| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 40088 | πέταγμα | πέ-ταγ-μα ουσ. (ουδ.) 1. (για πτηνό, έντομο ή πτητικό μέσο) κίνηση στον αέρα: γρήγορο/ελεύθερο/χαμηλό ~. ~ αερόστατου/πεταλούδας/χαρταετού. Το ~ των πουλιών. Πβ. πτήση.|| (μτφ.) Το ~ του νου/της φαντασίας. ~ προς την ελευθερία. 2. πέταμα, ρίψη: ~ της ανθοδέσμης/της μπάλας ψηλά.|| ~ των σκουπιδιών στον κάδο. | |
| 40089 | πετάγομαι | πε-τά-γο-μαι ρ. (αμτβ.) {πετά-χτηκα, -(γ)μένος} & (προφ.) πετιέμαι 1. σηκώνομαι απότομα ή βγαίνω από κάπου με ένταση και ορμή: ~εται στον ύπνο του από εφιάλτες. ~χτηκε από τη θέση/το κρεβάτι του. ~χτηκε (πάνω) έξαλλος/όρθιος. ~χτηκαν έξω έντρομοι. Πβ. αναπηδώ, τινάζομαι.|| Το νερό ~όταν ψηλά. Τραυματίστηκε από τα γυαλιά που ~χτηκαν (= εκσφενδονίστηκαν). Πβ. εκτινάσσομαι, εκτοξεύομαι. 2. ξεπροβάλλω, εμφανίζομαι αιφνίδια: ~ονται οι φλέβες στο λαιμό του. ~χτηκε από τους θάμνους/από το πουθενά. ~χτηκε μπροστά μου ένα σκυλί και παραλίγο να το χτυπήσω. Πβ. ξεπηδώ. 3. (προφ.) πηγαίνω κάπου, συνήθ. κοντά, και για λίγο: Πετάξου (λιγάκι) μέχρι τον φούρνο να πάρεις ψωμί. ~χτηκε μια στιγμή να αγοράσει ... 4. παρεμβαίνω ξαφνικά σε συνομιλία ή ομιλία, λέγοντας κάτι που διακόπτει τη ροή της: Μην ~εσαι συνέχεια! 5. {συνήθ. στον τ. πετιέμαι} ρίχνομαι: Μετά τη χρήση το διάλυμα ~ιέται (ενν. στα σκουπίδια). Τα δίχτυα ~ιούνται στη θάλασσα. 6. μεταπηδώ: ~εται από το ένα θέμα στο άλλο. ● ΦΡ.: πετάγομαι σαν την πορδή βλ. πορδή, πετάγομαι/πηδώ/τινάζομαι μέχρι το ταβάνι/στον αέρα βλ. ταβάνι, πετάγομαι/τινάζομαι σαν ελατήριο βλ. ελατήριο ● βλ. πεταμένος, πετώ | |
| 40090 | πεταλεκτομή | πε-τα-λε-κτο-μή ουσ. (θηλ.) & πεταλεκτομία: ΙΑΤΡ. χειρουργική μετακίνηση ενός ή περισσότερων οπίσθιων τόξων ενός σπονδύλου, συνήθ. για την ανακούφιση της πίεσης στη σπονδυλική στήλη. Βλ. -εκτομή. [< γαλλ. laminectomie, 1901, αγγλ. laminectomy] | |
| 40091 | πετάλι | πε-τά-λι ουσ. (ουδ.): πεντάλ: αριστερό/δεξί ~. ~ ποδηλάτου. ● ΦΡ.: κάνω πετάλι: δίνω κυκλική κίνηση στα πεντάλ του ποδηλάτου, για να αναπτύξω ταχύτητα. Βλ. ορθοπεταλιά. [< ιταλ. pedale] | |
| 40092 | πεταλιά | πε-τα-λιά ουσ. (θηλ.): περιστροφική κίνηση του ποδιού με την οποία τίθεται σε κίνηση το πετάλι συνήθ. ποδηλάτου. Βλ. ορθο~. | |
| 40093 | πεταλίδα | πε-τα-λί-δα ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. μικρό θαλάσσιο εδώδιμο μαλάκιο (επιστ. ονομασ. Patella coerulea) με κωνικό κέλυφος, που ζει κυρ. στις ακτές αλλά και σε βαθιά νερά, κολλημένο σε βράχια. Βλ. γαστερόποδα, μύδι, στρείδι. [< μεσν. πεταλίδα] | |
| 40094 | πεταλιέρα | πε-τα-λιέ-ρα ουσ. (θηλ.) ΤΕΧΝΟΛ. 1. σύστημα πεντάλ αμαξιού και κατ' επέκτ. το αντίστοιχο κάλυμμα: πατάκια για την ~.|| Αλουμινένια ~. 2. μοχλός συσκευής ο οποίος πιέζεται με το πόδι: ~ μαγνητική (: όργανο γυμναστικής).|| (ΜΟΥΣ.) ~ κιθάρας (βλ. πολυεφέ). Πβ. ποδοδιακόπτης. Βλ. -ιέρα. | |
