Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [40880-40900]

IDΛήμμαΕρμηνεία
40280πηλοφόριπη-λο-φό-ρι ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΔ. μικρή ορθογώνια σανίδα με λαβή την οποία ο κτίστης κρατά, για να βάζει πάνω της τη λάσπη που χρειάζεται κατά το κτίσιμο. Βλ. μυστρί. ΣΥΝ. φραγκόφτυαρο
40281πηλώδης, ης, ες πη-λώ-δης επίθ. {πηλώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.) 1. (για τόπο) γεμάτος πηλό. Πβ. λασπώδης. 2. που μοιάζει με πηλό ως προς τη μορφή, τη σύσταση: ~ες: χώμα. Βλ. -ώδης. [< αρχ. πηλώδης]
40282ΠηνελόπηΠη-νε-λό-πη ουσ. (θηλ.): κυρ. στα ● ΣΥΜΠΛ.: πιστή Πηνελόπη (μετωνυμ. από την ομηρική ηρωίδα): για αφοσιωμένη σύζυγο. ● ΦΡ.: ο ιστός της Πηνελόπης βλ. ιστός [< αρχ. Πηνελόπη]
40283πηνίοπη-νί-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΦΥΣ. διάταξη αποτελούμενη από έναν ηλεκτρικό αγωγό, με τη μορφή συνήθ. χάλκινου σύρματος τυλιγμένου σπειροειδώς γύρω από έναν κυλινδρικό κυρ. σιδερένιο πυρήνα, η οποία, όταν διαρρέεται από ηλεκτρικό ρεύμα, εμφανίζει μαγνητικό πεδίο και γι' αυτό χρησιμοποιείται σε κυκλώματα εναλλασσόμενου ρεύματος και σε ηλεκτρομαγνητικές συσκευές (π.χ. γεννήτριες, διακόπτες, κουδούνια, μεγάφωνα και μικρόφωνα, μετασχηματιστές): επαγωγικό ~. ~ ανάφλεξης (= πολλαπλασιαστής). Οι σπείρες του ~ου. Βλ. πυκνωτής.|| (ΗΛΕΚΤΡ.) Στραγγαλιστικό ~ (= μπάλαστ). 2. (επίσ.) αντικείμενο, συνήθ. κυλινδρικό ή κωνικό, γύρω από το οποίο τυλίγεται κάτι. Πβ. ανέμη, κουβαρίστρα, μασούρι, μπομπίνα. ΣΥΝ. καρούλι (1) [< 1: γαλλ. bobine 2: αρχ. πηνίον]
40284πήξηπή-ξη ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -εως}: ΦΥΣ. φαινόμενο κατά το οποίο ένα σώμα μετατρέπεται από ρευστό σε στερεό: γρήγορη ~. Χρόνος ~ης. Πβ. στερεοποίηση. ΣΥΝ. πήξιμο (1) ΑΝΤ. τήξη ● ΣΥΜΠΛ.: σημείο πήξης: η θερμοκρασία στην οποία ένα ρευστό σώμα στερεοποιείται: ~ ~ νερού (: μηδέν βαθμοί Κελσίου). ΑΝΤ. σημείο τήξης, πήξη του αίματος βλ. αίμα [< αρχ. πῆξις]
40285πήξιμοπή-ξι-μο ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. πήξη: το ~ του γάλακτος/τυριού. 2. (μτφ.) συγκέντρωση πολλών οχημάτων ή ανθρώπων, συνωστισμός: Τρελό ~ και απίστευτη κίνηση στους δρόμους του κέντρου. Πβ. κομφούζιο, πολυκοσμία, συμφόρηση. 3. (μτφ.) ταλαιπωρία, καταπόνηση: μεγάλο/πολύ ~. Το ~ της δουλειάς. Πβ. χώσιμο. 4. (μτφ.) πλήξη, ανία ή κατάσταση που προκαλεί παρόμοια συναισθήματα.
40286πήραβλ. παίρνω
40287πηχεοκαρπικός, ή, ό πη-χε-ο-καρ-πι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: πηχεοκαρπική άρθρωση: ΑΝΑΤ. που συνδέει την κερκίδα με τον καρπό.
