Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [40820-40840]

IDΛήμμαΕρμηνεία
40230πεψινογόνοπε-ψι-νο-γό-νο ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΧ. προένζυμο που σχηματίζεται στο στομάχι και μετατρέπεται σε πεψίνη με τη βοήθεια υδροχλωρικού οξέος. [< αγγλ. pepsinogen]
40231ΠΖ(το): πεζικό.
40232πήγαβλ. πηγαίνω
40233πηγάδαπη-γά-δα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): μεγάλο και βαθύ πηγάδι. [< μεσν. πηγάδα]
40234πηγαδάκιπη-γα-δά-κι ουσ. (ουδ.) 1. (υποκ.) μικρό πηγάδι. 2. (μτφ.) μικρή ομάδα ατόμων που συνομιλούν: Είχαν ανοίξει/έκαναν/σχημάτισαν ~. Θέμα που συζητήθηκε στα ~ια της Βουλής.
40235πηγάδιπη-γά-δι ουσ. (ουδ.) {πηγαδ-ιού}: βαθύ όρυγμα, συνήθ. κυλινδρικό, από το βάθος του οποίου αντλείται νερό: πέτρινο ~. Πάτος/στόμιο ~ιού. Στέρεψε το ~. Πβ. φρέαρ. Βλ. μαγγανο-, ξερο-πήγαδο.|| ~ εξόρυξης πετρελαίου. ● ΣΥΜΠΛ.: αρτεσιανό φρέαρ/πηγάδι βλ. αρτεσιανός ● ΦΡ.: στο/σε πηγάδι κατούρησα; (προφ.): έκφραση παραπόνου ή διαμαρτυρίας κάποιου, γιατί τον αποκλείουν από κάτι, τον αδικούν. [< μεσν. πηγάδι(ν) < υποκ. του αρχ. ουσ. πηγή]
40236πηγαδίσιος, ια, ιο πη-γα-δί-σιος επίθ.: που προέρχεται από πηγάδι ή σχετίζεται με αυτό: ~ιο: νερό. Βλ. -ίσιος.
40237πηγάζειπη-γά-ζει ρ. (αμτβ.) {πήγασε (λόγ.) επήγασε} ΣΥΝ. εκπηγάζει 1. (για ποτάμι) έχει την πηγή του, ξεκινά· (κατ' επέκτ., για οποιοδήποτε υγρό) αναβλύζει. 2. (μτφ.) προέρχεται, απορρέει: Η ομορφιά ~ από μέσα μας. Προβλήματα που ~ουν από την οικονομική κρίση. ΣΥΝ. εκπορεύεται [< μτγν. πηγάζω]
40238πηγαιμόςπη-γαι-μός ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) πηγεμός (λαϊκό-λογοτ.): μετάβαση, πορεία προς κάποιο προορισμό. ΑΝΤ. γυρισμός, επιστροφή (1), ερχομός [< μεσν. πηγαιμός]
40239πηγαινέλαπη-γαι-νέ-λα ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): πήγαινε-έλα, βλ. λ. πηγαίνω.
40240πηγαινοέρχομαιπη-γαι-νο-έρ-χο-μαι ρ. (αμτβ.) {μόνο στο ενεστ. θ.}: πηγαίνω και επιστρέφω από κάπου πολλές φορές: Κάθε μέρα ~εται στη δουλειά. Τα Σαββατοκύριακα ~ονται στο χωριό.|| Φάκελοι ~ονται από γραφείο σε γραφείο.
40241πηγαινοφέρνωπη-γαι-νο-φέρ-νω ρ. (μτβ.) {μόνο στο ενεστ. θ.}: πηγαίνω και φέρνω κάποιον ή κάτι σε ένα μέρος πολλές φορές. Βλ. -φέρνω.
