Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [40900-40920]

IDΛήμμαΕρμηνεία
40310πιασάρικος, η, ο πια-σά-ρι-κος επίθ. (προφ.): που έχει αποτέλεσμα, επιτυχία, απήχηση· που είναι ελκυστικός: ~ος: τίτλος. ~η: ατάκα/είδηση/μελωδία. ~ο: ρεφρέν/σύνθημα. ~α: τραγούδια (πβ. σουξεδιάρικος). Συγκρότημα με έξυπνο και ~ο όνομα. Ιδέα που ακούγεται ~η. Πβ. τραβηχτικός. Βλ. -άρικος.
40311πιάσιμοπιά-σι-μο ουσ. (ουδ.) {πιασίμ-ατος | -ατα} (προφ.) 1. κράτημα: γερό/σφιχτό ~. ~ του κουταλιού/του μολυβιού/της ρακέτας. ~ με γάντια/λαβίδα. Πέταγμα και ~ της μπάλας (πβ. μπλοκάρισμα).|| ~ από τη μέση/το χέρι/τους ώμους.|| (ΛΑΟΓΡ.) Το ~ του Μάη (την Πρωτομαγιά)/του Σταυρού (τα Θεοφάνεια).|| Απορρυπαντικό που χαρίζει στα υφάσματα απαλό/βελούδινο ~ (= άγγιγμα, αφή). 2. στερέωση, στήριξη: ~ (= δέσιμο) των μαλλιών (με κοκαλάκι)/των σελίδων με συνδετήρα.|| ~ από τη χειρολαβή. 3. σύλληψη, παγίδευση, αιχμαλώτιση: ~ του δράστη. Πβ. μπαγλάρωμα.|| ~ ψαριών στα δίχτυα. 4. αγκύλωση, δυσκαμψία: ~ των νεύρων/της πλάτης. Έχω ένα ~ στον αυχένα. Βλ. κράμπα, μούδιασμα, μυαλγία. 5. μάγκωμα: ~ του δάχτυλου/του πουκάμισου στην πόρτα.πιασίματα (τα) 1. καμπύλες: γυναίκα με ~ (= παχουλή, τροφαντή). 2. λαβές: (στην αναρρίχηση:) ~ στους βράχους.|| (στην πάλη:) ~ και κεφαλοκλειδώματα. ● Υποκ.: πιασιματάκι (το): Έχω ένα ~ στη μέση.|| Τα έχει τα ~ια (= παχάκια) της. [< μεσν. πιάσιμον]
40312πιασμένος, η, ο πια-σμέ-νος επίθ. 1. που έχει πιαστεί: Χορεύουν ~ες χέρι-χέρι. 2. που έχει πάθει αγκύλωση ή δυσκαμψία: Ξύπνησα ~. 3. κατειλημμένος: Δεν υπήρχε θέση να καθίσω, ήταν όλες ~ες. Πβ. αγκαζαρισμένος. 4. που έχει ερωτική σχέση: Η κοπέλα είναι ~η. Πβ. δεσμευμένος. ● βλ. πιάνω
40313πιαστός, ή, ό πια-στός επίθ.: κυρ. στα ● Ουσ.: πιαστό (το): (στο βόλεϊ) παράβαση αθλητή κατά την οποία η μπάλα δεν αναπηδά αμέσως, αλλά παραμένει για κάποιο διάστημα στα χέρια του: Ο διαιτητής έδωσε/σφύριξε ~. ● ΦΡ.: κάνω κάποιον πιαστό (σπάν.-λαϊκό): τον συλλαμβάνω επ' αυτοφώρω, τον κάνω τσακωτό. ΣΥΝ. πιάνω/τσακώνω κάποιον στα πράσα
40314πιάστραπιά-στρα ουσ. (θηλ.) 1. οτιδήποτε χρησιμοποιείται, για να πιάνεται ή να συγκρατείται κάτι: ντοσιέ με ~. 2. κομμάτι από χοντρό ύφασμα, για να πιάνει κάποιος θερμά σκεύη, χωρίς να καίγεται: ~ κουζίνας. Βλ. γάντι. 3. γυναικείο αξεσουάρ για το πιάσιμο των μαλλιών. Βλ. κλάμερ, κοκαλάκι.
40315πιαστράκιπια-στρά-κι ουσ. (ουδ.) 1. κάθε μικρό αντικείμενο που χρησιμοποιείται για να πιάνεται ή να συγκρατείται κάτι: ~ ασφαλείας. 2. τσιμπιδάκι ή φουρκέτα για τα μαλλιά.
