| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 40189 | πετρώδης | , ης, ες πε-τρώ-δης επίθ. {πετρώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): (για τόπο) που είναι γεμάτος πέτρες· (για κάτι) που μοιάζει στην υφή με πέτρα: ~ες: έδαφος.|| ~η: υλικά. Πβ. βραχ-, λιθ-ώδης. [< αρχ. πετρώδης] | |
| 40190 | πέτρωμα1 | πέ-τρω-μα ουσ. (ουδ.) {πετρώμ-ατος | -ατα}: ΓΕΩΛ. κάθε στερεό υλικό, μεγάλων διαστάσεων και καθορισμένης ορυκτολογικής σύστασης, από το οποίο αποτελείται ο φλοιός της Γης ή άλλων πλανητών: ασβεστολιθικά/ηφαιστειογενή/πορώδη/σκληρά ~ατα. Η δομή/η ηλικία/ο ιστός/η υφή του ~ατος. Τα ~ατα της Ελλάδας. Θραύσματα ~άτων (: άμμος, πέτρες, χαλίκια). Βλ. πετρολογία.|| Σεληνιακά ~ατα (βλ. φεγγαρόπετρα). ● ΣΥΜΠΛ.: διακοσμητικά πετρώματα: που μπορούν να λειανθούν και να στιλβωθούν, για να χρησιμοποιηθούν στην αρχιτεκτονική και τη διακόσμηση (π.χ. γρανίτες, μάρμαρα, σχιστόλιθοι)., ιζηματογενή πετρώματα: που σχηματίζονται από την απόθεση, καθίζηση και συγκόλληση υλικών τα οποία προέρχονται από την αποσάθρωση παλαιότερων πετρωμάτων: κλαστικά (π.χ. άργιλος, κροκαλοπαγή, τόφος, ψαμμίτης)/χημικά και βιογενή (π.χ. ασβεστόλιθος, εβαπορίτες, λιθάνθρακας, λιγνίτης, μάργα) ~ ~. ΣΥΝ. ίζημα (2), μεταμορφωμένα πετρώματα: που προέρχονται από τη μεταμόρφωση προϋπαρχόντων πετρωμάτων σε συνθήκες αυξημένης πίεσης και θερμοκρασίας. Βλ. μάρμαρο, σχιστόλιθος. [< γαλλ. roches métamorphiques, αγγλ. metamorphic rocks] , πυριγενή/εκρηξιγενή/μαγματικά πετρώματα: που δημιουργούνται από την πήξη και στερεοποίηση του μάγματος: διάκριση των ~ών ~άτων σε πλουτώνια (: γάββρος, γρανίτης, περιδοτίτης), ηφαιστειακά (: βασάλτης, δακίτης, τραχείτης) και φλεβικά. [< γαλλ. roches ignées/éruptives/magmatiques] , μητρικό πέτρωμα βλ. μητρικός1 [< μτγν. πέτρωμα, γαλλ. roche, γερμ. Gestein, αγγλ. rock] | |
| 40191 | πέτρωμα2 | πέ-τρω-μα ουσ. (ουδ.) 1. μετατροπή σε πέτρα ή σε κάτι στερεό, σκληρό ή συμπαγές σαν πέτρα: (ΙΑΤΡ.) ~ της κοιλιάς (: κυρ. σε έγκυο λόγω συσπάσεων της μήτρας)/του στήθους (: στις θηλάζουσες μητέρες· βλ. μαστίτιδα). 2. πάγωμα, στερεοποίηση. Πβ. πήξιμο. 3. (μτφ.) ακινητοποίηση, κοκάλωμα, συνήθ. από φόβο ή ξάφνιασμα. ΣΥΝ. κέρωμα, μαρμάρωμα | |