40242πηγαίνω & πάωπη-γαί-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {πηγαίνεις κ. πας, πάει, πάμε, πάτε, πάν(ε) | πήγαινα, πήγα (να/θα πάω), προστ. πήγαινε, πηγαίνετε κ. πάτε, πηγαίν-οντας} 1. μετακινούμαι, κατευθύνομαι με τα πόδια ή με μεταφορικό μέσο συνήθ. προς συγκεκριμένο σημείο: ~ στα μαγαζιά/στην τράπεζα. ~ για ύπνο (= να κοιμηθώ)/για ψώνια (= να ψωνίσω). ~ει από το ένα δωμάτιο στο άλλο. Πού/προς τα πού πας; Πάμε (για) μια βόλτα/να περπατήσουμε (λιγάκι). Από πού πάνε για το λιμάνι;|| Πήγαν (= έφυγαν για) διακοπές/εκδρομή/ταξίδι.|| ~ (= πετάγομαι) μια στιγμή μέχρι τον/στον φούρνο και επιστρέφω.|| Το λεωφορείο πάει στο κέντρο. -Πώς μπορεί να πάει κανείς μέχρι την παραλία; -Με αυτοκίνητο/καΐκι. Πβ. μεταβαίνω. Βλ. παρα-, πολυ-πάω. 2. (+ μέχρι/ως) φτάνω: Πήγα ως την πόρτα.|| (μτφ.) Η ομάδα έχει πάει μέχρι τον τελικό. 3. (+ από) περνώ, διέρχομαι: Πήγα από το σπίτι των γονιών μου. 4. (για οδηγό ή όχημα) κινούμαι: ~ει (= τρέχει) με εκατό (ενν. χιλιόμετρα) την ώρα. 5. συχνάζω κάπου, συνηθίζω να επισκέπτομαι ένα μέρος: ~ στο γυμναστήριο. ~ει (κάθε Σάββατο/με φίλους) στον κινηματογράφο. Πάμε θέατρο συχνά. 6. συνοδεύω, οδηγώ κάποιον· μεταφέρω κάτι: Πάω τα παιδιά στο πάρκο/σχολείο. Να σε πάω (= πετάξω) μέχρι το σπίτι; Με πήγε (= έβγαλε) για φαγητό.|| Πήγα τα σκουπίδια (στον κάδο)/τα χαρτιά για ανακύκλωση.|| (μτφ.) Τον πήγε (= έσυρε) στα δικαστήρια. 7. (+ για, μτφ.) προορίζομαι· βρίσκομαι πολύ κοντά σε κάτι: Σταφύλια που πάνε για (να γίνουν) κρασί/μούστο.|| ~ει για Δήμαρχος/Πρόεδρος (πβ. προαλείφομαι). ~ει (= βαίνει, οδεύει, είναι πολύ κοντά) για παγκόσμιο ρεκόρ/τη νίκη. 8. αναχωρώ, αποχωρώ, φεύγω: Άντε να ~ (κι εγώ σιγά σιγά). Καιρός/ώρα να ~ουμε.|| (ευχετ.) Να πας στο καλό! 9. (+ να, προφ.) προσπαθώ, επιχειρώ, δοκιμάζω: Πήγα να ανοίξω το φως και έπεσε η ασφάλεια. 10. (μτφ.-προφ.) ανατρέχω, μεταβαίνω: Πήγαινε στο τέλος της σελίδας/τρίτο κεφάλαιο. Ας πάμε (= μπούμε) στην ουσία του θέματος. 11. (μτφ.-προφ.) κοντεύω, κινδυνεύω: Πήγα (= λίγο έλειψε να, παραλίγο) να πεθάνω/τρελαθώ! 12. (μτφ.-προφ.) φοιτώ: ~ (στο) γυμνάσιο/λύκειο/πανεπιστήμιο. 13. (συνήθ. στον αόρ., μτφ.-προφ.) πεθαίνω: Πήγε από βαριά αρρώστια/γεράματα/σφαίρα.πηγαίνει & (προφ.) πάει 1. διαβιβάζεται: Η ανακοίνωση πήγε σε όλα τα κανάλια και τις εφημερίδες. 2. οδηγεί, καταλήγει, φτάνει, βγάζει: Στρίβουμε δεξιά, όπως ~ ο δρόμος. Το μονοπάτι ~ αριστερά. 3. (για χρόνο) φτάνει: Πήγε δώδεκα (η ώρα)/μεσάνυχτα. 