| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 40218 | πευκόφυτος | , η, ο πευ-κό-φυ-τος επίθ.: (για τόπο) που καλύπτεται από πεύκα: ~η: έκταση/κοιλάδα. ~ο: βουνό/πάρκο. Βλ. -φυτος. | |
| 40219 | πευκώνας | πευ-κώ-νας ουσ. (αρσ.): μικρό συνήθ. πευκοδάσος. Βλ. -ώνας. [< μτγν. πευκών] | |
| 40220 | πεφιλημένος | , η, ο πε-φι-λη-μέ-νος επίθ. (αρχαιοπρ.): (συνήθ. για νεκρό) αγαπημένος, προσφιλής. [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. φιλῶ] | |
| 40221 | πεφταστέρι | πε-φτα-στέ-ρι ουσ. (ουδ.) & πεφτάστερο (λαϊκό): διάττων αστέρας: Μόλις είδε το ~, έκανε μια ευχή. | |
| 40222 | πέφτουλας | πέ-φτου-λας ουσ. (αρσ.) (προφ.-μειωτ.): άνδρας που προσεγγίζει ερωτικά γυναίκες με αδιάκριτο τρόπο, λιγούρης. Βλ. -ουλας. | |
| 40224 | πεφωτισμένος | , η, ο πε-φω-τι-σμέ-νος επίθ. (λόγ.): καλλιεργημένος, σοφός, με ευρύτητα σκέψης: ~ος: δάσκαλος. ~η: ηγεσία/καθοδήγηση. ● ΣΥΜΠΛ.: (πε)φωτισμένη δεσποτεία/μοναρχία βλ. δεσποτεία [μτχ. παθ. παρακ. του ρ. φωτίζω, γαλλ. éclairé] | |
| 40225 | πεχά | πε-χά ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & πε χα & pH: ΧΗΜ. αριθμός που προσδιορίζει την οξύτητα ή την αλκαλικότητα χημικού διαλύματος: βασικό (: τιμές 7-14)/όξινο (: 0-7)/ουδέτερο ~ (: 7).|| ~ αίματος/δέρματος/εδάφους/νερού. [< γαλλ. συντομ. potentiel d'Hydrogène, 1909] | |
| 40226 | πεχαμετρικός | , ή, ό πε-χα-με-τρι-κός επίθ. : ΧΗΜ. που σχετίζεται με το πεχάμετρο: ~ό: χαρτί (: αλλάζει χρώμα ανάλογα με το πεχά του διαλύματος). | |
| 40227 | πεχάμετρο | πε-χά-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. συσκευή μέτρησης του πεχά: φορητό ~. Βλ. -μετρο. [< αγγλ. pH meter, 1932] | |
| 40228 | πέψη | πέ-ψη ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μετατροπή των τροφών από το πεπτικό σύστημα σε ουσίες που μπορούν να απορροφηθούν από τον οργανισμό: εύκολη/κακή/καλή ~. Ικανότητα/προβλήματα ~ης. Βλ. δυσπεψία. ΣΥΝ. χώνεμα, χώνεψη [< αρχ. πέψις] | |
| 40229 | πεψίνη | πε-ψί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ένζυμο του γαστρικού υγρού που συμβάλλει στην πέψη των πρωτεϊνών. Βλ. -ίνη. [< γαλλ. pepsine, αγγλ. pepsin] | |
| 40230 | πεψινογόνο | πε-ψι-νο-γό-νο ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΧ. προένζυμο που σχηματίζεται στο στομάχι και μετατρέπεται σε πεψίνη με τη βοήθεια υδροχλωρικού οξέος. [< αγγλ. pepsinogen] | |
| 40231 | ΠΖ | (το): πεζικό. | |
| 40232 | πήγα | βλ. πηγαίνω | |
| 40233 | πηγάδα | πη-γά-δα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): μεγάλο και βαθύ πηγάδι. [< μεσν. πηγάδα] | |
| 40234 | πηγαδάκι | πη-γα-δά-κι ουσ. (ουδ.) 1. (υποκ.) μικρό πηγάδι. 2. (μτφ.) μικρή ομάδα ατόμων που συνομιλούν: Είχαν ανοίξει/έκαναν/σχημάτισαν ~. Θέμα που συζητήθηκε στα ~ια της Βουλής. | |
| 40235 | πηγάδι | πη-γά-δι ουσ. (ουδ.) {πηγαδ-ιού}: βαθύ όρυγμα, συνήθ. κυλινδρικό, από το βάθος του οποίου αντλείται νερό: πέτρινο ~. Πάτος/στόμιο ~ιού. Στέρεψε το ~. Πβ. φρέαρ. Βλ. μαγγανο-, ξερο-πήγαδο.|| ~ εξόρυξης πετρελαίου. ● ΣΥΜΠΛ.: αρτεσιανό φρέαρ/πηγάδι βλ. αρτεσιανός ● ΦΡ.: στο/σε πηγάδι κατούρησα; (προφ.): έκφραση παραπόνου ή διαμαρτυρίας κάποιου, γιατί τον αποκλείουν από κάτι, τον αδικούν. [< μεσν. πηγάδι(ν) < υποκ. του αρχ. ουσ. πηγή] | |
| 40236 | πηγαδίσιος | , ια, ιο πη-γα-δί-σιος επίθ.: που προέρχεται από πηγάδι ή σχετίζεται με αυτό: ~ιο: νερό. Βλ. -ίσιος. | |
| 40237 | πηγάζει | πη-γά-ζει ρ. (αμτβ.) {πήγασε (λόγ.) επήγασε} ΣΥΝ. εκπηγάζει 1. (για ποτάμι) έχει την πηγή του, ξεκινά· (κατ' επέκτ., για οποιοδήποτε υγρό) αναβλύζει. 2. (μτφ.) προέρχεται, απορρέει: Η ομορφιά ~ από μέσα μας. Προβλήματα που ~ουν από την οικονομική κρίση. ΣΥΝ. εκπορεύεται [< μτγν. πηγάζω] | |
| 40238 | πηγαιμός | πη-γαι-μός ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) πηγεμός (λαϊκό-λογοτ.): μετάβαση, πορεία προς κάποιο προορισμό. ΑΝΤ. γυρισμός, επιστροφή (1), ερχομός [< μεσν. πηγαιμός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