Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [40860-40880]

IDΛήμμαΕρμηνεία
40259πήδος[πῆδος] πή-δος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): μεγάλο πήδημα: Έδωσε έναν ~ο και πέρασε το χαντάκι. Με έναν ~ο βρέθηκε στο μπαλκόνι.
40260πηδώ[πηδῶ] πη-δώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {πηδ-άς, -ά κ. -άει ..., -ώντας | πήδ-ηξα κ. -ησα, -ιέμαι, -ήχτηκα, (σπάν.) -η(γ)μένος} & πηδάω 1. τινάσσω με τα πόδια το σώμα μου προς τα πάνω, έτσι ώστε να υψωθεί, για λίγο, από το έδαφος: ~ούσε από πέτρα σε πέτρα. ~ηξε με φόρα/στον αέρα. ~ηξε στη βάρκα/στη στεριά. ΣΥΝ. σαλτάρω.|| ~ηξε για να πιάσει την μπάλα. ~ηξαν (= πετάχτηκαν) στον δρόμο/από τα παράθυρα για να σωθούν. Βλ. ανα~, μετα~, ξε~.|| ~ηξε από το μπαλκόνι/στο κενό/στη θάλασσα (= έπεσε, ρίχτηκε). ~ηξε από το τρένο/το φορτηγό. ~ηξαν με αλεξίπτωτα.|| ~ηξε σε ένα τζιπ (= επιβιβάστηκε) και έγινε άφαντος.|| ~ούν σαν τα κατσίκια (= χοροπηδούν).|| (μτφ.) ~ούσε από το ένα (θέμα) στο άλλο (= πεταγόταν). 2. ξεπερνώ κάτι που βρίσκεται μπροστά μου, κάνοντας άλμα: ~ (πάνω από) ένα εμπόδιο/ένα σκαλοπάτι/τον φράχτη. Πβ. δρασκελίζω, υπερ~. 3. (για αγώνισμα που περιλαμβάνει άλμα) πετυχαίνω συγκεκριμένη επίδοση στο αντίστοιχο άθλημα: ~ μακρύτερα/ψηλότερα από τους άλλους.|| ~ηξε ... μ. στο (άλμα εις) ύψος/στο τριπλούν. 4. (μτφ.-προφ.) παραλείπω, συνήθ. διαβάζοντας: ~ηξε (= έφαγε) μια παράγραφο/σειρά/σελίδα. 5. (αργκό, κυρ. για άνδρα) κάνω έρωτα. ΣΥΝ. απαυτώνω, γαμώ (1) 6. (αργκό) εξουθενώνω: Μάς έχουν ~ήξει (= ξεθεώσει, ξεπατώσει) στη δουλειά. ● Παθ.: πηδιέμαι (μτφ.-αργκό) 1. συνουσιάζομαι. 2. δεινοπαθώ, ταλαιπωρούμαι πολύ. ● ΦΡ.: άντε (και)/ά(ι) γαμήσου/πηδήξου! βλ. γαμώ, μοναχός σου χόρευε κι όσο θέλεις πήδα βλ. χορεύω, πετώ/πηδώ απ' τη χαρά μου/από χαρά βλ. χαρά [< 1, 2: αρχ. πηδῶ]
40261πήζωπή-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έπηξα, πηγμένος} (μτφ.-προφ.): (+ σε) πνίγομαι, ασφυκτιώ, μπουχτίζω: ~ στο γραφείο/στο διάβασμα/στη δουλειά. Πήξαμε στην κίνηση. Αυτόν τον καιρό είμαι πολύ πηγμένος (: έχω πολλή δουλειά).|| Μας έχει πήξει στο ψέμα.πήζει 1. (για υγρό) στερεοποιείται: ~ το γάλα/τσιμέντο. Το νερό ~ (= παγώνει) στους μηδέν βαθμούς Κελσίου. Πηγμένο αίμα. 2. (κατ΄επέκτ.) γίνεται παχύρρευστο: Έπηξε η κρέμα/μπεσαμέλ/σάλτσα (= έδεσε· ΑΝΤ. αραιώνει, νερουλιάζει). Ανακατεύουμε, μέχρι το μείγμα να πήξει (ελαφρά/καλά). 3. (μτφ.-προφ., + σε/από) έχει γεμίσει ασφυκτικά, είναι πήχτρα: Δρόμοι πηγμένοι από/στα αυτοκίνητα. ● ΦΡ.: πήζει το μάτι: για κάτι ορατό που υπάρχει σε υπερβολικό βαθμό: Έχει πήξει ~ μας από κτίρια (= έχει γεμίσει ο τόπος)/στο χιόνι (= χιονίζει πολύ)., πήζει το μυαλό μου: κατασταλάζω, ωριμάζω: Δεν έχει πήξει ακόμη το ~ της και δεν ξέρει τι θέλει. [< αρχ. πήγνυμι 'στερεώνω']
40262πηκτήβλ. πήκτωμα
40263πηκτικός, ή, ό πη-κτι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με το πήξιμο ή το προκαλεί: ~ή: ουσία. 2. ΙΑΤΡ. που επιταχύνει ή επισπεύδει την πήξη του αίματος: ~ός: μηχανισμός/παράγοντας. ~ή: νέκρωση. ΑΝΤ. αντιπηκτικός [< 1: μτγν. πηκτικός, γαλλ. coagulant]
40264πηκτικότηταπη-κτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. ικανότητα πήξης: αυξημένη ~. Διαταραχές της ~ του αίματος (βλ. αιμορροφιλία, θρόμβος). Βλ. υπερ~. 2. (λόγ.) η ιδιότητα ενός υγρού να πήζει. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. coagulabilité]
40265πηκτίνηπη-κτί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. πολυσακχαρίτης που χρησιμοποιείται ως πηκτικός παράγοντας στη βιομηχανία τροφίμων και ιδ. στην παρασκευή μαρμελάδων· παράγεται συνήθ. από πολτό μήλου και πορτοκαλιού. Βλ. -ίνη, φυτικές/διαιτητικές ίνες. [< γαλλ. pectine, αγγλ. pectin < αρχ. πηκτός]
40266πηκτοειδής, ής, ές πη-κτο-ει-δής επίθ. (σπάν.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: πηκτοειδής πυρήνας: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. μαλακή ζελατινώδης ουσία στο κεντρικό τμήμα του μεσοσπονδύλιου δίσκου. Βλ. -ειδής. [< διεθν. nucleus pulposus]
40267πηκτόςβλ. πηχτός
40268πήκτωμαπή-κτω-μα ουσ. (ουδ.) & πηκτή (η) (επίσ.): ζελέ.
