| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 40116 | πετεινά | πε-τει-νά ουσ. (ουδ.) (τα) (λόγ.): στη ● ΦΡ.: τα πετεινά του ουρανού (ΚΔ): τα πουλιά ως πλάσματα του Θεού. [< αρχ. τά πετεινά, εν. πετεινόν ‘πτηνό’] | |
| 40117 | πετεινάρι | πε-τει-νά-ρι ουσ. (ουδ.) 1. ΟΡΝΙΘ. νεαρός ή μικρόσωμος κόκορας. Πβ. κοκοράκι. Βλ. κοτόπουλο. 2. (μτφ.-μειωτ.) εριστικός και ευερέθιστος νεαρός. ● Υποκ.: πετειναράκι (το) [< μεσν. πετεινάρι(ον)] | |
| 40118 | πετεινός | πε-τει-νός ουσ. (αρσ.) 1. ΟΡΝΙΘ. κόκορας. Βλ. λυρο~. 2. ΤΕΧΝΟΛ. (σπάν.) επικρουστήρας πυροβόλων όπλων. ● ΦΡ.: είπε ο γάιδαρος τον πετεινό κεφάλα βλ. γάιδαρος [< μτγν. πετεινός] | |
| 40119 | πετιέμαι | βλ. πετάγομαι | |
| 40120 | πετιμέζι | πε-τι-μέ-ζι ουσ. (ουδ.) & (σπάν.-λαϊκό) πετμέζι 1. πολύ γλυκό και παχύρρευστο σιρόπι που παρασκευάζεται με βράσιμο και συμπύκνωση του μούστου. 2. (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) οτιδήποτε έχει πάρα πολύ γλυκιά γεύση: ~ τον έκανες τον καφέ. Πβ. σερμπέτι. [< τουρκ. pekmez] | |
| 40122 | πέτο | πέ-το ουσ. (ουδ.): μπροστινό τμήμα παλτού ή σακακιού, συνήθ. προέκταση του γιακά, που αναδιπλώνεται στο στήθος: γαρίφαλο/καρφίτσα/μπουτονιέρα στο ~. || μικρόφωνο ~ου (πβ. ψείρα). ● ΦΡ.: αρπάζω/πιάνω κάποιον από το γιακά/το λαιμό/τα πέτα βλ. αρπάζω [< μεσν. πέτο < ιταλ. petto] | |
| 40123 | πετονιά | πε-το-νιά ουσ. (θηλ.): διάφανο, γερό, συνθετικό νήμα, κυρ. για ψάρεμα· ειδικότ. αλιευτικό εργαλείο από το αντίστοιχο υλικό, στην άκρη του οποίου δένεται αγκίστρι και βαρίδι: αόρατη (= πάρα πολύ λεπτή)/μαλακή/χοντρή ~. Μήκος/οδηγός ~ιάς. Μάζεμα της ~ιάς. Ρίχνω ~. Πβ. τσαπαρί. Βλ. μεσινέζα, παραγάδι. | |
| 40124 | πετοσφαίριση | πε-το-σφαί-ρι-ση ουσ. (θηλ.) & πετόσφαιρα (επίσ.): ΑΘΛ. βόλεϊ: ομάδα/ομοσπονδία/πρωτάθλημα/τμήμα ~ης/~ας. ● ΣΥΜΠΛ.: παράκτια πετοσφαίριση βλ. παράκτιος | |
| 40125 | πετοσφαιριστής, πετοσφαιρίστρια | πε-το-σφαι-ρι-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.) (επίσ.): βολεϊμπολίστας, βολεϊμπολίστρια. | |
| 40126 | πετούγια | βλ. μπετούγια | |
| 40127 | πετούμενος | , η, ο πε-τού-με-νος επίθ. (λαϊκό): που πετά. Βλ. ιπτάμενος. ΣΥΝ. πετάμενος ● Ουσ.: πετούμενα (τα): πτηνά. [< μεσν. πετούμενος] | |
| 40128 | πετούνια | πε-τού-νια ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ποώδες καλλωπιστικό φυτό (οικογ. Solanaceae ή Atropaceae) της Ν. Αμερικής, με μικρά φύλλα και άνθη με πλατιά πέταλα σε σχήμα χοάνης, το οποίο ανθίζει το καλοκαίρι· κατ' επέκτ. το αντίστοιχο λουλούδι. [< γαλλ. pétunia, ιταλ. petunia] | |
