| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 40209 | πετώ | [πετῶ] πε-τώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {πετ-άς ..., -ώντας | πέτ-αξα, -άγομαι (προφ.) -ιέμαι, -άχτηκα (λόγ.) -άχθηκα, -α(γ)μένος} & πετάω 1. (για πτηνό) κινούμαι στον αέρα με φτερά ή (για ιπτάμενο μέσο) με μηχανή· ειδικότ. ταξιδεύω αεροπορικώς: Ο αετός ~ούσε (ψηλά) στον ουρανό. Οι νεοσσοί μεγάλωσαν και ~αξαν από τη φωλιά. Οι μέλισσες/πεταλούδες ~ούν από λουλούδι σε λουλούδι (πβ. πεταρίζει, φτερουγίζει).|| Το αεροσκάφος ~ούσε σε χαμηλό ύψος/στα ... χιλιάδες πόδια. Πβ. ίπταται.|| ~ τον χαρταετό (πβ. αμολώ).|| ~ αύριο για Παρίσι. ~ με αερόστατο/ελικόπτερο. Βλ. απογειώνομαι.|| (μτφ.) Άσε τη φαντασία σου να ~άξει! 2. ρίχνω ένα αντικείμενο με δύναμη στον αέρα, συνήθ. προς συγκεκριμένο στόχο: ~αξε το ακόντιο (στα ... μέτρα)/την μπάλα (στο καλάθι)/τη φωτοβολίδα. ~αξαν προκηρύξεις/φυλλάδια (πβ. διασκορπίζω). Άγνωστοι ~ούσαν (= επιτέθηκαν με) πέτρες στους ... (πβ. πετροβολώ). Του ~αξε (= του έφερε) ένα βάζο στο κεφάλι. Πβ. εκσφενδονίζω, εκτοξεύω.|| Με μια απρόσεκτη κίνηση τα ~ξε όλα κάτω.|| Τον ~αξε (= κόλλησε) στον τοίχο. 3. απαλλάσσομαι από κάτι που δεν το χρειάζομαι· ειδικότ. ρίχνω στα σκουπίδια: ~αξε τα άχρηστα αντικείμενα/τα παλιά ρούχα (πβ. ξεφορτώνομαι). Τα μπάζα ~άχτηκαν στο ρέμα.|| (μτφ.) ~αξε τη στολή του αξιωματικού (= τα παράτησε)/τα χειμωνιάτικα (= τα έβγαλε, άρχισε να φοράει τα καλοκαιρινά). Μην ~άξεις την ευκαιρία (= μην την αφήσεις ανεκμετάλλευτη). Πρόταση που ~άχτηκε (= κατέληξε) στα αζήτητα/στον κάλαθο των αχρήστων. Βλ. παρα~. 4. (μτφ.-προφ.) μεταφέρω με αυτοκίνητο ή μηχανή: Θέλεις να σε ~άξω μέχρι το μετρό; 5. (μτφ.-προφ.) θριαμβεύω, σαρώνω, σκίζω: ~άει στα μαθηματικά (πβ. διαπρέπω). ~άει το αμάξι (πβ. φυσάει). 6. (μτφ.) σκορπίζω, σπαταλώ: ~άει (άσκοπα) τα χρήματά του (σε άχρηστα πράγματα). 7. (μτφ.-προφ.) λέω κάτι ελεύθερα και απρόσμενα: ~άει αστειάκια/εξυπνάδες/κοτσάνες (πβ. την πέταξε). ~αξε μια κουβέντα και έφυγε. ~αξε (πάλι) την κακία της. Ποιος ~αξε την ιδέα να ...; 8. (μτφ.-προφ.) διώχνω, αποπέμπω: Τον ~αξαν (= απέλυσαν) από την εταιρεία. 9. (μτφ.-επιτατ.) χαίρομαι πάρα πολύ, ενθουσιάζομαι: Τα λόγια σου με κάνουν και ~ από ευτυχία. ● πετάει (μτφ.-προφ.) 1. βγάζει, εμφανίζει: Το δέντρο ~αξε νέα φύλλα (= έχει βλαστήσει)/ρίζες.|| ~αξε γένια/σπυράκια. 2. προεξέχει: Ίσιωσε τα μαλλιά σου, γιατί ~άνε. ~άνε τα τσουλούφια του., πέταξε (μτφ.-προφ.): σταμάτησε να υπάρχει· έσβησε, χάθηκε: Τώρα πάει, ~ η ευκαιρία! ~αν οι ελπίδες! ● ΦΡ.: μου πετάχτηκαν/μας πέταξε τα μάτια έξω (αργκό): για να δηλωθεί έντονη έκπληξη, θαυμασμός, αναστάτωση, απορία, κυρ. για κάτι που είδε κάποιος. ΣΥΝ. μου 'φυγε/μου 'πεσε η μασέλα, μου 'χει φύγει το μυαλό/το καφάσι/το κεφάλι/ο νους/το τσερβέλο, πετάει/ζει/βρίσκεται στα σύννεφα (προφ.