Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [40700-40720]

IDΛήμμαΕρμηνεία
40096πεταλοειδής, ής, ές πε-τα-λο-ει-δής επίθ. (λόγ.): που μοιάζει με πέταλο: ~ής: μαγνήτης/(ΑΝΑΤ.) νεφρός. ~ής: οδός. Βλ. -ειδής. [< μτγν. πεταλοειδής]
40097πεταλόσχημος, η, ο πε-τα-λό-σχη-μος επίθ.: πεταλοειδής.
40098πεταλούδαπε-τα-λού-δα ουσ. (θηλ.) 1. ΖΩΟΛ. έντομο της τάξης των λεπιδόπτερων με στενόμακρο σώμα, μακριές κεραίες και χρωματιστά ή πολύχρωμα φτερά: νυκτόβια ~ (= νυχτο~). ~ μονάρχης (: είδος ~ας με χαρακτηριστικά πορτοκαλί και μαύρα σχέδια). Ο βιολογικός κύκλος της ~ας (: αβγό, κάμπια, χρυσαλλίδα, ακμαίο). Συλλογή από ~ες. 2. ΑΘΛ. στιλ κολύμβησης, κατά το οποίο το σώμα είναι σε πρηνή θέση και τα χέρια κινούνται ταυτόχρονα και κυκλικά από πίσω προς τα εμπρός, ενώ τα πόδια προς τα πάνω και κάτω: ~ ανδρών/γυναικών. Κατέκτησε το χρυσό στα 100μ. ~. Βλ. ελεύθερο, πρόσθιο, ύπτιο. 3. (κατ' επέκτ.) οτιδήποτε μοιάζει με τα φτερά του συγκεκριμένου εντόμου: γυαλιά (βλ. νυχτερίδα)/μαχαίρι (: πτυσσόμενος σουγιάς) ~. Βλ. παπιγιόν.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ γκαζιού (: σε οχήματα).|| Ψάρεμα με ~ (: τεχνητό δόλωμα από δύο χρωματιστές μεταλλικές λεπίδες που περιστρέφονται γύρω από μεταλλικό σύρμα). 4. ΙΑΤΡ. μικρός φλεβικός καθετήρας για χορήγηση ορού, αίματος ή φαρμάκου χωρίς χρήση βελόνας. 5. ΙΧΘΥΟΛ. ψάρι του γλυκού νερού (επιστ. ονομασ. Carassius auratus gibelio) που ζει σε περιοχές με πυκνή υδρόβια βλάστηση και λασπώδη πυθμένα. ● Υποκ.: πεταλουδίτσα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: πεταλούδα/πεταλουδίτσα της νύχτας (ευφημ.): ιερόδουλη., φαινόμενο της πεταλούδας & θεωρία/σύνδρομο της πεταλούδας: ΜΑΘ. (στη θεωρία του χάους) η ιδέα ότι μια μικρή αλλαγή στις αρχικές συνθήκες ενός δυναμικού συστήματος μπορεί να οδηγήσει μακροπρόθεσμα σε σημαντικά διαφορετικές εξελίξεις από αυτές που θα προέκυπταν, αν δεν είχε συμβεί η μεταβολή. [< αγγλ. butterfly effect, 1976] [< μεσν. πεταλούδα 2: αγγλ. butterfly, 1936]
40099πετάλωμαπε-τά-λω-μα ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) πετάλωση (η): τοποθέτηση πετάλων στις οπλές ζώων. [< μτγν. πετάλωσις]
40100πεταλώνω

πε-τα-λώ-νω ρ. (μτβ.) {πετάλω-σα, πεταλώ-θηκε, -μένος}: καρφώνω πέταλα στις οπλές ζώων, κυρ. αλόγων. ΣΥΝ. καλιγώνω ● ΦΡ.: τζιτζίκια πεταλώνουμε; (προφ.): για να δηλωθεί ότι κάποιος έχει αδιαμφισβήτητη γνώση ενός πράγματος. ΣΥΝ. μπρίκια κολλάμε (τώρα);, καλιγώνει/πεταλώνει τον ψύλλο βλ. ψύλλος [< μεσν. πεταλώνω]

