| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 40270 | πηλίκο | πη-λί-κο ουσ. (ουδ.): ΜΑΘ. το αποτέλεσμα (της πράξης) της διαίρεσης: ακέραιο ~.|| ~ πολυωνύμων. ● ΣΥΜΠΛ.: νοητικό πηλίκο & διανοητικό πηλίκο & πηλίκο ευφυΐας: ΨΥΧΟΛ. δείκτης νοημοσύνης. ● ΦΡ.: μηδέν εις το πηλίκον βλ. μηδέν [< αρχ. επίθ. πηλίκος, γαλλ. quotient] | |
| 40271 | πήλινος | , η, ο πή-λι-νος επίθ.: που είναι φτιαγμένος από πηλό: ~ος: αμφορέας/σωλήνας (= πηλοσωλήνας). ~η: γλάστρα. ~ο: αγγείο/δοχείο/ειδώλιο. Πβ. κεραμικός. ● Ουσ.: πήλινο (το): σκεύος από πηλό. ● ΣΥΜΠΛ.: πήλινα/ξύλινα/γυάλινα πόδια βλ. πόδι [< αρχ. πήλινος] | |
| 40272 | πηλίτης | πη-λί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. ιζηματογενές πέτρωμα από κόκκους ενωμένους μεταξύ τους με κλαστικά αργιλικά ορυκτά, χαλαζία και μαρμαρυγία, ώστε να αποτελούν ένα σώμα. Βλ. -ίτης2, ψαμμίτης. [< αγγλ. pelite] | |
| 40273 | πηλοβάτης | πη-λο-βά-της ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. είδος νυκτόβιου βατράχου (επιστ. ονομασ. Pelobates syriacus) που έχει μικρό μέγεθος, σκούρες πράσινες ή καφετιές κηλίδες, κίτρινο, γκρίζο ή υπόλευκο το πάνω μέρος του σώματος και χαρακτηριστικές κεράτινες προεξοχές στα πίσω πόδια, τα οποία χρησιμοποιεί, για να σκάβει το έδαφος και να κρύβεται μέσα σε αυτό. [< αρχ. πηλοβάτης, γαλλ. pélobate] | |
| 40274 | πηλοθεραπεία | πη-λο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): χρήση πηλού για θεραπευτικούς ή αισθητικούς σκοπούς. Πβ. λασπόλουτρο. Βλ. -θεραπεία. | |
| 40275 | πηλοπλάστης | πη-λο-πλά-στης ουσ. (αρσ.): τεχνίτης που κατασκευάζει διακοσμητικά ή χρηστικά πήλινα δοχεία και αντικείμενα. Πβ. αγγειοπλάστης, κεραμοποιός. ΣΥΝ. πηλουργός [< πβ. μτγν. πηλοπλάθος] | |
| 40276 | πηλοπλαστικός | , ή, ό πη-λο-πλα-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον πηλοπλάστη. ● Ουσ.: πηλοπλαστική (η): η τέχνη του πηλοπλάστη. Πβ. κεραμική. Βλ. -πλαστική. [< γαλλ. poterie] | |
| 40278 | πηλοσωλήνας | πη-λο-σω-λή-νας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. αποχετευτικός σωλήνας από πηλό, πήλινος σωλήνας. Βλ. τσιμεντοσωλήνας. | |
| 40279 | πηλουργός | πη-λουρ-γός ουσ. (αρσ.) (σπάν.-λόγ.): πηλοπλάστης. Βλ. -ουργός1. [< μτγν. πηλουργός] | |
| 40280 | πηλοφόρι | πη-λο-φό-ρι ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΔ. μικρή ορθογώνια σανίδα με λαβή την οποία ο κτίστης κρατά, για να βάζει πάνω της τη λάσπη που χρειάζεται κατά το κτίσιμο. Βλ. μυστρί. ΣΥΝ. φραγκόφτυαρο | |
| 40281 | πηλώδης | , ης, ες πη-λώ-δης επίθ. {πηλώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.) 1. (για τόπο) γεμάτος πηλό. Πβ. λασπώδης. 2. που μοιάζει με πηλό ως προς τη μορφή, τη σύσταση: ~ες: χώμα. Βλ. -ώδης. [< αρχ. πηλώδης] | |
| 40282 | Πηνελόπη | Πη-νε-λό-πη ουσ. (θηλ.): κυρ. στα ● ΣΥΜΠΛ.: πιστή Πηνελόπη (μετωνυμ. από την ομηρική ηρωίδα): για αφοσιωμένη σύζυγο. ● ΦΡ.: ο ιστός της Πηνελόπης βλ. ιστός [< αρχ. Πηνελόπη] | |
