Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [40940-40960]

IDΛήμμαΕρμηνεία
40350πίεστροπί-ε-στρο ουσ. (ουδ.) {πιέστρ-ου}: ΤΕΧΝΟΛ. κάθε όργανο, εργαλείο ή τμήμα μηχανήματος με το οποίο ασκείται πίεση σε κάτι: Ξύλινα ~α γλώσσας. Βλ. -τρο. [< αρχ. πίεστρον, γαλλ. abaisse-langue]
40351πιέταπιέ-τα ουσ. (θηλ.): πτυχή, συνήθ. σε ρούχο: φούστα με ~ες (βλ. πλισέ). Πβ. δίπλα. Βλ. -έτα, κουφόπιετα. ● Υποκ.: πιετούλα (η) [< βεν. pieta]
40352πιετάπι-ε-τά ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. απεικόνιση της Παναγίας να θρηνεί τον νεκρό Χριστό. Βλ. αποκαθήλωση. [< ιταλ. pietà]
40353πιετισμόςπι-ε-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. ευσεβισμός. Βλ. -ισμός.
40354πιζάμαβλ. πιτζάμα
40355πιθαμήβλ. σπιθαμή
40356πιθανοθεωρητικός, ή, ό πι-θα-νο-θε-ω-ρη-τι-κός επίθ.: ΣΤΑΤΙΣΤ. πιθανοτικός: ~ά: μοντέλα.
40357πιθανοκρατίαπι-θα-νο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.): ΦΙΛΟΣ. η θεωρία ότι η βεβαιότητα στη γνώση δεν είναι δυνατή και ότι οι πεποιθήσεις ή ενέργειες βασίζονται στην πιθανότητα. Βλ. -κρατία, σκεπτικισμός. [< γαλλ. probabilisme, αγγλ. probabilism]
40358πιθανοκρατικός, ή, ό πι-θα-νο-κρα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την πιθανοκρατία. [< γαλλ. probabiliste, αγγλ. probabilist]
40359πιθανολόγημαπι-θα-νο-λό-γη-μα ουσ. (ουδ.) (λόγ.): λόγος, άποψη που μπορεί να θεωρηθεί πιθανή. Πβ. εικασία, υπόθεση. [< μτγν. πιθανολόγημα]
40360πιθανολόγησηπι-θα-νο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.): (κυρ. σε νομικά κείμενα) η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του πιθανολογώ: ~ των ισχυρισμών/ποινικής ευθύνης/τέλεσης αξιόποινης πράξης.
40361πιθανολογίαπι-θα-νο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): διατύπωση απόψεων που στηρίζονται σε εικασίες, πιθανότητες· συνεκδ. υπόθεση. Πβ. εικοτολογία. Βλ. -λογία. [< αρχ. πιθανολογία ‘πιεστική ή αληθοφανής επιχειρηματολογία’]
40362πιθανολογικός, ή, ό πι-θα-νο-λο-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με πιθανολογίες, εικασίες: ~ή: αιτιότητα/περιγραφή/προσέγγιση. Η πρόβλεψη έχει πάντα ~ό χαρακτήρα. [< μτγν. πιθανολογικός]
40363πιθανολογώ[πιθανολογῶ] πι-θα-νο-λο-γώ ρ. (μτβ.) {πιθανολογ-είς ... | πιθανολόγ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ώντας} (λόγ.): κάνω εικασίες, υποθέτω: ~ ότι έχει ήδη φτάσει. ~ούμε την αίσια έκβαση της δίκης. Βλ. -λογώ. ΣΥΝ. εικάζω, εικοτολογώ ● Παθ.: πιθανολογείται: θεωρείται πιθανό: ~ ότι θα ασκηθεί έφεση. ~ούνται δραματικές εξελίξεις/σημαντικές ανακατατάξεις. ΣΥΝ. εικάζεται [< αρχ. πιθανολογῶ ‘μιλώ με πειστικό τρόπο’]
40364πιθανόνπι-θα-νόν επίρρ.: ίσως, μπορεί: ~ να το ξέχασε. Η ασθένεια ~ οφείλεται σε κάποιον ιό. ΣΥΝ. ενδεχομένως, πιθανώς [< αρχ. πιθανόν]