4. εξελίσσεται: Ηρέμησε, όλα θα πάνε καλά! Τι έχει πάει στραβά;|| Ο αγώνας ~ για αναβολή (= οδηγείται προς).|| Δεν θυμάμαι πώς ~ ο σκοπός/το τραγούδι. 5. λειτουργεί, δουλεύει: Το ρολόι ~ μπροστά/πίσω. 6. ξοδεύεται, δαπανάται, διατίθεται: Πού πήγαν τα λεφτά; Τα κονδύλια πήγαν σε ... 7. ταιριάζει, συνδυάζεται: Δεν του ~ αυτό το πουκάμισο/χρώμα. Τα άσπρα/γυαλιά σού πάνε πολύ.|| Το άσπρο κρασί ~ με το ψάρι. 8. πέρασε, τέλειωσε: Πάει κι αυτός ο μήνας! Πάνε χρόνια από τότε.|| Πάει η ευκαιρία (= χάθηκε)! 9. κοστίζει, στοιχίζει: Πόσο ~ η εγγραφή/το κιλό/η ταρίφα; 10. (για διαιρέτη ως προς τον διαιρετέο) χωράει, αναλογεί: Πόσο/πόσες φορές πάει το 8 στο 64; ● ΣΥΜΠΛ.: Πάμε Στοίχημα βλ. στοίχημα ● ΦΡ.: αυτό πού το πας; (προφ.): για συμπληρωματικό στοιχείο που δεν είναι αμελητέο: Δεν έχω διάθεση να βγω, βρέχει κιόλας, ~ ~; , δεν μου πάει (η καρδιά) να ... (προφ.): δεν έχω το ψυχικό σθένος, δεν αισθάνομαι καλά να κάνω κάτι: ~ ~ τον στενοχωρήσω! ΣΥΝ. δεν το βαστά(ει) η καρδιά (/η ψυχή) μου/δεν μου βαστά(ει) η καρδιά (/η ψυχή), δεν πάει/πα να ... (προφ.): (για δήλωση αδιαφορίας) ας: ~ ~ λέει ό,τι θέλει, δεν με ενδιαφέρει.|| (υβριστ.) ~ ~ πνιγεί!, όπως πάει & κατά πώς πάει: όπως εξελίσσεται η κατάσταση: ~ ~, θα τρελαθώ! ~ ~ το πράγμα, αποκτά ενδιαφέρον., όπως πάω/πας (αρνητ. συνυποδ.): έτσι που ενεργώ/ενεργείς: Όπως πάω, θα μείνω από λεφτά. Έτσι όπως πας, θα φας το κεφάλι σου., όσο πάω/πάει και: όσο περνά ο καιρός: Όσο πάω και βελτιώνομαι. Η κατάσταση όσο πάει και χειροτερεύει. Η παρέα μας όσο πάει και μεγαλώνει., όταν εσύ πήγαινες, εγώ ερχόμουν/γύριζα/γυρνούσα (μτφ.-προφ.): για να δηλωθεί μεγαλύτερη εμπειρία, υπεροχή σε κάτι: Τι μας λες τώρα, ~ ~!, πάει και …: για να αξιολογηθεί αρνητικά κάτι: Μα τι ~ ~ κάνει/λέει ο άνθρωπος!, πάει καλά (προφ.): εντάξει, καλώς: -Βάζουμε στοίχημα; -~ ~., πάει καλά/άσχημα (προφ.): έχει θετική ή αρνητική εξέλιξη: Τίποτα δεν (μου) ~ καλά σήμερα. Τα πράγματα δεν πάνε καθόλου καλά. Αν κάτι δεν πάει καλά, ενημέρωσέ με. Αν όλα πάνε καλά, αύριο θα είμαστε σπίτια μας (βλ. αν θέλει ο Θεός)., πάει κάτω: καταπίνεται: Δεν ~ ~ τίποτα/ούτε μπουκιά (: έχω χορτάσει, δεν μπορώ να φάω άλλο). Να πάνε ~ τα φαρμάκια., πάει με όλα & πάει παντού: συνδυάζεται, ταιριάζει με τα πάντα: Κρασί που ~ ~ (ενν. τα φαγητά). Χρώμα (ενν. ενδυμάτων ή υποδημάτων) που ~ ~. , πάει να πει & πα' να πει & παναπεί (προφ.): δηλαδή, σημαίνει: Μπλογκ ~ ~ ημερολόγιο. Αν δεν νικήσουμε, δεν ~ ~ ότι καταστρεφόμαστε., πάει παντού 1. απλώνεται: Ανακατεύουμε καλά το μείγμα, για να ~ ~ ο κιμάς και το τυρί. 2. (μτφ.) μεταφέρεται εύκολα: Συσκευή που είναι τόσο μικρή και ελαφριά, ώστε ~ ~., πάμε γι' άλλα: ως προτροπή για νέα αρχή, νέα προσπάθεια: Περασμένα ξεχασμένα και ~ ~. Χάσαμε, αλλά δεν πειράζει, ~ ~., πάμε!: (προτρεπτικά) προχωράμε, συνεχίζουμε, φεύγουμε: Έλα, ~! Αρκετά ξεκουραστήκαμε, ~ τώρα! Τι δουλειά έχουμε εμείς μαζί τους; ~ να φύγουμε.