Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [40640-40660]

IDΛήμμαΕρμηνεία
40036περονόσποροςπε-ρο-νό-σπο-ρος ουσ. (αρσ.): ΒΟΤ. μύκητας που προσβάλλει τα φύλλα και τους νεαρούς βλαστούς πολλών καλλιεργούμενων φυτών· κυρ. συνεκδ. η αντίστοιχη ασθένεια που προκαλεί την καταστροφή τους: ~ αμπελιού/εσπεριδοειδών/καπνού/της ντομάτας/της πατάτας. Βλ. μούχλα. ● ΦΡ.: έπεσε περονόσπορος (προφ.): προκαλείται καταστροφή ή σημειώνεται τεράστια έλλειψη σε κάτι: Ξαφνικά εξαφανίστηκαν όλοι, λες και ~ ~. [< νεολατ. peronospora]
40037περονοφόροπε-ρο-νο-φό-ρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ανυψωτικό όχημα που έχει στο μπροστινό του μέρος δύο πιρούνες με ρυθμιζόμενο ύψος για την ανύψωση και μεταφορά φορτίων. ΣΥΝ. κλαρκ.|| (ως επίθ.) ~ο: μηχάνημα. Βλ. γερανός, παλετοφόρο, -φόρος. [< αγγλ. forklift (truck), 1944]
40038περουζέςπε-ρου-ζές ουσ. (αρσ.) (σπάν.-λαϊκό): ΟΡΥΚΤ. γαλαζοπράσινος πολύτιμος λίθος. Βλ. -ές, γαλαζόπετρα, τιρκουάζ. [< τουρκ. peruze]
40039περούκαπε-ρού-κα ουσ. (θηλ.): προϊόν από πρόσθετα φυσικά ή συνθετικά μαλλιά που καλύπτει όλο το κεφάλι: αποκριάτικη/ξανθιά ~. ~ες εποχής. Βάζει/φοράει ~. Πβ. φενάκη. Βλ. εξτένσιον. [< βεν. peruca]
40040περουκίνιπε-ρου-κί-νι ουσ. (ουδ.): είδος περούκας που καλύπτει μέρος του κεφαλιού.
40041περπατάωβλ. περπατώ
40042περπάτημαπερ-πά-τη-μα ουσ. (ουδ.): μετακίνηση με τα πόδια: αέρινο/ανάλαφρο/βαρύ/γρήγορο/έντονο/ζωηρό/καθημερινό/περήφανο/χαλαρό ~. ~ στο βουνό/στους δρόμους. Μισή ώρα ~. Παπούτσια για άνετο ~. Πβ. βάδισμα, βηματισμός, οδοιπορία, πεζοπορία. Βλ. πάτημα, περπατησιά. [< μεσν. περπάτημα]
40043περπατημένος, η, ο περ-πα-τη-μέ-νος επίθ. (μτφ.-προφ.): που έχει πολλές εμπειρίες, κυρ. ερωτικές. Πβ. έμπειρος. ΣΥΝ. ξεβγαλμένος ● βλ. περπατώ
40044περπατησιάπερ-πα-τη-σιά ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) περπατηξιά (λαϊκό): ο τρόπος με τον οποίο περπατά κάποιος: βαριά ~. ΣΥΝ. πάτημα (2) [< μεσν. περπατησιά]
40045περπατητός, ή, ό περ-πα-τη-τός επίθ. (λαϊκό): που κινείται περπατώντας: Πήγαινα στη δουλειά ~. Πβ. πεζός.|| ~ό: κυνήγι. ● επίρρ.: περπατητά
40046περπατούραπερ-πα-τού-ρα ουσ. (θηλ.) 1. στράτα για μωρά. 2. ΙΑΤΡ. περιπατητήρας. Βλ. -ούρα1.
40047περπατώ[περπατῶ] περ-πα-τώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {περπατ-άς (σπανιότ.) -είς ..., -ώντας | περπάτ-ησα, -ιέται, -ήθηκε, -ημένος} & περπατάω & (λόγ.) περιπατώ 1. μετακινούμαι κάνοντας βήματα, διανύω μια απόσταση με τα πόδια: ~ βιαστικά/γρήγορα/νευρικά/με δυσκολία/σαν χελώνα (= αργά). ~ά με μπαστούνι/πατερίτσες. ~ούσε αφηρημένος/καμαρωτός/σκυφτός. Πβ. βηματίζω, πηγαίνω, προχωρώ. Βλ. τρέχω.|| ~ήσαμε όλο το τετράγωνο. ~ στον δρόμο. ~ούσαν στο βουνό/στην παραλία. ~ησε ώρες μέσα στο χιόνι. Πβ. πεζοπορώ.|| Το μωρό ~ά στα τέσσερα (= μπουσουλά)/άρχισε να ~ά.|| Μην ~άς (= πατάς) ξυπόλυτος! Περπάτα στις μύτες των ποδιών (: αθόρυβα).|| Τόπος πολύ δύσκολος να τον ~ήσεις. Πβ. διαβαίνω.|| (προφ.) Το ~ήσαμε μέχρι το σπίτι.|| (μτφ.) ~ με το κεφάλι ψηλά (: νιώθω περήφανος). ~ά πάνω σε τεντωμένο σχοινί (: φέρεται ριψοκίνδυνα). ~ούν στα βήματα της παράδοσης (: την ακολουθούν πιστά). Αν και παλιό, το αυτοκίνητο ~άει (= κινείται) ακόμα μια χαρά. ΣΥΝ. βαδίζω (1) 2. κάνω περίπατο: ~ στο πάρκο (= βολτάρω, σουλατσάρω). Πάμε να ~ήσουμε λίγο. 3. κυκλοφορώ: Έχει ~ήσει και ζήσει πολύ στο κέντρο της πόλης.