| 40129 | πετοφοβία | πε-το-φο-βί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. αεροφοβία. Βλ. -φοβία. | |
| 40130 | πέτρα | πέ-τρα ουσ. (θηλ.) 1. σκληρή και συμπαγής ουσία που βρίσκεται σε μεγάλη ποσότητα στο έδαφος της Γης· κυρ. συνεκδ. τμήμα, κομμάτι από αυτό το υλικό: ακατέργαστη/βαριά/λαξευμένη/λεία/μυτερή/στρογγυλή (βλ. βότσαλο) ~. Διακοσμητικές/ηφαιστειακές/μυτερές/ορθογώνιες/πελεκητές/πολύχρωμες/πορώδεις/ποταμίσιες/τεχνητές/φυσικές ~ες. Δρόμος γεμάτος ~ες (= πετρώδης). Κάθισε (πάνω) σε μια ~ να ξεκουραστεί. Πβ. λιθάρι. Βλ. κοτρώνα, ασβεστό-, ελαφρό-, γαλαζό-, μυλό-, σκανταλό-, ταφό-πετρα.|| (ΟΙΚΟΔ.) ~ και μάρμαρο. ~ες και τούβλα. ~ες (= πλάκες) Καρύστου. Σπίτι χτισμένο με ~ες (= πετρόχτιστο).|| Κατασκευή τοίχου από ~ (πβ. λιθοδομή). (για γλύπτη:) Λειαίνει/σκαλίζει/σμιλεύει την ~.|| Εκσφενδόνισαν/πέταξαν/ρίχνουν ~ες (= πετροβολούν).|| Χέρια (σκληρά) σαν ~. ΣΥΝ. λίθος (1) 2. (κατ' επέκτ.) πετράδι: (δαχτυλίδια με) αστραφτερές/πολύτιμες ~ες. Βλ. διαμαντό~. 3. ΙΑΤΡ. (προφ.) λίθος: αφαίρεση (βλ. λιθοτριψία)/δημιουργία (βλ. λιθίαση) ~ας. Έχει/του βρήκαν ~ στα νεφρά/στη χολή (βλ. χολόλιθος). 4. ΙΑΤΡ. τρυγία: ~ στα δόντια. ~ και (οδοντική) πλάκα. Σχηματισμός ~ας. Καθαρισμός της ~ας. Προστασία κατά της ~ας. 5. τσακμακόπετρα: Αναπτήρας με ~. 6. (μτφ.) καθετί σκληρό, συμπαγές: Το στρώμα είναι ~. ● Υποκ.: πετρίτσα (η), πετρούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: η πέτρα του σκανδάλου (ΚΔ): (συνήθ. για πρόσ.) η αιτία ή αφορμή για διαμάχη: Έγινε/είναι/υπήρξε ~ ~., ημιπολύτιμοι λίθοι/ημιπολύτιμες πέτρες βλ. ημιπολύτιμος, συμπληγάδες πέτρες βλ. συμπληγάδες ● ΦΡ.: (ακόμα) και οι πέτρες (προφ.): όλοι, οι πάντες: ~ ~ γνωρίζουν ... Τον ξέρουν/το έχουν μάθει ~ ~. Γελάνε ~ ~ μαζί τους. Ξεσηκώθηκαν ~ ~ εναντίον τους., από πέτρα (μτφ.): σκληρός, άκαρδος, ασυγκίνητος: Δεν είμαι (και) ~!|| Έχει καρδιά ~., δεν έμεινε πέτρα πάνω στην πέτρα & (λόγ.) λίθος επί λίθον/λίθου & δεν άφησαν πέτρα πάνω στην πέτρα/(λόγ.) λίθον επί λίθον/λίθου (εμφατ.): (για μεγάλη καταστροφή) δεν έμεινε τίποτα όρθιο., κάνω πέτρα την καρδιά (μου)/κάνω την καρδιά (μου) πέτρα & σφίγγω την καρδιά (μου): προσπαθώ να φανώ ψύχραιμος, σκληρός, για να αντέξω κάτι· κάνω υπομονή: Θα κάνω την καρδιά ~ και θα το ανεχτώ! ΣΥΝ. σφίγγω το στόμα/τα δόντια/τα χείλη, κτίζω κάτι πέτρα πέτρα & πετραδάκι πετραδάκι: οικοδομώ ή μτφ. δημιουργώ κάτι σταδιακά και με επιμονή: Το σπίτι κτίστηκε ~.