιτήριο/το νόμισμα αυτό δεν ~ πια (= δεν είναι έγκυρο, δεν ισχύει). ● Παθ.: περνιέμαι (προφ.): (+ για) θεωρούμαι: Βαρέθηκα να ~ για θύμα.|| (ειρων.) ~ιέσαι για άντρας με αυτά που κάνεις; ~ιέται για ειδικός. Τώρα αυτή ~ιέται για σοβαρή εφημερίδα; ● ΦΡ.: (δεν) περνάει η μπογιά (κάποιου) (προφ.): (δεν) είναι ικανός για κάτι ή επιθυμητός, κυρ. με βάση την ηλικία ή την ομορφιά: ~ ~ της ακόμη στον χώρο του μόντελινγκ. Δεν ~ ~ του εδώ/πια. Πβ. έχει (μεγάλη) πέραση., αυτό δεν θα περάσει έτσι! & δεν θα το αφήσω να περάσει έτσι: ως απειλή ή προειδοποίηση ότι δεν πρόκειται να ξεχαστεί κάτι άδικο ή προσβλητικό που έγινε ή ειπώθηκε, ότι θα υπάρξει ανταπάντηση ή αντεκδίκηση. Πβ. θα μου το πληρώσεις!, για να περάσει/περνάει η ώρα: για κάτι που δεν έχει ιδιαίτερη σημασία: Λέμε και κανένα ανέκδοτο/αστείο (πού και πού), ~ ~.|| Παιχνίδια για να περνάει ~., μου περνά (από το μυαλό/τον νου): συλλαμβάνω μια ιδέα, σκέφτομαι κάτι ή υποψιάζομαι: Προς στιγμή, μου ~ασε η σκέψη να ... Μου ~ασε η υποψία μήπως/ότι ...|| Ποτέ δεν μου ~ασε ~ αυτή η πιθανότητα., μου περνάει (κάτι): σταματώ να νιώθω κάτι, συνήθ. δυσάρεστο ή ενοχλητικό: Μου ~ασε το κέφι (= δεν έχω πια)/η πείνα (= δεν πεινάω). -Είσαι ακόμα θυμωμένος; -Μπα, μου ~ασε.|| Μόνο με αντιβίωση θα ~άσει το κρύωμα. Ακόμα να μου ~άσει ο πονοκέφαλος., μου περνάει/περνάει το δικό μου: γίνεται ή πετυχαίνω αυτό που θέλω: Δεν θα σου ~άσει αυτή τη φορά! Δεν πρόκειται να τους ~άσει! Θέλει πάντα να περνάει το δικό του., πέρασε τον Ατλαντικό: για κάτι που μεταδίδεται από την Ευρώπη στις ΗΠΑ ή/και αντίστροφα: η κρίση/η φήμη του ~ ~., περνάει στα χέρια κάποιου: έρχεται στην κατοχή του, αποκτά τον έλεγχο, την ευθύνη: Η εξουσία/η εταιρεία/η περιουσία πέρασε ~ ~ του.|| Η υπόθεση έχει ~άσει ~ της Δικαιοσύνης., περνώ/φεύγω μπροστά: προηγούμαι: Το τελευταίο δεκάλεπτο η ομάδα πέρασε ~ και πήρε τη νίκη., (τα) περνάω καλά/άσχημα βλ. καλά, (την) περνάω ζάχαρη βλ. ζάχαρη, άλλαξαν/πέρασαν/φόρεσαν βέρες(/δαχτυλίδια) βλ. βέρα, βγαίνω/περνώ στην παρανομία βλ. παρανομία, δεν χωράει (να περάσει) απ' την πόρτα βλ. πόρτα, διέβη/πέρασε τον Ρουβίκωνα βλ. Ρουβίκων, έχω/περνάω (μεγάλο) ζόρι/(μεγάλα) ζόρια βλ. ζόρι, ζω/τη βγάζω/περνώ σπαρτιάτικα βλ. σπαρτιατικός, κάνω τα αδύνατα δυνατά/ό,τι περνά(ει) από το χέρι μου βλ. αδύνατος, κάτι περνάει στα ψιλά (γράμματα) βλ. ψιλά, με περνά ένα κεφάλι βλ. κεφάλι, μπόρα είναι (και) θα περάσει βλ. μπόρα, ο έρωτας περνά από το στομάχι βλ. στομάχι, ο χρόνος δεν πέρασε από πάνω του βλ. χρόνος, όσο περνάει από το χέρι μου βλ. χέρι, πέρασε και/αλλά δεν ακούμπησε βλ. ακουμπώ, περνά απαρατήρητος βλ. απαρατήρητος, περνά από πολλά χέρια βλ. χέρι, περνά από τα χέρια κάποιου βλ. χέρι, περνά από το χέρι μου