| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 40177 | πετρόλ | πε-τρόλ επίθ./ουσ. {άκλ.}: που έχει χρώμα ανάμεσα στο σκούρο μπλε και το πράσινο· το αντίστοιχο χρώμα. [< γαλλ. (bleu) pétrole] | |
| 40178 | πετρολογία | πε-τρο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΛ. κλάδος που εξετάζει την προέλευση, τη χημική σύσταση, τη δομή και την ταξινόμηση των πετρωμάτων, καθώς και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διαμορφώνονται. Βλ. κοιτασματο-, ορυκτο-λογία, πετρο-γένεση, -γραφία. ΣΥΝ. λιθολογία (2) [< γαλλ. pétrologie, περ. 1960, αγγλ. petrology] | |
| 40179 | πετρολογικός | , ή, ό πε-τρο-λο-γι-κός επίθ.: ΓΕΩΛ. που σχετίζεται με την πετρολογία: ~ή: σύσταση. Πβ. λιθολογικός. [< γαλλ. pétrologique, αγγλ. petrological] | |
| 40180 | πετροπέρδικα | πε-τρο-πέρ-δι-κα ουσ. (θηλ.): ΟΡΝΙΘ. είδος πέρδικας (επιστ. ονομασ. Alectoris graeca) που ζει σε βραχώδη εδάφη. [< πβ. μεσν. πετροπλουμοπέρδικα (για γυναίκα)] | |
| 40181 | πετροπόλεμος | πε-τρο-πό-λε-μος ουσ. (αρσ.) 1. συμπλοκή μεταξύ αντίπαλων ομάδων που πετροβολούν η μία την άλλη. 2. (παλαιότ.) το αντίστοιχο ομαδικό παιχνίδι. | |
| 40182 | πετροσέλινο | πε-τρο-σέ-λι-νο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. μαϊντανός. [< μτγν. πετροσέλινον] | |
| 40183 | πετροσπουργίτης | πε-τρο-σπουρ-γί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. είδος μικρόσωμου σπουργιτιού (επιστ. ονομασ. Petronia petronia), με καφέ το πάνω μέρος του σώματος και λευκό το κάτω, κοντή ουρά και μεγάλο στρογγυλό κεφάλι, το οποίο ζει συνήθ. σε πετρώδη εδάφη. | |
| 40184 | πετροτριλίδα | πε-τρο-τρι-λί-δα ουσ. (θηλ.) & πετροτουρλίδα: ΟΡΝΙΘ. μικρόσωμο σπάνιο υδρόβιο πουλί (επιστ. ονομασ. Burhinus oedicnemus) με μακριά πόδια, κοντό ισχυρό ράμφος, καφετί φτέρωμα και ουρά και χαρακτηριστικά μεγάλα κίτρινα μάτια. | |
| 40185 | πετροχελίδονο | πε-τρο-χε-λί-δο-νο ουσ. (ουδ.) & πετροχελιδόνι: ΟΡΝΙΘ. είδος χελιδονιού (επιστ. ονομασ. Ptyonoprogne rupestris) που ζει και φτιάχνει τη φωλιά του σε ρωγμές και κοιλώματα βράχων. [< μεσν. πετροχελιδόνιν] | |
| 40186 | πετροχημεία | πε-τρο-χη-μεί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΧΗΜ. κλάδος που ασχολείται με την παρασκευή χημικών προϊόντων από το πετρέλαιο και τα παράγωγά του. 2. ΓΕΩΛ. κλάδος της πετρολογίας που ασχολείται με τη χημική σύσταση των πετρωμάτων, ιδ. των πυριγενών και των μεταμορφωμένων. [< αγγλ. petrochemistry, γαλλ. pétrochimie, 1959] | |
