| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 40129 | πετοφοβία | πε-το-φο-βί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. αεροφοβία. Βλ. -φοβία. | |
| 40130 | πέτρα | πέ-τρα ουσ. (θηλ.) 1. σκληρή και συμπαγής ουσία που βρίσκεται σε μεγάλη ποσότητα στο έδαφος της Γης· κυρ. συνεκδ. τμήμα, κομμάτι από αυτό το υλικό: ακατέργαστη/βαριά/λαξευμένη/λεία/μυτερή/στρογγυλή (βλ. βότσαλο) ~. Διακοσμητικές/ηφαιστειακές/μυτερές/ορθογώνιες/πελεκητές/πολύχρωμες/πορώδεις/ποταμίσιες/τεχνητές/φυσικές ~ες. Δρόμος γεμάτος ~ες (= πετρώδης). Κάθισε (πάνω) σε μια ~ να ξεκουραστεί. Πβ. λιθάρι. Βλ. κοτρώνα, ασβεστό-, ελαφρό-, γαλαζό-, μυλό-, σκανταλό-, ταφό-πετρα.|| (ΟΙΚΟΔ.) ~ και μάρμαρο. ~ες και τούβλα. ~ες (= πλάκες) Καρύστου. Σπίτι χτισμένο με ~ες (= πετρόχτιστο).|| Κατασκευή τοίχου από ~ (πβ. λιθοδομή). (για γλύπτη:) Λειαίνει/σκαλίζει/σμιλεύει την ~.|| Εκσφενδόνισαν/πέταξαν/ρίχνουν ~ες (= πετροβολούν).|| Χέρια (σκληρά) σαν ~. ΣΥΝ. λίθος (1) 2. (κατ' επέκτ.) πετράδι: (δαχτυλίδια με) αστραφτερές/πολύτιμες ~ες. Βλ. διαμαντό~. 3. ΙΑΤΡ. (προφ.) λίθος: αφαίρεση (βλ. λιθοτριψία)/δημιουργία (βλ. λιθίαση) ~ας. Έχει/του βρήκαν ~ στα νεφρά/στη χολή (βλ. χολόλιθος). 4. ΙΑΤΡ. τρυγία: ~ στα δόντια. ~ και (οδοντική) πλάκα. Σχηματισμός ~ας. Καθαρισμός της ~ας. Προστασία κατά της ~ας. 5. τσακμακόπετρα: Αναπτήρας με ~. 6. (μτφ.) καθετί σκληρό, συμπαγές: Το στρώμα είναι ~. ● Υποκ.: πετρίτσα (η), πετρούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: η πέτρα του σκανδάλου (ΚΔ): (συνήθ. για πρόσ.) η αιτία ή αφορμή για διαμάχη: Έγινε/είναι/υπήρξε ~ ~., ημιπολύτιμοι λίθοι/ημιπολύτιμες πέτρες βλ. ημιπολύτιμος, συμπληγάδες πέτρες βλ. συμπληγάδες ● ΦΡ.: (ακόμα) και οι πέτρες (προφ.): όλοι, οι πάντες: ~ ~ γνωρίζουν ... Τον ξέρουν/το έχουν μάθει ~ ~. Γελάνε ~ ~ μαζί τους. Ξεσηκώθηκαν ~ ~ εναντίον τους., από πέτρα (μτφ.): σκληρός, άκαρδος, ασυγκίνητος: Δεν είμαι (και) ~!|| Έχει καρδιά ~., δεν έμεινε πέτρα πάνω στην πέτρα & (λόγ.) λίθος επί λίθον/λίθου & δεν άφησαν πέτρα πάνω στην πέτρα/(λόγ.) λίθον επί λίθον/λίθου (εμφατ.): (για μεγάλη καταστροφή) δεν έμεινε τίποτα όρθιο., κάνω πέτρα την καρδιά (μου)/κάνω την καρδιά (μου) πέτρα & σφίγγω την καρδιά (μου): προσπαθώ να φανώ ψύχραιμος, σκληρός, για να αντέξω κάτι· κάνω υπομονή: Θα κάνω την καρδιά ~ και θα το ανεχτώ! ΣΥΝ. σφίγγω το στόμα/τα δόντια/τα χείλη, κτίζω κάτι πέτρα πέτρα & πετραδάκι πετραδάκι: οικοδομώ ή μτφ. δημιουργώ κάτι σταδιακά και με επιμονή: Το σπίτι κτίστηκε ~.