Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [40900-40920]

IDΛήμμαΕρμηνεία
40300πιαεπίρρ. & (σπάν.-ιδιωμ.) πλια 1. (επιτατ.) για να δηλωθεί έντονα η σημασία της ρηματικής φράσης: Τώρα ~ είναι αργά. Δεν εργάζεται ~ εδώ.|| Δεν θα σου ξαναμιλήσω ποτέ ~ (= στο μέλλον). ΣΥΝ. πλέον (1) 2. (ως επιφών.) για να εκφράσει έντονα συναισθήματα (εκνευρισμό, δυσφορία, απογοήτευση): Aμάν ~! Δεν μπορώ άλλο ~! Βαρέθηκα ~! Δεν αντέχεται ~ αυτή η κατάσταση! 3. ήδη: Τα προβλήματα έχουν ~ λυθεί. Πβ. κιόλας. 4. ξανά: Η ζωή του δεν θα είναι ποτέ ~ η ίδια. 5. επιτέλους: Ως πότε ~ θα περιμένουμε; Πάψε ~! 6. οπωσδήποτε, αναμφίβολα: Ε, αυτό ~ είναι πασίγνωστο/προφανές. Αυτό ~ και αν είναι ανήκουστο. Πβ. το δίχως άλλο. ● ΦΡ.: ούτε καν/που/πια βλ. ούτε [< αρχ. πλέα]
40301πιαζουσ. (ουδ.) {άκλ.}: στο ● ΣΥΜΠΛ.: φασόλια πιαζ: ΜΑΓΕΙΡ. σαλάτα που περιέχει κυρ. βρασμένα φασόλια, κρεμμύδι, μαϊντανό, λάδι και ξίδι. [< τουρκ. piyaz]
40302πιανίσιμοπια-νί-σι-μο επίρρ. {άκλ.}: ΜΟΥΣ. (κυρ. ως οδηγία σε παρτιτούρα) πολύ σιγά, πολύ απαλά (σύμβ. pp). ΑΝΤ. φορτίσιμο ● Ουσ.: πιανίσιμο (το): τμήμα μουσικής σύνθεσης που ερμηνεύεται πολύ σιγά. [< ιταλ. pianissimo]
48849πιανίστα

συν-θέ-της ουσ. (αρσ. + θηλ.) {κ. (λόγ.) θηλ. συνθέτις κ. συνθέτιδα}: πρόσωπο που συνθέτει μουσικό έργο: λαϊκός ~. ~ μελωδίας/όπερας/(ελαφρού/ποπ/ρεμπέτικου) τραγουδιού. Ο ~ της ταινίας/της τηλεοπτικής σειράς. Μελοποίηση ποιημάτων από ~η. Βλ. ενορχηστρωτής, στιχουργός. ΣΥΝ. μουσικοσυνθέτης, μουσουργός || (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ης φωνής. [< πβ. αρχ. συνθέτης ‘συγγραφέας’, γαλλ. compositeur, αγγλ. speech synthesizer, 1960]

40303πιανίστας, πιανίσταπια-νί-στας ουσ. (αρσ. + θηλ.) & πιανίστρια (η): μουσικός που παίζει πιάνο: βιρτουόζος/διάσημος/εξαίρετος/κλασικός/ταλαντούχος ~. ~ της τζαζ. ● ΦΡ.: μην πυροβολείτε τον πιανίστα! βλ. πυροβολώ [< ιταλ. pianista]
40304πιανιστικός, ή, ό πια-νι-στι-κός επίθ.: ΜΟΥΣ. που σχετίζεται με το πιάνο: ~ή: ερμηνεία/τέχνη. ~ό: ντουέτο/ρεπερτόριο. ~ά: έργα/κομμάτια. [< αγγλ. pianistic, γαλλ. pianistique]