| 40187 | πετροχημικός | , ή, ό πε-τρο-χη-μι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με την πετροχημεία: ~ή: βιομηχανία. ~ά: εργοστάσια. ● Ουσ.: πετροχημικά (τα): χημικά προϊόντα που παράγονται από το πετρέλαιο (π.χ. απορρυπαντικά, πλαστικά) ή το φυσικό αέριο. Βλ. πετρελαιοειδή. [< αγγλ. petrochemicals, 1942] , πετροχημικός (ο/η): επιστήμονας με ειδίκευση στην πετροχημεία. [< αγγλ. petrochemical, 1942, γαλλ. pétrochimique, 1959] | |
| 40188 | πετρόψαρο | πε-τρό-ψα-ρο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ΙΧΘΥΟΛ. γενική ονομασία ψαριών που ζουν σε πετρώδεις βυθούς (π.χ. ροφός, σφυρίδα, σπάρος, πέρκα). Πβ. πατόψαρο. Βλ. -ψαρο. [< μεσν. πετρόψαρο(ν)] | |
| 40189 | πετρώδης | , ης, ες πε-τρώ-δης επίθ. {πετρώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): (για τόπο) που είναι γεμάτος πέτρες· (για κάτι) που μοιάζει στην υφή με πέτρα: ~ες: έδαφος.|| ~η: υλικά. Πβ. βραχ-, λιθ-ώδης. [< αρχ. πετρώδης] | |
| 40190 | πέτρωμα1 | πέ-τρω-μα ουσ. (ουδ.) {πετρώμ-ατος | -ατα}: ΓΕΩΛ. κάθε στερεό υλικό, μεγάλων διαστάσεων και καθορισμένης ορυκτολογικής σύστασης, από το οποίο αποτελείται ο φλοιός της Γης ή άλλων πλανητών: ασβεστολιθικά/ηφαιστειογενή/πορώδη/σκληρά ~ατα. Η δομή/η ηλικία/ο ιστός/η υφή του ~ατος. Τα ~ατα της Ελλάδας. Θραύσματα ~άτων (: άμμος, πέτρες, χαλίκια). Βλ. πετρολογία.|| Σεληνιακά ~ατα (βλ. φεγγαρόπετρα). ● ΣΥΜΠΛ.: διακοσμητικά πετρώματα: που μπορούν να λειανθούν και να στιλβωθούν, για να χρησιμοποιηθούν στην αρχιτεκτονική και τη διακόσμηση (π.χ. γρανίτες, μάρμαρα, σχιστόλιθοι)., ιζηματογενή πετρώματα: που σχηματίζονται από την απόθεση, καθίζηση και συγκόλληση υλικών τα οποία προέρχονται από την αποσάθρωση παλαιότερων πετρωμάτων: κλαστικά (π.χ. άργιλος, κροκαλοπαγή, τόφος, ψαμμίτης)/χημικά και βιογενή (π.χ. ασβεστόλιθος, εβαπορίτες, λιθάνθρακας, λιγνίτης, μάργα) ~ ~. ΣΥΝ. ίζημα (2), μεταμορφωμένα πετρώματα: που προέρχονται από τη μεταμόρφωση προϋπαρχόντων πετρωμάτων σε συνθήκες αυξημένης πίεσης και θερμοκρασίας. Βλ. μάρμαρο, σχιστόλιθος. [< γαλλ. roches métamorphiques, αγγλ. metamorphic rocks] , πυριγενή/εκρηξιγενή/μαγματικά πετρώματα: που δημιουργούνται από την πήξη και στερεοποίηση του μάγματος: διάκριση των ~ών ~άτων σε πλουτώνια (: γάββρος, γρανίτης, περιδοτίτης), ηφαιστειακά (: βασάλτης, δακίτης, τραχείτης) και φλεβικά. [< γαλλ. roches ignées/éruptives/magmatiques] , μητρικό πέτρωμα βλ. μητρικός1 [< μτγν. πέτρωμα, γαλλ. roche, γερμ. Gestein, αγγλ. rock] | |
| 40191 | πέτρωμα2 | πέ-τρω-μα ουσ. (ουδ.) 1. μετατροπή σε πέτρα ή σε κάτι στερεό, σκληρό ή συμπαγές σαν πέτρα: (ΙΑΤΡ.) ~ της κοιλιάς (: κυρ. σε έγκυο λόγω συσπάσεων της μήτρας)/του στήθους (: στις θηλάζουσες μητέρες· βλ. μαστίτιδα). 2. πάγωμα, στερεοποίηση. Πβ. πήξιμο. 3. (μτφ.) ακινητοποίηση, κοκάλωμα, συνήθ. από φόβο ή ξάφνιασμα. ΣΥΝ. κέρωμα, μαρμάρωμα | |