|| Η εταιρεία έκτισε ~ τη θέση της στην αγορά., όποια πέτρα κι αν σηκώσεις, θα τον βρεις από κάτω 1. ανακατεύεται σε όλα, είναι πανταχού παρών. 2. έχει παντού γνωριμίες, διασυνδέσεις., ράγισαν και οι πέτρες: για να δηλωθεί κλίμα βαρύτατου πένθους, θρήνου: ~ ~ στην κηδεία του ..., ρίχνω μαύρη πέτρα (πίσω μου): φεύγω και δεν ξαναγυρνώ κάπου, ξεχνώντας πρόσωπα και καταστάσεις., το στομάχι του αλέθει και πέτρες: για κάποιον με πολύ γερό στομάχι, που χωνεύει εύκολα ακόμη και δύσπεπτες τροφές. ΣΥΝ. ο καλός ο μύλος όλα τ' αλέθει, παίρνω κάποιον με τις λεμονόκουπες/τις ντομάτες/τα γιαούρτια/τ' αβγά βλ. παίρνω, πέτρα που (θέλει να) κυλά, (ποτέ) δεν χορταριάζει/λιθάρι που κυλάει, χόρτο δεν κρατάει βλ. κυλάω, ρίχνω σε κάποιον/κάτι το ανάθεμα/το(ν) λίθο του αναθέματος βλ. ανάθεμα, στύβει την πέτρα βλ. στύβω [< αρχ. πέτρα ‘βράχος’, μτγν. ~ ‘λίθος’] | |
| 40131 | πετραδάκι | πε-τρα-δά-κι ουσ. (ουδ.): πολύ μικρή πέτρα: ψιλό ~.|| (μτφ.) Κοντεύει πια να μάθει και το τελευταίο ~ της διαδρομής (= και την παραμικρή λεπτομέρεια). ● ΦΡ.: βάζω ένα (μικρό) πετραδάκι & προσθέτω ένα (μικρό) πετραδάκι (μτφ.): συμβάλλω σε κάποιο βαθμό στην επιτυχία ενός σκοπού, μιας προσπάθειας. Πβ. λιθαράκι., κτίζω κάτι πέτρα πέτρα βλ. πέτρα [< μεσν. πετραδάκι] | |
| 40132 | πετράδι | πε-τρά-δι ουσ. (ουδ.): πολύτιμος ή σπανιότ. ημιπολύτιμος λίθος ο οποίος χρησιμοποιείται κυρ. στην κοσμηματοποιία: ανεκτίμητο/κόκκινο/λαμπερό ~. Πβ. τζιβαέρι. [< μεσν. πετράδι(ν)] | |
| 40133 | πετράς | πε-τράς ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): τεχνίτης που κατεργάζεται πέτρες. Πβ. λιθοξόος. Βλ. -άς. | |
| 40134 | πετραχήλι | πε-τρα-χή-λι ουσ. (ουδ.) {πετραχηλ-ιού} (λαϊκό): ΕΚΚΛΗΣ. μακρόστενο άμφιο με χρυσοκέντητους σταυρούς και κρόσσια στο κάτω μέρος, το οποίο ο ιερέας φορά από τον λαιμό κατά την τέλεση ιεροπραξιών. ΣΥΝ. επιτραχήλιο, περιτραχήλιο (2) ● ΦΡ.: λαγούς με/και πετραχήλια βλ. λαγός [< μεσν. πετραχήλι(ν) < επιτραχήλιον. Στη ΦΡ. λαγούς με πετραχήλια πρόκειται για το περιτραχήλιον, ‘περιδέραιο, περιλαίμιο’] | |
| 40135 | πετρελαιαγωγός | πε-τρε-λαι-α-γω-γός ουσ. (αρσ.): αγωγός για μεταφορά, διοχέτευση συνήθ. αργού πετρελαίου. Βλ. -αγωγός. [< αγγλ. oil pipeline] | |
| 40136 | πετρελαιάς | πε-τρε-λαι-άς ουσ. (αρσ.) (προφ.) 1. πρόσωπο που κυρ. παράγει ή/και εμπορεύεται το πετρέλαιο: Άραβας ~. Πβ. πετρελαιοπαραγωγός. Βλ. -άς. 2. επαγγελματίας που μεταφέρει πετρέλαιο με βυτιοφόρο και το διοχετεύει στην αγορά. | |
