Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [4060-4080]

IDΛήμμαΕρμηνεία
3125ανακύκληση[ἀνακύκληση] α-να-κύ-κλη-ση ουσ. (θηλ.) (επιστ.): περιοδικότητα, κυκλικότητα· (ειδικότ. ΦΙΛΟΣ.) θεωρία που πρεσβεύει το αέναο πέρασμα και την επάνοδο όλων των πραγμάτων: ~ των γεγονότων/της ιστορίας. Βλ. κυκλικός. [< αρχ. ἀνακύκλησις ‘γύρος, κύκλος’]
3126ανακυκλοφορία[ἀνακυκλοφορία] α-να-κυ-κλο-φο-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. διαδικασία επαναχρησιμοποίησης αερίων ή υγρών σε ένα σύστημα: ~ αέρα (: σε σύστημα ψύξης)/νερού (: σε πισίνες ή σιντριβάνια). Αντλία ~ας. Πβ. ανακύκλωση.|| ~ καυσαερίων (: σύστημα που επιστρέφει τα καυσαέρια του αυτοκινήτου στη μηχανή και μειώνει την παραγωγή διοξειδίου του αζώτου). [< αγγλ. recirculation]
3127ανακυκλώνω[ἀνακυκλώνω] α-να-κυ-κλώ-νω ρ. (μτβ.) {ανακύκλω-σα, ανακυκλών-οντας, ανακυκλώ-θηκε, -μένος (λόγ. μτχ. ενεστ.) ανακυκλ-ούμενος} 1. ΟΙΚΟΛ. κάνω ανακύκλωση: Μαθαίνουμε να ~ουμε αντικείμενα από αλουμίνιο, γυαλί και χαρτί. ~σαν εφημερίδες/κονσέρβες/μπουκάλια/πλαστικές σακούλες. ~μένες: πρώτες ύλες. Ανανεώσιμα και ~ούμενα υλικά. 2. (μτφ.) αναπαράγω, διαιωνίζω: Αντιλήψεις/γνώσεις/ιδέες που ~ονται διαρκώς. 3. ανανεώνω: Ο αέρας στην καμπίνα/το νερό στο ενυδρείο ~εται.|| (ΟΙΚΟΝ., που ανανεώνεται αυτόματα) ~ούμενο: δάνειο/κεφάλαιο. ● ΣΥΜΠΛ.: ανακυκλούμενη πίστωση βλ. πίστωση [< πβ. μτγν. ἀνακυκλέω ‘περιστρέφω, επανέρχομαι’, αγγλ. recycle, 1925, γαλλ. recycler, 1960]
3128ανακύκλωση[ἀνακύκλωση] α-να-κύ-κλω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΛ. διαδικασία κατά την οποία χρησιμοποιημένα ή φαινομενικά άχρηστα υλικά συλλέγονται, ταξινομούνται, μετατρέπονται σε πρώτη ύλη και επαναχρησιμοποιούνται για την παραγωγή νέων προϊόντων, με σκοπό τη μείωση της ρύπανσης και της ποσότητας των αποβλήτων και την εξοικονόμηση πρώτων υλών και ενέργειας: ανταποδοτική/δημιουργική/μηχανική/οργανική (= κομποστοποίηση· βλ. υγειονομική ταφή) ~. ~ αλουμινίου/αυτοκινήτων/γυαλιού/ηλεκτρικών συσκευών/μετάλλων/μπαταριών/νερού/πλαστικών/σκουπιδιών/χαρτιού. Πρόγραμμα/σημεία ~ης. Κάνω ~ (= ανακυκλώνω). 