| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 40077 | πεσσίσκος | πεσ-σί-σκος ουσ. (αρσ.): ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. μικρός στύλος ορθογώνιας ή τετράγωνης διατομής. | |
| 40078 | πεσσός | πεσ-σός ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. μεγάλη κολόνα που χρησιμεύει ως στήριγμα ναού. Πβ. κίονας, στύλος. 2. πιόνι, πούλι· (ΑΡΧ., στον πληθ.) παιχνίδι που παιζόταν με πιόνια πάνω σε άβακα: γυάλινοι ~οί. 3. ΙΑΤΡ. ιατρικό όργανο το οποίο τοποθετείται στη μήτρα για τη στήριξή της, σε περιπτώσεις πρόπτωσης ή ως μέθοδος αντισύλληψης: ενδομήτριος ~. [< αρχ. πεσσός 3: γαλλ. pessaire] | |
| 40079 | πεσσοστοιχία | πεσ-σο-στοι-χί-α ουσ. (θηλ.): ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. σειρά από πεσσούς. Πβ. κιονοστοιχία. | |
| 40080 | πέστε | βλ. λέω, πέφτω | |
| 40081 | πέστο | πέ-στο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. σάλτσα από πολτοποιημένα υλικά, κυρ. βασιλικό, σκόρδο, κουκουνάρι, λάδι και τριμμένη παρμεζάνα, που συνοδεύει συνήθ. ζυμαρικά. [< ιταλ. pesto, αγγλ. ~, 1937, γαλλ. ~, 1993] | |
| 40082 | πέστροφα | πέ-στρο-φα ουσ. (θηλ.): ΙΧΘΥΟΛ. εδώδιμο ψάρι κυρ. του γλυκού νερού (επιστ. ονομασ. Salmo trutta) με λεπτό σώμα και αιχμηρά δόντια: ~ ιχθυοτροφείου. Βλ. σολομός.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) Καπνιστή/ψητή ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ιριδίζουσα πέστροφα: είδος πέστροφας (επιστ. ονομασ. Oncorhynchus mykiss) που έχει χαρακτηριστική κοκκινωπή ιριδίζουσα γραμμή κατά μήκος και των δύο πλευρών της. [< μεσν. πέστροφα < βουλγ. pŭstŭrva] | |
| 40083 | πέσω | βλ. πέφτω | |
| 40084 | πεσών | , ούσα, όν πε-σών επίθ. {πεσ-όντος, -όντα | -όντες, -όντων} (λόγ.): {μόνο στο αρσ.} που σκοτώθηκε στο πεδίο της μάχης: Οι ~όντες αεροπόροι/αξιωματικοί. ● Ουσ.: πεσόντες (οι): οι νεκροί πολέμου: Μνημείο των ~ων. Φόρος τιμής στους ηρωικώς ~. ● ΦΡ.: δρυός πεσούσης πας ανήρ ξυλεύεται βλ. δρυς [< μτχ. αορ. του ρ. πίπτω] | |
| 40085 | ΠΕΤ | (η): Πανελλήνια Ένωση Τυφλών. | |
| 40086 | πετ σοπ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: κατάστημα που πουλά κατοικίδια ζώα και προϊόντα για τη διατροφή και περιποίησή τους. Βλ. ζωαγορά, κτηνιατρείο. [< αγγλ. pet shop, 1928] | |
| 40121 | πετ-κοκ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. πετρελαϊκός οπτάνθρακας που χρησιμοποιείται ως φθηνή καύσιμη ύλη και είναι ιδιαίτερα ρυπογόνος. [< αγγλ. pet-coke] | |
| 40087 | πετα- | (σύμβ. Ρ): ΜΕΤΡΟΛ. α' συνθετικό μονάδων μέτρησης που αντιπροσωπεύει το πολλαπλάσιο του αριθμού 1015: ~μπάιτ. Βλ. γιγα-, μεγα-, τερα-. | |
| 40088 | πέταγμα | πέ-ταγ-μα ουσ. (ουδ.) 1. (για πτηνό, έντομο ή πτητικό μέσο) κίνηση στον αέρα: γρήγορο/ελεύθερο/χαμηλό ~. ~ αερόστατου/πεταλούδας/χαρταετού. Το ~ των πουλιών. Πβ. πτήση.|| (μτφ.) Το ~ του νου/της φαντασίας. ~ προς την ελευθερία. 2. πέταμα, ρίψη: ~ της ανθοδέσμης/της μπάλας ψηλά.|| ~ των σκουπιδιών στον κάδο. | |
