| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 40250 | πηδάλιο | πη-δά-λι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} 1. όργανο ελέγχου της διεύθυνσης πλοίου ή αεροσκάφους: (σε αεροπλάνο:) ~ ανόδου-καθόδου (/ύψους-βάθους)/κλίσης. Βλάβη στο ~. Αφήνω/στρέφω/στρίβω/τραβώ το ~. Βρίσκεται στο ~ (= πηδαλιουχεί). Βλ. αυτόματος πιλότος, δοιάκι, λαγουδέρα, πλοήγηση. 2. (μτφ.) διακυβέρνηση, διοίκηση: αλλαγή στο ~ της ηγεσίας. Ανέλαβε το/βρέθηκε στο/παραιτήθηκε από το/πήρε (στα χέρια του) το ~ της εξουσίας/εταιρείας/χώρας. ΣΥΝ. ηνία (1), τιμόνι (2) ● ΣΥΜΠΛ.: Ιερό Πηδάλιο & Πηδάλιο: ΕΚΚΛΗΣ. βιβλίο με τους Κανόνες της Ορθόδοξης Εκκλησίας. [< αρχ. πηδάλιον] | |
| 40251 | πηδαλιούχηση | πη-δα-λι-ού-χη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του πηδαλιουχώ: ~ πλοίου. [< μεσν. πηδαλιούχησις] | |
| 40252 | πηδαλιουχία | πη-δα-λι-ου-χί-α ουσ. (θηλ.): η τέχνη του πηδαλιούχου: σύστημα ~ας. [< μεσν. πηδαλουχία] | |
| 40253 | πηδαλιούχος | [πηδαλιοῦχος] πη-δα-λι-ού-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.) 1. πρόσωπο που χειρίζεται το πηδάλιο σκάφους: ~ λέμβου. (ΑΘΛ., στην κωπηλασία:) Δίκωπος μετά ~ου/με ~ο. Τετράκωπος άνευ ~ου. Πβ. τιμονιέρης. Βλ. κυβερνήτης, κωπηλάτης, πιλότος, -ούχος1. 2. σκάφος που έχει πηδάλιο: άδεια χειριστή ~ου. [< 1: μτγν. πηδαλιοῦχος] | |
| 40254 | πηδαλιουχούμενος | , η, ο πη-δα-λι-ου-χού-με-νος επίθ.: (για σκάφος) που μπορεί να κυβερνηθεί με πηδάλιο: ~ο: αερόστατο. Βλ. ζέπελιν. [< μτγν. πηδαλιουχούμενος, γαλλ. dirigeable] | |
| 40255 | πηδαλιουχώ | [πηδαλιουχῶ] πη-δα-λι-ου-χώ ρ. (μτβ.) {πηδιαλουχ-είς ...} (σπάν.-λόγ.): χειρίζομαι το πηδάλιο, για να κατευθύνω σκάφος. Βλ. πιλοτάρω, πλοηγώ, τιμονάρω. [< μτγν. πηδαλιουχῶ] | |
| 40256 | πηδάω | βλ. πηδώ | |
| 40257 | πήδημα | πή-δη-μα ουσ. (ουδ.) {πηδήμ-ατος | -ατα} 1. άλμα: Πέρασε με ένα ~ μπροστά τους. ~ λαγού. Βλ. χορο~.|| (μτφ.) ~ στο κενό (: για αυτοκτονία ή πράξεις χωρίς αποτέλεσμα). ΣΥΝ. σάλτο 2. (αργκό) σεξουαλική πράξη. ΣΥΝ. γαμήσι (1) 3. (αργκό) μεγάλη ταλαιπωρία, κακομεταχείριση που υφίσταται κάποιος. ● Υποκ.: πηδηματάκι (το) ● ΦΡ.: την κάνω με ελαφρά πηδηματάκια (αργκό): φεύγω από κάπου, χωρίς να με πάρουν είδηση ή με εύσχημο τρόπο., για ψύλλου πήδημα βλ. ψύλλος, ιδού η Ρόδος (ιδού και το πήδημα) βλ. ιδού, σάλτο μορτάλε βλ. μορτάλε [< αρχ. πήδημα, πβ. αγγλ. jump, 1934] | |
