| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 40108 | πετάρισμα | πε-τά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) 1. γρήγορο και ανάλαφρο φτερούγισμα· σκίρτημα. 2. (μτφ.) ελαφρές συσπάσεις: ~ των βλεφάρων. Πβ. τρεμοπαίξιμο. | |
| 40109 | πέτασμα | πέ-τα-σμα ουσ. (ουδ.) {πετάσμ-ατος | -ατα} 1. οτιδήποτε τίθεται ως διαχωριστικό ή προστατευτικό μέσο: γυάλινο/μεταλλικό/ξύλινο ~. Κατασκευή ~ατος. Αντιθορυβικά/θερμομονωτικά (πβ. πάνελ) ~ατα. ~ατα οροφής. Πβ. χώρισμα. Βλ. κατα~, παρα~, σήτα. 2. ΝΑΥΤ. άνοιγμα πανιών σε ιστιοφόρο. [< αρχ. πέτασμα ‘κάτι που είναι απλωμένο’] | |
| 40110 | πέτασος | πέ-τα-σος ουσ. (αρσ.): ΒΟΤ. το μεγαλύτερο από τα πέντε πέταλα της στεφάνης των ψυχανθών. Βλ. τρόπιδα. [< μτγν. πέτασος 'πλατύγυρο καπέλο'] | |
| 40111 | πεταστή | πε-τα-στή ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. χαρακτήρας της βυζαντινής σημειογραφίας που συμβολίζει το ανέβασμα της μελωδίας κατά έναν φθόγγο. Βλ. κέντημα, ολίγον. [< μεσν. πεταστή] | |
| 40112 | πεταχτάρι | πε-τα-χτά-ρι ουσ. (ουδ.): αλιευτικό εργαλείο από πετονιά με δύο ή περισσότερα αγκίστρια και ένα ή δύο βαρίδια· κυρ. συνεκδ. ψάρεμα από τη στεριά ή από βάρκα με το αντίστοιχο εργαλείο. Βλ. καθετή, παραγάδι, συρτή. [< μεσν. πεταχτάρι 'δόρυ'] | |
| 40113 | πεταχτός | , ή, ό πε-τα-χτός επίθ. (προφ.) 1. που προεξέχει έντονα: ~ή: μύτη. ~ό: πιγούνι. ~ές: φλέβες. ~ά: αυτιά/δόντια/μαλλιά/μάτια. Βλ. τουρλωτός. 2. βιαστικός, γρήγορος: ~ές: κουβέντες. Του έδωσε ένα ~ό φιλί. Έριχνε ~ές ματιές στο ρολόι. 3. που τινάζεται προς τα πάνω· κατ' επέκτ. ζωηρός, έντονος: ~ός: χορός. ~ές: κινήσεις. Με βήμα ~ό. 4. πεταχτούλης. 5. που πετάγεται ή εκτοξεύεται (προς μια επιφάνεια): ~ός: σοβάς. ● Ουσ.: πεταχτό (το): ΟΙΚΟΔ. το πρώτο κονίαμα που απλώνεται πεταχτά κυρ. σε τοίχο, για την καλύτερη πρόσφυση των επόμενων στρώσεων σοβά. ● επίρρ.: πεταχτά ● ΦΡ.: στα πεταχτά: στα γρήγορα: Είπαν δυο κουβέντες ~ ~. Ξεφύλλισα το έντυπο/τσίμπησα κάτι ~ ~. [< μεσν. πεταχτός] | |
| 40114 | πεταχτούλα | πε-τα-χτού-λα επίθ./ουσ. (θηλ.) {αρσ. πεταχτούλης}: (για πρόσ.) χαριτωμένη και ζωηρή. Πβ. τσαχπινογαργαλιάρα. | |
| 40115 | πετάω | βλ. πετώ | |
| 40116 | πετεινά | πε-τει-νά ουσ. (ουδ.) (τα) (λόγ.): στη ● ΦΡ.: τα πετεινά του ουρανού (ΚΔ): τα πουλιά ως πλάσματα του Θεού. [< αρχ. τά πετεινά, εν. πετεινόν ‘πτηνό’] | |
