Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [40800-40820]

IDΛήμμαΕρμηνεία
40197πετσετοθήκηπε-τσε-το-θή-κη ουσ. (θηλ.) 1. θήκη για χαρτοπετσέτες. 2. πετσετοκρεμάστρα. Βλ. -θήκη. [< γαλλ. porte-serviettes]
40198πετσετοκρεμάστραπε-τσε-το-κρε-μά-στρα ουσ. (θηλ.): είδος κρεμάστρας για πετσέτες μπάνιου: διπλή/μονή/περιστροφική/σταθερή ~. ~ες καλοριφέρ/λουτρού. Ηλεκτρικές/θερμαινόμενες ~ες. ΣΥΝ. πετσετοθήκη (2)
40199πετσίπε-τσί ουσ. (ουδ.) {πετσ-ιού} (προφ.) 1. δέρμα: ~ ζώου. Πβ. πέτσα, τομάρι.|| Χέρια σκληρά σαν ~. 2. (κατ' επέκτ.) ύφασμα ή πανί από σκληρό, συνήθ. δερμάτινο, υλικό: Σκουπίστε το βρεγμένο αυτοκίνητο με ένα στεγνό ~. Βλ. τελατίνι. ● ΣΥΜΠΛ.: χοντρό πετσί βλ. χοντρός ● ΦΡ.: γνώρισα/ένιωσα/αισθάνθηκα στο πετσί μου: βίωσα πολύ έντονα: ~ ~ την απόρριψη/τη φτώχεια., μπαίνω στο πετσί: ταυτίζομαι με κάποιον, κατανοώ τη νοοτροπία, τον τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς του: Ο ηθοποιός μπήκε για τα καλά ~ του ρόλου., πετσί και κόκαλο: πάρα πολύ αδύνατος, κοκαλιάρης: Είναι/έχει γίνει ~ ~. Πβ. σαν τον Άγιο/Όσιο Ονούφριο, σκελετός, φάντασμα., στο πετσί (κάποιου): για κάτι που αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό της προσωπικότητας κάποιου: Την έχει (μέσα) ~ ~ του την απατεωνιά. Αντιλήψεις που βρίσκονται/είναι/έχουν περάσει (για τα καλά) ~ ~ τους.|| Δεν μπορείς να βγάλεις από το ~ σου (= από πάνω σου) τις παλιές συνήθειες., μου σηκώθηκε η πέτσα/το πετσί βλ. πέτσα, πουλώ ακριβά το τομάρι/το πετσί μου βλ. τομάρι [< μεσν. πετσί(ο)ν]
40200πετσικάρειπε-τσι-κά-ρει ρ. (αμτβ.) & πιτσικάρει (λαϊκό): (για σκληρή, συνήθ. ξύλινη επιφάνεια) κυρτώνει, παραμορφώνεται: Η πόρτα έχει ~ από την υγρασία. [< ιταλ. pizzicar(e)]
40201πετσικάρισμαπε-τσι-κά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) & πιτσικάρισμα (λαϊκό): κύρτωση, στρέβλωση συνήθ. ξύλινης επιφάνειας. Βλ. -ισμα.
40202πέτσινος, η, ο πέ-τσι-νος επίθ. 1. δερμάτινος: ~η: μπάλα. ~ο: μπουφάν/παντελόνι/σακάκι. 2. (αργκό) ψεύτικος: ~ο: γκολ/πέναλτι. ΣΥΝ. μουσαντένιος ● Ουσ.: πέτσινο (το): ενν. πανωφόρι.
40203πετσοκόβωπε-τσο-κό-βω ρ. (μτβ.) {πετσόκο-ψα, -φτηκε κ. -πηκε, -μμένος, πετσοκόβ-οντας} (προφ.) 1. κατακομματιάζω κάτι, με αποτέλεσμα να το καταστρέψω: Το ~ψες το ύφασμα. Πβ. κατατεμαχίζω. 2. κατασφάζω, κατακρεουργώ: Τους ~ψαν στον πόλεμο.|| (μτφ.) Μας ~ψε στο διαγώνισμα (= τσεκούρωσε). 3. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) περικόπτω δραστικά, μειώνω, ελαττώνω: ~ουν δικαιώματα/μισθούς. ~ψαν το κείμενό μου. ~μμένη: δήλωση/έκδοση. ~μμένο: έργο. Πβ. ακρωτηριάζω, κουτσουρεύω. 4. (μτφ.) προκαλώ τραύματα, συνήθ. από αδεξιότητα: Ο γιατρός τον ~ψε. Πβ. κατακόβω. [< μεσν. πετσοκόβγω]
40204πετσόκομμαπε-τσό-κομ-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) δραστική περικοπή, μείωση, ελάττωση: άγριο ~ των επιδοτήσεων/συντάξεων. ~ του κειμένου/των δικαιωμάτων. Πβ. ακρωτηριασμός, κατακρεούργηση, κουτσούρεμα.