40305πιάνο1πιά-νο ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. έγχορδο μουσικό όργανο το οποίο αποτελείται από κάσα ως εξωτερική επένδυση, πλήκτρα συνδεδεμένα με μαλακά σφυράκια που χτυπούν πάνω σε μεταλλικές χορδές, παράγοντας χαρακτηριστικούς ήχους, και τρία πεντάλ, για να παρατείνεται ο ήχος ή για να γίνεται πιο σιγανός ή απαλός: όρθιο ~ ή ~ τοίχου (= κλασικό ~). Ηλεκτρικό/ψηφιακό ~. Μηχανικό ~ (= πιανόλα). Κάθισμα ~ου. Δεξιοτέχνης του ~ου. Παρτιτούρες/σονάτα για ~. Σόλο ~. Κοντσέρτο για ~ και ορχήστρα. Συνθέσεις για δύο ~α. Κουρδίζω το ~. Ερμήνευσε στο ~ έργα του ... (Συνοδεύει) στο ~ η ... Βλ. αρμόνιο, εκκλησιαστικό όργανο, φoρτεπιάνο.|| Βραδιά/ρεσιτάλ ~ου.|| (ως επίθ.) ~ μπαρ/ρεστοράν (: όπου παίζεται ζωντανή μουσική, κυρ. με ~). ΣΥΝ. κλειδοκύμβαλο ● Υποκ.: πιανάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: πιάνο με ουρά: με οριζόντια επιμήκη κάσα (στο σχήμα άρπας) και τρία πόδια, το οποίο παράγει ήχο μεγαλύτερης έντασης από τα αντίστοιχα όρθια. [< γαλλ. piano à queue ] [< ιταλ. piano]
40306πιάνο2πιά-νο επίρρ. {άκλ.}: ΜΟΥΣ. (κυρ. ως οδηγία σε παρτιτούρα) σιγά, απαλά (σύμβ. p): Η ορχήστρα παίζει ~. ΑΝΤ. φόρτε ● Ουσ.: πιάνο (το): τμήμα μουσικής σύνθεσης που ερμηνεύεται σιγά, απαλά. [< ιταλ. piano]
40307πιανόλαπια-νό-λα ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. μηχανικό πιάνο του οποίου τα πλήκτρα ενεργοποιούνται με αυτόματο μηχανισμό. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Pianola, 1901, γαλλ. ~, 1904]
40308πιανοφόρτεπια-νο-φόρ-τε ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. φορτεπιάνο. [< ιταλ. pianoforte]
40309πιάνωπιά-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έπια-σα | πιά-στηκα, πια-στεί, -σμένος, πιάν-οντας} 1. κλείνω με τα δάχτυλα κάτι μέσα στην παλάμη μου, κρατώ με το χέρι μου: ~ το βιβλίο/ποτήρι. Πιάσε το βάζο (να μην πέσει)/την μπάλα! Πιάσου (γερά/καλά) από πάνω μου. Πιάσε το σχοινί (= κρατήσου)!|| Τον ~σε από τον ώμο. ΑΝΤ. αφήνω (1) 2. αγγίζω, ακουμπώ: Μην ~ετε τα εκθέματα! Πιάσε να δεις πώς χτυπάει η καρδιά μου! 3. αρπάζω, βουτώ: Με ~σε από τον λαιμό/τα μαλλιά/το μανίκι/το μπράτσο/τον σβέρκο. Πβ. αδράχνω, γραπώνω. 4. συνδέω, συνενώνω· δένω, συγκρατώ: ~ τα φύλλα/τα χαρτιά με συρραπτικό (= συρράπτω).|| ~ τα μαλλιά μου αλογοουρά/κότσο. 5. (μτφ.) συλλαμβάνω, τσακώνω· αιχμαλωτίζω, παγιδεύω: Τον ~σε η Αστυνομία (πβ. μπαγλαρώνω). Τον ~σαν να οδηγεί μεθυσμένος.