|| (επιφωνηματικά) Έτοιμοι; ~ (= ξεκινάμε)!, πας να ...: το έχεις βάλει σκοπό να: ~ ~ με τρελάνεις;, πας/είσαι καλά; & δεν πάμε/δεν(/σαν να μην) είμαστε καλά! (προφ.): ως έκφραση έκπληξης, δυσαρέσκειας ή ως επίπληξη κάποιου που δεν σκέφτεται ή δεν φέρεται σωστά: Παιδάκι μου, ~ ~ (= είσαι με τα/στα καλά/σωστά σου, σοβαρολογείς); Κορίτσι μου, δεν ~ ~! Άααα, δεν πάμε καθόλου καλά!, πάω με κάποιον/μαζί του (προφ.): έρχομαι σε σεξουαλική επαφή: Πήγε (= κοιμήθηκε) μαζί της., πάω τα πράγματα: ωθώ την κατάσταση (κάπου): ~ ~ μπροστά/πιο πέρα/στα άκρα., πήγαινε & (σπάν.-λαϊκό) πάγαινε: φύγε: Άντε ~ από δω., πήγαινε-έλα & πηγαινέλα & πήγαιν' έλα (προφ.) 1. & (λαϊκό) σύρε/πάνε κι έλα: συνεχής κίνηση ή μετακίνηση: Αρχίσαμε τα ~ ~ στο νησί. Πβ. σούρτα-φέρτα. 2. & πήγαινε και έλα: μετάβαση και επιστροφή: ~ ~ κάναμε πέντε ώρες. Με κούρασε το πήγαινε και το έλα με το λεωφορείο. Βλ. ανέβα-κατέβα., πήγε/έπεσε να με φάει (μτφ.-προφ.): αντέδρασε πολύ έντονα εναντίον μου: Μόλις του ζήτησα λεφτά, ~ ~.|| Δεν τόλμησα να πω κάτι και έπεσαν να με φάνε (= μου επιτέθηκαν λεκτικά)., πού θα (μου) πάει (προφ.-εμφατ.) 1. για να δηλωθεί ότι κάτι θα γίνει, θα συμβεί: ~ ~, θα τα καταφέρω. Θα βρω χρόνο, ~ ~; 2. για να ειπωθεί ότι κάποιος δεν θα ξεφύγει, δεν θα γλιτώσει: ~ ~, θα τον βρω/πετύχω/πιάσω!, πού θα πάει; (εμφατ.): για να δηλωθεί αγανάκτηση για κάτι ενοχλητικό, δυσάρεστο που πρέπει να σταματήσει: ~ ~ αυτή η κατάσταση; ~ ~ αυτό το πράγμα/το χάλι;, πού το πας; (προφ.): τι θέλεις να πεις, τι υπονοείς;, τα πάω/πηγαίνω με κάποιον (προφ.): έχω καλές ή κακές σχέσεις μαζί του: -Πώς τα πας/πάτε με τον φίλο σου; -Μια χαρά! (απειλητ.) Πρόσεξε, γιατί δεν θα τα πάμε καθόλου καλά!, τον πάω (νεαν. αργκό): μου αρέσει: ~ ~ (με χίλια)! Δεν ~ ~ καθόλου/με τίποτα/μία! Πολύ σε ~, δικέ μου!