40205πέτσωμαπέ-τσω-μα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. ΟΙΚΟΔ. επένδυση επιφάνειας με οποιοδήποτε υλικό, συνήθ. κατασκευή σανιδώματος· συνεκδ. η αντίστοιχη επιφάνεια: ξύλινο ~. 2. ΝΑΥΤ. επικάλυψη σκάφους στην εξωτερική του πλευρά με σανίδες ή λαμαρίνες. [< μεσν. πέτσωμα]
40206πετσώνωπε-τσώ-νω ρ. (μτβ.) {πέτσω-σα, πετσώ-θηκε, -μένος} (λαϊκό) 1. ΟΙΚΟΔ. επενδύω επιφάνεια με δέρμα ή άλλο υλικό. 2. ΝΑΥΤ. επικαλύπτω εξωτερικά την επιφάνεια σκάφους με σανίδες ή λαμαρίνες: Το σκάφος ~θηκε με κόντρα πλακέ θαλάσσης. 3. τρώω του σκασμού: Την ~σε (= την τούρλωσε). [< μεσν. πετσώνω]
40207πετυχαίνωπε-τυ-χαί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πέτυχ-α, -ημένος, πετυχαίν-οντας} 1. καταφέρνω να πραγματοποιήσω έναν στόχο, να έχω το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα: ~ε (= πέρασε) στις εξετάσεις/στην Ιατρική (Σχολή)/στο Πανεπιστήμιο/στο Φυσικό (Τμήμα). ~ε (= πήρε) μια καλή βαθμολογία/υποτροφία/υψηλή θέση.|| ~αν συμφωνία (= συμφώνησαν). Χωρίς κόπο δεν ~ει κανείς τίποτα. Με το παζάρι ~ε μια καλύτερη τιμή. ~ε στη ζωή του (: έκανε λεφτά, προόδευσε). Το ~α το φαγητό (: το μαγείρεψα καλά). ΣΥΝ. επιτυγχάνω, κατορθώνω ΑΝΤ. αποτυγχάνω 2. βρίσκω: Η σφαίρα τον ~ε στο πόδι.|| Τον ~α σε ακατάλληλη στιγμή. (σε τηλεφωνική συνομιλία) -Πού σε ~ (= πού είσαι); 3. συναντώ τυχαία: Την ~α στις σκάλες. ~ε έναν παλιό του φίλο στο λεωφορείο. (απειλητ.) Δεν θα σε πετύχω πουθενά; Πβ. απαντώ, τρακάρω.|| ~ε μια καλή ευκαιρία (= του έτυχε).|| ~α (= έπεσα πάνω σε) μια ωραία εκπομπή στην τηλεόραση. 4. βάζω: ~ε γκολ/καλάθι/τέρμα. Πβ. σημειώνω.πετυχαίνει: έχει επιτυχία: Η συνταγή δεν ~ πάντα. ~ε η δοκιμή/το εγχείρημα. Το πείραμα δεν ~ε. ΣΥΝ. ευοδώνεται, καρποφορεί (1), τελεσφορεί ● ΦΡ.: ... να σου (πε)τύχει (προφ.-ειρων.): για να δηλωθεί δυσαρέσκεια, απογοήτευση για κάποιον ή κάτι: Γείτονας/φίλος ~ ~! Συνεννόηση ~ ~!, το πέτυχα (προφ.): μάντεψα σωστά, βρήκα τη λύση., (πέτυχε/έκανε/έπεσε/χτύπησε) διάνα! βλ. διάνα, βρίσκω/πετυχαίνω κάποιον σε καλή/κακή μέρα ή είμαι σε καλή/κακή μέρα βλ. μέρα, η εγχείρηση πέτυχε, (αλλά) ο ασθενής απεβίωσε/απέθανε βλ. εγχείρηση [< μεσν. πετυχαίνω]
40208πετυχημένος, η, ο πε-τυ-χη-μέ-νος επίθ. (προφ.): επιτυχημένος. ● επίρρ.: πετυχημένα
40210πεύκηπεύ-κη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ΒΟΤ. πεύκο: μαύρη/τραχεία ~. ΣΥΝ. πευκόδεντρο [< αρχ. πεύκη]
40211πεύκινος, η, ο πεύ-κι-νος επίθ.: που σχετίζεται με το πεύκο ή έχει φτιαχτεί από το ξύλο του: ~η: σανίδα. [< αρχ. πεύκινος]
40212πεύκο[πεῦκο] πεύ-κο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. κωνοφόρο αειθαλές δέντρο (γένος Pinus) με βελονοειδή φύλλα· συνεκδ. το ξύλο του: ~ το κοινό (: χαλέπιος πεύκη). Ρητίνη (του) ~ου. Πβ. ρόμπολο. Βλ. κουκουνάρι, πευκοβελόνα. ΣΥΝ. πεύκη, πευκόδεντρο ● Υποκ.: πευκάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: ήμερο πεύκο: κουκουναριά. ● ΦΡ.: στα πευκάκια (προφ.-χιουμορ.): ως έκφραση που αναφέρεται στον θάνατο κάποιου: Πήγε ~ ~ (= πέθανε). Θα με στείλεις ~ ~ (= θα με ξεκάνεις). ΣΥΝ. στον άλλο κόσμο/στον τάφο/στα θυμαράκια. [< αρχ. πεύκη]
40213πευκοβελόναπευ-κο-βε-λό-να ουσ. (θηλ.): το φύλλο του πεύκου που μοιάζει με βελόνα.
40214πευκοδάσοςπευ-κο-δά-σος ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) πευκόδασος: δάσος με πεύκα. Βλ. -δασος.
40215πευκόδεντροπευ-κό-δε-ντρο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. πεύκο.
40216πευκόμελοπευ-κό-με-λο ουσ. (ουδ.): μέλι πλούσιο σε ιχνοστοιχεία που παράγεται από το μελίτωμα του πεύκου, έχει σκούρο χρώμα και δεν κρυσταλλώνει. Βλ. -μελο.
40217πεύκος[πεῦκος] πεύ-κος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): πεύκο, κυρ. ψηλό ή πολλών χρόνων. [< μεσν. πεύκος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.