40288πήχηπή-χη ουσ. (θηλ.) (προφ.): πήχης: μια ~ παιδί (: πολύ κοντό). Πέντε ~ες ύφασμα. [< μεσν. πήχη]
40289πήχηςπή-χης ουσ. (αρσ.) {πήχ-εις, -εων} & (αρχαιοπρ.) πήχυς 1. μακρόστενη σανίδα· (ειδικότ. ΑΘΛ.) ράβδος στερεωμένη σε δύο ισοϋψείς στυλοβάτες, την οποία πρέπει να υπερπηδήσει ο αθλητής στο άλμα εις ύψος ή επί κοντώ, χωρίς να τη ρίξει, και η οποία τοποθετείται, ύστερα από κάθε επιτυχημένη προσπάθεια, σε προοδευτικά αυξανόμενο ύψος: (ΑΘΛ.) Πέρασε (πάνω από) τον ~η. 2. (μτφ.) στόχος, επιδίωξη: Πέφτει/χαμηλώνει ο ~ των απαιτήσεων/της απόδοσης/της επιτυχίας/της ποιότητας/των προσδοκιών. Κατεβάζω/ρίχνω τον ~η. 3. ΑΝΑΤ. αντιβράχιο. 4. ΜΕΤΡΟΛ. (παλαιότ.) μονάδα μέτρησης μήκους: αγγλικός/αρχαίος ελληνικός (: 0,46 μ.)/γαλλικός/εμπορικός (: 0,65 μ.)/ρωμαϊκός (: 0,44 μ.) ~. ΣΥΝ. πήχη ● Υποκ.: πηχάκι (το): στη σημ.1: λεπτό/μεταλλικό/ξύλινο ~. ~ αλουμινίου. ~ δέκα/είκοσι εκατοστών. ● ΦΡ.: ανεβαίνει ο πήχης βλ. ανεβαίνω, θέτω/βάζω/τοποθετώ τον πήχη (πολύ) ψηλά βλ. θέτω [< 3, 4: αρχ. πῆχυς]
40290πηχτήπη-χτή ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. φαγητό που φτιάχνεται από πηγμένο ζωμό χοιρινού, ο οποίος προέρχεται κυρ. από το κεφάλι ή τα πόδια του ζώου, και διάφορα μπαχαρικά· συνήθ. σερβίρεται ως ορεκτικό. Βλ. ζελέ. [< μτγν. πηκτή]
40291πηχτόγαλοπη-χτό-γα-λο & πηκτόγαλο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. φρέσκο μαλακό τυρί με απαλή κρεμώδη υφή και ελαφρά ξινή γεύση, που παράγεται από παστεριωμένο αιγοπρόβειο γάλα. Πβ. ξινομυζήθρα. Βλ. ΠΟΠ.
40292πηχτός, ή, ό πη-χτός επίθ. & πηκτός 1. (για υγρό) που έχει πήξει, στερεοποιημένος: ~ό: αίμα/νερό. 2. παχύρρευστος, με πυκνή σύσταση: ~ός: πολτός/χυλός. ~ή: κρέμα/σάλτσα/σούπα. ~ό: ζελέ/κουρκούτι/μείγμα/σιρόπι. Βλ. σύμπηκτος. ΣΥΝ. πυκνόρρευστος ΑΝΤ. αραιός (1), υδαρής 3. (μτφ.-συνήθ. λογοτ.) πυκνός, αδιαπέραστος: ~ός: καπνός. ~ή: ομίχλη. ~ό: σκοτάδι. [< αρχ. πηκτός ‘στερεωμένος’]
40293πήχτραπή-χτρα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. ως επίρρ.} (προφ.): για χώρο που είναι υπερβολικά γεμάτος, έχει πολύ κόσμο: Η παραλία ήταν ~. Οι δρόμοι ~ στην κίνηση. Πβ. τίγκα, φίσκα.|| ~ σκοτάδι (= πολύ πυκνό).
40294πηχυαίος, α, ο [πηχυαῖος] πη-χυ-αί-ος επίθ. (λόγ.): (κυρ. για τίτλο εφημερίδας) πολύ μεγάλος: ~α: γράμματα/πρωτοσέλιδα (: με μεγάλα και έντονα τυπογραφικά στοιχεία). [< αρχ. πηχυαῖος]
40295πήχυςβλ. πήχης
40296ΠΘ(το): Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας.
40297πιουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. το δέκατο έκτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου: ~ κεφαλαίο (Π). ~ μικρό (π). Πβ. π. 2. (κατ' επέκτ.) οτιδήποτε μοιάζει με κεφαλαίο πι (Π): είσοδος/κάτοψη/κτίσμα/στοά σχήματος ~.|| (ειδικότ.) Ηλικιωμένος/τραυματίας που περπατά με το ~ (= περιπατητήρας). ● ΦΡ.: στο πι και φι (προφ.): πολύ γρήγορα ή εύκολα, αμέσως: Η δουλειά έγινε/το πρόβλημα λύθηκε ~ ~. Φάγαμε/φτάσαμε ~ ~. Πβ. σε κλάσμα/κλάσματα (του) δευτερολέπτου. ΣΥΝ. στο άψε σβήσε, στο πιτς-φιτίλι, στο τάκα-τάκα [< αρχ. πεῖ, μτγν. πῖ]
40298ΠΙ(το): (παλαιότ.) Παιδαγωγικό Ινστιτούτο. Βλ. ΙΕΠ.
40464πι ντι εφβλ. πι

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.