| 40137 | πετρελαϊκός | , ή, ό πε-τρε-λα-ϊ-κός επίθ.: που σχετίζεται με το πετρέλαιο: ~ός: κλάδος/κολοσσός (: εταιρεία). ~ή: αγορά/βιομηχανία/ζώνη (: περιοχή)/παραγωγή/ρύπανση. ~ό: εμπάργκο. ~ά: αποθέματα/κοιτάσματα/συμφέροντα.|| (ΧΗΜ.) ~ός: αιθέρας/οπτάνθρακας (= πετ-κοκ). ● ΣΥΜΠΛ.: πετρελαϊκή κρίση: ΟΙΚΟΝ. ύφεση της οικονομίας που προκύπτει από μεγάλη αύξηση της τιμής του πετρελαίου. [< γαλλ. choc pétrolier] | |
| 40138 | πετρέλαιο | πε-τρέ-λαι-ο ουσ. (ουδ.) {πετρελαί-ου}: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. υγρό ορυκτό εύφλεκτο καύσιμο, μείγμα υδρογονανθράκων και άλλων οργανικών ενώσεων φυσικής προέλευσης, ελαιώδες ή παχύρρευστο, με καστανό-μαύρο ή καστανό-κίτρινο χρώμα και χαρακτηριστική δυσάρεστη οσμή, αδιάλυτο στο νερό και ελαφρύτερο από αυτό, το οποίο αποτελεί τη σημαντικότερη πηγή ενέργειας, αλλά και πρώτη ύλη για την παραγωγή πολλών προϊόντων: ~ εσωτερικής καύσης/θέρμανσης/κίνησης (: που χρησιμοποιείται σε κινητήρες οχημάτων). ~ ντίζελ. Αγωγός/άντληση/αποθέματα/γεώτρηση/δεξαμενή/διανομή/εξόρυξη/κατανάλωση ~ου. Παράγωγα ~ου (= πετρελαιοειδή). Δημιουργία του ~ου (: από την αποσύνθεση κυρ. θαλάσσιων φυτικών και ζωικών οργανισμών που εγκλείστηκαν σε πετρώματα σε μεγάλο βάθος στη Γη). Καυστήρας/λάμπα/σόμπα ~ου. Βιομηχανίες/εταιρείες ~ου (= πετρελαιοβιομηχανίες). Λάδια από ~. Ρύπανση από το ~. Βρέθηκε ~ (= κοιτάσματα ~ου). Το ~ ανήκει στις εξαντλήσιμες/μη ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Εργοστάσια/µηχανές/οχήματα που καίνε ~.|| Γεωλογία/Τεχνολογία ~ου. Μηχανική ~ων. Βλ. πετροχημικά.|| (ΟΙΚΟΝ.) Στα ... δολάρια το βαρέλι διαμορφώθηκε η τιμή του ~ου. ΣΥΝ. μαύρος χρυσός ● ΣΥΜΠΛ.: (κλασματική) απόσταξη πετρελαίου: η σημαντικότερη διαδικασία της διύλισης η οποία πραγματοποιείται σε υψικάμινους, όπου με θέρμανση οι βαρύτεροι υδρογονάνθρακες υγροποιούνται, ενώ οι ελαφρύτεροι παραμένουν σε αέρια κατάσταση και λαμβάνονται από ειδικές εξόδους: προϊόντα της ~ης ~ (= κλάσματα ~ου) (: αιθ-, βουτ-, μεθ-, προπ-άνιο, κηροζίνη, ορυκτέλαια)., αργό πετρέλαιο & ακάθαρτο/ακατέργαστο/ορυκτό/μπρεντ πετρέλαιο: πετρέλαιο στη φυσική του μορφή, όπως εξάγεται από τις πετρελαιοπηγές. [< αγγλ. crude oil] , βαρύ πετρέλαιο: μαζούτ., διύλιση πετρελαίου: ειδική κατεργασία διαχωρισμού του αργού πετρελαίου στα προϊόντα του, μέσω της συνεχούς κλασματικής απόσταξης. Βλ. αποθείωση., φωτιστικό πετρέλαιο: κηροζίνη. [< γαλλ. pétrole lampant] , κηλίδα πετρελαίου βλ. κηλίδα, τόνος ισοδύναμου πετρελαίου (ΤΙΠ) βλ. τόνος2, υγροποιημένο αέριο πετρελαίου βλ. αέριο ● ΦΡ.: μου άλλαξε τα φώτα βλ. φως [< μεσν. πετρέλαιον, γαλλ. pétrole, αγγλ. petroleum, γερμ. Petroleum] | |
