| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 40057 | πέρυσι | πέ-ρυ-σι επίρρ. & πέρσι: την προηγούμενη χρονιά: Οι βροχές ~ ήταν πολύ λιγότερες. Η αγορά κινείται στα ίδια επίπεδα με ~. Βλ. πρόπερσι, φέτος, του χρόνου. ● ΦΡ.: κάθε πέρ(υ)σι και καλύτερα, (κάθε φέτος και χειρότερα): για κατάσταση που χειροτερεύει από χρονιά σε χρονιά., πέρσι κάηκε, φέτος μύρισε/πέρσι ψόφησε, φέτος βρόμησε (παροιμ.): για καθυστερημένη αντίδραση σε κάτι που συνέβη πριν από πολύ καιρό. [< αρχ. πέρυσι] | |
| 40058 | περυσινός | , ή, ό βλ. περσινός | |
| 40059 | περφεξιονισμός | περ-φε-ξι-ο-νι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. τελειομανία. ΣΥΝ. τελειοθηρία 2. ΘΡΗΣΚ. χριστιανική αίρεση που εμφανίστηκε στην Αμερική και την Αγγλία τον 19ο αι. και διακήρυσσε ότι είναι εφικτό για τον άνθρωπο να επιτύχει την ηθική τελειότητα. Βλ. -ισμός. [< 1: γαλλ. perfectionnisme, 1955 2: αγγλ. perfectionism, 1846] | |
| 40060 | περφεξιονιστής | περ-φε-ξιο-νι-στής ουσ. (αρσ.) {(σπανιότ.) θηλ. περφεξιονίστρια} & περφεξιονίστας 1. αυτός που αναζητεί και επιδιώκει επίμονα το τέλειο αποτέλεσμα σε ό,τι κάνει. ΣΥΝ. τελειοθήρας, τελειομανής 2. οπαδός του περφεξιονισμού. [< γαλλ. perfectionniste, αγγλ. perfectionist] | |
| 40061 | περφεξιονιστικός | , ή, ό περ-φε-ξι-ο-νι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον περφεξιονισμό ή/και τον περφεξιονιστή. [< γαλλ. perfectionniste, αγγλ. perfectionistic] | |
| 40062 | περφορατέρ | περ-φο-ρα-τέρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: εργαλείο για τρύπημα φύλλων χαρτιού: επαγγελματικό/επιτραπέζιο ~. Πβ. τρυπητήρι. Βλ. συρραπτικό. ΣΥΝ. διακορευτής (1) [< γαλλ. perforateur] | |
| 40063 | περφορέ | περ-φο-ρέ επίθ. {άκλ.}: που είναι διάτρητος συνήθ. κατά μήκος μίας πλευράς, προκειμένου να αποσπάται πιο εύκολα: ζελατίνα/μπλοκ ~. [< γαλλ. perforé] | |
| 40064 | περφόρμανς | περ-φόρ-μανς ουσ. (θηλ.) {άκλ.} : ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. καλλιτεχνική παράσταση: εικαστική/θεατρική ~. Πβ. σόου, χάπενινγκ. [< αγγλ. performance (art), 1971, γαλλ. performance] | |
| 40065 | περφόρμερ | περ-φόρ-μερ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.}: καλλιτέχνης που κάνει περφόρμανς: μεγάλος/σπουδαίος ~. Πβ. σόουμαν. [< αγγλ. performer, γαλλ. performeur, 1985] | |
| 40066 | πες | βλ. λέω | |
| 40067 | πεσέτα | πε-σέ-τα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): νομισματική μονάδα του ισπανικού κράτους έως τις αρχές του 2002. Βλ. -έτα. [< ισπ. peseta] | |
| 40068 | πεσιμισμός | πε-σι-μι-σμός ουσ. (αρσ.) ΑΝΤ. οπτιμισμός 1. απαισιοδοξία. ΑΝΤ. αισιοδοξία (1) 2. ΦΙΛΟΣ. η αντίληψη ότι το κακό υπερισχύει του καλού· η θεωρία που υποστηρίζει ότι ο κόσμος στον οποίο ζούμε είναι ο χειρότερος δυνατός και τα πάντα ρέπουν αναπόφευκτα προς το κακό. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. pessimisme] | |
| 40069 | πεσιμιστής | πε-σι-μι-στής ουσ. (αρσ.) {θηλ. πεσιμίστρια} 1. πρόσωπο που χαρακτηρίζεται από απαισιοδοξία. Πβ. απαισιόδοξος. 2. οπαδός του πεσιμισμού. ΑΝΤ. οπτιμιστής [< γαλλ. pessimiste] | |
| 40070 | πεσιμιστικός | , ή, ό πε-σι-μι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον πεσιμισμό: ~ή: αντίληψη/διάθεση (= απαισιόδοξη). ~ό: ύφος. ΑΝΤ. αισιόδοξος (1), οπτιμιστικός ● επίρρ.: πεσιμιστικά [< γαλλ. pessimistique] | |
| 40071 | πέσιμο | πέ-σι-μο ουσ. (ουδ.) {πεσίμ-ατος | -ατα} (προφ.) 1. πτώση, συνήθ. στο έδαφος: απότομο/θεαματικό ~. ~ από μηχανή/τη σκάλα. ~ της αυλαίας/των μαλλιών (= τριχόπτωση)/των φύλλων από τα δέντρα. Τα γόνατά του έχουν σημαδευτεί από τα συνεχή ~ατα.|| (μτφ.) Το ~ των τίτλων ταινίας (βλ. ζενερίκ). Με το ~ (= τη δύση) του ήλιου/~ της νύχτας. 2. (μτφ.) μείωση, πορεία προς τα κάτω: ~ των τιμών. 3. κατάρρευση: το ~ του σπιτιού από τον σεισμό. 4. πρόσκρουση: το ~ του οχήματος πάνω στον φράχτη. Πβ. σύγκρουση. 5. (αργκό) ερωτική προσέγγιση: άγαρμπο ~. Ατάκα/τρόπος ~ατος. Πβ. καμάκι, πλεύρισμα, φλερτ. [< μεσν. πέσιμον] | |
| 40072 | πεσκανδρίτσα | πε-σκαν-δρί-τσα ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) πεσκαντρίτσα: ΙΧΘΥΟΛ. εδώδιμο ψάρι του βυθού (επιστ. ονομασ. Lophius piscatorius) με επίπεδο σώμα και τεράστιο στόμα, χωρίς λέπια, αλλά με πολλά αγκάθια. ΣΥΝ. βατραχόψαρο [< ιταλ. pescatrice] | |
| 40073 | πεσκέσι | πε-σκέ-σι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): δώρο που περιλαμβάνει κυρ. τρόφιμα ή ποτά: Μου έστειλε/έφερε ~ ένα καλάθι σύκα.|| (ειρων., για κάτι δυσάρεστο που λαμβάνει κάποιος:) Του ήρθε ~ ο λογαριασμός/το χαράτσι. [< μεσν. πεσκέσι < τουρκ. peşkeş] | |
| 40074 | πεσκίρι | πε-σκί-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-παλαιότ.): πετσέτα κυρ. για το πρόσωπο. Πβ. προσόψιο. [< τουρκ. peşkir] | |
| 40075 | πέσο | πέ-σο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΟΙΚΟΝ. νομισματική μονάδα κρατών κυρ. της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής: ~ Αργεντινής/Κολομβίας/Κούβας/Μεξικού/Φιλιππίνων/Χιλής. [< ισπ. peso] | |
| 40076 | πεσόντες | βλ. πεσών |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