| 40258 | πηδηχτός | , ή, ό πη-δη-χτός επίθ.: που γίνεται με πηδηματάκια: ~ά: βήματα.|| (ως ουσ.) Ο ~ (ενν. χορός). Βλ. πεταχτός, χορο~. ● επίρρ.: πηδηχτά | |
| 40259 | πήδος | [πῆδος] πή-δος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): μεγάλο πήδημα: Έδωσε έναν ~ο και πέρασε το χαντάκι. Με έναν ~ο βρέθηκε στο μπαλκόνι. | |
| 40260 | πηδώ | [πηδῶ] πη-δώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {πηδ-άς, -ά κ. -άει ..., -ώντας | πήδ-ηξα κ. -ησα, -ιέμαι, -ήχτηκα, (σπάν.) -η(γ)μένος} & πηδάω 1. τινάσσω με τα πόδια το σώμα μου προς τα πάνω, έτσι ώστε να υψωθεί, για λίγο, από το έδαφος: ~ούσε από πέτρα σε πέτρα. ~ηξε με φόρα/στον αέρα. ~ηξε στη βάρκα/στη στεριά. ΣΥΝ. σαλτάρω.|| ~ηξε για να πιάσει την μπάλα. ~ηξαν (= πετάχτηκαν) στον δρόμο/από τα παράθυρα για να σωθούν. Βλ. ανα~, μετα~, ξε~.|| ~ηξε από το μπαλκόνι/στο κενό/στη θάλασσα (= έπεσε, ρίχτηκε). ~ηξε από το τρένο/το φορτηγό. ~ηξαν με αλεξίπτωτα.|| ~ηξε σε ένα τζιπ (= επιβιβάστηκε) και έγινε άφαντος.|| ~ούν σαν τα κατσίκια (= χοροπηδούν).|| (μτφ.) ~ούσε από το ένα (θέμα) στο άλλο (= πεταγόταν). 2. ξεπερνώ κάτι που βρίσκεται μπροστά μου, κάνοντας άλμα: ~ (πάνω από) ένα εμπόδιο/ένα σκαλοπάτι/τον φράχτη. Πβ. δρασκελίζω, υπερ~. 3. (για αγώνισμα που περιλαμβάνει άλμα) πετυχαίνω συγκεκριμένη επίδοση στο αντίστοιχο άθλημα: ~ μακρύτερα/ψηλότερα από τους άλλους.|| ~ηξε ... μ. στο (άλμα εις) ύψος/στο τριπλούν. 4. (μτφ.-προφ.) παραλείπω, συνήθ. διαβάζοντας: ~ηξε (= έφαγε) μια παράγραφο/σειρά/σελίδα. 5. (αργκό, κυρ. για άνδρα) κάνω έρωτα. ΣΥΝ. απαυτώνω, γαμώ (1) 6. (αργκό) εξουθενώνω: Μάς έχουν ~ήξει (= ξεθεώσει, ξεπατώσει) στη δουλειά. ● Παθ.: πηδιέμαι (μτφ.-αργκό) 1. συνουσιάζομαι. 2. δεινοπαθώ, ταλαιπωρούμαι πολύ. ● ΦΡ.: άντε (και)/ά(ι) γαμήσου/πηδήξου! βλ. γαμώ, μοναχός σου χόρευε κι όσο θέλεις πήδα βλ. χορεύω, πετώ/πηδώ απ' τη χαρά μου/από χαρά βλ. χαρά [< 1, 2: αρχ. πηδῶ] | |
| 40261 | πήζω | πή-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έπηξα, πηγμένος} (μτφ.-προφ.): (+ σε) πνίγομαι, ασφυκτιώ, μπουχτίζω: ~ στο γραφείο/στο διάβασμα/στη δουλειά. Πήξαμε στην κίνηση. Αυτόν τον καιρό είμαι πολύ πηγμένος (: έχω πολλή δουλειά).