| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 40049 | Περσείδες | [Περσεῖδες] Περ-σεί-δες ουσ. (αρσ.) (οι): ΑΣΤΡΟΝ. σμήνος διαττόντων αστέρων που παρατηρείται κάθε χρόνο γύρω στις 12 Αυγούστου και των οποίων το ακτινοβόλο σημείο βρίσκεται στον αστερισμό του Περσέα: η βροχή των ~ών. [< αρχ. Περσεῖδαι 'αυτοί που κατάγονται από τον Περσέα', αγγλ. Perseids, γαλλ. perséides] | |
| 40050 | πέρσι | βλ. πέρυσι | |
| 40051 | περσίδες | περ-σί-δες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπανιότ. στον εν. περσίδα}: λωρίδες που συνδέονται αρθρωτά μεταξύ τους και μοιάζουν με στόρια για παράθυρα· κάθε άλλο παρόμοιο εξάρτημα συσκευής ή μηχανήματος: κάθετες/οριζόντιες ~. ~ αλουμινίου/ξύλινες/υφασμάτινες. ~ εξαερισμού/σκίασης. Οι ~ του κλιματιστικού. Βλ. γρίλια, κουρτίνα. [< γαλλ. persiennes] | |
| 40052 | περσικός | , ή, ό περ-σι-κός επίθ. & (προφ.) πέρσικος: που σχετίζεται με την Περσία ή/και τους Πέρσες: ~ό: χαλί.|| (ΓΕΩΓΡ., με κεφαλ. Π) ~ός: κόλπος.|| (ΙΣΤ., με κεφαλ. Π) Οι ~οί πόλεμοι (: μεταξύ Ελλήνων και Περσών, 490 π.Χ.-479 π.Χ.· πβ. μηδικός).|| (ΖΩΟΛ.) ~ή: γάτα (: ράτσα με πλούσιο μακρύ τρίχωμα· βλ. τσιντσιλά). Πβ. ιρανικός. ● Ουσ.: Περσικά (τα) & (επίσ.) Περσική (η): η περσική γλώσσα: αρχαία ~. [< αρχ. Περσικός] | |
| 40053 | περσινός | , ή, ό περ-σι-νός επίθ. & περυσινός: που σχετίζεται με το προηγούμενο έτος: ~ός: νικητής (ενός διαγωνισμού). ~ή: διοργάνωση/επιτυχία/σεζόν. ~ό: εξάμηνο/καλοκαίρι/πρωτάθλημα. Βλ. προπέρσινος, φετινός. ● ΦΡ.: περσινά ξινά σταφύλια (προφ.): για κάτι που έγινε στο παρελθόν και επανέρχεται στο προσκήνιο, αλλά έχει χάσει πια την αξία του. [< μτγν. περσινός < αρχ. περυσινός] | |
| 40054 | περσόνα | περ-σό-να ουσ. (θηλ.) 1. η εικόνα που προβάλλει κάποιος για τον εαυτό του προς τους άλλους: εκκεντρική/χαρισματική ~. Βλ. εγώ, μάσκα, προσωπείο, προσωπικότητα.|| (για ηθοποιό που υποδύεται έναν ρόλο:) θεατρική/καλλιτεχνική/κινηματογραφική/κωμική/σκηνική ~. Πβ. ήρωας, χαρακτήρας. 2. ΛΟΓΟΤ. φανταστικό πρόσωπο που δημιουργεί ο λογοτέχνης σε κάποιο έργο του, προκειμένου μέσω αυτού να προβάλει και να εκφράσει δικές του απόψεις, ιδέες, συναισθήματα. ● ΣΥΜΠΛ.: τηλεοπτική περσόνα: τηλεπερσόνα. [< ιταλ. persona, αγγλ. ~, 1909] | |
| 40055 | περσοναλισμός | περ-σο-να-λι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. φιλοσοφικό σύστημα που υποστηρίζει ότι η ανθρώπινη προσωπικότητα είναι η υπέρτατη αξία. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. personnalisme, 1903, αγγλ. personalism] | |
| 40056 | περτσίνι | βλ. πριτσίνι | |