| 40089 | πετάγομαι | πε-τά-γο-μαι ρ. (αμτβ.) {πετά-χτηκα, -(γ)μένος} & (προφ.) πετιέμαι 1. σηκώνομαι απότομα ή βγαίνω από κάπου με ένταση και ορμή: ~εται στον ύπνο του από εφιάλτες. ~χτηκε από τη θέση/το κρεβάτι του. ~χτηκε (πάνω) έξαλλος/όρθιος. ~χτηκαν έξω έντρομοι. Πβ. αναπηδώ, τινάζομαι.|| Το νερό ~όταν ψηλά. Τραυματίστηκε από τα γυαλιά που ~χτηκαν (= εκσφενδονίστηκαν). Πβ. εκτινάσσομαι, εκτοξεύομαι. 2. ξεπροβάλλω, εμφανίζομαι αιφνίδια: ~ονται οι φλέβες στο λαιμό του. ~χτηκε από τους θάμνους/από το πουθενά. ~χτηκε μπροστά μου ένα σκυλί και παραλίγο να το χτυπήσω. Πβ. ξεπηδώ. 3. (προφ.) πηγαίνω κάπου, συνήθ. κοντά, και για λίγο: Πετάξου (λιγάκι) μέχρι τον φούρνο να πάρεις ψωμί. ~χτηκε μια στιγμή να αγοράσει ... 4. παρεμβαίνω ξαφνικά σε συνομιλία ή ομιλία, λέγοντας κάτι που διακόπτει τη ροή της: Μην ~εσαι συνέχεια! 5. {συνήθ. στον τ. πετιέμαι} ρίχνομαι: Μετά τη χρήση το διάλυμα ~ιέται (ενν. στα σκουπίδια). Τα δίχτυα ~ιούνται στη θάλασσα. 6. μεταπηδώ: ~εται από το ένα θέμα στο άλλο. ● ΦΡ.: πετάγομαι σαν την πορδή βλ. πορδή, πετάγομαι/πηδώ/τινάζομαι μέχρι το ταβάνι/στον αέρα βλ. ταβάνι, πετάγομαι/τινάζομαι σαν ελατήριο βλ. ελατήριο ● βλ. πεταμένος, πετώ | |
| 40090 | πεταλεκτομή | πε-τα-λε-κτο-μή ουσ. (θηλ.) & πεταλεκτομία: ΙΑΤΡ. χειρουργική μετακίνηση ενός ή περισσότερων οπίσθιων τόξων ενός σπονδύλου, συνήθ. για την ανακούφιση της πίεσης στη σπονδυλική στήλη. Βλ. -εκτομή. [< γαλλ. laminectomie, 1901, αγγλ. laminectomy] | |
| 40091 | πετάλι | πε-τά-λι ουσ. (ουδ.): πεντάλ: αριστερό/δεξί ~. ~ ποδηλάτου. ● ΦΡ.: κάνω πετάλι: δίνω κυκλική κίνηση στα πεντάλ του ποδηλάτου, για να αναπτύξω ταχύτητα. Βλ. ορθοπεταλιά. [< ιταλ. pedale] | |
| 40092 | πεταλιά | πε-τα-λιά ουσ. (θηλ.): περιστροφική κίνηση του ποδιού με την οποία τίθεται σε κίνηση το πετάλι συνήθ. ποδηλάτου. Βλ. ορθο~. | |
| 40093 | πεταλίδα | πε-τα-λί-δα ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. μικρό θαλάσσιο εδώδιμο μαλάκιο (επιστ. ονομασ. Patella coerulea) με κωνικό κέλυφος, που ζει κυρ. στις ακτές αλλά και σε βαθιά νερά, κολλημένο σε βράχια. Βλ. γαστερόποδα, μύδι, στρείδι. [< μεσν. πεταλίδα] | |
| 40094 | πεταλιέρα | πε-τα-λιέ-ρα ουσ. (θηλ.) ΤΕΧΝΟΛ. 1. σύστημα πεντάλ αμαξιού και κατ' επέκτ. το αντίστοιχο κάλυμμα: πατάκια για την ~.|| Αλουμινένια ~. 2. μοχλός συσκευής ο οποίος πιέζεται με το πόδι: ~ μαγνητική (: όργανο γυμναστικής).|| (ΜΟΥΣ.) ~ κιθάρας (βλ. πολυεφέ). Πβ. ποδοδιακόπτης. Βλ. -ιέρα. | |
| 40095 | πέταλο | πέ-τα-λο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άλου} 1. σιδερένιο ημικυκλικό έλασμα που καρφώνεται στην οπλή ζώου, συνήθ. αλόγου ή γαϊδάρου, με σκοπό το καλύτερο πάτημα των ποδιών του στον δρόμο ή/και την αποφυγή κακώσεων. 2. (κατ' επέκτ.) πεταλοειδές αντικείμενο ή παρόμοιος σχηματισμός: Κρέμασαν ένα ~ στην πόρτα για γούρι.|| Το ~ του δρόμου/της παραλίας.|| Tο βόρειο/νότιο ~ του γηπέδου/του σταδίου. Το ~ της Θύρας ... Βλ. κερκίδα.|| Κλειδαριά ~.|| (ΑΝΑΤ.) Το ~ του ηθμοειδούς/του σπονδυλικού τόξου. Το τενόντιο ~ (του ώµου). 3. ΒΟΤ. {συνήθ. στον πληθ.} καθένα από τα φύλλα της στεφάνης του άνθους: τα ~α της μαργαρίτας/του τριαντάφυλλου. Πβ. σέπαλο. Βλ. μίσχος, ροδοπέταλα. 4. (παλαιότ.) μικρό μεταλλικό έλασμα που καρφωνόταν στις μύτες και τα τακούνια των παπουτσιών, για να μη φθείρονται γρήγορα. 5. ΑΡΧΑΙΟΛ. μικρός μεταλλικός δίσκος που με τη σφράγισή του μετατρεπόταν σε νόμισμα. ● Υποκ.: πεταλάκι (το) ● ΦΡ.: γάτα με πέταλα (προφ.): ικανός, έξυπνος, επιτήδειος άνθρωπος., μια στο καρφί (και) μια στο πέταλο βλ. καρφί, μου άλλαξε τα φώτα βλ. φως, τα τίναξε/τίναξε τα πέταλα βλ. τινάζω [< 1, 3, 5: αρχ. πέταλον] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