-ειρων.): για κάποιον που δεν αντιμετωπίζει τις καταστάσεις με ρεαλισμό, δεν έχει επαφή με την πραγματικότητα. ΑΝΤ. πατάω (γερά) στη γη, ρίχνω/πετάω λάσπη (μτφ.-προφ.): συκοφαντώ: Μας ρίχνουν ~ συνεχώς. Πετάνε ~ κι όπου πιάσει. Ρίχνουν/πετούν ~ εναντίον ... ΣΥΝ. λασπολογώ, την πέταξε (αργκό): είπε βλακεία: ~ ~ες πάλι. Βλ. την άκουσα., τον πέταξε έξω/έδιωξε (κακήν κακώς/με τις κλοτσιές): για βίαιη απομάκρυνση προσώπου: Ο ιδιοκτήτης μάς πέταξε ~ (: μάς έκανε έξωση). Ο δάσκαλος τον πέταξε έξω από την τάξη (πβ. αποβάλλω). Τον πέταξαν με τις κλοτσιές από το κόμμα (πβ. διαγράφω)., (πάει,) πέταξε το πουλάκι/πουλί! βλ. πουλάκι, αφήνω/πετάω/ρίχνω σπόντες/μπηχτές/καρφιά βλ. σπόντα, βρίσκομαι/πετώ στα σύννεφα/στα ουράνια βλ. σύννεφο, μάτια που βγάζουν/πετούν σπίθες/φλόγες/φωτιές βλ. σπίθα, παίζει/πετάει το μάτι μου βλ. μάτι, παίρνω/ρίχνω/σηκώνω/πετάω μπόι βλ. μπόι, πετάει η ομάδα βλ. ομάδα, πετάει ο γάιδαρος; πετάει! βλ. γάιδαρος, πετάω κάτι στα μούτρα κάποιου βλ. μούτρο, πετάω φωτιές/φωτιά βλ. φωτιά, πετάω/ρίχνω μπανανόφλουδα σε κάποιον βλ. μπανανόφλουδα, πετάω/ρίχνω το γάντι σε κάποιον βλ. γάντι, πετώ κάποιον σαν στυμμένη λεμονόκουπα βλ. λεμονόκουπα, πετώ κάποιον στο(ν) δρόμο βλ. δρόμος, πετώ κάτι απ' το παράθυρο βλ. παράθυρο, πετώ κάτι στον δρόμο βλ. δρόμος, πετώ με τα δικά μου φτερά βλ. φτερό, πετώ στα ύψη βλ. ύψος, πετώ τα λεφτά/τα χρήματά μου απ' το παράθυρο/στον αέρα βλ. παράθυρο, πετώ τη σκούφια μου (για κάτι) βλ. σκούφια, πετώ/πηδώ απ' τη χαρά μου/από χαρά βλ. χαρά, πετώ/ρίχνω σε κάποιον το μπαλάκι βλ. μπαλάκι, πετώ/ρίχνω/βάζω (τη) λάσπη στον ανεμιστήρα βλ. λάσπη, ρίχνω/πετάω/οδηγώ (κάποιον) στον Καιάδα βλ. Καιάδας ● βλ. πετάγομαι, πεταμένος [< μεσν. πετώ < αρχ. πετῶ ‘πετάω, τρέχω γρήγορα’] | |
| 40210 | πεύκη | πεύ-κη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ΒΟΤ. πεύκο: μαύρη/τραχεία ~. ΣΥΝ. πευκόδεντρο [< αρχ. πεύκη] | |
| 40211 | πεύκινος | , η, ο πεύ-κι-νος επίθ.: που σχετίζεται με το πεύκο ή έχει φτιαχτεί από το ξύλο του: ~η: σανίδα. [< αρχ. πεύκινος] | |
| 40212 | πεύκο | [πεῦκο] πεύ-κο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. κωνοφόρο αειθαλές δέντρο (γένος Pinus) με βελονοειδή φύλλα· συνεκδ. το ξύλο του: ~ το κοινό (: χαλέπιος πεύκη). Ρητίνη (του) ~ου. Πβ. ρόμπολο. Βλ. κουκουνάρι, πευκοβελόνα. ΣΥΝ. πεύκη, πευκόδεντρο ● Υποκ.: πευκάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: ήμερο πεύκο: κουκουναριά. ● ΦΡ.: στα πευκάκια (προφ.-χιουμορ.): ως έκφραση που αναφέρεται στον θάνατο κάποιου: Πήγε ~ ~ (= πέθανε). Θα με στείλεις ~ ~ (= θα με ξεκάνεις). ΣΥΝ. στον άλλο κόσμο/στον τάφο/στα θυμαράκια. [< αρχ. πεύκη] | |
