Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [40920-40940]

IDΛήμμαΕρμηνεία
40319πιατικάπια-τι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν.}: το σύνολο όλων των ειδών πιάτων και σκευών για το σερβίρισμα φαγητού. Πβ. σερβίτσιο. Βλ. κουζινικά.
40320πιατίνιπια-τί-νι ουσ. (ουδ.) {πιατιν-ιού | -ιών, συνήθ. στον πληθ.}: ΜΟΥΣ. (συνήθ. για ντραμς) κύμβαλο: βάση ~ιού. Σετ ~ιών. [< ιταλ. piattini]
40321πιάτοπιά-το ουσ. (ουδ.) 1. επιτραπέζιο σκεύος, συνήθ. στρογγυλό, για την τοποθέτηση ή/και το σερβίρισμα τροφής: βαθιά (~α της σούπας)/ρηχά ~α. Γυάλινα/γύψινα (: για σπάσιμο σε κέντρα διασκέδασης)/πήλινα/πλαστικά/πορσελάνινα/πυρίμαχα/χάρτινα (: ~α μιας χρήσης) ~α. Διακοσμητικά ~α (: ~α τοίχου). ~α, ποτήρια και μαχαιροπίρουνα (πβ. πιατικά). Πλυντήριο/σετ ~ων. Απορρυπαντικό/υγρό για τα ~α. Στοίβα από ~α. Στέγνωμα (των) ~ων. Πλένω/σκουπίζω τα ~α. Βλ. πιατέλα.|| Ακατάλληλα τρόφιμα φτάνουν στο ~ μας (= τα τρώμε). 2. (συνεκδ.) ποσότητα τροφής που χωρά στο συγκεκριμένο σκεύος· γενικότ. συνταγή, φαγητό: Έφαγε δυο ~α (= μερίδες) κρέας με πατάτες. Άδειασε το ~ του (: έφαγε όλο του το φαγητό).|| Γευστικό/ελαφρύ/νόστιμο/πικάντικο/συνοδευτικό ~. Το εθνικό ~ μιας χώρας. Αλμυρά/παραδοσιακά/σπιτικά/χορτοφαγικά ~α. Ελληνικά/μεσογειακά ~α. ~α με ζυμαρικά/κρέας/λαχανικά. ~α θαλασσινών.|| Ζεστά/κρύα ~α (: που σερβίρονται ζεστά/κρύα). 3. (συνεκδ.) καθένα από τα φαγητά που σερβίρονται κατά τη διάρκεια ενός γεύματος: Πρόσφεραν σούπα ως πρώτο (πβ. ορεκτικό)/κρέας ως δεύτερο ~. Το κυρίως ~ περιλάμβανε ψάρι ψητό. 4. (μτφ.) πανοραμική θέα: Έχουν τη θάλασσα ~. Όλη η πόλη στο ~ (σας)!πιάτα (τα): ΜΟΥΣ. κύμβαλα. [< ιταλ. piatti] ● ΣΥΜΠΛ.: δορυφορικό πιάτο & δορυφορική κεραία & δορυφορικό κάτοπτρο & (προφ.) πιάτο: ΤΗΛΕΠ. κεραία σε σχήμα κατόπτρου για τη λήψη ραδιοτηλεοπτικών σημάτων που εκπέμπονται από συγκεκριμένους δορυφόρους: παραβολικό ~ ~. Τηλεόραση με ~ ~. ~ ~ στο μπαλκόνι/στην ταράτσα. [< αγγλ. satellite dish, 1962] , πιάτα της ώρας (στο μενού εστιατορίων): φαγητά που ετοιμάζονται μετά την παραγγελία, δηλ. δεν έχουν μαγειρευτεί από πριν., το πιάτο της ημέρας: το φαγητό που προτείνει ένα εστιατόριο για τη συγκεκριμένη μέρα. [< γαλλ. plat du jour] ● ΦΡ.: για ένα πιάτο φαΐ/φαγητό (μτφ.): για ελάχιστα χρήματα: Δουλεύει ~ ~ (= για το τίποτα)., καθάρισε το πιάτο του (μτφ.-προφ.): έφαγε όλο του το φαγητό., η εκδίκηση είναι ένα πιάτο/φαγητό που τρώγεται κρύο βλ. εκδίκηση, όλα έτοιμα (στο πιάτο) βλ. έτοιμος ● βλ. πιατάκι [< μεσν. πιάτο < ιταλ. piatto]
40322πιατοθήκηπια-το-θή-κη ουσ. (θηλ.) 1. σκεύος της κουζίνας όπου τοποθετούνται τα πιατικά μετά το πλύσιμο, για να στεγνώσουν. 2. ειδική κατασκευή μέσα σε ντουλάπι όπου τοποθετούνται όρθια τα πιάτα για τη φύλαξή τους. 3. (παλαιότ.) κατασκευή (συνήθ. τοίχου) ή έπιπλο κουζίνας για την τοποθέτηση και φύλαξη των πιατικών. Βλ. -θήκη.