|| Τον ~σα να με κοιτάζει. (προφ.) Σε ~σα!|| ~στηκε αιχμάλωτος.|| ~σε (= ψάρεψε) πολλά ψάρια. (για θήραμα) ~στηκε στην παγίδα.|| (στο τάβλι) Του ~σε τη μάνα. 6. (μτφ.) συναντώ κάποιον με σκοπό να του πω κάτι ιδιαιτέρως: Να τον ~σεις και να του μιλήσεις! Βλ. καλο~. 7. (μτφ.) καταλαμβάνω (χώρο): Η βιβλιοθήκη ~ει όλο τον τοίχο. Έχουν ~στεί (= κρατηθεί) όλες οι θέσεις. (σε οδηγό) Πιάσε τη δεξιά λωρίδα. 8. (προφ.) φέρνω: Πιάσε μου μια μπίρα! 9. (μτφ.) μισθώνω, νοικιάζω: ~σε ένα δωμάτιο/σπίτι. 10. (συνήθ. με άρνηση, προφ.) καταλαβαίνω, κατανοώ, αντιλαμβάνομαι: Δεν το 'πιασα, τι θες να πεις; Το 'πιασες το υπονοούμενο; Την έχει ~σει την ουσία.|| Με ~εις; Βλ. πολυ~. 11. (μτφ.) προσεγγίζω, φτάνω: ~σε την κορυφή/τα τριάντα (: έγινε τριάντα ετών).|| (για όχημα) ~ει τα ... χλμ. την ώρα. ΣΥΝ. αγγίζω (2) 12. (μτφ.-προφ.) πετυχαίνω: ~σε τη βάση στο διαγώνισμα/εννιά σωστές απαντήσεις/το λαχείο.|| Η ταινία δεν ~σε (= δεν είχε απήχηση) στο κοινό. 13. (μτφ.-προφ.) εμφανίζω, κολλώ: Το παιδί ~σε ψείρες. Ο σκύλος ~σε τσιμπούρια. Καθάρισε λιγάκι, πιάσαμε αράχνες/κατσαρίδες/μικρόβια (εδώ μέσα)! 14. συντονίζομαι με: Δεν ~ (καλά) όλα τα κανάλια (ενν. της τηλεόρασης).|| (για ραδιόφωνο) ~ει πολλούς σταθμούς. 15. (στο ποδόσφαιρο) επιχειρώ, εκτελώ, πραγματοποιώ: ~σε (την) κεφαλιά από τη μικρή περιοχή/(το) σουτ από πλάγια θέση.πιάνει (μτφ.) 1. γεμίζει ή εμφανίζει κάτι στην επιφάνειά του: Ο τοίχος ~σε υγρασία. Τα κάγκελα ~σαν σκουριά. Τα έπιπλα έχουν πιάσει σκόνη. Το τυρί ~ μούχλα. Ανακατεύουμε το γάλα/την κρέμα, για να μην πιάσει κρούστα/πέτσα. 2. έχει ή φέρνει αποτέλεσμα, πετυχαίνει: Αυτά τα κόλπα δεν ~ουν (= περνούν) σ' εμένα. Το πείραμα (δεν) ~σε.|| Το δέντρο ~σε (= ρίζωσε και αναπτύσσεται). 3. (για εποχές ή καιρικά φαινόμενα) αρχίζει, εκδηλώνεται, ξεσπά: ~σε άνοιξη/καλοκαίρι/φθινόπωρο/χειμώνας/ψύχρα. ~σε βροχή/φωτιά. 4. μαγκώνει: Του ~σε το χέρι η πόρτα. 5. καταγράφει: Τους ~σε η κάμερα/το ραντάρ (της Τροχαίας) να ... 6. (για εξετάσεις) μετρά, υπολογίζεται: Πόσους βαθμούς ~ το τρίτο ερώτημα; 7. έχει σήμα: Δεν ~ (καλά) το κινητό μου. 8. (για φαγητό) κολλάει σε σκεύος μαγειρικής: Ανακατεύετε συνέχεια/χαμηλώνετε τη φωτιά, για να μην πιάσει η κρέμα. ● Παθ.: πιάνεται (προφ.) 1. μαγκώνεται, σφηνώνει: ~στηκε το φόρεμά της στην πόρτα του αυτοκινήτου. 