| 40283 | πηνίο | πη-νί-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΦΥΣ. διάταξη αποτελούμενη από έναν ηλεκτρικό αγωγό, με τη μορφή συνήθ. χάλκινου σύρματος τυλιγμένου σπειροειδώς γύρω από έναν κυλινδρικό κυρ. σιδερένιο πυρήνα, η οποία, όταν διαρρέεται από ηλεκτρικό ρεύμα, εμφανίζει μαγνητικό πεδίο και γι' αυτό χρησιμοποιείται σε κυκλώματα εναλλασσόμενου ρεύματος και σε ηλεκτρομαγνητικές συσκευές (π.χ. γεννήτριες, διακόπτες, κουδούνια, μεγάφωνα και μικρόφωνα, μετασχηματιστές): επαγωγικό ~. ~ ανάφλεξης (= πολλαπλασιαστής). Οι σπείρες του ~ου. Βλ. πυκνωτής.|| (ΗΛΕΚΤΡ.) Στραγγαλιστικό ~ (= μπάλαστ). 2. (επίσ.) αντικείμενο, συνήθ. κυλινδρικό ή κωνικό, γύρω από το οποίο τυλίγεται κάτι. Πβ. ανέμη, κουβαρίστρα, μασούρι, μπομπίνα. ΣΥΝ. καρούλι (1) [< 1: γαλλ. bobine 2: αρχ. πηνίον] | |
| 40284 | πήξη | πή-ξη ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -εως}: ΦΥΣ. φαινόμενο κατά το οποίο ένα σώμα μετατρέπεται από ρευστό σε στερεό: γρήγορη ~. Χρόνος ~ης. Πβ. στερεοποίηση. ΣΥΝ. πήξιμο (1) ΑΝΤ. τήξη ● ΣΥΜΠΛ.: σημείο πήξης: η θερμοκρασία στην οποία ένα ρευστό σώμα στερεοποιείται: ~ ~ νερού (: μηδέν βαθμοί Κελσίου). ΑΝΤ. σημείο τήξης, πήξη του αίματος βλ. αίμα [< αρχ. πῆξις] | |
| 40285 | πήξιμο | πή-ξι-μο ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. πήξη: το ~ του γάλακτος/τυριού. 2. (μτφ.) συγκέντρωση πολλών οχημάτων ή ανθρώπων, συνωστισμός: Τρελό ~ και απίστευτη κίνηση στους δρόμους του κέντρου. Πβ. κομφούζιο, πολυκοσμία, συμφόρηση. 3. (μτφ.) ταλαιπωρία, καταπόνηση: μεγάλο/πολύ ~. Το ~ της δουλειάς. Πβ. χώσιμο. 4. (μτφ.) πλήξη, ανία ή κατάσταση που προκαλεί παρόμοια συναισθήματα. | |
| 40286 | πήρα | βλ. παίρνω | |
| 40287 | πηχεοκαρπικός | , ή, ό πη-χε-ο-καρ-πι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: πηχεοκαρπική άρθρωση: ΑΝΑΤ. που συνδέει την κερκίδα με τον καρπό. | |
| 40288 | πήχη | πή-χη ουσ. (θηλ.) (προφ.): πήχης: μια ~ παιδί (: πολύ κοντό). Πέντε ~ες ύφασμα. [< μεσν. πήχη] | |
| 40289 | πήχης | πή-χης ουσ. (αρσ.) {πήχ-εις, -εων} & (αρχαιοπρ.) πήχυς 1. μακρόστενη σανίδα· (ειδικότ. ΑΘΛ.) ράβδος στερεωμένη σε δύο ισοϋψείς στυλοβάτες, την οποία πρέπει να υπερπηδήσει ο αθλητής στο άλμα εις ύψος ή επί κοντώ, χωρίς να τη ρίξει, και η οποία τοποθετείται, ύστερα από κάθε επιτυχημένη προσπάθεια, σε προοδευτικά αυξανόμενο ύψος: (ΑΘΛ.) Πέρασε (πάνω από) τον ~η. 2. (μτφ.) στόχος, επιδίωξη: Πέφτει/χαμηλώνει ο ~ των απαιτήσεων/της απόδοσης/της επιτυχίας/της ποιότητας/των προσδοκιών. Κατεβάζω/ρίχνω τον ~η. 3. ΑΝΑΤ. αντιβράχιο. 4. ΜΕΤΡΟΛ. (παλαιότ.) μονάδα μέτρησης μήκους: αγγλικός/αρχαίος ελληνικός (: 0,46 μ.)/γαλλικός/εμπορικός (: 0,65 μ.)/ρωμαϊκός (: 0,44 μ.) ~. ΣΥΝ. πήχη ● Υποκ.: πηχάκι (το): στη σημ.1: λεπτό/μεταλλικό/ξύλινο ~. ~ αλουμινίου. ~ δέκα/είκοσι εκατοστών. ● ΦΡ.: ανεβαίνει ο πήχης βλ. ανεβαίνω, θέτω/βάζω/τοποθετώ τον πήχη (πολύ) ψηλά βλ. θέτω [< 3, 4: αρχ. πῆχυς] | |
| 40290 | πηχτή | πη-χτή ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. φαγητό που φτιάχνεται από πηγμένο ζωμό χοιρινού, ο οποίος προέρχεται κυρ. από το κεφάλι ή τα πόδια του ζώου, και διάφορα μπαχαρικά· συνήθ. σερβίρεται ως ορεκτικό. Βλ. ζελέ. [< μτγν. πηκτή] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