| 40192 | πετρώνω | πε-τρώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πέτρω-σα, -μένος} 1. (μτφ.) μένω ακίνητος από φόβο ή έντονη έκπληξη· γενικότ. δεν μπορώ να κινηθώ: ~σε από τον τρόμο (πβ. κερώνω, παραλύω). Το γέλιο ~σε στα χείλη τους.|| ~μένος από το κρύο. Πβ. κοκαλώνω, παγώνω. 2. μετατρέπω ή μετατρέπομαι σε πέτρα: (ΜΥΘ.-ΛΑΟΓΡ.) Το τέρας ~σε (= μαρμάρωσε). ● πετρώνει: γίνεται σκληρός ή κάνει κάτι σκληρό σαν πέτρα: Η λάσπη/το χώμα ~σε (= ξεράθηκε, στέγνωσε). Ανακατεύω το σιρόπι, για να μην ~σει (= κρυσταλλώσει, πήξει). Το στήθος ~σε (: κυρ. κατά τη γαλουχία, εξαιτίας μαστίτιδας).|| (μτφ.) Η καρδιά του έχει ~σει (= έχει σκληρύνει, αναισθητοποιηθεί). [< 2: μτγν. πετρῶ, γαλλ. (se) pétrifier] | |
| 40193 | πέτσα | πέ-τσα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. κρούστα: γιαούρτι με/χωρίς ~. Ανακατεύετε το γάλα, για να μην πιάσει/μη σχηματίσει ~.|| Οι πληγές έκαναν ~ (πβ. κακάδι). 2. κυρ. ΜΑΓΕΙΡ. δέρμα (ζώου): Η (τραγανή) ~ από το ψημένο αρνί/κοτόπουλο. Αφαιρέστε/βγάζετε την ~ από το κρέας/ψάρι. Πβ. πετσί.|| (κατ' επέκτ. για ξεφλούδισμα της επιδερμίδας) Μην τραβάτε τις ~ες! ● Υποκ.: πετσάκι (το): τα ~ια των νυχιών (= παρανυχίδες).|| Το ~ του πέους (= χαλινός)., πετσούλα (η) ● ΦΡ.: μου σηκώθηκε η πέτσα/το πετσί (προφ.): ανατρίχιασα, έφριξα. ΣΥΝ. μου σηκώθηκε η τρίχα (κάγκελο), δεν έχει τσίπα (επάνω/πάνω του) βλ. τσίπα [< μεσν. πέτσα] | |
| 40194 | πετσέτα | πε-τσέ-τα ουσ. (θηλ.) 1. ειδικό απορροφητικό ύφασμα μεγάλου μεγέθους που χρησιμοποιείται για το σκούπισμα του σώματος μετά το μπάνιο: βαμβακερή/χνουδωτή ~. ~ θαλάσσης/λουτρού (= λουτροπετσέα)/ποδιών/προσώπου (= προσόψιο)/χεριών. Καθαρή και στεγνή ~. Στεγνώνω τα μαλλιά με την ~.|| (προφ.) Πέταξε λευκή ~ (= τα παράτησε). Βλ. μπουρνούζι, προσόψιο. 2. κομμάτι υφάσματος για το σκούπισμα των χεριών ή των χειλιών στο τραπέζι κατά το γεύμα ή για το στέγνωμα βρεγμένων σκευών: λευκές/λινές ~ες. Κρίκοι για ~ες φαγητού.|| ~ες κουζίνας/πιάτων. Βλ. σπογγο~, χειρο~. 3. (προφ.) χαρτοπετσέτα. ● Υποκ.: πετσετούλα (η) [< μεσν. πετσέτα] | |
| 40195 | πετσετάκι | πε-τσε-τά-κι ουσ. (ουδ.) 1. μικρή πετσέτα, πανάκι. 2. σεμεδάκι. | |
| 40196 | πετσετέ | πε-τσε-τέ επίθ. {άκλ.}: (για ύφασμα) που μοιάζει στην υφή με πετσέτα· συνεκδ. που είναι φτιαγμένος από τέτοιο ύφασμα: ~ κάλυμμα/φορέματα. Κάλτσες/παντόφλες/πατάκι μπάνιου ~. | |
| 40197 | πετσετοθήκη | πε-τσε-το-θή-κη ουσ. (θηλ.) 1. θήκη για χαρτοπετσέτες. 2. πετσετοκρεμάστρα. Βλ. -θήκη. [< γαλλ. porte-serviettes] | |
| 40198 | πετσετοκρεμάστρα | πε-τσε-το-κρε-μά-στρα ουσ. (θηλ.): είδος κρεμάστρας για πετσέτες μπάνιου: διπλή/μονή/περιστροφική/σταθερή ~. ~ες καλοριφέρ/λουτρού. Ηλεκτρικές/θερμαινόμενες ~ες. ΣΥΝ. πετσετοθήκη (2) | |
