| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 40330 | πίδακας | πί-δα-κας ουσ. (αρσ.) {πιδάκων} 1. φυσική ή τεχνητή πηγή από όπου εκτινάσσεται νερό με δύναμη. Βλ. θερμο~, σιντριβάνι. 2. (γενικότ.) στήλη που σχηματίζεται όταν κάτι, συνήθ. ρευστό, εκτοξεύεται με δύναμη: ~ αίματος/ατμού/φωτός.|| (ΑΣΤΡΟΝ.) Κοσμικοί ~ες. ~ες σωματιδίων. [< αρχ. ἡ πῖδαξ ‘πηγή’] | |
| 40331 | πιεζοηλεκτρικός | , ή, ό πι-ε-ζο-η-λε-κτρι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που σχετίζεται με τον πιεζοηλεκτρισμό: ~ή: ανάφλεξη/σειρήνα. ~ό: φαινόμενο (= πιεζοηλεκτρισμός). [< αγγλ. piezoelectric, γαλλ. piézoélectrique] | |
| 40332 | πιεζοηλεκτρισμός | πι-ε-ζο-η-λε-κτρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΥΣ. φαινόμενο παραγωγής ηλεκτρικού πεδίου στην επιφάνεια ορισμένων κρυστάλλων, όταν αυτοί υφίστανται μηχανική πίεση. Βλ. -ισμός. [< αγγλ. piezoelectricity, γαλλ. piézoélectricité] | |
| 40333 | πιεζομετρία | πι-ε-ζο-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. μέτρηση της πίεσης ή της συμπιεστότητας στερεών και υγρών υλικών: ~ του υδροφορέα. Βλ. -μετρία. | |
| 40334 | πιεζομετρικός | , ή, ό πι-ε-ζο-με-τρι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που σχετίζεται με την πιεζομετρία: ~ός: σωλήνας. ~ή: στάθµη. [< αγγλ. piezometric, 1923] | |
| 40335 | πιεζόμετρο | πι-ε-ζό-με-τρο ουσ. (ουδ.) ΦΥΣ. 1. όργανο για τη μέτρηση της συμπιεστότητας υγρών ή αερίων. 2. όργανο για τον προσδιορισμό της πιεζομετρικής ή υδροστατικής στάθμης. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. piézomètre, αγγλ. piezometer] | |
| 40336 | πιεζοστάτης | πι-ε-ζο-στά-της ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που διατηρεί σταθερή την πίεση υγρού ή αερίου που βρίσκεται μέσα σε δεξαμενή, σωλήνα: ~ αέρα/νερού. Βλ. -στάτης. ΣΥΝ. πρεσοστάτης | |
| 40337 | πιέζω | πι-έ-ζω ρ. (μτβ.) {πίε-σα, πιέ-στηκα, -σμένος, πιέζ-οντας} 1. ασκώ δύναμη σε κάτι: ~ το κουμπί/τη σκανδάλη (= πατώ). Πίεσε τα κομμάτια, μέχρι να κολλήσουν! Για να ακούσετε το μήνυμα, πιέστε (ενν. το πλήκτρο) 1. Ο μοχλός ~εται προς τα κάτω. Πβ. ζουλώ, συμ~.|| Η ζώνη με ~ει (= σφίγγει). 2. (μτφ.) ασκώ ψυχολογική πίεση: Τον ~σαν (= εξανάγκασαν) για παραίτηση/να παραιτηθεί. Μη με ~εις να κάνω κάτι που δεν θέλω. ~εται (= ζορίζεται, στριμώχνεται) στη δουλειά της. Είμαι ~σμένος οικονομικά/ψυχολογικά. ΣΥΝ. πρεσάρω. Βλ. κατα~.|| Δεν ωφελεί να ~εις τα πράγματα. Ένα βάρος μού ~ει (= βαραίνει, πλακώνει) την καρδιά. Ο χρόνος ~ει ασφυκτικά (= στενεύει, δεν έχουμε πολλά χρονικά περιθώρια). [< 1: αρχ. πιέζω] | |
| 40338 | πιένες | πιέ-νες ουσ. (θηλ.) (οι): κυρ. στη ● ΦΡ.: γνωρίζει (μεγάλες) πιένες: (κυρ. για καλλιτεχνικές εκδηλώσεις ή αθλητικούς αγώνες) έχει μεγάλη προσέλευση κόσμου και κατ' επέκτ. επιτυχία: Το γήπεδο αναμένεται να γνωρίσει ~ ~ στο ματς της Κυριακής. [< ιταλ. piena] | |