40323πιατόπανοπια-τό-πα-νο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): πανί για το σκούπισμα των πιάτων: ~α καθαρισμού. Βλ. ξεσκονό-, σφουγγαρό-πανο. [< αγγλ. dishcloth]
40324πιάτσαπιά-τσα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): χώρος συναλλαγών, άσκησης επαγγελματικών ή άλλων δραστηριοτήτων: Η εταιρεία έχει καλό όνομα στην ~. (για προϊόν) Είναι ό,τι καλύτερο κυκλοφορεί στην ~. ΣΥΝ. αγορά.|| Η δημοσιογραφική/ποδοσφαιρική/πολιτική ~. Βοά/έχει βουίξει η ~ ότι ...|| Η γλώσσα της ~ας (= μάγκικη). Ακούγεται στην ~ ότι ... Είναι γνωστός στην/τον χάσαμε από την ~ (πβ. κουρμπέτι). Περιοχή που έγινε ~ (= στέκι) ναρκωτικών. ● ΣΥΜΠΛ.: άνθρωπος/παιδί της πιάτσας: που ξέρει καλά την αγορά και τους κανόνες της· κατ' επέκτ. έξυπνος, έμπειρος, επιτήδειος., πιάτσα ταξί & πιάτσα: σταθμός ταξί, ο χώρος στάθμευσής τους: ~ ~ στην πλατεία. ● ΦΡ.: βγάζω (κάποιον/κάτι) στην πιάτσα 1. εκπορνεύω. 2. διαθέτω στην αγορά. 3. αποκαλύπτω μυστικό., βγήκε/έχει βγει στην πιάτσα 1. (για προϊόν) κυκλοφορεί στην αγορά: Είναι ό,τι καλύτερο έχει βγει στην ~. 2. εκπορνεύεται. ΣΥΝ. βγήκε στο κλαρί (1), βγήκε στο κουρμπέτι (1), κατέληξε στο/βγήκε στο/κάνει πεζοδρόμιο 3. έχει αρχίσει να κινείται, να δραστηριοποιείται σε κάποιον χώρο: ~ ~ (= ψάχνει) για δουλειά., κάνει πιάτσα: (για ιερόδουλη) εκδίδεται., χαλάει την πιάτσα: ενεργεί σε βάρος του συνόλου στο οποίο ανήκει, κάνει ζημιά: Πουλάνε φθηνά και ~άνε ~. [< ιταλ. piazza]
40325πίβοτπί-βοτ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.} ΑΘΛ. 1. (στο μπάσκετ) σέντερ. 2. (στο χάντμπολ) επιθετικός παίκτης που παίρνει θέση στο κέντρο του ημικυκλίου και σουτάρει. ● ΣΥΜΠΛ.: κίνηση πίβοτ: περιστροφική κίνηση παίκτη με το ένα πόδι σταθερό, για να πετύχει καλάθι. [< αμερικ. pivot]
40326πιγκάλπι-γκάλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: θήκη με βούρτσα για τον καθαρισμό της λεκάνης της τουαλέτας: επιδαπέδιο/επιτοίχιο ~.