| 40199 | πετσί | πε-τσί ουσ. (ουδ.) {πετσ-ιού} (προφ.) 1. δέρμα: ~ ζώου. Πβ. πέτσα, τομάρι.|| Χέρια σκληρά σαν ~. 2. (κατ' επέκτ.) ύφασμα ή πανί από σκληρό, συνήθ. δερμάτινο, υλικό: Σκουπίστε το βρεγμένο αυτοκίνητο με ένα στεγνό ~. Βλ. τελατίνι. ● ΣΥΜΠΛ.: χοντρό πετσί βλ. χοντρός ● ΦΡ.: γνώρισα/ένιωσα/αισθάνθηκα στο πετσί μου: βίωσα πολύ έντονα: ~ ~ την απόρριψη/τη φτώχεια., μπαίνω στο πετσί: ταυτίζομαι με κάποιον, κατανοώ τη νοοτροπία, τον τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς του: Ο ηθοποιός μπήκε για τα καλά ~ του ρόλου., πετσί και κόκαλο: πάρα πολύ αδύνατος, κοκαλιάρης: Είναι/έχει γίνει ~ ~. Πβ. σαν τον Άγιο/Όσιο Ονούφριο, σκελετός, φάντασμα., στο πετσί (κάποιου): για κάτι που αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό της προσωπικότητας κάποιου: Την έχει (μέσα) ~ ~ του την απατεωνιά. Αντιλήψεις που βρίσκονται/είναι/έχουν περάσει (για τα καλά) ~ ~ τους.|| Δεν μπορείς να βγάλεις από το ~ σου (= από πάνω σου) τις παλιές συνήθειες., μου σηκώθηκε η πέτσα/το πετσί βλ. πέτσα, πουλώ ακριβά το τομάρι/το πετσί μου βλ. τομάρι [< μεσν. πετσί(ο)ν] | |
| 40200 | πετσικάρει | πε-τσι-κά-ρει ρ. (αμτβ.) & πιτσικάρει (λαϊκό): (για σκληρή, συνήθ. ξύλινη επιφάνεια) κυρτώνει, παραμορφώνεται: Η πόρτα έχει ~ από την υγρασία. [< ιταλ. pizzicar(e)] | |
| 40201 | πετσικάρισμα | πε-τσι-κά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) & πιτσικάρισμα (λαϊκό): κύρτωση, στρέβλωση συνήθ. ξύλινης επιφάνειας. Βλ. -ισμα. | |
| 40202 | πέτσινος | , η, ο πέ-τσι-νος επίθ. 1. δερμάτινος: ~η: μπάλα. ~ο: μπουφάν/παντελόνι/σακάκι. 2. (αργκό) ψεύτικος: ~ο: γκολ/πέναλτι. ΣΥΝ. μουσαντένιος ● Ουσ.: πέτσινο (το): ενν. πανωφόρι. | |
| 40203 | πετσοκόβω | πε-τσο-κό-βω ρ. (μτβ.) {πετσόκο-ψα, -φτηκε κ. -πηκε, -μμένος, πετσοκόβ-οντας} (προφ.) 1. κατακομματιάζω κάτι, με αποτέλεσμα να το καταστρέψω: Το ~ψες το ύφασμα. Πβ. κατατεμαχίζω. 2. κατασφάζω, κατακρεουργώ: Τους ~ψαν στον πόλεμο.|| (μτφ.) Μας ~ψε στο διαγώνισμα (= τσεκούρωσε). 3. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) περικόπτω δραστικά, μειώνω, ελαττώνω: ~ουν δικαιώματα/μισθούς. ~ψαν το κείμενό μου. ~μμένη: δήλωση/έκδοση. ~μμένο: έργο. Πβ. ακρωτηριάζω, κουτσουρεύω. 4. (μτφ.) προκαλώ τραύματα, συνήθ. από αδεξιότητα: Ο γιατρός τον ~ψε. Πβ. κατακόβω. [< μεσν. πετσοκόβγω] | |
| 40204 | πετσόκομμα | πε-τσό-κομ-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) δραστική περικοπή, μείωση, ελάττωση: άγριο ~ των επιδοτήσεων/συντάξεων. ~ του κειμένου/των δικαιωμάτων. Πβ. ακρωτηριασμός, κατακρεούργηση, κουτσούρεμα. | |
