Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58830 εγγραφές  [4060-4080]

IDΛήμμαΕρμηνεία
3117ανακρούω[ἀνακρούω] α-να-κρού-ω ρ. (μτβ.) {ανέκρου-σε, ανακρού-εται, -στηκε, -οντας} (επίσ.): (για μπάντα) εκτελώ μουσικό κομμάτι, συνήθ. εθνικό ύμνο. Πβ. παιανίζω, παίζω.ανακρούει (σπάν., κυρ. για όπλο): κινείται απότομα και βίαια προς τα πίσω (λόγω βολής). ● ΦΡ.: ανακρούω πρύμνα(ν) & ανακρούω πρύμνη (απαιτ. λεξιλόγ.): αλλάζω γνώμη ή τακτική· οπισθοχωρώ: Ανέκρουσε ~ από την αρχική του επιλογή/στο θέμα του .../ύστερα από τις πιέσεις που δέχτηκε. Πβ. ανακαλώ, παλινωδώ, υπαναχωρώ. [< αρχ. ἀνακρούω]
3118ανακρυστάλλωση[ἀνακρυστάλλωση] α-να-κρυ-στάλ-λω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΧΗΜ. μέθοδος καθαρισμού μιας χημικής ένωσης από ξένες προσμίξεις, μέσω των διαδοχικών κρυσταλλώσεών της. 2. εκ νέου κρυστάλλωση· (ειδικότ. ΓΕΩΧ.) δημιουργία νέας κρυσταλλικής δομής μέσα από διαδικασία υψηλής πίεσης και θερμοκρασίας που υφίστανται τα άτομα ή τα μόρια πετρώματος ή μεταλλεύματος. [< γαλλ. récristallisation, περ. 1950]
3119ανάκτηση[ἀνάκτηση] α-νά-κτη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΠΛΗΡΟΦ. διαδικασία πρόσβασης σε αποθηκευμένη πληροφορία κατόπιν αναζήτησης και κυρ. επαναφορά, αποκατάσταση στη μνήμη του υπολογιστή δεδομένων που έχουν αλλοιωθεί ή χαθεί: αυτόματη ~ (διαγραμμένων/σβησμένων) αρχείων/εγγράφου/κειμένου/φωτογραφιών. Κάνω ~ (= ανακτώ). 2. ΟΙΚΟΛ. -ΤΕΧΝΟΛ. εξαγωγή επαναχρησιμοποιήσιμων υλικών από απόβλητα, απορρίμματα, συνήθ. κατόπιν επεξεργασίας: ~ πρώτων υλών/συσκευασιών (= ανακύκλωση). 3. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανακτώ: ~ του ηθικού/χαμένου χρόνου. Πβ. επ~. ΑΝΤ. απώλεια (1) ● ΣΥΜΠΛ.: ανάκτηση ενέργειας ΟΙΚΟΛ.-ΤΕΧΝΟΛ. 1. παραγωγή ενέργειας από οργανικά απόβλητα μέσω ποικίλων διεργασιών (καύσης, πυρόλυσης, αναερόβιας χώνευσης): ~ ~ από βιομάζα. ~ ~ με βιολογική επεξεργασία. Αεριοποίηση και ~ ~. Βλ. διαχείριση αποβλήτων/απορριμμάτων. 2. σύστημα φόρτισης της μπαταρίας οχήματος κατά την επιβράδυνση ή το φρενάρισμα: ~ ~ πέδησης. [< 1: αγγλ. energy recovery 2: αγγλ. Brake Energy Regeneration, BER] , ανάκτηση θερμότητας & ανάκτηση απορριπτόμενης θερμότητας: ΟΙΚΟΛ. -ΤΕΧΝΟΛ. διαδικασία με την οποία επιτυγχάνεται αξιοποίηση μέρους της θερμότητας που απορρίπτεται στο περιβάλλον από κάποια μονάδα παραγωγής της: ~ ~ από απόνερα (βαφείων)/δίκτυα ατμού/καυσαέρια. [< αγγλ. (waste-)heat