40101πεταλωτήριοπε-τα-λω-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): εργαστήριο πεταλωτή.
40102πεταλωτήςπε-τα-λω-τής ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): αυτός που ασχολείται επαγγελματικά με το πετάλωμα υποζυγίων. ΣΥΝ. αλμπάνης (2) [< μεσν. πεταλωτής]
40103πέταμαπέ-τα-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): ρίψη: ~ στα σκουπίδια.|| (σπάν.) ~ της μπάλας στην εξέδρα. ΣΥΝ. πέταγμα (2) ● ΦΡ.: για πέταμα: για κάποιον ή κάτι άχρηστο, που δεν αξίζει: Η μπαταρία είναι ~ ~. Δεν έχει λεφτά ~ ~ (= για ξόδεμα, σπατάλη).|| (μτφ.) Θεωρίες ~ ~. ΣΥΝ. για τα σκουπίδια, του πεταμού
40104πεταμένος, η, ο πε-τα-μέ-νος επίθ. & (σπάν.) πεταγμένος 1. για κάτι που έχει πεταχθεί, κυρ. επειδή είναι άχρηστο· κατ' επέκτ. παραμελημένος: ~α: έγγραφα. Χαρτί ~ο στα σκουπίδια.|| Βρέθηκε σάκος ~ στον δρόμο.|| ~ες: λέξεις (= σκόρπιες). Ρούχα ~α (= ριγμένα) στο πάτωμα. Βλ. παρα~. 2. που έχει σπαταληθεί άσκοπα: ~ος: χρόνος. ~α: λόγια. Πβ. χαμένος. ● ΣΥΜΠΛ.: πεταμένα/τζάμπα/κοροϊδίστικα λεφτά βλ. λεφτά ● βλ. πετάγομαι, πετώ [< μτγν. πεταμένος]
40105πετάμενος, η, ο πε-τά-με-νος επίθ. (σπάν.-λαϊκό): πετούμενος. [< μτγν. πετάμενος]
40106πεταμόςπε-τα-μός ουσ. (αρσ.): μόνο στη ● ΦΡ.: του πεταμού & του πεταματού (προφ.) & (διαλεκτ.) του πεταμάτου: για πέταμα: Η εργασία έχει πολλά λάθη, αλλά δεν είναι και ~ ~.
40107πεταρίζειπε-τα-ρί-ζει ρ. (αμτβ.) {πετάρι-σε} 1. φτερουγίζει γρήγορα και ανάλαφρα: Η πεταλούδα/το πουλί ~.|| (μτφ.) Η καρδιά μου ~ (= σκιρτά). 2. (μτφ.) τρεμοπαίζει: ~ το μάτι μου.|| ~σε τα βλέφαρα (: τα ανοιγόκλεισε γρήγορα).
40108πετάρισμαπε-τά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) 1. γρήγορο και ανάλαφρο φτερούγισμα· σκίρτημα. 2. (μτφ.) ελαφρές συσπάσεις: ~ των βλεφάρων. Πβ. τρεμοπαίξιμο.
40109πέτασμαπέ-τα-σμα ουσ. (ουδ.) {πετάσμ-ατος | -ατα} 1. οτιδήποτε τίθεται ως διαχωριστικό ή προστατευτικό μέσο: γυάλινο/μεταλλικό/ξύλινο ~. Κατασκευή ~ατος. Αντιθορυβικά/θερμομονωτικά (πβ. πάνελ) ~ατα. ~ατα οροφής. Πβ. χώρισμα. Βλ. κατα~, παρα~, σήτα. 2. ΝΑΥΤ. άνοιγμα πανιών σε ιστιοφόρο. [< αρχ. πέτασμα ‘κάτι που είναι απλωμένο’]
40110πέτασοςπέ-τα-σος ουσ. (αρσ.): ΒΟΤ. το μεγαλύτερο από τα πέντε πέταλα της στεφάνης των ψυχανθών. Βλ. τρόπιδα. [< μτγν. πέτασος 'πλατύγυρο καπέλο']
40111πεταστήπε-τα-στή ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. χαρακτήρας της βυζαντινής σημειογραφίας που συμβολίζει το ανέβασμα της μελωδίας κατά έναν φθόγγο. Βλ. κέντημα, ολίγον. [< μεσν. πεταστή]
40112πεταχτάριπε-τα-χτά-ρι ουσ. (ουδ.): αλιευτικό εργαλείο από πετονιά με δύο ή περισσότερα αγκίστρια και ένα ή δύο βαρίδια· κυρ. συνεκδ. ψάρεμα από τη στεριά ή από βάρκα με το αντίστοιχο εργαλείο. Βλ. καθετή, παραγάδι, συρτή. [< μεσν. πεταχτάρι 'δόρυ']
40113πεταχτός, ή, ό πε-τα-χτός επίθ. (προφ.) 1. που προεξέχει έντονα: ~ή: μύτη. ~ό: πιγούνι. ~ές: φλέβες. ~ά: αυτιά/δόντια/μαλλιά/μάτια. Βλ. τουρλωτός. 2. βιαστικός, γρήγορος: ~ές: κουβέντες. Του έδωσε ένα ~ό φιλί. Έριχνε ~ές ματιές στο ρολόι. 3. που τινάζεται προς τα πάνω· κατ' επέκτ. ζωηρός, έντονος: ~ός: χορός. ~ές: κινήσεις. Με βήμα ~ό. 4. πεταχτούλης. 5. που πετάγεται ή εκτοξεύεται (προς μια επιφάνεια): ~ός: σοβάς. ● Ουσ.: πεταχτό (το): ΟΙΚΟΔ. το πρώτο κονίαμα που απλώνεται πεταχτά κυρ. σε τοίχο, για την καλύτερη πρόσφυση των επόμενων στρώσεων σοβά. ● επίρρ.: πεταχτά ● ΦΡ.: στα πεταχτά: στα γρήγορα: Είπαν δυο κουβέντες ~ ~. Ξεφύλλισα το έντυπο/τσίμπησα κάτι ~ ~. [< μεσν. πεταχτός]
40114πεταχτούλαπε-τα-χτού-λα επίθ./ουσ. (θηλ.) {αρσ. πεταχτούλης}: (για πρόσ.) χαριτωμένη και ζωηρή. Πβ. τσαχπινογαργαλιάρα.
40115πετάωβλ. πετώ

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.