Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [40740-40760]

IDΛήμμαΕρμηνεία
40149πετρελαιοπαραγωγικός, ή, ό πε-τρε-λαι-ο-πα-ρα-γω-γι-κός επίθ.: που παράγει πετρέλαιο: ~ή: περιοχή/χώρα. Βλ. -παραγωγικός. ΣΥΝ. πετρελαιοπαραγωγός
40150πετρελαιοπαραγωγός, ός, ό πε-τρε-λαι-ο-πα-ρα-γω-γός επίθ. (επίσ.): πετρελαιοπαραγωγικός: ~ός: εταιρεία/χώρα. Βλ. Ο.ΠΕ.Κ., -παραγωγός2. ● Ουσ.: πετρελαιοπαραγωγός (ο/η): πρόσωπο που έχει πετρελαιοπηγές. Πβ. πετρελαιάς. Βλ. -παραγωγός1. [< αγγλ. oil-producing]
40151πετρελαιοπηγήπε-τρε-λαι-ο-πη-γή ουσ. (θηλ.): σημείο άντλησης πετρελαίου και οι αντίστοιχες εγκαταστάσεις: αναβλύζουσα/υποθαλάσσια ~. [< αγγλ. oil well]
40152πετρελαιοπιθανός, ή, ό πε-τρε-λαι-ο-πι-θα-νός επίθ.: (για περιοχή) όπου υπάρχει πιθανότητα εύρεσης πετρελαίου: ~ά: κοιτάσματα.
40153πετρελαιοφόροπε-τρε-λαι-ο-φό-ρο ουσ. (ουδ.): ΝΑΥΤ. ειδικό πλοίο για τη μεταφορά κυρ. πετρελαίου, αλλά και άλλων πετρελαιοειδών. ΣΥΝ. γκαζάδικο, δεξαμενόπλοιο, τάνκερ [< γαλλ. pétrolier]
40154πετρελαιοφόρος, α/ος, ο πε-τρε-λαι-ο-φό-ρος επίθ. 1. που περιέχει πετρέλαιο: ~ος: περιοχή. ~α: κοιτάσματα. 2. που μεταφέρει πετρέλαιο: ~α: οχήματα/πλοία. Βλ. -φόρος. [< 1: γαλλ. pétrolifère 2: γαλλ. pétrolier]
40155πετριάπε-τρι-ά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. ρίξιμο πέτρας ή το χτύπημα από αυτό. 2. (μτφ.) έμμονη ιδέα, λόξα, μανία: Έχει φάει ~ (= κόλλημα) με τις μηχανές. [< 1: μεσν. πετριά]
40156πέτρινος, η, ο πέ-τρι-νος επίθ. 1. φτιαγμένος από πέτρα: ~ος: τοίχος. ~η: βρύση/σκάλα. ~ο: άγαλμα/γεφύρι/κτίριο/σπίτι. ~α: σοκάκια. Πβ. λιθό-, πετρό-κτιστος. ΣΥΝ. λίθινος 2. (μτφ.) σκληρός, άπονος, ψυχρός: ~η: καρδιά. ● ΣΥΜΠΛ.: πέτρινα χρόνια: περίοδος ιδιαίτερα δύσκολη, κατά την οποία ένας λαός ή μια γενιά βιώνει δυστυχία και κακουχίες: τα ~ ~ της δικτατορίας/της Κατοχής. Βλ. μολυβένια χρόνια. [< αρχ. πέτρινος]
40157πετρίτηςπε-τρί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. είδος γερακιού (επιστ. ονομασ. Falco peregrinus) με κοντή ουρά και ανοιχτόχρωμο φτέρωμα στο κάτω μέρος του σώματός του, το οποίο πετάει με μεγάλη ταχύτητα. Βλ. κιρκινέζι, μαυρο~. [< μεσν. πετρίτης]
40158πετρο1- & πετρό-: α' συνθετικό λέξεων με αναφορά σε πέτρα, βραχώδη εδάφη ή πετρώματα: πετρο-πόλεμος. Πετρό-χτιστος.|| (σε κοινές ονομασ. ζώων) Πετρο-χελίδονο.|| Πετρο-λογία (πβ. λιθο-).
40159πετρο2-: πρόθημα λέξεων που αναφέρονται στο πετρέλαιο: ~δολάριο/~χημικός. Πβ. πετρελαιο-.
40160πετροβάμβακαςπε-τρο-βάμ-βα-κας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. ινώδες τεχνητό υλικό με ηχομονωτικές, θερμομονωτικές ιδιότητες και αντοχή σε υψηλές θερμοκρασίες, το οποίο χρησιμοποιείται ευρέως στις οικοδομές, στη βιομηχανία, τη ναυτιλία και τη γεωργία. ΣΥΝ. ορυκτό μαλλί. Βλ. υαλοβάμβακας. [< αγγλ. rock wool, 1928]
40161πετροβόλημαπε-τρο-βό-λη-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του πετροβολώ.
40162πετροβολισμόςπε-τρο-βο-λι-σμός ουσ. (αρσ.): λιθοβολισμός. [< μτγν. πετροβολισμός]
40163πετροβολώ[πετροβολῶ] πε-τρο-βο-λώ ρ. (μτβ.) {πετροβολ-είς κ. -άς ..., -ώντας | πετροβόλ-ησα, -είται, -ήθηκε, -ημένος} ΣΥΝ. λιθοβολώ 1. πετώ πέτρες, για να χτυπήσω κάποιον ή κάτι: Άγνωστοι άρχισαν να ~ούν τα βαγόνια της αμαξοστοιχίας/τα τζάμια. Βλ. -βολώ. 2. (μτφ.) στρέφομαι εναντίον κάποιου ή τον επικρίνω έντονα και συνήθ. άδικα: Όταν φτάνεις στην κορυφή, σε ~ούν. Τα δέντρα που έχουν καρπούς πετροβολούν (γνωμ.). Πβ. στήνω κάποιον στα έξι/τρία μέτρα/στον τοίχο. [< 1: μτγν. πετροβολῶ]
40164πετρογένεσηπε-τρο-γέ-νε-ση ουσ. (θηλ.) & πετρογονία ΓΕΩΛ. 1. η μελέτη των διεργασιών γένεσης και εξέλιξης των πετρωμάτων, ιδ. των πυριγενών και των μεταμορφωμένων, που αποτελεί ένα από τα αντικείμενα της πετρολογίας. Βλ. -γένεση, πετρογραφία. 2. η διαδικασία σχηματισμού πετρωμάτων. [< αγγλ. petrogenesis, γαλλ. pétrogenèse]
40165πετρογενετικός, ή, ό πε-τρο-γε-νε-τι-κός επίθ.: ΓΕΩΛ. που σχετίζεται με την πετρογένεση: ~ά: ορυκτά. [< αγγλ. petrogenetic, 1911, γαλλ. pétrogénétique]
40166πετρογέφυροπε-τρο-γέ-φυ-ρο ουσ. (ουδ.): πέτρινο γεφύρι: γραφικό ~.
40167πετρογκάζπε-τρο-γκάζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή για μαγείρεμα που λειτουργεί με υγραέριο. [< ελλην. εμπορ. ονομασ. ~, 1953]
40168πετρογονίαβλ. πετρογένεση

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.