2. ΟΙΚΟΛ. φυσική διαδικασία κατά την οποία ένα στοιχείο ή μια οργανική ή ανόργανη ένωση δεν καταστρέφεται, αλλά εισέρχεται εκ νέου στον κύκλο της ύλης του φυσικού περιβάλλοντος: ~ του αζώτου/άνθρακα/νερού/φωσφόρου. 3. ανανέωση: (σε κλιματισμό) ~ αέρα. Πβ. ανακυκλοφορία. 4. (μτφ.) αναπαραγωγή, διαιώνιση: ~ θεμάτων/προβλημάτων. ~ της βίας. ● ΣΥΜΠΛ.: κάδος ανακύκλωσης βλ. κάδος [< μτγν. ἀνακύκλωσις ‘κύκλος, περιφορά’, αγγλ. recycling, 1926, γαλλ. recyclage, περ. 1956]
3129ανακυκλώσιμος, η, ο [ἀνακυκλώσιμος] α-να-κυ-κλώ-σι-μος επίθ.: ΟΙΚΟΛ. που μπορεί να ανακυκλωθεί: ~ες: συσκευασίες. ~α: απορρίμματα/προϊόντα/υλικά (: χαρτί, γυαλί, μέταλλο, πλαστικό). [< αγγλ. recyclable, 1971, γαλλ. ~, 1974]
3130ανακυκλωσιμότητα[ἀνακυκλωσιμότητα] α-να-κυ-κλω-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΛ. η ιδιότητα του ανακυκλώσιμου, δυνατότητα ανακύκλωσης: υψηλή ~. Η ~ του αλουμινίου. [< αγγλ. recyclability, 1973, γαλλ. recyclabilité, 1975]
3131ανακυκλωτής[ἀνακυκλωτής] α-να-κυ-κλω-τής ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΛ. συσκευή ή μηχάνημα που ανακυκλώνει άχρηστα υλικά· σπανιότ. πρόσωπο που κάνει ανακύκλωση: ~ές ασφάλτου/χαρτιού. [< αγγλ. recycler, 1973]
3132ανακύπτει[ἀνακύπτει] α-να-κύ-πτει ρ. (αμτβ.) {ανέκυ-ψε, (λόγ. μτχ. ανακύψ-ας, -ασα, -αν), ανακύπτ-ων, -ουσα, -ον} (λόγ.): εμφανίζεται, παρουσιάζεται συνήθ. ξαφνικά: ~ουν δυσκολίες/εμπόδια/ερωτήματα/ερωτηματικά. ~ψε ανάγκη να .../ένα σοβαρό θέμα/πρόβλημα. Συνεχώς ~ουν νέα στοιχεία για την υπόθεση της δολοφονίας. Προσφάτως ~ασα διαφωνία. ΣΥΝ. αναφαίνεται (1), αναφύεται (1), προκύπτει (1) ΑΝΤ. εκλείπει [< αρχ. ἀνακύπτω]
3133ανάκυψη[ἀνάκυψη] α-νά-κυ-ψη ουσ. (θηλ.) 1. ΓΥΜΝ. επαναφορά του σώματος σε όρθια θέση μετά από επίκυψη. 2. (μτφ.-λόγ.) η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανακύπτει: ~ διαφορών/σημαντικών προβλημάτων. Πβ. εμφάνιση, παρουσίαση.