40316πιατάκιπια-τά-κι ουσ. (ουδ.): μικρό πιάτο: ~ του γλυκού/καφέ/τσαγιού. ~ της γάτας/του σκύλου. ~ της γλάστρας. ● βλ. πιάτο
40317πιατέλαπια-τέ-λα ουσ. (θηλ.): μεγάλο πιάτο για το σερβίρισμα φαγητού: βαθιά/διακοσμητική/μεταλλική/οβάλ/ρηχή ~. ~ τυριών (πβ. πλατό). ~ με φρούτα. [< ιταλ. piattella]
40318πιατέλοπια-τέ-λο ουσ. (ουδ.) 1. ΜΗΧΑΝΟΛ. {συνήθ. στον πλήθ.} εξάρτημα ανάρτησης αυτοκινήτου: ~ του αμορτισέρ. 2. (παλαιότ.) πιατάκι. [< ιταλ. piattello]
40319πιατικάπια-τι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν.}: το σύνολο όλων των ειδών πιάτων και σκευών για το σερβίρισμα φαγητού. Πβ. σερβίτσιο. Βλ. κουζινικά.
40320πιατίνιπια-τί-νι ουσ. (ουδ.) {πιατιν-ιού | -ιών, συνήθ. στον πληθ.}: ΜΟΥΣ. (συνήθ. για ντραμς) κύμβαλο: βάση ~ιού. Σετ ~ιών. [< ιταλ. piattini]
40321πιάτοπιά-το ουσ. (ουδ.) 1. επιτραπέζιο σκεύος, συνήθ. στρογγυλό, για την τοποθέτηση ή/και το σερβίρισμα τροφής: βαθιά (~α της σούπας)/ρηχά ~α. Γυάλινα/γύψινα (: για σπάσιμο σε κέντρα διασκέδασης)/πήλινα/πλαστικά/πορσελάνινα/πυρίμαχα/χάρτινα (: ~α μιας χρήσης) ~α. Διακοσμητικά ~α (: ~α τοίχου). ~α, ποτήρια και μαχαιροπίρουνα (πβ. πιατικά). Πλυντήριο/σετ ~ων. Απορρυπαντικό/υγρό για τα ~α. Στοίβα από ~α. Στέγνωμα (των) ~ων. Πλένω/σκουπίζω τα ~α. Βλ. πιατέλα.|| Ακατάλληλα τρόφιμα φτάνουν στο ~ μας (= τα τρώμε). 2. (συνεκδ.) ποσότητα τροφής που χωρά στο συγκεκριμένο σκεύος· γενικότ. συνταγή, φαγητό: Έφαγε δυο ~α (= μερίδες) κρέας με πατάτες. Άδειασε το ~ του (: έφαγε όλο του το φαγητό).|| Γευστικό/ελαφρύ/νόστιμο/πικάντικο/συνοδευτικό ~. Το εθνικό ~ μιας χώρας. Αλμυρά/παραδοσιακά/σπιτικά/χορτοφαγικά ~α. Ελληνικά/μεσογειακά ~α. ~α με ζυμαρικά/κρέας/λαχανικά. ~α θαλασσινών.|| Ζεστά/κρύα ~α (: που σερβίρονται ζεστά/κρύα). 3. (συνεκδ.) καθένα από τα φαγητά που σερβίρονται κατά τη διάρκεια ενός γεύματος: Πρόσφεραν σούπα ως πρώτο (πβ. ορεκτικό)/κρέας ως δεύτερο ~. Το κυρίως ~ περιλάμβανε ψάρι ψητό. 4. (μτφ.) πανοραμική θέα: Έχουν τη θάλασσα ~. Όλη η πόλη στο ~ (σας)!πιάτα (τα): ΜΟΥΣ. κύμβαλα. [< ιταλ. piatti] ● ΣΥΜΠΛ.: δορυφορικό πιάτο & δορυφορική κεραία & δορυφορικό κάτοπτρο & (προφ.) πιάτο: ΤΗΛΕΠ. κεραία σε σχήμα κατόπτρου για τη λήψη ραδιοτηλεοπτικών σημάτων που εκπέμπονται από συγκεκριμένους δορυφόρους: παραβολικό ~ ~. Τηλεόραση με ~ ~. ~ ~ στο μπαλκόνι/στην ταράτσα. [< αγγλ. satellite dish, 1962] , πιάτα της ώρας (στο μενού εστιατορίων): φαγητά που ετοιμάζονται μετά την παραγγελία, δηλ. δεν έχουν μαγειρευτεί από πριν., το πιάτο της ημέρας: το φαγητό που προτείνει ένα εστιατόριο για τη συγκεκριμένη μέρα. [< γαλλ. plat du jour] ● ΦΡ.: για ένα πιάτο φαΐ/φαγητό (μτφ.): για ελάχιστα χρήματα: Δουλεύει ~ ~ (= για το τίποτα)., καθάρισε το πιάτο του (μτφ.-προφ.): έφαγε όλο του το φαγητό., η εκδίκηση είναι ένα πιάτο/φαγητό που τρώγεται κρύο βλ. εκδίκηση, όλα έτοιμα (στο πιάτο) βλ. έτοιμος ● βλ. πιατάκι [< μεσν. πιάτο < ιταλ. piatto]
40322πιατοθήκηπια-το-θή-κη ουσ. (θηλ.) 1. σκεύος της κουζίνας όπου τοποθετούνται τα πιατικά μετά το πλύσιμο, για να στεγνώσουν. 2. ειδική κατασκευή μέσα σε ντουλάπι όπου τοποθετούνται όρθια τα πιάτα για τη φύλαξή τους. 3. (παλαιότ.) κατασκευή (συνήθ. τοίχου) ή έπιπλο κουζίνας για την τοποθέτηση και φύλαξη των πιατικών. Βλ. -θήκη.