40327πιγκουίνοςπι-γκου-ί-νος ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. ψαροφάγο θαλάσσιο πτηνό (οικογ. Spheniscidae) με άσπρη κοιλιά, μαύρη ράχη και μαύρες φτερούγες, χοντρό μακρόστενο σώμα και μικρό κεφάλι· δεν πετάει αλλά περπατά όρθιο, κολυμπά γρήγορα και ζει στην Ανταρκτική. ● Υποκ.: πιγκουινάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: αυτοκρατορικός πιγκουίνος: ο μεγαλύτερος του είδους του (επιστ. ονομασ. Aptenodytes forsteri), χαρακτηριστικά του οποίου αποτελούν το κίτρινο χρώμα γύρω από τον λαιμό και το κεφάλι και η συνήθεια των αρσενικών να επωάζουν τα νεογνά τους. [< αγγλ. emperor penguin] [< ιταλ. pinguino]
40328πιγμέντοπιγ-μέ-ντο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. φυσική ή συνθετική δυσδιάλυτη χρωστική ουσία που έχει συνήθ. τη μορφή λεπτών σωματιδίων και χρησιμοποιείται για την επικάλυψη μιας επιφάνειας, χωρίς να διαπερνά το υλικό: ανόργανα/αντιδιαβρωτικά/αντισκωριακά/οργανικά ~α. [< αγγλ.-γαλλ. pigment]
40329πιγούνιπι-γού-νι ουσ. (ουδ.) {πιγουν-ιού}: το τμήμα του σαγονιού που εξέχει: θεληματικό/μυτερό ~. Πβ. πώγωνας. Βλ. -ούνι. ● Υποκ.: πιγουνάκι (το) [< μεσν. πιγούνι]
40330πίδακαςπί-δα-κας ουσ. (αρσ.) {πιδάκων} 1. φυσική ή τεχνητή πηγή από όπου εκτινάσσεται νερό με δύναμη. Βλ. θερμο~, σιντριβάνι. 2. (γενικότ.) στήλη που σχηματίζεται όταν κάτι, συνήθ. ρευστό, εκτοξεύεται με δύναμη: ~ αίματος/ατμού/φωτός.|| (ΑΣΤΡΟΝ.) Κοσμικοί ~ες. ~ες σωματιδίων. [< αρχ. ἡ πῖδαξ ‘πηγή’]
40331πιεζοηλεκτρικός, ή, ό πι-ε-ζο-η-λε-κτρι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που σχετίζεται με τον πιεζοηλεκτρισμό: ~ή: ανάφλεξη/σειρήνα. ~ό: φαινόμενο (= πιεζοηλεκτρισμός). [< αγγλ. piezoelectric, γαλλ. piézoélectrique]
40332πιεζοηλεκτρισμόςπι-ε-ζο-η-λε-κτρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΥΣ. φαινόμενο παραγωγής ηλεκτρικού πεδίου στην επιφάνεια ορισμένων κρυστάλλων, όταν αυτοί υφίστανται μηχανική πίεση. Βλ. -ισμός. [< αγγλ. piezoelectricity, γαλλ. piézoélectricité]
40333πιεζομετρίαπι-ε-ζο-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. μέτρηση της πίεσης ή της συμπιεστότητας στερεών και υγρών υλικών: ~ του υδροφορέα. Βλ. -μετρία.
40334πιεζομετρικός, ή, ό πι-ε-ζο-με-τρι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που σχετίζεται με την πιεζομετρία: ~ός: σωλήνας. ~ή: στάθµη. [< αγγλ. piezometric, 1923]
40335πιεζόμετροπι-ε-ζό-με-τρο ουσ. (ουδ.) ΦΥΣ. 1. όργανο για τη μέτρηση της συμπιεστότητας υγρών ή αερίων. 2. όργανο για τον προσδιορισμό της πιεζομετρικής ή υδροστατικής στάθμης. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. piézomètre, αγγλ. piezometer]
40336πιεζοστάτηςπι-ε-ζο-στά-της ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που διατηρεί σταθερή την πίεση υγρού ή αερίου που βρίσκεται μέσα σε δεξαμενή, σωλήνα: ~ αέρα/νερού. Βλ. -στάτης. ΣΥΝ. πρεσοστάτης
40337πιέζωπι-έ-ζω ρ. (μτβ.) {πίε-σα, πιέ-στηκα, -σμένος, πιέζ-οντας} 1. ασκώ δύναμη σε κάτι: ~ το κουμπί/τη σκανδάλη (= πατώ). Πίεσε τα κομμάτια, μέχρι να κολλήσουν! Για να ακούσετε το μήνυμα, πιέστε (ενν. το πλήκτρο) 1. Ο μοχλός ~εται προς τα κάτω. Πβ. ζουλώ, συμ~.|| Η ζώνη με ~ει (= σφίγγει). 2. (μτφ.) ασκώ ψυχολογική πίεση: Τον ~σαν (= εξανάγκασαν) για παραίτηση/να παραιτηθεί. Μη με ~εις να κάνω κάτι που δεν θέλω. ~εται (= ζορίζεται, στριμώχνεται) στη δουλειά της. Είμαι ~σμένος οικονομικά/ψυχολογικά. ΣΥΝ. πρεσάρω. Βλ. κατα~.|| Δεν ωφελεί να ~εις τα πράγματα. Ένα βάρος μού ~ει (= βαραίνει, πλακώνει) την καρδιά. Ο χρόνος ~ει ασφυκτικά (= στενεύει, δεν έχουμε πολλά χρονικά περιθώρια). [< 1: αρχ. πιέζω]
40338πιένεςπιέ-νες ουσ. (θηλ.) (οι): κυρ. στη ● ΦΡ.: γνωρίζει (μεγάλες) πιένες: (κυρ. για καλλιτεχνικές εκδηλώσεις ή αθλητικούς αγώνες) έχει μεγάλη προσέλευση κόσμου και κατ' επέκτ. επιτυχία: Το γήπεδο αναμένεται να γνωρίσει ~ ~ στο ματς της Κυριακής. [< ιταλ. piena]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.