|| Το ~ το καινούργιο σου κινητό! Πβ. κάνω κέφι/γούστο κάποιον/κάτι. ΣΥΝ. γουστάρω, του πήγε να & του πήγε τρεις και μία (προφ.): αισθάνθηκε μεγάλο φόβο., (κάτι) πάει κι έρχεται βλ. έρχομαι, (πηγαίνω) με τον σταυρό στο χέρι βλ. σταυρός, (πήγε) υπέρ πίστεως (και πατρίδος) βλ. πίστη, άι/α/άντε στο διά(β)ολο/διάλο! βλ. διάβολος, από δω παν' κι (οι) άλλοι βλ. άλλος, ας πάει και το παλιάμπελο βλ. παλιάμπελο, άστα (να πάνε) (καλύτερα) & άσε καλύτερα βλ. αφήνω, βάζω/πάω στοίχημα βλ. στοίχημα, δεν (το) πάει η γλώσσα μου βλ. γλώσσα, δεν ξέρω πού (μου) πάν' τα τέσσερα βλ. τέσσερις, δεν ξέρω πού πατώ και πού πηγαίνω βλ. πατώ, δεν πάει άλλο! βλ. άλλο, δεν/να πά(ει) να χεστεί! βλ. χέζω, δουλεύει/πάει ρολόι βλ. ρολόι, είναι μέσα ή μπήκε/πήγε μέσα βλ. μέσα, έρχεται/πάει/πέφτει/ταιριάζει γάντι/κουτί βλ. γάντι, θα αφήσουμε/σιγά μην αφήσουμε τον γάμο να πάμε για πουρνάρια βλ. αφήνω, και πάει λέγοντας βλ. λέω, και πολύ (σου/του) είναι/πάει βλ. είμαι, και/κι όπου με βγάλει (η άκρη)/με πάει βλ. βγάζω, κάνω/πάω να ... βλ. κάνω, κάτι δεν πάει καλά βλ. καλά, κάτι πηγαίνει στραβά βλ. στραβός, κομμάτια/τσιμέντο να γίνει βλ. κομμάτι, μου πάει/έρχεται/κοστίζει/στοιχίζει ο κούκος αηδόνι βλ. αηδόνι, να πάει και να μη γυρίσει! βλ. γυρίζω, να πας/πήγαινε να τα πουλήσεις αλλού/σε άλλον βλ. πουλώ, όσα έρθουν κι όσα πάνε/όσα πάνε κι όσα έρθουν βλ. έρχομαι, πάει (για) φούντο βλ. φούντο, πάει άδικα βλ. άδικος, πάει για βρούβες βλ. βρούβα, πάει καπνός βλ. καπνός, πάει κατά δια(β)όλου βλ. διάβολος, πάει κι έρχεται βλ. έρχομαι, πάει μακριά η βαλίτσα βλ. βαλίτσα, πάει πακέτο με κάποιον/κάτι βλ. πακέτο, πάει περίπατο βλ. περίπατος, πάει πολύ βλ. πολύ, πάει στον διά(β)ολο/διάλο βλ. διάβολος, πάει στράφι βλ. στράφι, πάει/πηγαίνει άπατος βλ. άπατος, πάει/πηγαίνει τρένο βλ. τρένο, πάει/πηγαίνει/πέφτει σύννεφο βλ. σύννεφο, παίρνω το μέρος & πηγαίνω/είμαι με το μέρος (κάποιου) βλ. μέρος, πάμε για (έναν) καφέ; βλ. καφές, πάνε μαζί βλ. μαζί, πάω πάσο βλ. πάσο, πάω πίσω βλ. πίσω, πάω φουλ για ... βλ. φουλ, πάω/πηγαίνω κόντρα βλ. κόντρα, πάω/πηγαίνω με τα νερά κάποιου βλ. νερό, πάω/πηγαίνω μπροστά βλ. μπροστά, πάω/πηγαίνω προς νερού μου βλ. νερό, πάω/σέρνω (κάποιον) καροτσάκι βλ. καρότσι, πάω/τρέχω(/πηγαίνω) με χίλια βλ. χίλιοι, πήγαινε στη γωνία να δεις αν έρχομαι βλ. γωνία, πηγαίνει καλά η μέρα (μου) βλ. μέρα, πηγαίνει το μυαλό μου (σε κάτι/κάποιον) βλ. μυαλό, πηγαίνει το μυαλό/ο νους μου στο κακό βλ. κακό, πηγαίνω μια κόντρα βλ. κόντρα, πήγε για μαλλί και βγήκε κουρεμένος βλ. μαλλί, πήγε σπίτι του βλ. σπίτι, πήγε ταμείο βλ. ταμείο, πήγε/ήρθε η καρδιά μου στη θέση της βλ. καρδιά, πήγε/πέθανε/ψόφησε σαν το σκυλί στ' αμπέλι βλ. σκυλί, πολλές φορές πάει η στάμνα για νερό, μία πάει και δε(ν) γυρίζει βλ. στάμνα, πόσο πάει το μαλλί; βλ. μαλλί, πού πήγε και το(ν)/τη βρήκε; βλ. βρίσκω, πώς είναι/πάνε