βλ. χέρι, περνά/μένει/μπαίνει στην ιστορία βλ. ιστορία, περνάω κάτι (στο) ντούκου βλ. ντούκου, περνάω μια βόλτα βλ. βόλτα, περνάω το μήνυμα βλ. μήνυμα, περνώ (κάτι) από την τρύπα/το μάτι της βελόνας βλ. τρύπα, περνώ (κάτω/μέσα) από καυδιανά δίκρανα βλ. καυδιανός, περνώ από (ψιλό) κόσκινο βλ. κόσκινο, περνώ από σαράντα/χίλια κύματα βλ. κύμα, περνώ από τα χέρια κάποιου βλ. χέρι, περνώ κάποιον (από) γενεές δεκατέσσερις βλ. γενεά, περνώ κάποιον από λεπίδι/πέφτει λεπίδι βλ. λεπίδι, περνώ με κόκκινο βλ. κόκκινος, περνώ το κατώφλι βλ. κατώφλι, σαν να μην πέρασε μια μέρα βλ. μέρα, τα πάω/περνάω ζάχαρη με κάποιον βλ. ζάχαρη, την περνάω/την βγάζω κοτσάνι βλ. κοτσάνι ● βλ. περασμένος [< μεσν. περνώ]
40033περόνηπε-ρό-νη ουσ. (θηλ.) 1. εξάρτημα σε σχήμα καρφιού για τη σύνδεση δύο τμημάτων ενός μηχανισμού και την ασφάλισή του: ~ ασφαλείας. Απασφάλισε/αφαίρεσε/έβγαλε/τράβηξε την ~ της χειροβομβίδας.|| Η ~ του ανυψωτικού μηχανήματος (βλ. περονοφόρο). 2. ΑΝΑΤ. το εξωτερικό και μικρότερο από τα δύο οστά της κνήμης. 3. ΑΡΧΑΙΟΛ. είδος καρφίτσας για τη στερέωση ενδυμάτων. Πβ. πόρπη. [< αρχ. περόνη]
40034περονιάζωπε-ρο-νιά-ζω ρ. (μτβ.) {περόνια-σε}: διαπερνώ: Νιώθω το κρύο/την υγρασία να με ~ει. Πβ. (δια)τρυπώ. ΣΥΝ. πιρουνιάζω (1) [< πβ. μεσν. περονίζω]
40035περονιαίος, α, ο [περονιαῖος] πε-ρο-νι-αί-ος επίθ. & περονικός, ή, ό: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την περόνη: ~ος: μυς. ~α: μυϊκή ατροφία.|| (ως ουσ.) Το ~ο (ενν. νεύρο). Βλ. -ιαίος, κνημιαίος. [< γαλλ. péronier, αγγλ. peroneal]
40036περονόσποροςπε-ρο-νό-σπο-ρος ουσ. (αρσ.): ΒΟΤ. μύκητας που προσβάλλει τα φύλλα και τους νεαρούς βλαστούς πολλών καλλιεργούμενων φυτών· κυρ. συνεκδ. η αντίστοιχη ασθένεια που προκαλεί την καταστροφή τους: ~ αμπελιού/εσπεριδοειδών/καπνού/της ντομάτας/της πατάτας. Βλ. μούχλα. ● ΦΡ.: έπεσε περονόσπορος (προφ.): προκαλείται καταστροφή ή σημειώνεται τεράστια έλλειψη σε κάτι: Ξαφνικά εξαφανίστηκαν όλοι, λες και ~ ~. [< νεολατ. peronospora]
40037περονοφόροπε-ρο-νο-φό-ρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ανυψωτικό όχημα που έχει στο μπροστινό του μέρος δύο πιρούνες με ρυθμιζόμενο ύψος για την ανύψωση και μεταφορά φορτίων. ΣΥΝ. κλαρκ.|| (ως επίθ.) ~ο: μηχάνημα. Βλ. γερανός, παλετοφόρο, -φόρος. [< αγγλ. forklift (truck), 1944]
40038περουζέςπε-ρου-ζές ουσ. (αρσ.) (σπάν.-λαϊκό): ΟΡΥΚΤ. γαλαζοπράσινος πολύτιμος λίθος. Βλ. -ές, γαλαζόπετρα, τιρκουάζ. [< τουρκ. peruze]
40039περούκαπε-ρού-κα ουσ. (θηλ.): προϊόν από πρόσθετα φυσικά ή συνθετικά μαλλιά που καλύπτει όλο το κεφάλι: αποκριάτικη/ξανθιά ~. ~ες εποχής. Βάζει/φοράει ~. Πβ. φενάκη. Βλ. εξτένσιον. [< βεν. peruca]
40040περουκίνιπε-ρου-κί-νι ουσ. (ουδ.): είδος περούκας που καλύπτει μέρος του κεφαλιού.