| 40057 | πέρυσι | πέ-ρυ-σι επίρρ. & πέρσι: την προηγούμενη χρονιά: Οι βροχές ~ ήταν πολύ λιγότερες. Η αγορά κινείται στα ίδια επίπεδα με ~. Βλ. πρόπερσι, φέτος, του χρόνου. ● ΦΡ.: κάθε πέρ(υ)σι και καλύτερα, (κάθε φέτος και χειρότερα): για κατάσταση που χειροτερεύει από χρονιά σε χρονιά., πέρσι κάηκε, φέτος μύρισε/πέρσι ψόφησε, φέτος βρόμησε (παροιμ.): για καθυστερημένη αντίδραση σε κάτι που συνέβη πριν από πολύ καιρό. [< αρχ. πέρυσι] | |
| 40058 | περυσινός | , ή, ό βλ. περσινός | |
| 40059 | περφεξιονισμός | περ-φε-ξι-ο-νι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. τελειομανία. ΣΥΝ. τελειοθηρία 2. ΘΡΗΣΚ. χριστιανική αίρεση που εμφανίστηκε στην Αμερική και την Αγγλία τον 19ο αι. και διακήρυσσε ότι είναι εφικτό για τον άνθρωπο να επιτύχει την ηθική τελειότητα. Βλ. -ισμός. [< 1: γαλλ. perfectionnisme, 1955 2: αγγλ. perfectionism, 1846] | |
| 40060 | περφεξιονιστής | περ-φε-ξιο-νι-στής ουσ. (αρσ.) {(σπανιότ.) θηλ. περφεξιονίστρια} & περφεξιονίστας 1. αυτός που αναζητεί και επιδιώκει επίμονα το τέλειο αποτέλεσμα σε ό,τι κάνει. ΣΥΝ. τελειοθήρας, τελειομανής 2. οπαδός του περφεξιονισμού. [< γαλλ. perfectionniste, αγγλ. perfectionist] | |
| 40061 | περφεξιονιστικός | , ή, ό περ-φε-ξι-ο-νι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον περφεξιονισμό ή/και τον περφεξιονιστή. [< γαλλ. perfectionniste, αγγλ. perfectionistic] | |
| 40062 | περφορατέρ | περ-φο-ρα-τέρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: εργαλείο για τρύπημα φύλλων χαρτιού: επαγγελματικό/επιτραπέζιο ~. Πβ. τρυπητήρι. Βλ. συρραπτικό. ΣΥΝ. διακορευτής (1) [< γαλλ. perforateur] | |
| 40063 | περφορέ | περ-φο-ρέ επίθ. {άκλ.}: που είναι διάτρητος συνήθ. κατά μήκος μίας πλευράς, προκειμένου να αποσπάται πιο εύκολα: ζελατίνα/μπλοκ ~. [< γαλλ. perforé] | |
| 40064 | περφόρμανς | περ-φόρ-μανς ουσ. (θηλ.) {άκλ.} : ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. καλλιτεχνική παράσταση: εικαστική/θεατρική ~. Πβ. σόου, χάπενινγκ. [< αγγλ. performance (art), 1971, γαλλ. performance] | |
| 40065 | περφόρμερ | περ-φόρ-μερ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.}: καλλιτέχνης που κάνει περφόρμανς: μεγάλος/σπουδαίος ~. Πβ. σόουμαν. [< αγγλ. performer, γαλλ. performeur, 1985] | |
| 40066 | πες | βλ. λέω | |
| 40067 | πεσέτα | πε-σέ-τα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): νομισματική μονάδα του ισπανικού κράτους έως τις αρχές του 2002. Βλ. -έτα. [< ισπ. peseta] | |
| 40068 | πεσιμισμός | πε-σι-μι-σμός ουσ. (αρσ.) ΑΝΤ. οπτιμισμός 1. απαισιοδοξία. ΑΝΤ. αισιοδοξία (1) 2. ΦΙΛΟΣ. η αντίληψη ότι το κακό υπερισχύει του καλού· η θεωρία που υποστηρίζει ότι ο κόσμος στον οποίο ζούμε είναι ο χειρότερος δυνατός και τα πάντα ρέπουν αναπόφευκτα προς το κακό. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. pessimisme] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