recovery] , ανάκτηση πληροφοριών/πληροφορίας: ΠΛΗΡΟΦ. διαδικασία συστηματικής αναζήτησης και απόκτησης, εξαγωγής δεδομένων από διάφορες πηγές και ψηφιακά μέσα αποθήκευσης (σκληρό δίσκο, σιντί): ~ ~ από κατεστραμμένα αρχεία/βάσεις δεδομένων/το διαδίκτυο. Βλ. εξόρυξη δεδομένων. [< αγγλ. information retrieval, 1950] [< 1,2: αγγλ. recovery 3: μτγν. ἀνάκτησις]
3120ανακτήσιμος, η, ο [ἀνακτήσιμος] α-να-κτή-σι-μος επίθ.: που είναι δυνατή η ανάκτησή του: (ΟΙΚΟΝ.-ΛΟΓΙΣΤ.) ~η: αξία. ~α: ποσά. Μη ~ ΦΠΑ (: που δεν επιστρέφεται ή δεν αντισταθμίζεται).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~α: αρχεία/δεδομένα (: που επαναφέρονται στη μνήμη του υπολογιστή).|| (ΟΙΚΟΛ.-ΤΕΧΝΟΛ.) ~η: ενέργεια (πβ. αξιοποιήσιμη, εκμεταλλεύσιμη). Μη ~η απώλεια πόρων. [< αγγλ. recoverable, retrievable]
3121ανακτορικός, ή, ό [ἀνακτορικός] α-να-κτο-ρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τα ανάκτορα· ειδικότ. με τον μινωικό και μυκηναϊκό πολιτισμό: ~ή: αυλή/φρουρά. Πβ. βασιλικός.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~ός: ρυθμός. ~ή: αρχιτεκτονική/εποχή. Βλ. μετ~, νεο~, παλαιο~, προ~. [< αρχ. ἀνακτόριος, μεσν. ανακτορικός ‘βασιλικός’]
3122ανάκτορο[ἀνάκτορο] α-νά-κτο-ρο ουσ. (ουδ.) {ανακτόρ-ου | -ων} 1. {συνήθ. στον πληθ.} παλάτι: Τα βασιλικά ~α.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Μινωικό/μυκηναϊκό ~. 2. {χωρ. πληθ.} (μτφ.) μεγαλοπρεπής, πολυτελής κατοικία: Ένα σπίτι, πραγματικό/σωστό ~!Ανάκτορα (τα) (συνεκδ.): ο βασιλιάς και η Αυλή του. ● ΦΡ.: καταλαμβάνει τα χειμερινά ανάκτορα (σπάν.-μτφ.): παίρνει αιφνιδιαστικά την εξουσία με πραξικόπημα ή εξέγερση. [< αρχ. ἀνάκτορον]
3123ανακτώ[ἀνακτῶ] α-να-κτώ ρ. (μτβ.) {ανακτ-άς ... | ανέκτ-ησα, ανακτ-άται, -ήθηκε, -ημένος} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. αποκτώ ξανά (συνήθ. κάτι που έχασα)· επανακτώ: ~ησε τις αισθήσεις του (πβ. ανανήφω)/την ανεξαρτησία του/τις δυνάμεις του/τον έλεγχο. ~ήθηκαν κλεμμένοι πίνακες.|| ~ησαν τα χαμένα εδάφη (= ανακατέλαβαν). ΣΥΝ. ξαναβρίσκω (2), ξαναπαίρνω (2), ξαναποκτώ 2. ΠΛΗΡΟΦ. κάνω ανάκτηση πληροφοριών: ~ήθηκε από το διαδίκτυο στις … (: για βιβλιογραφικές παραπομπές). ● ΦΡ.: καλύπτω/ανακτώ/(ξανα)κερδίζω το χαμένο έδαφος βλ. έδαφος [< 1: αρχ. ἀνακτῶμαι, γαλλ. reprendre 2: αγγλ. retrieve, recover]
3124ανακυβίστηση[ἀνακυβίστηση] α-να-κυ-βί-στη-ση ουσ. (θηλ.): ΓΥΜΝ. ανάποδη τούμπα. Βλ. κωλοτούμπα.