| 40192 | πετρώνω | πε-τρώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πέτρω-σα, -μένος} 1. (μτφ.) μένω ακίνητος από φόβο ή έντονη έκπληξη· γενικότ. δεν μπορώ να κινηθώ: ~σε από τον τρόμο (πβ. κερώνω, παραλύω). Το γέλιο ~σε στα χείλη τους.|| ~μένος από το κρύο. Πβ. κοκαλώνω, παγώνω. 2. μετατρέπω ή μετατρέπομαι σε πέτρα: (ΜΥΘ.-ΛΑΟΓΡ.) Το τέρας ~σε (= μαρμάρωσε). ● πετρώνει: γίνεται σκληρός ή κάνει κάτι σκληρό σαν πέτρα: Η λάσπη/το χώμα ~σε (= ξεράθηκε, στέγνωσε). Ανακατεύω το σιρόπι, για να μην ~σει (= κρυσταλλώσει, πήξει). Το στήθος ~σε (: κυρ. κατά τη γαλουχία, εξαιτίας μαστίτιδας).|| (μτφ.) Η καρδιά του έχει ~σει (= έχει σκληρύνει, αναισθητοποιηθεί). [< 2: μτγν. πετρῶ, γαλλ. (se) pétrifier] | |
| 40193 | πέτσα | πέ-τσα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. κρούστα: γιαούρτι με/χωρίς ~. Ανακατεύετε το γάλα, για να μην πιάσει/μη σχηματίσει ~.|| Οι πληγές έκαναν ~ (πβ. κακάδι). 2. κυρ. ΜΑΓΕΙΡ. δέρμα (ζώου): Η (τραγανή) ~ από το ψημένο αρνί/κοτόπουλο. Αφαιρέστε/βγάζετε την ~ από το κρέας/ψάρι. Πβ. πετσί.|| (κατ' επέκτ. για ξεφλούδισμα της επιδερμίδας) Μην τραβάτε τις ~ες! ● Υποκ.: πετσάκι (το): τα ~ια των νυχιών (= παρανυχίδες).|| Το ~ του πέους (= χαλινός)., πετσούλα (η) ● ΦΡ.: μου σηκώθηκε η πέτσα/το πετσί (προφ.): ανατρίχιασα, έφριξα. ΣΥΝ. μου σηκώθηκε η τρίχα (κάγκελο), δεν έχει τσίπα (επάνω/πάνω του) βλ. τσίπα [< μεσν. πέτσα] | |
| 40194 | πετσέτα | πε-τσέ-τα ουσ. (θηλ.) 1. ειδικό απορροφητικό ύφασμα μεγάλου μεγέθους που χρησιμοποιείται για το σκούπισμα του σώματος μετά το μπάνιο: βαμβακερή/χνουδωτή ~. ~ θαλάσσης/λουτρού (= λουτροπετσέα)/ποδιών/προσώπου (= προσόψιο)/χεριών. Καθαρή και στεγνή ~. Στεγνώνω τα μαλλιά με την ~.|| (προφ.) Πέταξε λευκή ~ (= τα παράτησε). Βλ. μπουρνούζι, προσόψιο. 2. κομμάτι υφάσματος για το σκούπισμα των χεριών ή των χειλιών στο τραπέζι κατά το γεύμα ή για το στέγνωμα βρεγμένων σκευών: λευκές/λινές ~ες. Κρίκοι για ~ες φαγητού.|| ~ες κουζίνας/πιάτων. Βλ. σπογγο~, χειρο~. 3. (προφ.) χαρτοπετσέτα. ● Υποκ.: πετσετούλα (η) [< μεσν. πετσέτα] | |
| 40195 | πετσετάκι | πε-τσε-τά-κι ουσ. (ουδ.) 1. μικρή πετσέτα, πανάκι. 2. σεμεδάκι. | |
| 40196 | πετσετέ | πε-τσε-τέ επίθ. {άκλ.}: (για ύφασμα) που μοιάζει στην υφή με πετσέτα· συνεκδ. που είναι φτιαγμένος από τέτοιο ύφασμα: ~ κάλυμμα/φορέματα. Κάλτσες/παντόφλες/πατάκι μπάνιου ~. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