| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 40069 | πεσιμιστής | πε-σι-μι-στής ουσ. (αρσ.) {θηλ. πεσιμίστρια} 1. πρόσωπο που χαρακτηρίζεται από απαισιοδοξία. Πβ. απαισιόδοξος. 2. οπαδός του πεσιμισμού. ΑΝΤ. οπτιμιστής [< γαλλ. pessimiste] | |
| 40070 | πεσιμιστικός | , ή, ό πε-σι-μι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον πεσιμισμό: ~ή: αντίληψη/διάθεση (= απαισιόδοξη). ~ό: ύφος. ΑΝΤ. αισιόδοξος (1), οπτιμιστικός ● επίρρ.: πεσιμιστικά [< γαλλ. pessimistique] | |
| 40071 | πέσιμο | πέ-σι-μο ουσ. (ουδ.) {πεσίμ-ατος | -ατα} (προφ.) 1. πτώση, συνήθ. στο έδαφος: απότομο/θεαματικό ~. ~ από μηχανή/τη σκάλα. ~ της αυλαίας/των μαλλιών (= τριχόπτωση)/των φύλλων από τα δέντρα. Τα γόνατά του έχουν σημαδευτεί από τα συνεχή ~ατα.|| (μτφ.) Το ~ των τίτλων ταινίας (βλ. ζενερίκ). Με το ~ (= τη δύση) του ήλιου/~ της νύχτας. 2. (μτφ.) μείωση, πορεία προς τα κάτω: ~ των τιμών. 3. κατάρρευση: το ~ του σπιτιού από τον σεισμό. 4. πρόσκρουση: το ~ του οχήματος πάνω στον φράχτη. Πβ. σύγκρουση. 5. (αργκό) ερωτική προσέγγιση: άγαρμπο ~. Ατάκα/τρόπος ~ατος. Πβ. καμάκι, πλεύρισμα, φλερτ. [< μεσν. πέσιμον] | |
| 40072 | πεσκανδρίτσα | πε-σκαν-δρί-τσα ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) πεσκαντρίτσα: ΙΧΘΥΟΛ. εδώδιμο ψάρι του βυθού (επιστ. ονομασ. Lophius piscatorius) με επίπεδο σώμα και τεράστιο στόμα, χωρίς λέπια, αλλά με πολλά αγκάθια. ΣΥΝ. βατραχόψαρο [< ιταλ. pescatrice] | |
| 40073 | πεσκέσι | πε-σκέ-σι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): δώρο που περιλαμβάνει κυρ. τρόφιμα ή ποτά: Μου έστειλε/έφερε ~ ένα καλάθι σύκα.|| (ειρων., για κάτι δυσάρεστο που λαμβάνει κάποιος:) Του ήρθε ~ ο λογαριασμός/το χαράτσι. [< μεσν. πεσκέσι < τουρκ. peşkeş] | |
| 40074 | πεσκίρι | πε-σκί-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-παλαιότ.): πετσέτα κυρ. για το πρόσωπο. Πβ. προσόψιο. [< τουρκ. peşkir] | |
| 40075 | πέσο | πέ-σο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΟΙΚΟΝ. νομισματική μονάδα κρατών κυρ. της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής: ~ Αργεντινής/Κολομβίας/Κούβας/Μεξικού/Φιλιππίνων/Χιλής. [< ισπ. peso] | |
| 40076 | πεσόντες | βλ. πεσών | |
| 40077 | πεσσίσκος | πεσ-σί-σκος ουσ. (αρσ.): ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. μικρός στύλος ορθογώνιας ή τετράγωνης διατομής. | |
| 40078 | πεσσός | πεσ-σός ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. μεγάλη κολόνα που χρησιμεύει ως στήριγμα ναού. Πβ. κίονας, στύλος. 2. πιόνι, πούλι· (ΑΡΧ., στον πληθ.) παιχνίδι που παιζόταν με πιόνια πάνω σε άβακα: γυάλινοι ~οί. 3. ΙΑΤΡ. ιατρικό όργανο το οποίο τοποθετείται στη μήτρα για τη στήριξή της, σε περιπτώσεις πρόπτωσης ή ως μέθοδος αντισύλληψης: ενδομήτριος ~. [< αρχ. πεσσός 3: γαλλ. pessaire] | |
| 40079 | πεσσοστοιχία | πεσ-σο-στοι-χί-α ουσ. (θηλ.): ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. σειρά από πεσσούς. Πβ. κιονοστοιχία. | |
| 40080 | πέστε | βλ. λέω, πέφτω | |
| 40081 | πέστο | πέ-στο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. σάλτσα από πολτοποιημένα υλικά, κυρ. βασιλικό, σκόρδο, κουκουνάρι, λάδι και τριμμένη παρμεζάνα, που συνοδεύει συνήθ. ζυμαρικά. [< ιταλ. pesto, αγγλ. ~, 1937, γαλλ. ~, 1993] | |
| 40082 | πέστροφα | πέ-στρο-φα ουσ. (θηλ.): ΙΧΘΥΟΛ. εδώδιμο ψάρι κυρ. του γλυκού νερού (επιστ. ονομασ. Salmo trutta) με λεπτό σώμα και αιχμηρά δόντια: ~ ιχθυοτροφείου. Βλ. σολομός.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) Καπνιστή/ψητή ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ιριδίζουσα πέστροφα: είδος πέστροφας (επιστ. ονομασ. Oncorhynchus mykiss) που έχει χαρακτηριστική κοκκινωπή ιριδίζουσα γραμμή κατά μήκος και των δύο πλευρών της. [< μεσν. πέστροφα < βουλγ. pŭstŭrva] | |
| 40083 | πέσω | βλ. πέφτω | |
| 40084 | πεσών | , ούσα, όν πε-σών επίθ. {πεσ-όντος, -όντα | -όντες, -όντων} (λόγ.): {μόνο στο αρσ.} που σκοτώθηκε στο πεδίο της μάχης: Οι ~όντες αεροπόροι/αξιωματικοί. ● Ουσ.: πεσόντες (οι): οι νεκροί πολέμου: Μνημείο των ~ων. Φόρος τιμής στους ηρωικώς ~. ● ΦΡ.: δρυός πεσούσης πας ανήρ ξυλεύεται βλ. δρυς [< μτχ. αορ. του ρ. πίπτω] | |
| 40085 | ΠΕΤ | (η): Πανελλήνια Ένωση Τυφλών. | |
| 40086 | πετ σοπ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: κατάστημα που πουλά κατοικίδια ζώα και προϊόντα για τη διατροφή και περιποίησή τους. Βλ. ζωαγορά, κτηνιατρείο. [< αγγλ. pet shop, 1928] | |
| 40121 | πετ-κοκ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. πετρελαϊκός οπτάνθρακας που χρησιμοποιείται ως φθηνή καύσιμη ύλη και είναι ιδιαίτερα ρυπογόνος. [< αγγλ. pet-coke] | |
| 40087 | πετα- | (σύμβ. Ρ): ΜΕΤΡΟΛ. α' συνθετικό μονάδων μέτρησης που αντιπροσωπεύει το πολλαπλάσιο του αριθμού 1015: ~μπάιτ. Βλ. γιγα-, μεγα-, τερα-. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