|| Η εταιρεία έκτισε ~ τη θέση της στην αγορά., όποια πέτρα κι αν σηκώσεις, θα τον βρεις από κάτω 1. ανακατεύεται σε όλα, είναι πανταχού παρών. 2. έχει παντού γνωριμίες, διασυνδέσεις., ράγισαν και οι πέτρες: για να δηλωθεί κλίμα βαρύτατου πένθους, θρήνου: ~ ~ στην κηδεία του ..., ρίχνω μαύρη πέτρα (πίσω μου): φεύγω και δεν ξαναγυρνώ κάπου, ξεχνώντας πρόσωπα και καταστάσεις., το στομάχι του αλέθει και πέτρες: για κάποιον με πολύ γερό στομάχι, που χωνεύει εύκολα ακόμη και δύσπεπτες τροφές. ΣΥΝ. ο καλός ο μύλος όλα τ' αλέθει, παίρνω κάποιον με τις λεμονόκουπες/τις ντομάτες/τα γιαούρτια/τ' αβγά βλ. παίρνω, πέτρα που (θέλει να) κυλά, (ποτέ) δεν χορταριάζει/λιθάρι που κυλάει, χόρτο δεν κρατάει βλ. κυλάω, ρίχνω σε κάποιον/κάτι το ανάθεμα/το(ν) λίθο του αναθέματος βλ. ανάθεμα, στύβει την πέτρα βλ. στύβω [< αρχ. πέτρα ‘βράχος’, μτγν. ~ ‘λίθος’] | |
| 40131 | πετραδάκι | πε-τρα-δά-κι ουσ. (ουδ.): πολύ μικρή πέτρα: ψιλό ~.|| (μτφ.) Κοντεύει πια να μάθει και το τελευταίο ~ της διαδρομής (= και την παραμικρή λεπτομέρεια). ● ΦΡ.: βάζω ένα (μικρό) πετραδάκι & προσθέτω ένα (μικρό) πετραδάκι (μτφ.): συμβάλλω σε κάποιο βαθμό στην επιτυχία ενός σκοπού, μιας προσπάθειας. Πβ. λιθαράκι., κτίζω κάτι πέτρα πέτρα βλ. πέτρα [< μεσν. πετραδάκι] | |
| 40132 | πετράδι | πε-τρά-δι ουσ. (ουδ.): πολύτιμος ή σπανιότ. ημιπολύτιμος λίθος ο οποίος χρησιμοποιείται κυρ. στην κοσμηματοποιία: ανεκτίμητο/κόκκινο/λαμπερό ~. Πβ. τζιβαέρι. [< μεσν. πετράδι(ν)] | |
| 40133 | πετράς | πε-τράς ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): τεχνίτης που κατεργάζεται πέτρες. Πβ. λιθοξόος. Βλ. -άς. | |
| 40134 | πετραχήλι | πε-τρα-χή-λι ουσ. (ουδ.) {πετραχηλ-ιού} (λαϊκό): ΕΚΚΛΗΣ. μακρόστενο άμφιο με χρυσοκέντητους σταυρούς και κρόσσια στο κάτω μέρος, το οποίο ο ιερέας φορά από τον λαιμό κατά την τέλεση ιεροπραξιών. ΣΥΝ. επιτραχήλιο, περιτραχήλιο (2) ● ΦΡ.: λαγούς με/και πετραχήλια βλ. λαγός [< μεσν. πετραχήλι(ν) < επιτραχήλιον. Στη ΦΡ. λαγούς με πετραχήλια πρόκειται για το περιτραχήλιον, ‘περιδέραιο, περιλαίμιο’] | |
| 40135 | πετρελαιαγωγός | πε-τρε-λαι-α-γω-γός ουσ. (αρσ.): αγωγός για μεταφορά, διοχέτευση συνήθ. αργού πετρελαίου. Βλ. -αγωγός. [< αγγλ. oil pipeline] | |
| 40136 | πετρελαιάς | πε-τρε-λαι-άς ουσ. (αρσ.) (προφ.) 1. πρόσωπο που κυρ. παράγει ή/και εμπορεύεται το πετρέλαιο: Άραβας ~. Πβ. πετρελαιοπαραγωγός. Βλ. -άς. 2. επαγγελματίας που μεταφέρει πετρέλαιο με βυτιοφόρο και το διοχετεύει στην αγορά. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