| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 40157 | πετρίτης | πε-τρί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. είδος γερακιού (επιστ. ονομασ. Falco peregrinus) με κοντή ουρά και ανοιχτόχρωμο φτέρωμα στο κάτω μέρος του σώματός του, το οποίο πετάει με μεγάλη ταχύτητα. Βλ. κιρκινέζι, μαυρο~. [< μεσν. πετρίτης] | |
| 40158 | πετρο1- & πετρό- | : α' συνθετικό λέξεων με αναφορά σε πέτρα, βραχώδη εδάφη ή πετρώματα: πετρο-πόλεμος. Πετρό-χτιστος.|| (σε κοινές ονομασ. ζώων) Πετρο-χελίδονο.|| Πετρο-λογία (πβ. λιθο-). | |
| 40159 | πετρο2- | : πρόθημα λέξεων που αναφέρονται στο πετρέλαιο: ~δολάριο/~χημικός. Πβ. πετρελαιο-. | |
| 40160 | πετροβάμβακας | πε-τρο-βάμ-βα-κας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. ινώδες τεχνητό υλικό με ηχομονωτικές, θερμομονωτικές ιδιότητες και αντοχή σε υψηλές θερμοκρασίες, το οποίο χρησιμοποιείται ευρέως στις οικοδομές, στη βιομηχανία, τη ναυτιλία και τη γεωργία. ΣΥΝ. ορυκτό μαλλί. Βλ. υαλοβάμβακας. [< αγγλ. rock wool, 1928] | |
| 40161 | πετροβόλημα | πε-τρο-βό-λη-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του πετροβολώ. | |
| 40162 | πετροβολισμός | πε-τρο-βο-λι-σμός ουσ. (αρσ.): λιθοβολισμός. [< μτγν. πετροβολισμός] | |
| 40163 | πετροβολώ | [πετροβολῶ] πε-τρο-βο-λώ ρ. (μτβ.) {πετροβολ-είς κ. -άς ..., -ώντας | πετροβόλ-ησα, -είται, -ήθηκε, -ημένος} ΣΥΝ. λιθοβολώ 1. πετώ πέτρες, για να χτυπήσω κάποιον ή κάτι: Άγνωστοι άρχισαν να ~ούν τα βαγόνια της αμαξοστοιχίας/τα τζάμια. Βλ. -βολώ. 2. (μτφ.) στρέφομαι εναντίον κάποιου ή τον επικρίνω έντονα και συνήθ. άδικα: Όταν φτάνεις στην κορυφή, σε ~ούν. Τα δέντρα που έχουν καρπούς πετροβολούν (γνωμ.). Πβ. στήνω κάποιον στα έξι/τρία μέτρα/στον τοίχο. [< 1: μτγν. πετροβολῶ] | |
| 40164 | πετρογένεση | πε-τρο-γέ-νε-ση ουσ. (θηλ.) & πετρογονία ΓΕΩΛ. 1. η μελέτη των διεργασιών γένεσης και εξέλιξης των πετρωμάτων, ιδ. των πυριγενών και των μεταμορφωμένων, που αποτελεί ένα από τα αντικείμενα της πετρολογίας. Βλ. -γένεση, πετρογραφία. 2. η διαδικασία σχηματισμού πετρωμάτων. [< αγγλ. petrogenesis, γαλλ. pétrogenèse] | |
| 40165 | πετρογενετικός | , ή, ό πε-τρο-γε-νε-τι-κός επίθ.: ΓΕΩΛ. που σχετίζεται με την πετρογένεση: ~ά: ορυκτά. [< αγγλ. petrogenetic, 1911, γαλλ. pétrogénétique] | |
| 40166 | πετρογέφυρο | πε-τρο-γέ-φυ-ρο ουσ. (ουδ.): πέτρινο γεφύρι: γραφικό ~. | |
| 40167 | πετρογκάζ | πε-τρο-γκάζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή για μαγείρεμα που λειτουργεί με υγραέριο. [< ελλην. εμπορ. ονομασ. ~, 1953] | |
| 40168 | πετρογονία | βλ. πετρογένεση | |
| 40169 | πετρογραφία | πε-τρο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Π): ΓΕΩΛ. η περιγραφή των χαρακτηριστικών των πετρωμάτων, της σύστασης και της διαμόρφωσής τους, που αποτελεί ένα από τα αντικείμενα της πετρολογίας. Βλ. -γραφία, ορυκτολογία, πετρογένεση. [< γαλλ. pétrographie, αγγλ. petrography] | |
| 40170 | πετρογραφικός | , ή, ό πε-τρο-γρα-φι-κός επίθ.: ΓΕΩΛ. που σχετίζεται με την πετρογραφία: ~ή: ανάλυση/μελέτη. [< γαλλ. pétrographique, αγγλ. petrographic] | |
| 40171 | πετροδολάρια | πε-τρο-δο-λά-ρι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. πετροδολάριο} & (λαϊκό) πετροδόλαρα: δολάρια που εισπράττουν τα κράτη παραγωγής πετρελαίου, κυρ. οι χώρες του Περσικού κόλπου, από την πώλησή του. [< αγγλ. petrodollars, 1973, γαλλ. pétrodollars, 1966] | |
| 40172 | πετροκάρβουνο | πε-τρο-κάρ-βου-νο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ΟΡΥΚΤ. λιθάνθρακας. | |
| 40173 | πετροκερασιά | πε-τρο-κε-ρα-σιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ποικιλία κερασιάς (επιστ. ονομασ. Prunus avium juliana και Prunus avium duracina). | |
| 40174 | πετροκέρασο | πε-τρο-κέ-ρα-σο ουσ. (ουδ.): ο εδώδιμος σφαιρικός καρπός της πετροκερασιάς, γλυκός και τραγανός, με κίτρινο προς κόκκινο χρώμα και μικρό κουκούτσι. | |
| 40175 | πετροκότσυφας | πε-τρο-κό-τσυ-φας ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. είδος κότσυφα (επιστ. ονομασ. Monticola saxatilis) που ζει σε πετρώδεις περιοχές. [< μτγν. πετροκόσσυφος] | |
| 40176 | πετρόκτιστος | , η, ο πε-τρό-κτι-στος επίθ. & πετρόχτιστος: χτισμένος από πέτρα. ΣΥΝ. λιθόκτιστος |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