3125ανακύκληση[ἀνακύκληση] α-να-κύ-κλη-ση ουσ. (θηλ.) (επιστ.): περιοδικότητα, κυκλικότητα· (ειδικότ. ΦΙΛΟΣ.) θεωρία που πρεσβεύει το αέναο πέρασμα και την επάνοδο όλων των πραγμάτων: ~ των γεγονότων/της ιστορίας. Βλ. κυκλικός. [< αρχ. ἀνακύκλησις ‘γύρος, κύκλος’]
3126ανακυκλοφορία[ἀνακυκλοφορία] α-να-κυ-κλο-φο-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. διαδικασία επαναχρησιμοποίησης αερίων ή υγρών σε ένα σύστημα: ~ αέρα (: σε σύστημα ψύξης)/νερού (: σε πισίνες ή σιντριβάνια). Αντλία ~ας. Πβ. ανακύκλωση.|| ~ καυσαερίων (: σύστημα που επιστρέφει τα καυσαέρια του αυτοκινήτου στη μηχανή και μειώνει την παραγωγή διοξειδίου του αζώτου). [< αγγλ. recirculation]
3127ανακυκλώνω[ἀνακυκλώνω] α-να-κυ-κλώ-νω ρ. (μτβ.) {ανακύκλω-σα, ανακυκλών-οντας, ανακυκλώ-θηκε, -μένος (λόγ. μτχ. ενεστ.) ανακυκλ-ούμενος} 1. ΟΙΚΟΛ. κάνω ανακύκλωση: Μαθαίνουμε να ~ουμε αντικείμενα από αλουμίνιο, γυαλί και χαρτί. ~σαν εφημερίδες/κονσέρβες/μπουκάλια/πλαστικές σακούλες. ~μένες: πρώτες ύλες. Ανανεώσιμα και ~ούμενα υλικά. 2. (μτφ.) αναπαράγω, διαιωνίζω: Αντιλήψεις/γνώσεις/ιδέες που ~ονται διαρκώς. 3. ανανεώνω: Ο αέρας στην καμπίνα/το νερό στο ενυδρείο ~εται.|| (ΟΙΚΟΝ., που ανανεώνεται αυτόματα) ~ούμενο: δάνειο/κεφάλαιο. ● ΣΥΜΠΛ.: ανακυκλούμενη πίστωση βλ. πίστωση [< πβ. μτγν. ἀνακυκλέω ‘περιστρέφω, επανέρχομαι’, αγγλ. recycle, 1925, γαλλ. recycler, 1960]
3128ανακύκλωση[ἀνακύκλωση] α-να-κύ-κλω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΛ. διαδικασία κατά την οποία χρησιμοποιημένα ή φαινομενικά άχρηστα υλικά συλλέγονται, ταξινομούνται, μετατρέπονται σε πρώτη ύλη και επαναχρησιμοποιούνται για την παραγωγή νέων προϊόντων, με σκοπό τη μείωση της ρύπανσης και της ποσότητας των αποβλήτων και την εξοικονόμηση πρώτων υλών και ενέργειας: ανταποδοτική/δημιουργική/μηχανική/οργανική (= κομποστοποίηση· βλ. υγειονομική ταφή) ~. ~ αλουμινίου/αυτοκινήτων/γυαλιού/ηλεκτρικών συσκευών/μετάλλων/μπαταριών/νερού/πλαστικών/σκουπιδιών/χαρτιού. Πρόγραμμα/σημεία ~ης. Κάνω ~ (= ανακυκλώνω). 2. ΟΙΚΟΛ. φυσική διαδικασία κατά την οποία ένα στοιχείο ή μια οργανική ή ανόργανη ένωση δεν καταστρέφεται, αλλά εισέρχεται εκ νέου στον κύκλο της ύλης του φυσικού περιβάλλοντος: ~ του αζώτου/άνθρακα/νερού/φωσφόρου. 3. ανανέωση: (σε κλιματισμό) ~ αέρα. Πβ. ανακυκλοφορία. 4. (μτφ.) αναπαραγωγή, διαιώνιση: ~ θεμάτων/προβλημάτων. ~ της βίας. ● ΣΥΜΠΛ.: κάδος ανακύκλωσης βλ. κάδος [< μτγν. ἀνακύκλωσις ‘κύκλος, περιφορά’, αγγλ. recycling, 1926, γαλλ. recyclage, περ. 1956]