| 40205 | πέτσωμα | πέ-τσω-μα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. ΟΙΚΟΔ. επένδυση επιφάνειας με οποιοδήποτε υλικό, συνήθ. κατασκευή σανιδώματος· συνεκδ. η αντίστοιχη επιφάνεια: ξύλινο ~. 2. ΝΑΥΤ. επικάλυψη σκάφους στην εξωτερική του πλευρά με σανίδες ή λαμαρίνες. [< μεσν. πέτσωμα] | |
| 40206 | πετσώνω | πε-τσώ-νω ρ. (μτβ.) {πέτσω-σα, πετσώ-θηκε, -μένος} (λαϊκό) 1. ΟΙΚΟΔ. επενδύω επιφάνεια με δέρμα ή άλλο υλικό. 2. ΝΑΥΤ. επικαλύπτω εξωτερικά την επιφάνεια σκάφους με σανίδες ή λαμαρίνες: Το σκάφος ~θηκε με κόντρα πλακέ θαλάσσης. 3. τρώω του σκασμού: Την ~σε (= την τούρλωσε). [< μεσν. πετσώνω] | |
| 40207 | πετυχαίνω | πε-τυ-χαί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πέτυχ-α, -ημένος, πετυχαίν-οντας} 1. καταφέρνω να πραγματοποιήσω έναν στόχο, να έχω το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα: ~ε (= πέρασε) στις εξετάσεις/στην Ιατρική (Σχολή)/στο Πανεπιστήμιο/στο Φυσικό (Τμήμα). ~ε (= πήρε) μια καλή βαθμολογία/υποτροφία/υψηλή θέση.|| ~αν συμφωνία (= συμφώνησαν). Χωρίς κόπο δεν ~ει κανείς τίποτα. Με το παζάρι ~ε μια καλύτερη τιμή. ~ε στη ζωή του (: έκανε λεφτά, προόδευσε). Το ~α το φαγητό (: το μαγείρεψα καλά). ΣΥΝ. επιτυγχάνω, κατορθώνω ΑΝΤ. αποτυγχάνω 2. βρίσκω: Η σφαίρα τον ~ε στο πόδι.|| Τον ~α σε ακατάλληλη στιγμή. (σε τηλεφωνική συνομιλία) -Πού σε ~ (= πού είσαι); 3. συναντώ τυχαία: Την ~α στις σκάλες. ~ε έναν παλιό του φίλο στο λεωφορείο. (απειλητ.) Δεν θα σε πετύχω πουθενά; Πβ. απαντώ, τρακάρω.|| ~ε μια καλή ευκαιρία (= του έτυχε).|| ~α (= έπεσα πάνω σε) μια ωραία εκπομπή στην τηλεόραση. 4. βάζω: ~ε γκολ/καλάθι/τέρμα. Πβ. σημειώνω. ● πετυχαίνει: έχει επιτυχία: Η συνταγή δεν ~ πάντα. ~ε η δοκιμή/το εγχείρημα. Το πείραμα δεν ~ε. ΣΥΝ. ευοδώνεται, καρποφορεί (1), τελεσφορεί ● ΦΡ.: ... να σου (πε)τύχει (προφ.-ειρων.): για να δηλωθεί δυσαρέσκεια, απογοήτευση για κάποιον ή κάτι: Γείτονας/φίλος ~ ~! Συνεννόηση ~ ~!, το πέτυχα (προφ.): μάντεψα σωστά, βρήκα τη λύση., (πέτυχε/έκανε/έπεσε/χτύπησε) διάνα! βλ. διάνα, βρίσκω/πετυχαίνω κάποιον σε καλή/κακή μέρα ή είμαι σε καλή/κακή μέρα βλ. μέρα, η εγχείρηση πέτυχε, (αλλά) ο ασθενής απεβίωσε/απέθανε βλ. εγχείρηση [< μεσν. πετυχαίνω] | |
| 40208 | πετυχημένος | , η, ο πε-τυ-χη-μέ-νος επίθ. (προφ.): επιτυχημένος. ● επίρρ.: πετυχημένα |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