|| Θα με ~ήσει ένας φίλος στα καλύτερα στέκια της πόλης. Πβ. σεργιανίζω.|| ~ήσαμε (= γυρίσαμε) σχεδόν όλη την πόλη σε λίγες μέρες. 4. (προφ., συνήθ. με άρνηση δεν) προχωρώ, εξελίσσομαι: Η υπόθεση δεν ~άει. Η ιδέα/πρότασή τους δεν ~ησε (πβ. ευοδώνεται).|| Η ταινία δεν ~άει στα ταμεία. Προϊόντα που ~ούν πολύ στην αγορά (: σημειώνουν αυξημένες πωλήσεις). ● Παθ.: περπατιέται: (για τόπο, διαδρομή) μπορεί κάποιος να τον διασχίσει με τα πόδια, να τον περπατήσει: Βουνό/δρόμος που δεν ~ (εύκολα). ● ΦΡ.: (πατώ/περπατώ) στα νύχια (των ποδιών) βλ. νύχι, (πατώ/περπατώ) στις άκρες των δαχτύλων βλ. δάχτυλο, αν έχεις τύχη διάβαινε και ριζικό περπάτει βλ. διαβαίνω, εδώ σε θέλω κάβουρα, να περπατάς στα κάρβουνα/εδώ σε θέλω (μάστορα)! βλ. θέλω, όποιος νύχτα περπατεί, λάσπες και σκατά πατεί βλ. νύχτα ● βλ. περπατημένος [< μεσν. περπατώ]
40049Περσείδες[Περσεῖδες] Περ-σεί-δες ουσ. (αρσ.) (οι): ΑΣΤΡΟΝ. σμήνος διαττόντων αστέρων που παρατηρείται κάθε χρόνο γύρω στις 12 Αυγούστου και των οποίων το ακτινοβόλο σημείο βρίσκεται στον αστερισμό του Περσέα: η βροχή των ~ών. [< αρχ. Περσεῖδαι 'αυτοί που κατάγονται από τον Περσέα', αγγλ. Perseids, γαλλ. perséides]
40050πέρσιβλ. πέρυσι
40051περσίδεςπερ-σί-δες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπανιότ. στον εν. περσίδα}: λωρίδες που συνδέονται αρθρωτά μεταξύ τους και μοιάζουν με στόρια για παράθυρα· κάθε άλλο παρόμοιο εξάρτημα συσκευής ή μηχανήματος: κάθετες/οριζόντιες ~. ~ αλουμινίου/ξύλινες/υφασμάτινες. ~ εξαερισμού/σκίασης. Οι ~ του κλιματιστικού. Βλ. γρίλια, κουρτίνα. [< γαλλ. persiennes]
40052περσικός, ή, ό περ-σι-κός επίθ. & (προφ.) πέρσικος: που σχετίζεται με την Περσία ή/και τους Πέρσες: ~ό: χαλί.|| (ΓΕΩΓΡ., με κεφαλ. Π) ~ός: κόλπος.|| (ΙΣΤ., με κεφαλ. Π) Οι ~οί πόλεμοι (: μεταξύ Ελλήνων και Περσών, 490 π.Χ.-479 π.Χ.· πβ. μηδικός).|| (ΖΩΟΛ.) ~ή: γάτα (: ράτσα με πλούσιο μακρύ τρίχωμα· βλ. τσιντσιλά). Πβ. ιρανικός. ● Ουσ.: Περσικά (τα) & (επίσ.) Περσική (η): η περσική γλώσσα: αρχαία ~. [< αρχ. Περσικός]
40053περσινός, ή, ό περ-σι-νός επίθ. & περυσινός: που σχετίζεται με το προηγούμενο έτος: ~ός: νικητής (ενός διαγωνισμού). ~ή: διοργάνωση/επιτυχία/σεζόν. ~ό: εξάμηνο/καλοκαίρι/πρωτάθλημα. Βλ. προπέρσινος, φετινός. ● ΦΡ.: περσινά ξινά σταφύλια (προφ.): για κάτι που έγινε στο παρελθόν και επανέρχεται στο προσκήνιο, αλλά έχει χάσει πια την αξία του. [< μτγν. περσινός < αρχ. περυσινός]
40054περσόναπερ-σό-να ουσ. (θηλ.) 1. η εικόνα που προβάλλει κάποιος για τον εαυτό του προς τους άλλους: εκκεντρική/χαρισματική ~. Βλ. εγώ, μάσκα, προσωπείο, προσωπικότητα.|| (για ηθοποιό που υποδύεται έναν ρόλο:) θεατρική/καλλιτεχνική/κινηματογραφική/κωμική/σκηνική ~. Πβ. ήρωας, χαρακτήρας. 2. ΛΟΓΟΤ. φανταστικό πρόσωπο που δημιουργεί ο λογοτέχνης σε κάποιο έργο του, προκειμένου μέσω αυτού να προβάλει και να εκφράσει δικές του απόψεις, ιδέες, συναισθήματα. ● ΣΥΜΠΛ.: τηλεοπτική περσόνα: τηλεπερσόνα. [< ιταλ. persona, αγγλ. ~, 1909]
40055περσοναλισμόςπερ-σο-να-λι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. φιλοσοφικό σύστημα που υποστηρίζει ότι η ανθρώπινη προσωπικότητα είναι η υπέρτατη αξία. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. personnalisme, 1903, αγγλ. personalism]
40056περτσίνιβλ. πριτσίνι

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.