| 40095 | πέταλο | πέ-τα-λο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άλου} 1. σιδερένιο ημικυκλικό έλασμα που καρφώνεται στην οπλή ζώου, συνήθ. αλόγου ή γαϊδάρου, με σκοπό το καλύτερο πάτημα των ποδιών του στον δρόμο ή/και την αποφυγή κακώσεων. 2. (κατ' επέκτ.) πεταλοειδές αντικείμενο ή παρόμοιος σχηματισμός: Κρέμασαν ένα ~ στην πόρτα για γούρι.|| Το ~ του δρόμου/της παραλίας.|| Tο βόρειο/νότιο ~ του γηπέδου/του σταδίου. Το ~ της Θύρας ... Βλ. κερκίδα.|| Κλειδαριά ~.|| (ΑΝΑΤ.) Το ~ του ηθμοειδούς/του σπονδυλικού τόξου. Το τενόντιο ~ (του ώµου). 3. ΒΟΤ. {συνήθ. στον πληθ.} καθένα από τα φύλλα της στεφάνης του άνθους: τα ~α της μαργαρίτας/του τριαντάφυλλου. Πβ. σέπαλο. Βλ. μίσχος, ροδοπέταλα. 4. (παλαιότ.) μικρό μεταλλικό έλασμα που καρφωνόταν στις μύτες και τα τακούνια των παπουτσιών, για να μη φθείρονται γρήγορα. 5. ΑΡΧΑΙΟΛ. μικρός μεταλλικός δίσκος που με τη σφράγισή του μετατρεπόταν σε νόμισμα. ● Υποκ.: πεταλάκι (το) ● ΦΡ.: γάτα με πέταλα (προφ.): ικανός, έξυπνος, επιτήδειος άνθρωπος., μια στο καρφί (και) μια στο πέταλο βλ. καρφί, μου άλλαξε τα φώτα βλ. φως, τα τίναξε/τίναξε τα πέταλα βλ. τινάζω [< 1, 3, 5: αρχ. πέταλον] | |
| 40096 | πεταλοειδής | , ής, ές πε-τα-λο-ει-δής επίθ. (λόγ.): που μοιάζει με πέταλο: ~ής: μαγνήτης/(ΑΝΑΤ.) νεφρός. ~ής: οδός. Βλ. -ειδής. [< μτγν. πεταλοειδής] | |
| 40097 | πεταλόσχημος | , η, ο πε-τα-λό-σχη-μος επίθ.: πεταλοειδής. | |
| 40098 | πεταλούδα | πε-τα-λού-δα ουσ. (θηλ.) 1. ΖΩΟΛ. έντομο της τάξης των λεπιδόπτερων με στενόμακρο σώμα, μακριές κεραίες και χρωματιστά ή πολύχρωμα φτερά: νυκτόβια ~ (= νυχτο~). ~ μονάρχης (: είδος ~ας με χαρακτηριστικά πορτοκαλί και μαύρα σχέδια). Ο βιολογικός κύκλος της ~ας (: αβγό, κάμπια, χρυσαλλίδα, ακμαίο). Συλλογή από ~ες. 2. ΑΘΛ. στιλ κολύμβησης, κατά το οποίο το σώμα είναι σε πρηνή θέση και τα χέρια κινούνται ταυτόχρονα και κυκλικά από πίσω προς τα εμπρός, ενώ τα πόδια προς τα πάνω και κάτω: ~ ανδρών/γυναικών. Κατέκτησε το χρυσό στα 100μ. ~. Βλ. ελεύθερο, πρόσθιο, ύπτιο. 3. (κατ' επέκτ.) οτιδήποτε μοιάζει με τα φτερά του συγκεκριμένου εντόμου: γυαλιά (βλ. νυχτερίδα)/μαχαίρι (: πτυσσόμενος σουγιάς) ~. Βλ. παπιγιόν.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ γκαζιού (: σε οχήματα).|| Ψάρεμα με ~ (: τεχνητό δόλωμα από δύο χρωματιστές μεταλλικές λεπίδες που περιστρέφονται γύρω από μεταλλικό σύρμα). 4. ΙΑΤΡ. μικρός φλεβικός καθετήρας για χορήγηση ορού, αίματος ή φαρμάκου χωρίς χρήση βελόνας. 