| 40139 | πετρελαιο- & πετρελαι- | & πετρελαιό-: το ουσιαστικό πετρέλαιο ως α' συνθετικό λέξεων: πετρελαιο-κηλίδα/~πηγή. Πετρελαι-αγωγός. Πβ. πετρο-.|| Πετρελαιο-κίνητος (βλ. βενζινο-). | |
| 40140 | πετρελαιοβιομηχανία | πε-τρε-λαι-ο-βι-ο-μη-χα-νί-α ουσ. (θηλ.): βιομηχανία παραγωγής και επεξεργασίας πετρελαίου· ειδικότ. ο αντίστοιχος κλάδος. Βλ. -βιομηχανία. | |
| 40141 | πετρελαιοειδή | [πετρελαιοειδῆ] πε-τρε-λαι-ο-ει-δή ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. πετρελαιοειδές}: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. τα προϊόντα που προκύπτουν από τη διύλιση του αργού πετρελαίου: ελαφρά ~. Ρύπανση από ~. Διαρροή ~ών στη θάλασσα/από το ναυάγιο. Βλ. πετροχημικά. | |
| 40142 | πετρελαιοεξαγωγικός | , ή, ό πε-τρε-λαι-ο-ε-ξα-γω-γι-κός επίθ. (λόγ.): που εξάγει πετρέλαιο: ~ή: χώρα. | |
| 40143 | πετρελαιοκηλίδα | πε-τρε-λαι-ο-κη-λί-δα ουσ. (θηλ.): ποσότητα πετρελαίου που απλώνεται κυρ. σε θάλασσα, συνήθ. από διαρροή σε πλοίο, και προκαλεί μόλυνση του περιβάλλοντος: τεράστια ~. ~ μήκους ... χιλιομέτρων. ΣΥΝ. κηλίδα πετρελαίου [< αγγλ. oil slick, 1887] | |
| 40144 | πετρελαιοκίνηση | πε-τρε-λαι-ο-κί-νη-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. κίνηση οχημάτων με την καύση πετρελαίου: ~ των ΙΧ αυτοκινήτων. [< αγγλ. dieselization, 1925] | |
| 40145 | πετρελαιοκινητήρας | πε-τρε-λαι-ο-κι-νη-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. κινητήρας ντίζελ: δίλιτρος/τετρακύλινδρος/υπερτροφοδοτούμενος ~. Οχήματα με ~α. Βλ. βενζινοκινητήρας. | |
| 40146 | πετρελαιοκίνητος | , η, ο πε-τρε-λαι-ο-κί-νη-τος επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. (για όχημα ή μηχάνημα) που κινείται ή λειτουργεί με πετρέλαιο: ~η: έκδοση (αυτοκινήτου)/μηχανή. ~ο: μοντέλο (αμαξιού)/φορτηγό. Βλ. -κίνητος. | |
| 40147 | πετρελαιομηχανή | πε-τρε-λαι-ο-μη-χα-νή ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. πετρελαιοκινητήρας: εσωλέμβια ~ (: για θαλάσσιο σκάφος). Βλ. -μηχανή. [< αγγλ. diesel engine] | |
| 40148 | πετρελαιοπαραγωγή | πε-τρε-λαι-ο-πα-ρα-γω-γή ουσ. (θηλ.): παραγωγή πετρελαίου. Βλ. -παραγωγή. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