| 40117 | πετεινάρι | πε-τει-νά-ρι ουσ. (ουδ.) 1. ΟΡΝΙΘ. νεαρός ή μικρόσωμος κόκορας. Πβ. κοκοράκι. Βλ. κοτόπουλο. 2. (μτφ.-μειωτ.) εριστικός και ευερέθιστος νεαρός. ● Υποκ.: πετειναράκι (το) [< μεσν. πετεινάρι(ον)] | |
| 40118 | πετεινός | πε-τει-νός ουσ. (αρσ.) 1. ΟΡΝΙΘ. κόκορας. Βλ. λυρο~. 2. ΤΕΧΝΟΛ. (σπάν.) επικρουστήρας πυροβόλων όπλων. ● ΦΡ.: είπε ο γάιδαρος τον πετεινό κεφάλα βλ. γάιδαρος [< μτγν. πετεινός] | |
| 40119 | πετιέμαι | βλ. πετάγομαι | |
| 40120 | πετιμέζι | πε-τι-μέ-ζι ουσ. (ουδ.) & (σπάν.-λαϊκό) πετμέζι 1. πολύ γλυκό και παχύρρευστο σιρόπι που παρασκευάζεται με βράσιμο και συμπύκνωση του μούστου. 2. (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) οτιδήποτε έχει πάρα πολύ γλυκιά γεύση: ~ τον έκανες τον καφέ. Πβ. σερμπέτι. [< τουρκ. pekmez] | |
| 40122 | πέτο | πέ-το ουσ. (ουδ.): μπροστινό τμήμα παλτού ή σακακιού, συνήθ. προέκταση του γιακά, που αναδιπλώνεται στο στήθος: γαρίφαλο/καρφίτσα/μπουτονιέρα στο ~. || μικρόφωνο ~ου (πβ. ψείρα). ● ΦΡ.: αρπάζω/πιάνω κάποιον από το γιακά/το λαιμό/τα πέτα βλ. αρπάζω [< μεσν. πέτο < ιταλ. petto] | |
| 40123 | πετονιά | πε-το-νιά ουσ. (θηλ.): διάφανο, γερό, συνθετικό νήμα, κυρ. για ψάρεμα· ειδικότ. αλιευτικό εργαλείο από το αντίστοιχο υλικό, στην άκρη του οποίου δένεται αγκίστρι και βαρίδι: αόρατη (= πάρα πολύ λεπτή)/μαλακή/χοντρή ~. Μήκος/οδηγός ~ιάς. Μάζεμα της ~ιάς. Ρίχνω ~. Πβ. τσαπαρί. Βλ. μεσινέζα, παραγάδι. | |
| 40124 | πετοσφαίριση | πε-το-σφαί-ρι-ση ουσ. (θηλ.) & πετόσφαιρα (επίσ.): ΑΘΛ. βόλεϊ: ομάδα/ομοσπονδία/πρωτάθλημα/τμήμα ~ης/~ας. ● ΣΥΜΠΛ.: παράκτια πετοσφαίριση βλ. παράκτιος | |
| 40125 | πετοσφαιριστής, πετοσφαιρίστρια | πε-το-σφαι-ρι-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.) (επίσ.): βολεϊμπολίστας, βολεϊμπολίστρια. | |
| 40126 | πετούγια | βλ. μπετούγια | |
| 40127 | πετούμενος | , η, ο πε-τού-με-νος επίθ. (λαϊκό): που πετά. Βλ. ιπτάμενος. ΣΥΝ. πετάμενος ● Ουσ.: πετούμενα (τα): πτηνά. [< μεσν. πετούμενος] | |
| 40128 | πετούνια | πε-τού-νια ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ποώδες καλλωπιστικό φυτό (οικογ. Solanaceae ή Atropaceae) της Ν. Αμερικής, με μικρά φύλλα και άνθη με πλατιά πέταλα σε σχήμα χοάνης, το οποίο ανθίζει το καλοκαίρι· κατ' επέκτ. το αντίστοιχο λουλούδι. [< γαλλ. pétunia, ιταλ. petunia] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