| 40339 | πιερίδα | πι-ε-ρί-δα ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. είδος πεταλούδας (επιστ. ονομασ. Pieris brassicae) με σκούρο σώμα και λευκά ή κίτρινα φτερά με γκριζωπές κηλίδες, η κάμπια της οποίας τρώει τα φύλλα των λαχανικών, προκαλώντας καταστροφές στις καλλιέργειες. [< γαλλ. piéride, αγγλ. pieris < αρχ. Πιερίδες (Μοῦσαι)] | |
| 40340 | πιερότος | πι-ε-ρό-τος ουσ. (αρσ.): ΘΕΑΤΡ. χαρακτήρας της ιταλικής κομέντια ντελ άρτε και της γαλλικής παντομίμας, που φορούσε λευκά φαρδιά ρούχα, κωνικό καπέλο και είχε λευκό πουδραρισμένο πρόσωπο· συνεκδ. η αντίστοιχη αποκριάτικη αμφίεση. Βλ. αρλεκίνος. [< γαλλ. Pierrot] | |
| 40341 | πίεση | πί-ε-ση ουσ. (θηλ.) 1. άσκηση δύναμης πάνω σε κάτι: δυνατή/ελαφρά ~. ~ του διακόπτη (= πάτημα). Με την ~ των δαχτύλων. Πβ. ζούληγμα.|| (ΙΑΤΡ.) Ανακούφιση της ~ης στα νεύρα. 2. ΦΥΣ. (σύμβ. P) το πηλίκο της δύναµης που ασκείται κάθετα και οµοιόµορφα σε µια επιφάνεια, διά του εµβαδού της επιφάνειας αυτής: (αερο/υδρο)δυναμική/στατική ~. Μονάδες (βλ. ατμόσφαιρα, μπαρ, πασκάλ, τορ)/όργανα (βλ. βαρό-, μανό-μετρο) μέτρησης της ~ης.|| Απόλυτη/πραγματική/σχετική ~. Αρνητική/θετική ~. Ελάχιστη/κανονική/μέγιστη/μειωμένη/ολική ~. Ηχητική ~ (= ένταση· σε ντεσιμπέλ). ~ του αέρα/δικτύου/των ελαστικών. ~ λειτουργίας. Δοχείο ~ης. Το νερό ερχόταν με (μεγάλη) ~. Βλ. (απο)συμ~, υπερ~, υπο~. 3. (μτφ.) ενέργειες που στοχεύουν στον επηρεασμό ή εξαναγκασμό κάποιου να κάνει κάτι, προκαλώντας του άγχος και στρες· δυσχερής και αδιέξοδη κατάσταση που δημιουργεί σε κάποιον αντίστοιχα συναισθήματα: συνεχής/συστηματική ~ της κοινής γνώμης. Η καθημερινή ~ της δουλειάς. Μείωση των τιμών υπό την ~ της κρίσης. Ασφυκτικές/εξωτερικές/κοινωνικές/οικονομικές/πληθωριστικές/πολιτικές πιέσεις. Πιέσεις από τον κοινωνικό περίγυρο. Αισθάνομαι (ψυχολογική) ~ (= πρεσάρισμα). Ασκώ/δημιουργώ ~ σε κάποιον. Είμαι υπό ~ (= υφίσταμαι πιέσεις). Αυξάνονται/εντείνονται/κλιμακώνονται οι διεθνείς/διπλωματικές πιέσεις προς την κυβέρνηση. Δέχεται πιέσεις (από το περιβάλλον του) για παραίτηση/να παραιτηθεί. Αντιδρώ/ενδίδω/υποκύπτω στις πιέσεις. Υποχώρησε έπειτα από ισχυρές πιέσεις. Έμεινε ανυποχώρητος παρά τις πιέσεις. Βλ. κατα~. 4. ΙΑΤΡ. η δύναμη που ασκεί το αίμα στα τοιχώματα των αιμοφόρων αγγείων: αρτηριακή/φλεβική ~. Υψηλή (= υπέρταση)/χαμηλή (= υπόταση) ~. Μου ανέβηκε/έπεσε η ~. Μετρώ/παίρνω την ~ (με το πιεσόμετρο).|| (ειδικότ. για υπέρταση:) Χάπια για την ~.