40041περπατάωβλ. περπατώ
40042περπάτημαπερ-πά-τη-μα ουσ. (ουδ.): μετακίνηση με τα πόδια: αέρινο/ανάλαφρο/βαρύ/γρήγορο/έντονο/ζωηρό/καθημερινό/περήφανο/χαλαρό ~. ~ στο βουνό/στους δρόμους. Μισή ώρα ~. Παπούτσια για άνετο ~. Πβ. βάδισμα, βηματισμός, οδοιπορία, πεζοπορία. Βλ. πάτημα, περπατησιά. [< μεσν. περπάτημα]
40043περπατημένος, η, ο περ-πα-τη-μέ-νος επίθ. (μτφ.-προφ.): που έχει πολλές εμπειρίες, κυρ. ερωτικές. Πβ. έμπειρος. ΣΥΝ. ξεβγαλμένος ● βλ. περπατώ
40044περπατησιάπερ-πα-τη-σιά ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) περπατηξιά (λαϊκό): ο τρόπος με τον οποίο περπατά κάποιος: βαριά ~. ΣΥΝ. πάτημα (2) [< μεσν. περπατησιά]
40045περπατητός, ή, ό περ-πα-τη-τός επίθ. (λαϊκό): που κινείται περπατώντας: Πήγαινα στη δουλειά ~. Πβ. πεζός.|| ~ό: κυνήγι. ● επίρρ.: περπατητά
40046περπατούραπερ-πα-τού-ρα ουσ. (θηλ.) 1. στράτα για μωρά. 2. ΙΑΤΡ. περιπατητήρας. Βλ. -ούρα1.
40047περπατώ[περπατῶ] περ-πα-τώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {περπατ-άς (σπανιότ.) -είς ..., -ώντας | περπάτ-ησα, -ιέται, -ήθηκε, -ημένος} & περπατάω & (λόγ.) περιπατώ 1. μετακινούμαι κάνοντας βήματα, διανύω μια απόσταση με τα πόδια: ~ βιαστικά/γρήγορα/νευρικά/με δυσκολία/σαν χελώνα (= αργά). ~ά με μπαστούνι/πατερίτσες. ~ούσε αφηρημένος/καμαρωτός/σκυφτός. Πβ. βηματίζω, πηγαίνω, προχωρώ. Βλ. τρέχω.|| ~ήσαμε όλο το τετράγωνο. ~ στον δρόμο. ~ούσαν στο βουνό/στην παραλία. ~ησε ώρες μέσα στο χιόνι. Πβ. πεζοπορώ.|| Το μωρό ~ά στα τέσσερα (= μπουσουλά)/άρχισε να ~ά.|| Μην ~άς (= πατάς) ξυπόλυτος! Περπάτα στις μύτες των ποδιών (: αθόρυβα).|| Τόπος πολύ δύσκολος να τον ~ήσεις. Πβ. διαβαίνω.|| (προφ.) Το ~ήσαμε μέχρι το σπίτι.|| (μτφ.) ~ με το κεφάλι ψηλά (: νιώθω περήφανος). ~ά πάνω σε τεντωμένο σχοινί (: φέρεται ριψοκίνδυνα). ~ούν στα βήματα της παράδοσης (: την ακολουθούν πιστά). Αν και παλιό, το αυτοκίνητο ~άει (= κινείται) ακόμα μια χαρά. ΣΥΝ. βαδίζω (1) 2. κάνω περίπατο: ~ στο πάρκο (= βολτάρω, σουλατσάρω). Πάμε να ~ήσουμε λίγο. 3. κυκλοφορώ: Έχει ~ήσει και ζήσει πολύ στο κέντρο της πόλης.|| Θα με ~ήσει ένας φίλος στα καλύτερα στέκια της πόλης. Πβ. σεργιανίζω.|| ~ήσαμε (= γυρίσαμε) σχεδόν όλη την πόλη σε λίγες μέρες. 4. (προφ., συνήθ. με άρνηση δεν) προχωρώ, εξελίσσομαι: Η υπόθεση δεν ~άει. Η ιδέα/πρότασή τους δεν ~ησε (πβ. ευοδώνεται).|| Η ταινία δεν ~άει στα ταμεία. Προϊόντα που ~ούν πολύ στην αγορά (: σημειώνουν αυξημένες πωλήσεις). ● Παθ.: περπατιέται: (για τόπο, διαδρομή) μπορεί κάποιος να τον διασχίσει με τα πόδια, να τον περπατήσει: Βουνό/δρόμος που δεν ~ (εύκολα). ● ΦΡ.: (πατώ/περπατώ) στα νύχια (των ποδιών) βλ. νύχι, (πατώ/περπατώ) στις άκρες των δαχτύλων βλ. δάχτυλο, αν έχεις τύχη διάβαινε και ριζικό περπάτει βλ. διαβαίνω, εδώ σε θέλω κάβουρα, να περπατάς στα κάρβουνα/εδώ σε θέλω (μάστορα)! βλ. θέλω, όποιος νύχτα περπατεί, λάσπες και σκατά πατεί βλ. νύχτα ● βλ. περπατημένος [< μεσν. περπατώ]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.