2. (+ για) λογαριάζεται, υπολογίζεται: Η απάντηση ~ για λάθος/σωστή. Η μέρα ~ για εργάσιμη., πιάνομαι (μτφ.-προφ.) 1. παθαίνω αγκύλωση ή δυσκαμψία: ~στηκα στον καναπέ. ~στηκε ο λαιμός/η μέση μου. Έχουν ~στεί τα πόδια μου. Βλ. ξε~. 2. (+ από) βασίζομαι, στηρίζομαι: Δεν έχω από κάπου να ~στώ! 3. (+ από) βρίσκω αφορμή: ~εται από το παραμικρό, για να προκαλέσει φασαρία. 4. ασχολούμαι, καταγίνομαι: ~στηκα με κάτι δουλειές και άργησα. Πβ. κατα~. 5. {συνήθ. στον αόρ., + με} πλουτίζω: ~στηκε με το εμπόριο. Βλ. μεγαλο~. ● ΦΡ.: δεν έχει πιάσει (ποτέ/στη ζωή του/στα χέρια του) κάτι (εμφατ.): δεν το έχει δοκιμάσει, δεν το έχει κάνει: ~ ~ βιβλίο (: δεν έχει ανοίξει βιβλίο, δεν έχει διαβάσει ποτέ του, δεν είναι μελετηρός)., με πιάνει κάτι 1. αρχίζω να έχω κάτι· διακατέχομαι, κυριεύομαι από κάτι: ~ ~ γέλιο/δύσπνοια/κατάθλιψη/λόξιγκας/μελαγχολία/νοσταλγία/νύστα/πανικός/πείνα/πονοκέφαλος/τρόμος. Τι σ' έπιασε και κάνεις έτσι;|| (προφ.) Με ~ουν τα νεύρα μου. Με ~σε το συναισθηματικό/το υπαρξιακό/το φιλοσοφικό μου.|| ~ ~ (= με πονάει) η κοιλιά/η μέση/το στομάχι μου.|| Δεν με ~σε το φάρμακο (= δεν είχε επίδραση). 2. με προλαβαίνει: Να φύγουμε, πριν μας πιάσει η βροχή. Τους ~σε το βράδυ (= βράδιασε). 3. ισχύει για μένα, με αφορά: Τα νέα μέτρα ~ουν (= αγγίζουν) τους ..., πιάνω και ... (προφ.): αρχίζω να (κάνω κάτι με ζήλο): ~ λοιπόν και διαβάζω τις λεπτομέρειες., ποιος τον πιάνει/φτάνει & δεν πιάνεται & δεν τον πιάνει/φτάνει κανείς: για κάποιον που είναι ασυναγώνιστος, τον οποίο κανείς δεν μπορεί να ξεπεράσει: Τώρα που πήρα δίπλωμα οδήγησης, ποιος με πιάνει!, τα πιάνει (αργκό): δωροδοκείται, χρηματίζεται. Βλ. τα ακουμπάω (σε κάποιον/κάτι)., (πιάνω) στην απόχη βλ. απόχη, απ' όπου κι αν τον πιάσεις, λερώνεσαι βλ. λερώνω, αρπάζω/πιάνω κάποιον απ' τα μούτρα βλ. μούτρο, αρπάζω/πιάνω κάποιον από τον γιακά/τον λαιμό/τα πέτα βλ. αρπάζω, βγάζω/παίρνω/πιάνω χαρτί και μολύβι βλ. χαρτί, δεν πιάνει μπάζα/χαρτωσιά μπροστά σε κάποιον/κάτι βλ. μπάζα, δεν τον/το πιάνει το μάτι σου βλ. μάτι, έπιασε στασίδι βλ. στασίδι, έχω/με πιάνουν τα διαόλια μου βλ. διαόλια, η μύτη του να πέσει, δεν θα σκύψει να τη σηκώσει/να την πιάσει βλ. μύτη, ήρθαν/πιάστηκαν στα λόγια βλ. λόγια, ήρθαν/πιάστηκαν στα