3134ανακωχή[ἀνακωχή] α-να-κω-χή ουσ. (θηλ.): διακοπή των εχθροπραξιών για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα με αμοιβαία συμφωνία ανάμεσα στις εμπόλεμες χώρες ή δυνάμεις: άμεση/προσωρινή ~. Όροι/περίοδος/συνθήκη ~ής. Έκαναν/ζήτησαν/υπέγραψαν ~. Παραβίασαν την ~. Πβ. ειρήνευση, εκεχειρία, κατάπαυση.|| (μτφ.) Μετά από μια μικρή ~ (: προσωρινή διακοπή των συγκρούσεων), άρχισαν και πάλι να τσακώνονται. [< αρχ. ἀνακωχή]
3441ανακωχή

[ἀναστολή] α-να-στο-λή ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. προσωρινή διακοπή ή αναβολή: άμεση/μερική/προσωρινή ~. ~ της δίκης/(των) εργασιών (πβ. πάγωμα)/των εχθροπραξιών (πβ. εκεχειρία, ανακωχή)/των κινητοποιήσεων. ~ εργασίας (για τους ανεμβολίαστους). Άρση της ~ής. Ακίνητο που τελεί υπό ~/υπό καθεστώς ~ής της οικοδομικής άδειας. Πβ. μετάθεση. Βλ. εκκρεμότητα.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Το λάπτοπ βρίσκεται σε κατάσταση ~ής (λειτουργίας). 2. ΝΟΜ. διαταγή δικαστηρίου να μην εκτελεστεί η ποινή που επέβαλε, με την προϋπόθεση ότι ο καταδικασμένος δεν θα διαπράξει νέο ποινικό αδίκημα για ορισμένη χρονική περίοδο: Φυλάκιση με ~.αναστολές (οι): ηθικοί ενδοιασμοί, δισταγμοί: Ντροπαλός και γεμάτος ~. Άνθρωπος χωρίς ~ (= φραγμούς, πβ. αδίστακτος, ανενδοίαστος). Πβ. ενοχές. [< αγγλ.-γαλλ. inhibitions] [< 1: πβ. μτγν. ἀναστολή ‘περιορισμός’, γαλλ.-αγγλ. suspension 2: γαλλ. sursis]

3135αναλαμβάνω[ἀναλαμβάνω] α-να-λαμ-βά-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {αναλάμβανε & (λόγ.) ανελάμβανε, ανέλαβα, αναλάβει, αναλήφθηκε (λόγ. ανελήφθη, ανελήφθησαν, αναληφθ-είς, -είσα, -έν), ανειλημμένος, αναλαμβάν-οντας} & (λαϊκό-λογοτ.) αναλαβαίνω 1. (μτβ.) αποδέχομαι την ευθύνη ενός έργου που μου έχει ανατεθεί: ~ κυβερνητικό αξίωμα/την προεδρία/υπηρεσία. ~ συνήγορος υπεράσπισης (βλ. ορίζω, τοποθετώ). ~ μια ομάδα (: ως προπονητής). ~ υποθέσεις (: ως δικηγόρος). ~ την επιμέλεια των παιδιών. Ανέλαβαν την υποχρέωση να … Ανέλαβε το μεγαλύτερο βάρος της εργασίας/τη διεύθυνση/τη διοργάνωση του συνεδρίου/την ηγεσία του κόμματος/τον ρόλο του διαμεσολαβητή. ~οντας τα νέα του καθήκοντα ... Έχει αναλάβει να καλύψει (αυτός) όλα τα έξοδα. Πβ. επιφορτίζ-, επωμίζ-, χρεών-ομαι.|| (προφ.) Μείνε ήσυχος, θα τον αναλάβω εγώ (= θα τον κανονίσω)! Ποιος γιατρός σε έχει αναλάβει (ενν. ως ασθενή);|| (σε μικρές αγγελίες:) ~/~ονται δακτυλογραφήσεις.