|| ~ σφυγμού (: διαφορά μεταξύ συστολικής και διαστολικής ~ης). ● ΣΥΜΠΛ.: ατμοσφαιρική πίεση: ΦΥΣ. η οποία ασκείται από την ατμόσφαιρα στην επιφάνεια της Γης. ΣΥΝ. βαρομετρική πίεση [< γαλλ. pression atmosphérique] , ονομαστική πίεση (σύμβ. PN): ΦΥΣ. η ανώτατη επιτρεπόμενη πίεση στην οποία μπορεί να υποβληθεί με ασφάλεια ένας αγωγός (σωλήνας)., βαρομετρική πίεση βλ. βαρομετρικός, διαστολική πίεση βλ. διαστολικός, ενδοφθάλμια πίεση βλ. ενδοφθάλμιος, μανομετρική πίεση βλ. μανομετρικός, μοχλός πίεσης βλ. μοχλός, οσμωτική πίεση βλ. οσμωτικός, σημείο πίεσης βλ. σημείο, συστολική πίεση βλ. συστολικός ● ΦΡ.: μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι/η πίεση βλ. ανεβαίνω, πίεση χρόνου βλ. χρόνος [< 1: αρχ. πίεσις ‘συμπίεση’, γαλλ. pression, αγγλ. pressure] | |
| 40342 | πιεσοθεραπεία | πι-ε-σο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): σιάτσου. Βλ. -θεραπεία. [< αγγλ. acupressure, 1972 < acu(puncture) + pressure] | |
| 40343 | πιεσόμετρο | πι-ε-σό-με-τρο ουσ. (ουδ.) 1. ΙΑΤΡ. όργανο μέτρησης της αρτηριακής πίεσης: αναλογικό/αυτόματο/ηλεκτρονικό/υδραργυρικό/ψηφιακό ~. ~ βραχίονα/καρπού/μπράτσου. 2. ΤΕΧΝΟΛ. όργανο μέτρησης της πίεσης ρευστών και αερίων: ~ λαδιού (αυτοκινήτου). Βλ. -μετρο. ΣΥΝ. μανόμετρο | |
| 40344 | πιεστήρας | πι-ε-στή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή ή μηχάνημα με το οποίο ασκείται πίεση σε κάτι: ~ καφέ/τροφών. Βλ. -τήρας. [< μτγν. πιεστήρ] | |
| 40345 | πιεστήριο | πι-ε-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα συμπίεσης ή/και σύνθλιψης (συνήθ. καρπών για εξαγωγή του χυμού τους): ~ λαδιού (= ελαιο~)/σταφυλιών (: για παρασκευή κρασιού). Μηχανικά/υδραυλικά ~α ή (παλαιότ.) ~α με κοχλία.|| ~ για άχυρα/χορτονομές. Βλ. -τήριο. ΣΥΝ. πρέσα 2. ΤΥΠΟΓΡ. τυπογραφικό μηχάνημα για εκτύπωση εντύπων: επίπεδο/κυλινδρικό ~. Λιθογραφικό/ψηφιακό ~. ~ εφημερίδων και περιοδικών. Πβ. όφσετ, ταχυ~. Βλ. εκτυπωτής. ● ΦΡ.: επί του πιεστηρίου (λόγ.): στη φάση της εκτύπωσης· (κυρ. κατ' επέκτ.) της τελευταίας στιγμής: Το τεύχος βρίσκεται ~ ~.|| Ειδήσεις ~ ~ (: ενώ είχε κλείσει η ύλη). [< μτγν. πιεστήριον] | |
| 40346 | πιεστής | πι-ε-στής ουσ. (αρσ.): χειριστής τυπογραφικού πιεστηρίου. [< γαλλ. pressier] | |
| 40347 | πιεστικός | , ή, ό πι-ε-στι-κός επίθ. 1. φορτικός, καταπιεστικός: ~ές: απαιτήσεις/ερωτήσεις. 2. που είναι επείγων, απαιτεί άμεση αντιμετώπιση: ~ή: ανάγκη/επιθυμία. ~ό: πρόβλημα. ~ές: ανησυχίες. 3. που ασκεί πίεση: ~ός: διακόπτης/καυστήρας. ~ό: δοχείο. Βλ. συμ~.|| (ΙΑΤΡ.) ~ή: επίδεση.|| (ΑΘΛ.) ~ή: άμυνα. ● Ουσ.: πιεστικό (το): ΤΕΧΝΟΛ. αντλία που αυξάνει την πίεση του νερού σε υδρευτικό δίκτυο· ειδικότ. μηχάνημα για πλύση. ● επίρρ.: πιεστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< 1: μεσν. πιεστικός 2: γαλλ. pressant 3: γαλλ. presseur] | |
| 40348 | πιεστικότητα | πι-ε-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του πιεστικού. Βλ. -ότητα. | |
| 40349 | πιεστός | , ή, ό πι-ε-στός επίθ.: που μπορεί να πιεστεί: ~ή: ζύμη/μαγιά. ~ό: πώμα. Βλ. συμ~. [< αρχ. πιεστός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