τα πράγματα; βλ. πράγμα, πώς πάει; βλ. πώς, σόι πάει το βασίλειο βλ. βασίλειο, τα λεφτά πάνε στα λεφτά βλ. λεφτά, τα πάω/περνάω ζάχαρη με κάποιον βλ. ζάχαρη, τι θα πει βλ. λέω, το/τα φέρνω από δω, το/τα φέρνω/πηγαίνω από κει βλ. φέρνω, τον πάνε/τον παίρνουν τέσσερις βλ. τέσσερις, τραβά(ει)/πάει σε μάκρος/μακριά βλ. μάκρος, τρώω τη/χάνω τη/πηγαίνει χαμένη η μέρα μου βλ. μέρα, τσουλάει/προχωράει/κυλάει/πάει καλά βλ. τσουλώ, φιρί φιρί (το) πάει βλ. φιρί φιρί [< μεσν. πηγαίνω < μτγν. ὑπάγω]
40243πηγαίος, α, ο [πηγαῖος] πη-γαί-ος επίθ. 1. (μτφ.) αυθόρμητος, αβίαστος: ~α: έμπνευση/καλοσύνη (ΑΝΤ. προσποιητή). ~o: ταλέντο/χαμόγελο (ΑΝΤ. βεβιασμένο)/χιούμορ. Πβ. ανυπόκριτος, γνήσιος. 2. που αναφέρεται στην αρχική μορφή: ~ο: υλικό.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ος: κώδικας. ~α: γλώσσα. ~ο: αρχείο/πρόγραμμα. 3. (σπάν.) που προέρχεται από πηγή: ~ο: νερό (: της πηγής). ● επίρρ.: πηγαία [< 2, 3: αρχ. πηγαῖος, αγγλ. source]
40244πηγαιότηταπη-γαι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του αυθόρμητου, φυσικότητα, αυθεντικότητα: η ~ των αισθημάτων/της έκφρασης/έμπνευσης/σκέψης/του ταλέντου. ~ και εκφραστική ειλικρίνεια. Πβ. αυθορμησία.
40245ΠήγασοςΠή-γα-σος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -άσου} 1. ΜΥΘ. φτερωτό άλογο της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας το οποίο θεωρήθηκε ότι ανήκει στις Μούσες και γι' αυτό συμβόλιζε την ποιητική έμπνευση και την αθανασία. 2. ΑΣΤΡΟΝ. μεγάλος αστερισμός του βόρειου ημισφαιρίου, ο οποίος είναι ορατός μόνο σε συγκεκριμένες εποχές του έτους. [< αρχ. Πήγασος, γαλλ. pégase, αγγλ. Pegasus]
40246πηγεμόςβλ. πηγαιμός
40247πηγήπη-γή ουσ. (θηλ.) 1. σημείο, άνοιγμα γης από όπου αναβλύζει νερό· συνεκδ. το ίδιο το τρεχούμενο νερό: παράκτιες/υπόγειες/υποθαλάσσιες/φυσικές ~ές. ~ές υδροδότησης. Οι ~ές ενός ποταμού. Νερό από την ~. Στέρεψε η ~.|| Γάργαρη/δροσερή (= δροσο~)/κρύα/κρυστάλλινη ~. Πβ. κρήνη, νάμα, νερομάνα. Βλ. υδροφορέας.|| ~ πετρελαίου (= πετρελαιο~). 2. (μτφ.) καθετί από το οποίο προέρχεται, προκύπτει ή προκαλείται κάτι· προέλευση, αιτία: (για πρόσ.) Είναι μια ανεξάντλητη/αστείρευτη ~ γνώσεων/δημιουργίας/χιούμορ.|| Κάτι αποτελεί/συνιστά (διαρκή/μόνιμη) ~ άγχους/ανεφοδιασμού/ανησυχίας/έμπνευσης/έντασης/εσόδων/ζωής/κέρδους/πληροφόρησης/ρύπανσης/συμφορών/χρηματοδότησης. Τα φρούτα είναι βασική/πλούσια/σημαντική ~ βιταμινών/ιχνοστοιχείων/αντιοξειδωτικών ουσιών.