χέρια βλ. χέρι, θα πιάσουμε κοριούς βλ. κοριός, κάτι πήρε/έπιασε τ' αυτί μου βλ. αυτί, μ' έπιασε/έπαθα/έμεινα από λάστιχο βλ. λάστιχο, με έπιασε η προκοπή/με έπιασαν οι προκοπές βλ. προκοπή, με παίρνει/πιάνει (ο) ύπνος βλ. παίρνω, με πιάνει γλωσσοδέτης/παθαίνω γλωσσοδέτη βλ. γλωσσοδέτης, με πιάνει σύγκρυο βλ. σύγκρυο, με πιάνει το μάτι βλ. μάτι, με πιάνει/με παίρνει το παράπονο βλ. παράπονο, με πιάνουν κότσο βλ. κότσος, μου έπιασαν τον κώλο βλ. κώλος, μου κόβεται/μου πιάνεται η αναπνοή/η ανάσα βλ. αναπνοή, μπαίνω στο νόημα/πιάνω το νόημα/βάζω κάποιον στο νόημα βλ. νόημα, ο πνιγμένος απ' τα μαλλιά (του) πιάνεται βλ. πνίγω, παίρνω/πιάνω κάποιον μονότερμα βλ. μονότερμα, πιάνει πουλιά στον αέρα βλ. αέρας, πιάνει τα άπιαστα βλ. άπιαστος, πιάνει τόπο βλ. τόπος, πιάνει χώρο βλ. χώρος, πιάνει/πιάνουμε λιμάνι/στεριά βλ. λιμάνι, πιάνεται/πιάστηκε η ψυχή μου βλ. ψυχή, πιάνομαι μαλλί με μαλλί βλ. μαλλί, πιάνουν τα χέρια/πιάνει το χέρι μου βλ. χέρι, πιάνω (κάποιον) στον ύπνο βλ. ύπνος, πιάνω γραμμή βλ. γραμμή, πιάνω δουλειά βλ. δουλειά, πιάνω κάποιον κορόιδο βλ. κορόιδο, πιάνω παιδί βλ. παιδί, πιάνω την καλή βλ. καλή, πιάνω τον Μάη βλ. Μάης, πιάνω τον Πάπα απ' τ' αρχίδια/από τα γένια βλ. αρχίδι, πιάνω τον ταύρο από τα κέρατα βλ. ταύρος, πιάνω φίλο/φίλους βλ. φίλος, πιάνω/ανοίγω κουβέντα με/σε κάποιον βλ. κουβέντα, πιάνω/βάζω στο στόμα μου κάποιον/κάτι βλ. στόμα, πιάνω/κρατώ τη μύτη μου βλ. μύτη, πιάνω/παίρνω φωτιά βλ. φωτιά, πιάνω/τσακώνω κάποιον στα πράσα βλ. πράσο, πιάσε κόκκινο βλ. κόκκινος, πιάστηκε (σαν τον ποντικό)/έπεσε στη φάκα βλ. φάκα, πιάστηκε στ' αγκίστρι/αγκίστρια βλ. αγκίστρι, πόσα απίδια πιάνει/χωράει/βάζει/βάνει/έχει ο σάκος βλ. απίδι, σφίγγουν/πλακώνουν/πιάνουν οι ζέστες/τα κρύα βλ. ζέστη, τα πιάσαμε/τα βρήκαμε τα λεφτά μας βλ. λεφτά, τι ψάρια θα πιάσουμε βλ. ψάρι, τον έπιασε ο ήλιος βλ. ήλιος, τον παίρνει/πιάνει (ο) πόνος για κάτι/κάποιον βλ. πόνος ● βλ. πιασμένος [< μεσν. πιάνω]
40310πιασάρικος, η, ο πια-σά-ρι-κος επίθ. (προφ.): που έχει αποτέλεσμα, επιτυχία, απήχηση· που είναι ελκυστικός: ~ος: τίτλος. ~η: ατάκα/είδηση/μελωδία. ~ο: ρεφρέν/σύνθημα. ~α: τραγούδια (πβ. σουξεδιάρικος). Συγκρότημα με έξυπνο και ~ο όνομα. Ιδέα που ακούγεται ~η. Πβ. τραβηχτικός. Βλ. -άρικος.