|| (λόγ.) ~είσες: δεσμεύσεις/πρωτοβουλίες/υποχρεώσεις. (ΟΙΚΟΝ.) ~είσες: μετοχές/πιστώσεις. Εκδοθέντα και ~έντα δάνεια. 2. (αμτβ.-επίσ.) επανακτώ την υγεία μου· συνέρχομαι, αναρρώνω, γίνομαι καλά: Δεν έχει αναλάβει πλήρως. Ευχή όλων είναι να αναλάβει γρήγορα (από την ασθένεια). Πβ. ανανήφω. 3. (σπάν., συνήθ. ως μτχ.) κάνω ανάληψη: ~έν: κεφάλαιο/ποσό. (σε καζίνο:) ~έντα: κέρδη (= εξαργυρωμένα). ● Παθ.: αναλήφθηκε & (λόγ.) ανελήφθη: ΘΕΟΛ. (κυρ. για τον Ιησού) ανέβηκε (στον ουρανό). ● ΦΡ.: αναλαμβάνω δράση: κινητοποιούμαι, δραστηριοποιούμαι για την επίτευξη ενός σκοπού ή για την εξάλειψη ενός φαινομένου: Ανέλαβαν (από κοινού) ~ για την προστασία του περιβάλλοντος. Ζήτησαν να αναληφθεί ~ κατά της τρομοκρατίας., αναλαμβάνω/λαμβάνω/παίρνω τα ηνία: καταλαμβάνω διευθυντική ή ηγετική θέση: Ανέλαβε/έλαβε/πήρε ~ της εξουσίας/του κόμματος/του Υπουργείου/της χώρας., αναλαμβάνω/παίρνω την ευθύνη (για κάτι/+ γεν.) 1. δηλώνω, δέχομαι δημόσια ότι είμαι υπεύθυνος για κάτι: Τρομοκρατική οργάνωση ανέλαβε ~ των επιθέσεων. 2. συνειδητοποιώ τις υποχρεώσεις μου και δραστηριοποιούμαι με σκοπό την εκπλήρωσή τους: Μεγάλωσες πια, πρέπει να αναλάβεις τις ευθύνες σου! [< γαλλ. assumer la responsabilité] , έχει πάρει (ή αναλάβει) εργολαβία/εργολαβικά βλ. εργολαβία, παίρνω/αναλαμβάνω (το) ρίσκο/(τα) ρίσκα βλ. ρίσκο [< 1,2: αρχ. ἀναλαμβάνω 3: γαλλ. prélever]
3136αναλαμπή[ἀναλαμπή] α-να-λα-μπή ουσ. (θηλ.) ΣΥΝ. έκλαμψη 1. (μτφ.) αιφνίδια και σύντομης διάρκειας εκδήλωση πνευματικής διαύγειας ή σωματικής ευεξίας: Του ήρθε μια ~ (πβ. έμπνευση). Ο ασθενής έχει ~ές (: ανακτά τις αισθήσεις του) κατά διαστήματα. 2. ξαφνική λάμψη μικρής διάρκειας: πράσινη ~ (: κατά την ανατολή ή δύση του ήλιου). ~ ακτίνων Χ. Φωτεινές ~ές. Πβ. μαρμαρυγή, στίλβη. ΣΥΝ. λαμπύρισμα [< μεσν. αναλαμπή, γαλλ. éclair]
3137ανάλατος, η, ο [ἀνάλατος] α-νά-λα-τος επίθ. 1. (για φαγητό) που δεν έχει καθόλου ή έχει λίγο αλάτι· κατ' επέκτ. άνοστος, άγευστος: ~η: σούπα. ~οι: ξηροί καρποί (ΑΝΤ. αλατισμένοι). Πβ. άναλος. ΑΝΤ. αλμυρός (1) 2. (μτφ.) που δεν έχει ενδιαφέρον, πρωτοτυπία, γούστο, χάρη: ~η: ζωή. Πβ. ανιαρός, άχαρος, βαρετός, ξενέρωτος, σαχλός, χλιαρός. Βλ. γλυκ~. ΣΥΝ. νερόβραστος (2) [< μεσν. ανάλατος]