| 40213 | πευκοβελόνα | πευ-κο-βε-λό-να ουσ. (θηλ.): το φύλλο του πεύκου που μοιάζει με βελόνα. | |
| 40214 | πευκοδάσος | πευ-κο-δά-σος ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) πευκόδασος: δάσος με πεύκα. Βλ. -δασος. | |
| 40215 | πευκόδεντρο | πευ-κό-δε-ντρο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. πεύκο. | |
| 40216 | πευκόμελο | πευ-κό-με-λο ουσ. (ουδ.): μέλι πλούσιο σε ιχνοστοιχεία που παράγεται από το μελίτωμα του πεύκου, έχει σκούρο χρώμα και δεν κρυσταλλώνει. Βλ. -μελο. | |
| 40217 | πεύκος | [πεῦκος] πεύ-κος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): πεύκο, κυρ. ψηλό ή πολλών χρόνων. [< μεσν. πεύκος] | |
| 40218 | πευκόφυτος | , η, ο πευ-κό-φυ-τος επίθ.: (για τόπο) που καλύπτεται από πεύκα: ~η: έκταση/κοιλάδα. ~ο: βουνό/πάρκο. Βλ. -φυτος. | |
| 40219 | πευκώνας | πευ-κώ-νας ουσ. (αρσ.): μικρό συνήθ. πευκοδάσος. Βλ. -ώνας. [< μτγν. πευκών] | |
| 40220 | πεφιλημένος | , η, ο πε-φι-λη-μέ-νος επίθ. (αρχαιοπρ.): (συνήθ. για νεκρό) αγαπημένος, προσφιλής. [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. φιλῶ] | |
| 40221 | πεφταστέρι | πε-φτα-στέ-ρι ουσ. (ουδ.) & πεφτάστερο (λαϊκό): διάττων αστέρας: Μόλις είδε το ~, έκανε μια ευχή. | |
| 40222 | πέφτουλας | πέ-φτου-λας ουσ. (αρσ.) (προφ.-μειωτ.): άνδρας που προσεγγίζει ερωτικά γυναίκες με αδιάκριτο τρόπο, λιγούρης. Βλ. -ουλας. | |
| 40224 | πεφωτισμένος | , η, ο πε-φω-τι-σμέ-νος επίθ. (λόγ.): καλλιεργημένος, σοφός, με ευρύτητα σκέψης: ~ος: δάσκαλος. ~η: ηγεσία/καθοδήγηση. ● ΣΥΜΠΛ.: (πε)φωτισμένη δεσποτεία/μοναρχία βλ. δεσποτεία [μτχ. παθ. παρακ. του ρ. φωτίζω, γαλλ. éclairé] | |
| 40225 | πεχά | πε-χά ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & πε χα & pH: ΧΗΜ. αριθμός που προσδιορίζει την οξύτητα ή την αλκαλικότητα χημικού διαλύματος: βασικό (: τιμές 7-14)/όξινο (: 0-7)/ουδέτερο ~ (: 7).|| ~ αίματος/δέρματος/εδάφους/νερού. [< γαλλ. συντομ. potentiel d'Hydrogène, 1909] | |
| 40226 | πεχαμετρικός | , ή, ό πε-χα-με-τρι-κός επίθ. : ΧΗΜ. που σχετίζεται με το πεχάμετρο: ~ό: χαρτί (: αλλάζει χρώμα ανάλογα με το πεχά του διαλύματος). | |
| 40227 | πεχάμετρο | πε-χά-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. συσκευή μέτρησης του πεχά: φορητό ~. Βλ. -μετρο. [< αγγλ. pH meter, 1932] | |
| 40228 | πέψη | πέ-ψη ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μετατροπή των τροφών από το πεπτικό σύστημα σε ουσίες που μπορούν να απορροφηθούν από τον οργανισμό: εύκολη/κακή/καλή ~. Ικανότητα/προβλήματα ~ης. Βλ. δυσπεψία. ΣΥΝ. χώνεμα, χώνεψη [< αρχ. πέψις] | |
| 40229 | πεψίνη | πε-ψί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ένζυμο του γαστρικού υγρού που συμβάλλει στην πέψη των πρωτεϊνών. Βλ. -ίνη. [< γαλλ. pepsine, αγγλ. pepsin] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