|| Μας έχει πήξει στο ψέμα. ● πήζει 1. (για υγρό) στερεοποιείται: ~ το γάλα/τσιμέντο. Το νερό ~ (= παγώνει) στους μηδέν βαθμούς Κελσίου. Πηγμένο αίμα. 2. (κατ΄επέκτ.) γίνεται παχύρρευστο: Έπηξε η κρέμα/μπεσαμέλ/σάλτσα (= έδεσε· ΑΝΤ. αραιώνει, νερουλιάζει). Ανακατεύουμε, μέχρι το μείγμα να πήξει (ελαφρά/καλά). 3. (μτφ.-προφ., + σε/από) έχει γεμίσει ασφυκτικά, είναι πήχτρα: Δρόμοι πηγμένοι από/στα αυτοκίνητα. ● ΦΡ.: πήζει το μάτι: για κάτι ορατό που υπάρχει σε υπερβολικό βαθμό: Έχει πήξει ~ μας από κτίρια (= έχει γεμίσει ο τόπος)/στο χιόνι (= χιονίζει πολύ)., πήζει το μυαλό μου: κατασταλάζω, ωριμάζω: Δεν έχει πήξει ακόμη το ~ της και δεν ξέρει τι θέλει. [< αρχ. πήγνυμι 'στερεώνω'] | |
| 40262 | πηκτή | βλ. πήκτωμα | |
| 40263 | πηκτικός | , ή, ό πη-κτι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με το πήξιμο ή το προκαλεί: ~ή: ουσία. 2. ΙΑΤΡ. που επιταχύνει ή επισπεύδει την πήξη του αίματος: ~ός: μηχανισμός/παράγοντας. ~ή: νέκρωση. ΑΝΤ. αντιπηκτικός [< 1: μτγν. πηκτικός, γαλλ. coagulant] | |
| 40264 | πηκτικότητα | πη-κτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. ικανότητα πήξης: αυξημένη ~. Διαταραχές της ~ του αίματος (βλ. αιμορροφιλία, θρόμβος). Βλ. υπερ~. 2. (λόγ.) η ιδιότητα ενός υγρού να πήζει. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. coagulabilité] | |
| 40265 | πηκτίνη | πη-κτί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. πολυσακχαρίτης που χρησιμοποιείται ως πηκτικός παράγοντας στη βιομηχανία τροφίμων και ιδ. στην παρασκευή μαρμελάδων· παράγεται συνήθ. από πολτό μήλου και πορτοκαλιού. Βλ. -ίνη, φυτικές/διαιτητικές ίνες. [< γαλλ. pectine, αγγλ. pectin < αρχ. πηκτός] | |
| 40266 | πηκτοειδής | , ής, ές πη-κτο-ει-δής επίθ. (σπάν.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: πηκτοειδής πυρήνας: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. μαλακή ζελατινώδης ουσία στο κεντρικό τμήμα του μεσοσπονδύλιου δίσκου. Βλ. -ειδής. [< διεθν. nucleus pulposus] | |
| 40267 | πηκτός | βλ. πηχτός | |
| 40268 | πήκτωμα | πή-κτω-μα ουσ. (ουδ.) & πηκτή (η) (επίσ.): ζελέ. | |
| 40269 | πηλήκιο | πη-λή-κι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} & πηλίκιο: είδος καπέλου με σκληρό γείσο το οποίο φορούν συνήθ. οι αστυνομικοί και οι στρατιώτες σε ώρα υπηρεσίας. Βλ. κασκέτο, μπερές, τζόκεϊ. [< αρχ. πήληξ ‘περικεφαλαία’, γαλλ. casquette] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