3138ανάλαφρος, η, ο [ἀνάλαφρος] α-νά-λα-φρος επίθ. 1. που είναι ή δίνει την εντύπωση ότι είναι πάρα πολύ ελαφρύς, σχεδόν αέρινος: ~ο: ντύσιμο/περπάτημα. ~ες: κινήσεις. ~α: ρούχα (ΑΝΤ. χοντρά)/υφάσματα (ΣΥΝ. λεπτά). ΑΝΤ. βαρύς (4) 2. που γίνεται αισθητός με δυσκολία λόγω της πολύ μικρής έντασής του· απαλός: ~ος: ήχος (ΑΝΤ. δυνατός). ~η: αίσθηση. ~ο: αεράκι. ~α: χρώματα (ΣΥΝ. παλ. ΑΝΤ. έντονα).|| ~ες: γεύσεις (βλ. δύσπεπτος). 3. (μτφ.) που ψυχαγωγεί, χωρίς να δημιουργεί σοβαρό προβληματισμό: ~η: ατμόσφαιρα/διάθεση/κωμωδία/μουσική. ~ο: περιεχόμενο/ύφος. Πβ. εύληπτος, ευχάριστος. ΣΥΝ. ελαφρύς (7) 4. (μτφ.) απαλλαγμένος από άγχος και έγνοιες· ήρεμος: Αισθάνομαι πιο ~η. ● επίρρ.: ανάλαφρα
3139αναλγησία[ἀναλγησία] α-ναλ-γη-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.-λόγ.) η συμπεριφορά του ανάλγητου· έλλειψη συμπόνιας, ανθρωπιάς: κοινωνική ~. ~ των υπευθύνων. Πβ. απανθρωπιά, απονιά, ασπλαχνία. Βλ. σκληρότητα. ΑΝΤ. ευσπλαχνία 2. ΙΑΤΡ. απουσία της αίσθησης του πόνου: επισκληρίδιος/μετεγχειρητική/τοπική ~. Καταστολή και ~. Πβ. αναισθησία. [< 1: αρχ. ἀναλγησία 2: γαλλ. analgésie , αγγλ. analgesia]
3140αναλγητικός, ή, ό [ἀναλγητικός] α-ναλ-γη-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. -ΦΑΡΜΑΚ. που εξαλείφει ή ελαττώνει τον πόνο: ~ή: αγωγή/αλοιφή/δράση/κρέμα. ~ό: σκεύασμα. ~ές: ουσίες (: ενδορφίνες, μορφίνη). Πβ. ανακουφιστ-, καταπραϋντ-ικός. ● Ουσ.: αναλγητικά (τα) {σπανιότ. στον εν.}: φάρμακα κατά του πόνου, που δεν προκαλούν απώλεια της συνείδησης: αντιπυρετικά/ισχυρά/οπιοειδή ~. Βλ. ναρκωτικό. ΣΥΝ. παυσίπονα [< αγγλ. analgesics, γαλλ. analgésiques] ● επίρρ.: αναλγητικά [< αγγλ. analgetic, γαλλ. analgésique]
3141ανάλγητος, η, ο [ἀνάλγητος] α-νάλ-γη-τος επίθ. (λόγ.-μτφ.): άπονος, άσπλαχνος, ασυγκίνητος: ~ μπροστά στη δυστυχία των άλλων.|| ~η: στάση/συμπεριφορά. ΣΥΝ. άκαρδος, αναίσθητος (2), ανοικτίρμων, σκληρός (2) ΑΝΤ. ευσπλαχνικός, πονόψυχος ● επίρρ.: ανάλγητα [< αρχ. ἀνάλγητος]
3142ανάλεκτα[ἀνάλεκτα] α-νά-λε-κτα ουσ. (ουδ.) (τα): (συνήθ. ως τίτλος) συλλογή ρήσεων ή εκλεκτών έργων, άρθρων, μελετών: ιστορικά/πολιτικά/φιλολογικά ~. Πβ. ανθολογία, σύμμικτα. [< αρχ. ἀνάλεκτος 'εκλεκτός', νεολατ. analecta, γαλλ. analecte, γερμ. Analekten, αγγλ. analects]
3143αναλήθεια[ἀναλήθεια] α-να-λή-θει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ψέμα: η ~ των ισχυρισμών.|| Γράφτηκαν πολλές ~ες για την υπόθεση. Πβ. μύθευμα, μύθος. Βλ. ανακρίβεια. ΑΝΤ. αλήθεια (1)

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.