3129ανακυκλώσιμος, η, ο [ἀνακυκλώσιμος] α-να-κυ-κλώ-σι-μος επίθ.: ΟΙΚΟΛ. που μπορεί να ανακυκλωθεί: ~ες: συσκευασίες. ~α: απορρίμματα/προϊόντα/υλικά (: χαρτί, γυαλί, μέταλλο, πλαστικό). [< αγγλ. recyclable, 1971, γαλλ. ~, 1974]
3130ανακυκλωσιμότητα[ἀνακυκλωσιμότητα] α-να-κυ-κλω-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΛ. η ιδιότητα του ανακυκλώσιμου, δυνατότητα ανακύκλωσης: υψηλή ~. Η ~ του αλουμινίου. [< αγγλ. recyclability, 1973, γαλλ. recyclabilité, 1975]
3131ανακυκλωτής[ἀνακυκλωτής] α-να-κυ-κλω-τής ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΛ. συσκευή ή μηχάνημα που ανακυκλώνει άχρηστα υλικά· σπανιότ. πρόσωπο που κάνει ανακύκλωση: ~ές ασφάλτου/χαρτιού. [< αγγλ. recycler, 1973]
3132ανακύπτει[ἀνακύπτει] α-να-κύ-πτει ρ. (αμτβ.) {ανέκυ-ψε, (λόγ. μτχ. ανακύψ-ας, -ασα, -αν), ανακύπτ-ων, -ουσα, -ον} (λόγ.): εμφανίζεται, παρουσιάζεται συνήθ. ξαφνικά: ~ουν δυσκολίες/εμπόδια/ερωτήματα/ερωτηματικά. ~ψε ανάγκη να .../ένα σοβαρό θέμα/πρόβλημα. Συνεχώς ~ουν νέα στοιχεία για την υπόθεση της δολοφονίας. Προσφάτως ~ασα διαφωνία. ΣΥΝ. αναφαίνεται (1), αναφύεται (1), προκύπτει (1) ΑΝΤ. εκλείπει [< αρχ. ἀνακύπτω]
3133ανάκυψη[ἀνάκυψη] α-νά-κυ-ψη ουσ. (θηλ.) 1. ΓΥΜΝ. επαναφορά του σώματος σε όρθια θέση μετά από επίκυψη. 2. (μτφ.-λόγ.) η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανακύπτει: ~ διαφορών/σημαντικών προβλημάτων. Πβ. εμφάνιση, παρουσίαση.
3134ανακωχή[ἀνακωχή] α-να-κω-χή ουσ. (θηλ.): διακοπή των εχθροπραξιών για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα με αμοιβαία συμφωνία ανάμεσα στις εμπόλεμες χώρες ή δυνάμεις: άμεση/προσωρινή ~. Όροι/περίοδος/συνθήκη ~ής. Έκαναν/ζήτησαν/υπέγραψαν ~. Παραβίασαν την ~. Πβ. ειρήνευση, εκεχειρία, κατάπαυση.|| (μτφ.) Μετά από μια μικρή ~ (: προσωρινή διακοπή των συγκρούσεων), άρχισαν και πάλι να τσακώνονται. [< αρχ. ἀνακωχή]
3441ανακωχή[ἀναστολή] α-να-στο-λή ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. προσωρινή διακοπή ή αναβολή: άμεση/μερική/προσωρινή ~. ~ της δίκης/(των) εργασιών (πβ. πάγωμα)/των εχθροπραξιών (πβ. εκεχειρία, ανακωχή)/των κινητοποιήσεων. ~ εργασίας (για τους ανεμβολίαστους). Άρση της ~ής. Ακίνητο που τελεί υπό ~/υπό καθεστώς ~ής της οικοδομικής άδειας. Πβ. μετάθεση. Βλ. εκκρεμότητα.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Το λάπτοπ βρίσκεται σε κατάσταση ~ής (λειτουργίας). 2. ΝΟΜ. διαταγή δικαστηρίου να μην εκτελεστεί η ποινή που επέβαλε, με την προϋπόθεση ότι ο καταδικασμένος δεν θα διαπράξει νέο ποινικό αδίκημα για ορισμένη χρονική περίοδο: Φυλάκιση με ~.αναστολές (οι): ηθικοί ενδοιασμοί, δισταγμοί: Ντροπαλός και γεμάτος ~. Άνθρωπος χωρίς ~ (= φραγμούς, πβ. αδίστακτος, ανενδοίαστος). Πβ. ενοχές. [< αγγλ.-γαλλ. inhibitions] [< 1: πβ. μτγν. ἀναστολή ‘περιορισμός’, γαλλ.-αγγλ. suspension 2: γαλλ. sursis]