|| (ΦΥΣ.) Ηλεκτρική (: γεννήτρια ή μπαταρία)/ραδιενεργή (: στοιχείο, σώμα, ουσία) ~. Φυσική (: ήλιος, φωτιά)/τεχνητή (: λαμπτήρας, λυχνία) φωτεινή ~/~ φωτός. Αναλογική/ψηφιακή ~ ήχου (: κασέτα/σιντί, αντίστοιχα). ~ ακτινοβολίας/θερμότητας/θορύβου/ρεύματος. Βλ. ραδιο~. 3. ΦΥΣ. ηλεκτρόδιο από το οποίο διαρρέει το ηλεκτρικό ρεύμα. 4. ΑΝΑΤ. καθεμιά από τις δύο μαλακές περιοχές στο κεφάλι του μωρού, στις οποίες τα οστά του κρανίου δεν έχουν ενωθεί ακόμα τελείως: οπίσθια/πρόσθια ~.πηγές (οι) (μτφ.) 1. πρόσωπα που δίνουν, συνήθ. συστηματικά, πληροφορίες σε κάποιον για κάτι: Ανώνυμες/αξιόπιστες/δημοσιογραφικές/διπλωματικές/έγκυρες/ενημερωμένες/επίσημες/κυβερνητικές/(καλά) πληροφορημένες ~ αναφέρουν/υποστηρίζουν ότι ...|| Δεν αποκαλύπτει την ~ή του. Σύμφωνα με απόρρητη ~ή ... 2. κείμενα που παρέχουν άμεσες ιστορικές μαρτυρίες για γεγονότα που συνέβησαν ή συνιστούν μέσο συλλογής στοιχείων για επιστημονική έρευνα: αρχαίες/βυζαντινές ~ (: επιγραφές, πάπυροι, χειρόγραφα). Βιβλιογραφικές/(δια)δικτυακές/έντυπες/ηλεκτρονικές/λογοτεχνικές ~. Πρωτογενείς/δευτερογενείς ~. Οι ~ της ιστορίας. Γραπτές και προφορικές ~. Ανάλυση/αξιοποίηση/έλεγχος/κριτική των ~ών. Παράθεση ~ών. Αποσπάσματα από ~. Διδασκαλία (μέσα) από τις ~. Πρόσβαση στις ~. Aνατρέχω/βασίζομαι στις ~. Βλ. ντοκουμέντο, παράθεμα. [< γαλλ. sources] ● ΣΥΜΠΛ.: ιαματική πηγή: μεταλλική πηγή με θεραπευτικές ιδιότητες (για την αντιμετώπιση π.χ. της υπέρτασης, δερματικών, ρευματικών ή αναπνευστικών παθήσεων): θερμή ~ ~ (πβ. θερμοπηγή). Θειούχες ~ές ~ές. Βλ. λουτρο-, υδρο-θεραπεία. ΣΥΝ. λουτροπηγή, μεταλλική πηγή: που βγάζει μεταλλικό νερό. [< γαλλ. source minérale] , ανανεώσιμες/εναλλακτικές πηγές/μορφές ενέργειας βλ. ανανεώσιμος, αρτεσιανό φρέαρ/πηγάδι βλ. αρτεσιανός, Ζωοδόχος Πηγή βλ. ζωοδόχος, πηγή ιόντων βλ. ιόν, πλουτοπαραγωγικές πηγές βλ. πλουτοπαραγωγικός, συμβατικές/μη ανανεώσιμες πηγές/μορφές ενέργειας βλ. συμβατικός ● ΦΡ.: γλώσσα-πηγή/γλώσσα-στόχος βλ. γλώσσα, έφτασε/πήγε στη βρύση/στην πηγή, αλλά δεν ήπιε νερό βλ. βρύση, η πηγή/η ρίζα του κακού βλ. κακό [< 1: αρχ. πηγή 2,3: γαλλ. source 4: γαλλ. fontanelle]
40248πήγμα[πῆγμα] πήγ-μα ουσ. (ουδ.) {πήγμ-ατος | -ατα} (λόγ.): υγρό που έχει πήξει, στερεοποιηθεί: (ΙΑΤΡ.) ~ατα αίματος (= θρόμβοι). [< αρχ. πῆγμα]
40249πηγματίτηςπηγ-μα-τί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. χονδρόκοκκο ηφαιστειογενές πέτρωμα που βρίσκεται σε μεγάλους γρανιτικούς κρυστάλλους και περιέχει κυρ. λίθιο και ουράνιο. Βλ. -ίτης2. [< γαλλ.-αγγλ. pegmatite]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.