40311πιάσιμοπιά-σι-μο ουσ. (ουδ.) {πιασίμ-ατος | -ατα} (προφ.) 1. κράτημα: γερό/σφιχτό ~. ~ του κουταλιού/του μολυβιού/της ρακέτας. ~ με γάντια/λαβίδα. Πέταγμα και ~ της μπάλας (πβ. μπλοκάρισμα).|| ~ από τη μέση/το χέρι/τους ώμους.|| (ΛΑΟΓΡ.) Το ~ του Μάη (την Πρωτομαγιά)/του Σταυρού (τα Θεοφάνεια).|| Απορρυπαντικό που χαρίζει στα υφάσματα απαλό/βελούδινο ~ (= άγγιγμα, αφή). 2. στερέωση, στήριξη: ~ (= δέσιμο) των μαλλιών (με κοκαλάκι)/των σελίδων με συνδετήρα.|| ~ από τη χειρολαβή. 3. σύλληψη, παγίδευση, αιχμαλώτιση: ~ του δράστη. Πβ. μπαγλάρωμα.|| ~ ψαριών στα δίχτυα. 4. αγκύλωση, δυσκαμψία: ~ των νεύρων/της πλάτης. Έχω ένα ~ στον αυχένα. Βλ. κράμπα, μούδιασμα, μυαλγία. 5. μάγκωμα: ~ του δάχτυλου/του πουκάμισου στην πόρτα.πιασίματα (τα) 1. καμπύλες: γυναίκα με ~ (= παχουλή, τροφαντή). 2. λαβές: (στην αναρρίχηση:) ~ στους βράχους.|| (στην πάλη:) ~ και κεφαλοκλειδώματα. ● Υποκ.: πιασιματάκι (το): Έχω ένα ~ στη μέση.|| Τα έχει τα ~ια (= παχάκια) της. [< μεσν. πιάσιμον]
40312πιασμένος, η, ο πια-σμέ-νος επίθ. 1. που έχει πιαστεί: Χορεύουν ~ες χέρι-χέρι. 2. που έχει πάθει αγκύλωση ή δυσκαμψία: Ξύπνησα ~. 3. κατειλημμένος: Δεν υπήρχε θέση να καθίσω, ήταν όλες ~ες. Πβ. αγκαζαρισμένος. 4. που έχει ερωτική σχέση: Η κοπέλα είναι ~η. Πβ. δεσμευμένος. ● βλ. πιάνω
40313πιαστός, ή, ό πια-στός επίθ.: κυρ. στα ● Ουσ.: πιαστό (το): (στο βόλεϊ) παράβαση αθλητή κατά την οποία η μπάλα δεν αναπηδά αμέσως, αλλά παραμένει για κάποιο διάστημα στα χέρια του: Ο διαιτητής έδωσε/σφύριξε ~. ● ΦΡ.: κάνω κάποιον πιαστό (σπάν.-λαϊκό): τον συλλαμβάνω επ' αυτοφώρω, τον κάνω τσακωτό. ΣΥΝ. πιάνω/τσακώνω κάποιον στα πράσα
40314πιάστραπιά-στρα ουσ. (θηλ.) 1. οτιδήποτε χρησιμοποιείται, για να πιάνεται ή να συγκρατείται κάτι: ντοσιέ με ~. 2. κομμάτι από χοντρό ύφασμα, για να πιάνει κάποιος θερμά σκεύη, χωρίς να καίγεται: ~ κουζίνας. Βλ. γάντι. 3. γυναικείο αξεσουάρ για το πιάσιμο των μαλλιών. Βλ. κλάμερ, κοκαλάκι.
40315πιαστράκιπια-στρά-κι ουσ. (ουδ.) 1. κάθε μικρό αντικείμενο που χρησιμοποιείται για να πιάνεται ή να συγκρατείται κάτι: ~ ασφαλείας. 2. τσιμπιδάκι ή φουρκέτα για τα μαλλιά.
40316πιατάκιπια-τά-κι ουσ. (ουδ.): μικρό πιάτο: ~ του γλυκού/καφέ/τσαγιού. ~ της γάτας/του σκύλου. ~ της γλάστρας. ● βλ. πιάτο
40317πιατέλαπια-τέ-λα ουσ. (θηλ.): μεγάλο πιάτο για το σερβίρισμα φαγητού: βαθιά/διακοσμητική/μεταλλική/οβάλ/ρηχή ~. ~ τυριών (πβ. πλατό). ~ με φρούτα. [< ιταλ. piattella]
40318πιατέλοπια-τέ-λο ουσ. (ουδ.) 1. ΜΗΧΑΝΟΛ. {συνήθ. στον πλήθ.} εξάρτημα ανάρτησης αυτοκινήτου: ~ του αμορτισέρ. 2. (παλαιότ.) πιατάκι. [< ιταλ. piattello]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.