3135αναλαμβάνω[ἀναλαμβάνω] α-να-λαμ-βά-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {αναλάμβανε & (λόγ.) ανελάμβανε, ανέλαβα, αναλάβει, αναλήφθηκε (λόγ. ανελήφθη, ανελήφθησαν, αναληφθ-είς, -είσα, -έν), ανειλημμένος, αναλαμβάν-οντας} & (λαϊκό-λογοτ.) αναλαβαίνω 1. (μτβ.) αποδέχομαι την ευθύνη ενός έργου που μου έχει ανατεθεί: ~ κυβερνητικό αξίωμα/την προεδρία/υπηρεσία. ~ συνήγορος υπεράσπισης (βλ. ορίζω, τοποθετώ). ~ μια ομάδα (: ως προπονητής). ~ υποθέσεις (: ως δικηγόρος). ~ την επιμέλεια των παιδιών. Ανέλαβαν την υποχρέωση να … Ανέλαβε το μεγαλύτερο βάρος της εργασίας/τη διεύθυνση/τη διοργάνωση του συνεδρίου/την ηγεσία του κόμματος/τον ρόλο του διαμεσολαβητή. ~οντας τα νέα του καθήκοντα ... Έχει αναλάβει να καλύψει (αυτός) όλα τα έξοδα. Πβ. επιφορτίζ-, επωμίζ-, χρεών-ομαι.|| (προφ.) Μείνε ήσυχος, θα τον αναλάβω εγώ (= θα τον κανονίσω)! Ποιος γιατρός σε έχει αναλάβει (ενν. ως ασθενή);|| (σε μικρές αγγελίες:) ~/~ονται δακτυλογραφήσεις.|| (λόγ.) ~είσες: δεσμεύσεις/πρωτοβουλίες/υποχρεώσεις. (ΟΙΚΟΝ.) ~είσες: μετοχές/πιστώσεις. Εκδοθέντα και ~έντα δάνεια. 2. (αμτβ.-επίσ.) επανακτώ την υγεία μου· συνέρχομαι, αναρρώνω, γίνομαι καλά: Δεν έχει αναλάβει πλήρως. Ευχή όλων είναι να αναλάβει γρήγορα (από την ασθένεια). Πβ. ανανήφω. 3. (σπάν., συνήθ. ως μτχ.) κάνω ανάληψη: ~έν: κεφάλαιο/ποσό. (σε καζίνο:) ~έντα: κέρδη (= εξαργυρωμένα). ● Παθ.: αναλήφθηκε & (λόγ.) ανελήφθη: ΘΕΟΛ. (κυρ. για τον Ιησού) ανέβηκε (στον ουρανό). ● ΦΡ.: αναλαμβάνω δράση: κινητοποιούμαι, δραστηριοποιούμαι για την επίτευξη ενός σκοπού ή για την εξάλειψη ενός φαινομένου: Ανέλαβαν (από κοινού) ~ για την προστασία του περιβάλλοντος. Ζήτησαν να αναληφθεί ~ κατά της τρομοκρατίας., αναλαμβάνω/λαμβάνω/παίρνω τα ηνία: καταλαμβάνω διευθυντική ή ηγετική θέση: Ανέλαβε/έλαβε/πήρε ~ της εξουσίας/του κόμματος/του Υπουργείου/της χώρας., αναλαμβάνω/παίρνω την ευθύνη (για κάτι/+ γεν.) 1. δηλώνω, δέχομαι δημόσια ότι είμαι υπεύθυνος για κάτι: Τρομοκρατική οργάνωση ανέλαβε ~ των επιθέσεων. 2. συνειδητοποιώ τις υποχρεώσεις μου και δραστηριοποιούμαι με σκοπό την εκπλήρωσή τους: Μεγάλωσες πια, πρέπει να αναλάβεις τις ευθύνες σου! [< γαλλ. assumer la responsabilité] , έχει πάρει (ή αναλάβει) εργολαβία/εργολαβικά βλ. εργολαβία, παίρνω/αναλαμβάνω (το) ρίσκο/(τα) ρίσκα βλ. ρίσκο [< 1,2: αρχ. ἀναλαμβάνω 3: γαλλ. prélever]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.