40365πιθανός, ή, ό πι-θα-νός επίθ.: που είναι δυνατό να συμβεί, να πραγματοποιηθεί: ~ός: κίνδυνος/στόχος (επίθεσης). ~ή: αύξηση της τιμής (του πετρελαίου)/εξέλιξη/ερμηνεία. ~ό: κρούσμα/πρόβλημα. Διερευνά όλες τις ~ές εκδοχές/λύσεις/περιπτώσεις/συνέπειες.|| Αυτά που εξιστόρησε φαίνονται ~ά (= αληθοφανή). ΣΥΝ. ενδεχόμενος ΑΝΤ. απίθανος (1) ● ΦΡ.: είναι πιθανό: για κάτι που μπορεί να γίνει: ~ ~ (= ενδέχεται) να/ότι ... Το πιθανότερο είναι πως ... [< αρχ. πιθανός ‘πειστικός, ευλογοφανής’]
40366πιθανότηταπι-θα-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. η δυνατότητα να συμβεί κάτι: αυξημένη/μειωμένη/μηδενική/σοβαρή ~. ~ επιτυχίας/σφάλµατος (βλ. περιθώριο). Ανύπαρκτες/μηδαμινές ~ες. Αποκλείεται η ~ (= δεν υπάρχει περίπτωση) να ... Αναμένονται νεφώσεις, με μικρή ~ βροχής. Υπάρχουν ελάχιστες ~ες/δεν υπάρχει (καμία) ~ ίασης/να εγκριθεί το σχέδιο. Εξαντλούνται/εξετάζονται όλες οι ~ες. Έχει πολλές ~ες να κερδίσει.|| Διαγνωστική ~. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. ενδεχόμενο 2. ΣΤΑΤΙΣΤ. (σύμβ. P) συχνότητα εμφάνισης ενός τυχαίου γεγονότος προς το σύνολο όλων των δυνατών περιπτώσεων: δεσμευμένη (ή υπό συνθήκη)/ολική ~. Κατανομή/μέτρο/πυκνότητα/συνάρτηση ~ας. Βλ. τυχαιότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: Θεωρία (των) Πιθανοτήτων & (προφ.) Πιθανότητες: ΜΑΘ. που έχει ως αντικείμενό της την κατασκευή μαθηματικών μοντέλων για την πρόβλεψη τυχαίων φαινομένων· κατ΄επέκτ. ο αντίστοιχος κλάδος. Βλ. πείραμα τύχης, συνάρτηση κατανομής, τυχαία μεταβλητή. [< γαλλ. Théorie des Probabilités ] , νόμος των πιθανοτήτων: ΜΑΘ. ο στατιστικός υπολογισμός των προϋποθέσεων να εκδηλωθεί ένα φαινόμενο, με βάση τον οποίο κάτι θεωρείται πιθανό ή απίθανο: σύμφωνα με τον ~ο ~ ... ● ΦΡ.: κατά πάσα πιθανότητα & (λόγ.) κατά πάσαν πιθανότητα: για κάτι που είναι σχεδόν βέβαιο· πιθανότατα: Το ατύχημα οφείλεται, ~ ~ στις κακές καιρικές συνθήκες. ~ ~, θα έρθει. [< αρχ. πιθανότης ‘πειστικότητα, αξιοπιστία’, γαλλ. probabilité]
40367πιθανοτικός, ή, ό πι-θα-νο-τι-κός επίθ.: ΣΤΑΤΙΣΤ. που σχετίζεται με πιθανότητες: ~ός: αλγόριθμος. ~ή: μέθοδος/προσέγγιση. ~ό: μοντέλο. ΣΥΝ. πιθανοθεωρητικός [< αγγλ. probabilistic]
40368πιθανοφάνειαπι-θα-νο-φά-νει-α ουσ. (θηλ.): ΣΤΑΤΙΣΤ. συνάρτηση που καθορίζει άγνωστες παραμέτρους βάσει γνωστών αποτελεσμάτων, δηλ. πόσο πιθανοί είναι οι συντελεστές που εκτιμώνται κατά την παρατήρηση των δεδομένων: μέθοδος μέγιστης ~ας. Λόγος ~ών. Πβ. δεσμευμένη πιθανότητα. [< αγγλ. likelihood, 1922]
40369πιθανώς[πιθανῶς] πι-θα-νώς επίρρ. (λόγ.): πιθανόν. [< αρχ. πιθανῶς]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.