| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 40169 | πετρογραφία | πε-τρο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Π): ΓΕΩΛ. η περιγραφή των χαρακτηριστικών των πετρωμάτων, της σύστασης και της διαμόρφωσής τους, που αποτελεί ένα από τα αντικείμενα της πετρολογίας. Βλ. -γραφία, ορυκτολογία, πετρογένεση. [< γαλλ. pétrographie, αγγλ. petrography] | |
| 40170 | πετρογραφικός | , ή, ό πε-τρο-γρα-φι-κός επίθ.: ΓΕΩΛ. που σχετίζεται με την πετρογραφία: ~ή: ανάλυση/μελέτη. [< γαλλ. pétrographique, αγγλ. petrographic] | |
| 40171 | πετροδολάρια | πε-τρο-δο-λά-ρι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. πετροδολάριο} & (λαϊκό) πετροδόλαρα: δολάρια που εισπράττουν τα κράτη παραγωγής πετρελαίου, κυρ. οι χώρες του Περσικού κόλπου, από την πώλησή του. [< αγγλ. petrodollars, 1973, γαλλ. pétrodollars, 1966] | |
| 40172 | πετροκάρβουνο | πε-τρο-κάρ-βου-νο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ΟΡΥΚΤ. λιθάνθρακας. | |
| 40173 | πετροκερασιά | πε-τρο-κε-ρα-σιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ποικιλία κερασιάς (επιστ. ονομασ. Prunus avium juliana και Prunus avium duracina). | |
| 40174 | πετροκέρασο | πε-τρο-κέ-ρα-σο ουσ. (ουδ.): ο εδώδιμος σφαιρικός καρπός της πετροκερασιάς, γλυκός και τραγανός, με κίτρινο προς κόκκινο χρώμα και μικρό κουκούτσι. | |
| 40175 | πετροκότσυφας | πε-τρο-κό-τσυ-φας ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. είδος κότσυφα (επιστ. ονομασ. Monticola saxatilis) που ζει σε πετρώδεις περιοχές. [< μτγν. πετροκόσσυφος] | |
| 40176 | πετρόκτιστος | , η, ο πε-τρό-κτι-στος επίθ. & πετρόχτιστος: χτισμένος από πέτρα. ΣΥΝ. λιθόκτιστος | |
| 40177 | πετρόλ | πε-τρόλ επίθ./ουσ. {άκλ.}: που έχει χρώμα ανάμεσα στο σκούρο μπλε και το πράσινο· το αντίστοιχο χρώμα. [< γαλλ. (bleu) pétrole] | |
| 40178 | πετρολογία | πε-τρο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΛ. κλάδος που εξετάζει την προέλευση, τη χημική σύσταση, τη δομή και την ταξινόμηση των πετρωμάτων, καθώς και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διαμορφώνονται. Βλ. κοιτασματο-, ορυκτο-λογία, πετρο-γένεση, -γραφία. ΣΥΝ. λιθολογία (2) [< γαλλ. pétrologie, περ. 1960, αγγλ. petrology] | |
| 40179 | πετρολογικός | , ή, ό πε-τρο-λο-γι-κός επίθ.: ΓΕΩΛ. που σχετίζεται με την πετρολογία: ~ή: σύσταση. Πβ. λιθολογικός. [< γαλλ. pétrologique, αγγλ. petrological] | |
| 40180 | πετροπέρδικα | πε-τρο-πέρ-δι-κα ουσ. (θηλ.): ΟΡΝΙΘ. είδος πέρδικας (επιστ. ονομασ. Alectoris graeca) που ζει σε βραχώδη εδάφη. [< πβ. μεσν. πετροπλουμοπέρδικα (για γυναίκα)] | |
| 40181 | πετροπόλεμος | πε-τρο-πό-λε-μος ουσ. (αρσ.) 1. συμπλοκή μεταξύ αντίπαλων ομάδων που πετροβολούν η μία την άλλη. 2. (παλαιότ.) το αντίστοιχο ομαδικό παιχνίδι. | |
| 40182 | πετροσέλινο | πε-τρο-σέ-λι-νο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. μαϊντανός. [< μτγν. πετροσέλινον] | |
| 40183 | πετροσπουργίτης | πε-τρο-σπουρ-γί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. είδος μικρόσωμου σπουργιτιού (επιστ. ονομασ. Petronia petronia), με καφέ το πάνω μέρος του σώματος και λευκό το κάτω, κοντή ουρά και μεγάλο στρογγυλό κεφάλι, το οποίο ζει συνήθ. σε πετρώδη εδάφη. | |
| 40184 | πετροτριλίδα | πε-τρο-τρι-λί-δα ουσ. (θηλ.) & πετροτουρλίδα: ΟΡΝΙΘ. μικρόσωμο σπάνιο υδρόβιο πουλί (επιστ. ονομασ. Burhinus oedicnemus) με μακριά πόδια, κοντό ισχυρό ράμφος, καφετί φτέρωμα και ουρά και χαρακτηριστικά μεγάλα κίτρινα μάτια. | |
| 40185 | πετροχελίδονο | πε-τρο-χε-λί-δο-νο ουσ. (ουδ.) & πετροχελιδόνι: ΟΡΝΙΘ. είδος χελιδονιού (επιστ. ονομασ. Ptyonoprogne rupestris) που ζει και φτιάχνει τη φωλιά του σε ρωγμές και κοιλώματα βράχων. [< μεσν. πετροχελιδόνιν] | |
| 40186 | πετροχημεία | πε-τρο-χη-μεί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΧΗΜ. κλάδος που ασχολείται με την παρασκευή χημικών προϊόντων από το πετρέλαιο και τα παράγωγά του. 2. ΓΕΩΛ. κλάδος της πετρολογίας που ασχολείται με τη χημική σύσταση των πετρωμάτων, ιδ. των πυριγενών και των μεταμορφωμένων. [< αγγλ. petrochemistry, γαλλ. pétrochimie, 1959] | |
| 40187 | πετροχημικός | , ή, ό πε-τρο-χη-μι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με την πετροχημεία: ~ή: βιομηχανία. ~ά: εργοστάσια. ● Ουσ.: πετροχημικά (τα): χημικά προϊόντα που παράγονται από το πετρέλαιο (π.χ. απορρυπαντικά, πλαστικά) ή το φυσικό αέριο. Βλ. πετρελαιοειδή. [< αγγλ. petrochemicals, 1942] , πετροχημικός (ο/η): επιστήμονας με ειδίκευση στην πετροχημεία. [< αγγλ. petrochemical, 1942, γαλλ. pétrochimique, 1959] | |
| 40188 | πετρόψαρο | πε-τρό-ψα-ρο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ΙΧΘΥΟΛ. γενική ονομασία ψαριών που ζουν σε πετρώδεις βυθούς (π.χ. ροφός, σφυρίδα, σπάρος, πέρκα). Πβ. πατόψαρο. Βλ. -ψαρο. [< μεσν. πετρόψαρο(ν)] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