5. ΙΧΘΥΟΛ. ψάρι του γλυκού νερού (επιστ. ονομασ. Carassius auratus gibelio) που ζει σε περιοχές με πυκνή υδρόβια βλάστηση και λασπώδη πυθμένα. ● Υποκ.: πεταλουδίτσα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: πεταλούδα/πεταλουδίτσα της νύχτας (ευφημ.): ιερόδουλη., φαινόμενο της πεταλούδας & θεωρία/σύνδρομο της πεταλούδας: ΜΑΘ. (στη θεωρία του χάους) η ιδέα ότι μια μικρή αλλαγή στις αρχικές συνθήκες ενός δυναμικού συστήματος μπορεί να οδηγήσει μακροπρόθεσμα σε σημαντικά διαφορετικές εξελίξεις από αυτές που θα προέκυπταν, αν δεν είχε συμβεί η μεταβολή. [< αγγλ. butterfly effect, 1976] [< μεσν. πεταλούδα 2: αγγλ. butterfly, 1936] | |
| 40099 | πετάλωμα | πε-τά-λω-μα ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) πετάλωση (η): τοποθέτηση πετάλων στις οπλές ζώων. [< μτγν. πετάλωσις] | |
| 40100 | πεταλώνω | πε-τα-λώ-νω ρ. (μτβ.) {πετάλω-σα, πεταλώ-θηκε, -μένος}: καρφώνω πέταλα στις οπλές ζώων, κυρ. αλόγων. ΣΥΝ. καλιγώνω ● ΦΡ.: τζιτζίκια πεταλώνουμε; (προφ.): για να δηλωθεί ότι κάποιος έχει αδιαμφισβήτητη γνώση ενός πράγματος. ΣΥΝ. μπρίκια κολλάμε (τώρα);, καλιγώνει/πεταλώνει τον ψύλλο βλ. ψύλλος [< μεσν. πεταλώνω] | |
| 40101 | πεταλωτήριο | πε-τα-λω-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): εργαστήριο πεταλωτή. | |
| 40102 | πεταλωτής | πε-τα-λω-τής ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): αυτός που ασχολείται επαγγελματικά με το πετάλωμα υποζυγίων. ΣΥΝ. αλμπάνης (2) [< μεσν. πεταλωτής] | |
| 40103 | πέταμα | πέ-τα-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): ρίψη: ~ στα σκουπίδια.|| (σπάν.) ~ της μπάλας στην εξέδρα. ΣΥΝ. πέταγμα (2) ● ΦΡ.: για πέταμα: για κάποιον ή κάτι άχρηστο, που δεν αξίζει: Η μπαταρία είναι ~ ~. Δεν έχει λεφτά ~ ~ (= για ξόδεμα, σπατάλη).|| (μτφ.) Θεωρίες ~ ~. ΣΥΝ. για τα σκουπίδια, του πεταμού | |
| 40104 | πεταμένος | , η, ο πε-τα-μέ-νος επίθ. & (σπάν.) πεταγμένος 1. για κάτι που έχει πεταχθεί, κυρ. επειδή είναι άχρηστο· κατ' επέκτ. παραμελημένος: ~α: έγγραφα. Χαρτί ~ο στα σκουπίδια.|| Βρέθηκε σάκος ~ στον δρόμο.|| ~ες: λέξεις (= σκόρπιες). Ρούχα ~α (= ριγμένα) στο πάτωμα. Βλ. παρα~. 2. που έχει σπαταληθεί άσκοπα: ~ος: χρόνος. ~α: λόγια. Πβ. χαμένος. ● ΣΥΜΠΛ.: πεταμένα/τζάμπα/κοροϊδίστικα λεφτά βλ. λεφτά ● βλ. πετάγομαι, πετώ [< μτγν. πεταμένος] | |
| 40105 | πετάμενος | , η, ο πε-τά-με-νος επίθ. (σπάν.-λαϊκό): πετούμενος. [< μτγν. πετάμενος] | |
| 40106 | πεταμός | πε-τα-μός ουσ. (αρσ.): μόνο στη ● ΦΡ.: του πεταμού & του πεταματού (προφ.) & (διαλεκτ.) του πεταμάτου: για πέταμα: Η εργασία έχει πολλά λάθη, αλλά δεν είναι και ~ ~. | |
| 40107 | πεταρίζει | πε-τα-ρί-ζει ρ. (αμτβ.) {πετάρι-σε} 1. φτερουγίζει γρήγορα και ανάλαφρα: Η πεταλούδα/το πουλί ~.|| (μτφ.) Η καρδιά μου ~ (= σκιρτά). 2. (μτφ.) τρεμοπαίζει: ~ το μάτι μου.|| ~σε τα βλέφαρα (: τα ανοιγόκλεισε γρήγορα). |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