| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 40137 | πετρελαϊκός | , ή, ό πε-τρε-λα-ϊ-κός επίθ.: που σχετίζεται με το πετρέλαιο: ~ός: κλάδος/κολοσσός (: εταιρεία). ~ή: αγορά/βιομηχανία/ζώνη (: περιοχή)/παραγωγή/ρύπανση. ~ό: εμπάργκο. ~ά: αποθέματα/κοιτάσματα/συμφέροντα.|| (ΧΗΜ.) ~ός: αιθέρας/οπτάνθρακας (= πετ-κοκ). ● ΣΥΜΠΛ.: πετρελαϊκή κρίση: ΟΙΚΟΝ. ύφεση της οικονομίας που προκύπτει από μεγάλη αύξηση της τιμής του πετρελαίου. [< γαλλ. choc pétrolier] | |
| 40138 | πετρέλαιο | πε-τρέ-λαι-ο ουσ. (ουδ.) {πετρελαί-ου}: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. υγρό ορυκτό εύφλεκτο καύσιμο, μείγμα υδρογονανθράκων και άλλων οργανικών ενώσεων φυσικής προέλευσης, ελαιώδες ή παχύρρευστο, με καστανό-μαύρο ή καστανό-κίτρινο χρώμα και χαρακτηριστική δυσάρεστη οσμή, αδιάλυτο στο νερό και ελαφρύτερο από αυτό, το οποίο αποτελεί τη σημαντικότερη πηγή ενέργειας, αλλά και πρώτη ύλη για την παραγωγή πολλών προϊόντων: ~ εσωτερικής καύσης/θέρμανσης/κίνησης (: που χρησιμοποιείται σε κινητήρες οχημάτων). ~ ντίζελ. Αγωγός/άντληση/αποθέματα/γεώτρηση/δεξαμενή/διανομή/εξόρυξη/κατανάλωση ~ου. Παράγωγα ~ου (= πετρελαιοειδή). Δημιουργία του ~ου (: από την αποσύνθεση κυρ. θαλάσσιων φυτικών και ζωικών οργανισμών που εγκλείστηκαν σε πετρώματα σε μεγάλο βάθος στη Γη). Καυστήρας/λάμπα/σόμπα ~ου. Βιομηχανίες/εταιρείες ~ου (= πετρελαιοβιομηχανίες). Λάδια από ~. Ρύπανση από το ~. Βρέθηκε ~ (= κοιτάσματα ~ου). Το ~ ανήκει στις εξαντλήσιμες/μη ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Εργοστάσια/µηχανές/οχήματα που καίνε ~.|| Γεωλογία/Τεχνολογία ~ου. Μηχανική ~ων. Βλ. πετροχημικά.|| (ΟΙΚΟΝ.) Στα ... δολάρια το βαρέλι διαμορφώθηκε η τιμή του ~ου. ΣΥΝ. μαύρος χρυσός ● ΣΥΜΠΛ.: (κλασματική) απόσταξη πετρελαίου: η σημαντικότερη διαδικασία της διύλισης η οποία πραγματοποιείται σε υψικάμινους, όπου με θέρμανση οι βαρύτεροι υδρογονάνθρακες υγροποιούνται, ενώ οι ελαφρύτεροι παραμένουν σε αέρια κατάσταση και λαμβάνονται από ειδικές εξόδους: προϊόντα της ~ης ~ (= κλάσματα ~ου) (: αιθ-, βουτ-, μεθ-, προπ-άνιο, κηροζίνη, ορυκτέλαια)., αργό πετρέλαιο & ακάθαρτο/ακατέργαστο/ορυκτό/μπρεντ πετρέλαιο: πετρέλαιο στη φυσική του μορφή, όπως εξάγεται από τις πετρελαιοπηγές. [< αγγλ. crude oil] , βαρύ πετρέλαιο: μαζούτ., διύλιση πετρελαίου: ειδική κατεργασία διαχωρισμού του αργού πετρελαίου στα προϊόντα του, μέσω της συνεχούς κλασματικής απόσταξης. Βλ. αποθείωση., φωτιστικό πετρέλαιο: κηροζίνη. [< γαλλ. pétrole lampant] , κηλίδα πετρελαίου βλ. κηλίδα, τόνος ισοδύναμου πετρελαίου (ΤΙΠ) βλ. τόνος2, υγροποιημένο αέριο πετρελαίου βλ. αέριο ● ΦΡ.: μου άλλαξε τα φώτα βλ. φως [< μεσν. πετρέλαιον, γαλλ. pétrole, αγγλ. petroleum, γερμ. Petroleum] | |
| 40139 | πετρελαιο- & πετρελαι- | & πετρελαιό-: το ουσιαστικό πετρέλαιο ως α' συνθετικό λέξεων: πετρελαιο-κηλίδα/~πηγή. Πετρελαι-αγωγός. Πβ. πετρο-.|| Πετρελαιο-κίνητος (βλ. βενζινο-). | |
| 40140 | πετρελαιοβιομηχανία | πε-τρε-λαι-ο-βι-ο-μη-χα-νί-α ουσ. (θηλ.): βιομηχανία παραγωγής και επεξεργασίας πετρελαίου· ειδικότ. ο αντίστοιχος κλάδος. Βλ. -βιομηχανία. | |
| 40141 | πετρελαιοειδή | [πετρελαιοειδῆ] πε-τρε-λαι-ο-ει-δή ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. πετρελαιοειδές}: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. τα προϊόντα που προκύπτουν από τη διύλιση του αργού πετρελαίου: ελαφρά ~. Ρύπανση από ~. Διαρροή ~ών στη θάλασσα/από το ναυάγιο. Βλ. πετροχημικά. | |