40269πηλήκιοπη-λή-κι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} & πηλίκιο: είδος καπέλου με σκληρό γείσο το οποίο φορούν συνήθ. οι αστυνομικοί και οι στρατιώτες σε ώρα υπηρεσίας. Βλ. κασκέτο, μπερές, τζόκεϊ. [< αρχ. πήληξ ‘περικεφαλαία’, γαλλ. casquette]
40270πηλίκοπη-λί-κο ουσ. (ουδ.): ΜΑΘ. το αποτέλεσμα (της πράξης) της διαίρεσης: ακέραιο ~.|| ~ πολυωνύμων. ● ΣΥΜΠΛ.: νοητικό πηλίκο & διανοητικό πηλίκο & πηλίκο ευφυΐας: ΨΥΧΟΛ. δείκτης νοημοσύνης. ● ΦΡ.: μηδέν εις το πηλίκον βλ. μηδέν [< αρχ. επίθ. πηλίκος, γαλλ. quotient]
40271πήλινος, η, ο πή-λι-νος επίθ.: που είναι φτιαγμένος από πηλό: ~ος: αμφορέας/σωλήνας (= πηλοσωλήνας). ~η: γλάστρα. ~ο: αγγείο/δοχείο/ειδώλιο. Πβ. κεραμικός. ● Ουσ.: πήλινο (το): σκεύος από πηλό. ● ΣΥΜΠΛ.: πήλινα/ξύλινα/γυάλινα πόδια βλ. πόδι [< αρχ. πήλινος]
40272πηλίτηςπη-λί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. ιζηματογενές πέτρωμα από κόκκους ενωμένους μεταξύ τους με κλαστικά αργιλικά ορυκτά, χαλαζία και μαρμαρυγία, ώστε να αποτελούν ένα σώμα. Βλ. -ίτης2, ψαμμίτης. [< αγγλ. pelite]
40273πηλοβάτηςπη-λο-βά-της ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. είδος νυκτόβιου βατράχου (επιστ. ονομασ. Pelobates syriacus) που έχει μικρό μέγεθος, σκούρες πράσινες ή καφετιές κηλίδες, κίτρινο, γκρίζο ή υπόλευκο το πάνω μέρος του σώματος και χαρακτηριστικές κεράτινες προεξοχές στα πίσω πόδια, τα οποία χρησιμοποιεί, για να σκάβει το έδαφος και να κρύβεται μέσα σε αυτό. [< αρχ. πηλοβάτης, γαλλ. pélobate]
40274πηλοθεραπείαπη-λο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): χρήση πηλού για θεραπευτικούς ή αισθητικούς σκοπούς. Πβ. λασπόλουτρο. Βλ. -θεραπεία.
40275πηλοπλάστηςπη-λο-πλά-στης ουσ. (αρσ.): τεχνίτης που κατασκευάζει διακοσμητικά ή χρηστικά πήλινα δοχεία και αντικείμενα. Πβ. αγγειοπλάστης, κεραμοποιός. ΣΥΝ. πηλουργός [< πβ. μτγν. πηλοπλάθος]
40276πηλοπλαστικός, ή, ό πη-λο-πλα-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον πηλοπλάστη. ● Ουσ.: πηλοπλαστική (η): η τέχνη του πηλοπλάστη. Πβ. κεραμική. Βλ. -πλαστική. [< γαλλ. poterie]
40278πηλοσωλήναςπη-λο-σω-λή-νας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. αποχετευτικός σωλήνας από πηλό, πήλινος σωλήνας. Βλ. τσιμεντοσωλήνας.
40279πηλουργόςπη-λουρ-γός ουσ. (αρσ.) (σπάν.-λόγ.): πηλοπλάστης. Βλ. -ουργός1. [< μτγν. πηλουργός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.