40323πιατόπανοπια-τό-πα-νο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): πανί για το σκούπισμα των πιάτων: ~α καθαρισμού. Βλ. ξεσκονό-, σφουγγαρό-πανο. [< αγγλ. dishcloth]
40324πιάτσαπιά-τσα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): χώρος συναλλαγών, άσκησης επαγγελματικών ή άλλων δραστηριοτήτων: Η εταιρεία έχει καλό όνομα στην ~. (για προϊόν) Είναι ό,τι καλύτερο κυκλοφορεί στην ~. ΣΥΝ. αγορά.|| Η δημοσιογραφική/ποδοσφαιρική/πολιτική ~. Βοά/έχει βουίξει η ~ ότι ...|| Η γλώσσα της ~ας (= μάγκικη). Ακούγεται στην ~ ότι ... Είναι γνωστός στην/τον χάσαμε από την ~ (πβ. κουρμπέτι). Περιοχή που έγινε ~ (= στέκι) ναρκωτικών. ● ΣΥΜΠΛ.: άνθρωπος/παιδί της πιάτσας: που ξέρει καλά την αγορά και τους κανόνες της· κατ' επέκτ. έξυπνος, έμπειρος, επιτήδειος., πιάτσα ταξί & πιάτσα: σταθμός ταξί, ο χώρος στάθμευσής τους: ~ ~ στην πλατεία. ● ΦΡ.: βγάζω (κάποιον/κάτι) στην πιάτσα 1. εκπορνεύω. 2. διαθέτω στην αγορά. 3. αποκαλύπτω μυστικό., βγήκε/έχει βγει στην πιάτσα 1. (για προϊόν) κυκλοφορεί στην αγορά: Είναι ό,τι καλύτερο έχει βγει στην ~. 2. εκπορνεύεται. ΣΥΝ. βγήκε στο κλαρί (1), βγήκε στο κουρμπέτι (1), κατέληξε στο/βγήκε στο/κάνει πεζοδρόμιο 3. έχει αρχίσει να κινείται, να δραστηριοποιείται σε κάποιον χώρο: ~ ~ (= ψάχνει) για δουλειά., κάνει πιάτσα: (για ιερόδουλη) εκδίδεται., χαλάει την πιάτσα: ενεργεί σε βάρος του συνόλου στο οποίο ανήκει, κάνει ζημιά: Πουλάνε φθηνά και ~άνε ~. [< ιταλ. piazza]
40325πίβοτπί-βοτ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.} ΑΘΛ. 1. (στο μπάσκετ) σέντερ. 2. (στο χάντμπολ) επιθετικός παίκτης που παίρνει θέση στο κέντρο του ημικυκλίου και σουτάρει. ● ΣΥΜΠΛ.: κίνηση πίβοτ: περιστροφική κίνηση παίκτη με το ένα πόδι σταθερό, για να πετύχει καλάθι. [< αμερικ. pivot]
40326πιγκάλπι-γκάλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: θήκη με βούρτσα για τον καθαρισμό της λεκάνης της τουαλέτας: επιδαπέδιο/επιτοίχιο ~.
40327πιγκουίνοςπι-γκου-ί-νος ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. ψαροφάγο θαλάσσιο πτηνό (οικογ. Spheniscidae) με άσπρη κοιλιά, μαύρη ράχη και μαύρες φτερούγες, χοντρό μακρόστενο σώμα και μικρό κεφάλι· δεν πετάει αλλά περπατά όρθιο, κολυμπά γρήγορα και ζει στην Ανταρκτική. ● Υποκ.: πιγκουινάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: αυτοκρατορικός πιγκουίνος: ο μεγαλύτερος του είδους του (επιστ. ονομασ. Aptenodytes forsteri), χαρακτηριστικά του οποίου αποτελούν το κίτρινο χρώμα γύρω από τον λαιμό και το κεφάλι και η συνήθεια των αρσενικών να επωάζουν τα νεογνά τους. [< αγγλ. emperor penguin] [< ιταλ. pinguino]
40328πιγμέντοπιγ-μέ-ντο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. φυσική ή συνθετική δυσδιάλυτη χρωστική ουσία που έχει συνήθ. τη μορφή λεπτών σωματιδίων και χρησιμοποιείται για την επικάλυψη μιας επιφάνειας, χωρίς να διαπερνά το υλικό: ανόργανα/αντιδιαβρωτικά/αντισκωριακά/οργανικά ~α. [< αγγλ.-γαλλ. pigment]
40329πιγούνιπι-γού-νι ουσ. (ουδ.) {πιγουν-ιού}: το τμήμα του σαγονιού που εξέχει: θεληματικό/μυτερό ~. Πβ. πώγωνας. Βλ. -ούνι. ● Υποκ.: πιγουνάκι (το) [< μεσν. πιγούνι]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.