| 40142 | πετρελαιοεξαγωγικός | , ή, ό πε-τρε-λαι-ο-ε-ξα-γω-γι-κός επίθ. (λόγ.): που εξάγει πετρέλαιο: ~ή: χώρα. | |
| 40143 | πετρελαιοκηλίδα | πε-τρε-λαι-ο-κη-λί-δα ουσ. (θηλ.): ποσότητα πετρελαίου που απλώνεται κυρ. σε θάλασσα, συνήθ. από διαρροή σε πλοίο, και προκαλεί μόλυνση του περιβάλλοντος: τεράστια ~. ~ μήκους ... χιλιομέτρων. ΣΥΝ. κηλίδα πετρελαίου [< αγγλ. oil slick, 1887] | |
| 40144 | πετρελαιοκίνηση | πε-τρε-λαι-ο-κί-νη-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. κίνηση οχημάτων με την καύση πετρελαίου: ~ των ΙΧ αυτοκινήτων. [< αγγλ. dieselization, 1925] | |
| 40145 | πετρελαιοκινητήρας | πε-τρε-λαι-ο-κι-νη-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. κινητήρας ντίζελ: δίλιτρος/τετρακύλινδρος/υπερτροφοδοτούμενος ~. Οχήματα με ~α. Βλ. βενζινοκινητήρας. | |
| 40146 | πετρελαιοκίνητος | , η, ο πε-τρε-λαι-ο-κί-νη-τος επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. (για όχημα ή μηχάνημα) που κινείται ή λειτουργεί με πετρέλαιο: ~η: έκδοση (αυτοκινήτου)/μηχανή. ~ο: μοντέλο (αμαξιού)/φορτηγό. Βλ. -κίνητος. | |
| 40147 | πετρελαιομηχανή | πε-τρε-λαι-ο-μη-χα-νή ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. πετρελαιοκινητήρας: εσωλέμβια ~ (: για θαλάσσιο σκάφος). Βλ. -μηχανή. [< αγγλ. diesel engine] | |
| 40148 | πετρελαιοπαραγωγή | πε-τρε-λαι-ο-πα-ρα-γω-γή ουσ. (θηλ.): παραγωγή πετρελαίου. Βλ. -παραγωγή. | |
| 40149 | πετρελαιοπαραγωγικός | , ή, ό πε-τρε-λαι-ο-πα-ρα-γω-γι-κός επίθ.: που παράγει πετρέλαιο: ~ή: περιοχή/χώρα. Βλ. -παραγωγικός. ΣΥΝ. πετρελαιοπαραγωγός | |
| 40150 | πετρελαιοπαραγωγός | , ός, ό πε-τρε-λαι-ο-πα-ρα-γω-γός επίθ. (επίσ.): πετρελαιοπαραγωγικός: ~ός: εταιρεία/χώρα. Βλ. Ο.ΠΕ.Κ., -παραγωγός2. ● Ουσ.: πετρελαιοπαραγωγός (ο/η): πρόσωπο που έχει πετρελαιοπηγές. Πβ. πετρελαιάς. Βλ. -παραγωγός1. [< αγγλ. oil-producing] | |
| 40151 | πετρελαιοπηγή | πε-τρε-λαι-ο-πη-γή ουσ. (θηλ.): σημείο άντλησης πετρελαίου και οι αντίστοιχες εγκαταστάσεις: αναβλύζουσα/υποθαλάσσια ~. [< αγγλ. oil well] | |
| 40152 | πετρελαιοπιθανός | , ή, ό πε-τρε-λαι-ο-πι-θα-νός επίθ.: (για περιοχή) όπου υπάρχει πιθανότητα εύρεσης πετρελαίου: ~ά: κοιτάσματα. | |
| 40153 | πετρελαιοφόρο | πε-τρε-λαι-ο-φό-ρο ουσ. (ουδ.): ΝΑΥΤ. ειδικό πλοίο για τη μεταφορά κυρ. πετρελαίου, αλλά και άλλων πετρελαιοειδών. ΣΥΝ. γκαζάδικο, δεξαμενόπλοιο, τάνκερ [< γαλλ. pétrolier] | |
| 40154 | πετρελαιοφόρος | , α/ος, ο πε-τρε-λαι-ο-φό-ρος επίθ. 1. που περιέχει πετρέλαιο: ~ος: περιοχή. ~α: κοιτάσματα. 2. που μεταφέρει πετρέλαιο: ~α: οχήματα/πλοία. Βλ. -φόρος. [< 1: γαλλ. pétrolifère 2: γαλλ. pétrolier] | |
| 40155 | πετριά | πε-τρι-ά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. ρίξιμο πέτρας ή το χτύπημα από αυτό. 2. (μτφ.) έμμονη ιδέα, λόξα, μανία: Έχει φάει ~ (= κόλλημα) με τις μηχανές. [< 1: μεσν. πετριά] | |
| 40156 | πέτρινος | , η, ο πέ-τρι-νος επίθ. 1. φτιαγμένος από πέτρα: ~ος: τοίχος. ~η: βρύση/σκάλα. ~ο: άγαλμα/γεφύρι/κτίριο/σπίτι. ~α: σοκάκια. Πβ. λιθό-, πετρό-κτιστος. ΣΥΝ. λίθινος 2. (μτφ.) σκληρός, άπονος, ψυχρός: ~η: καρδιά. ● ΣΥΜΠΛ.: πέτρινα χρόνια: περίοδος ιδιαίτερα δύσκολη, κατά την οποία ένας λαός ή μια γενιά βιώνει δυστυχία και κακουχίες: τα ~ ~ της δικτατορίας/της Κατοχής. Βλ. μολυβένια χρόνια. [< αρχ. πέτρινος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