Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [40960-40980]

IDΛήμμαΕρμηνεία
40370πιθάριπι-θά-ρι ουσ. (ουδ.) {πιθαριού}: μεγάλο κεραμικό αγγείο με φαρδύ στόμιο και συνήθ. μικρές λαβές, που χρησιμεύει για την αποθήκευση και διατήρηση υγρών ή ξηρών προϊόντων: μικρό ~ (= κιούπι). ~ με νερό. Πβ. κουρούπι. ΣΥΝ. πίθος ● Υποκ.: πιθαράκι (το) [< μεσν. πιθάρι(ον)]
40371πιθηκάνθρωποςπι-θη-κάν-θρω-πος ουσ. (αρσ.) 1. ΑΝΘΡΩΠ. ανθρωποειδές που ανήκει στο είδος του χόμο ερέκτους και θεωρείται ως ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στους ανθρώπους και τον πίθηκο. Βλ. προάνθρωπος. 2. (μτφ.-μειωτ.) πολύ άσχημος άνδρας. Βλ. -άνθρωπος. [< γερμ. Pithecanthropus, γαλλ. pithécanthrope]
40372πιθηκίζωπι-θη-κί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) (μειωτ.): μιμούμαι με αδέξιο και άκομψο τρόπο: ~ει καθετί ξενόφερτο. Παπαγαλίζουν και ~ουν. ΣΥΝ. μαϊμουδίζω [< αρχ. πιθηκίζω, γαλλ. singer]
40373πιθηκίσιος, ια, ιο πι-θη-κί-σιος επίθ.: που μοιάζει ή σχετίζεται με πίθηκο: ~ια: φάτσα. ~ιες: κραυγές. Βλ. -ίσιος.
40374πιθηκισμόςπι-θη-κι-σμός ουσ. (αρσ.) (μειωτ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του πιθηκίζω: ~ ξένων προτύπων (πβ. ξενομανία). Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. μαϊμούδισμα [< αρχ. πιθηκισμός, γαλλ. singerie]
40375πιθηκοειδής, ής, ές πι-θη-κο-ει-δής επίθ. (λόγ.): που έχει χαρακτηριστικά παρόμοια με αυτά του πιθήκου: ~ές: πλάσμα. Βλ. -ειδής. ΣΥΝ. πιθηκόμορφος ● Ουσ.: πιθηκοειδές (το): ΖΩΟΛ. έμβιο ον που ανήκει στην ίδια οικογένεια με τον πίθηκο ή του μοιάζει: μεγάλα ~ή. Απολιθώματα ~ών. [< γαλλ. simien] [< αρχ. πιθηκοειδής, γαλλ. pithécoïde, αγγλ. pithecoid]
40376πιθηκόμορφος, η, ο πι-θη-κό-μορ-φος επίθ.: που μοιάζει με πίθηκο ή έχει τα χαρακτηριστικά του. Βλ. -μορφος. ΣΥΝ. πιθηκοειδής [< μτγν. πιθηκόμορφος]
40377πιθηκομούρης, α, ικο πι-θη-κο-μού-ρης επίθ. (προφ.- μτφ.-μειωτ.): που το πρόσωπό του μοιάζει με πιθήκου, ασχημομούρης. Πβ. χιμπατζής.
40378πίθηκοςπί-θη-κος ουσ. (αρσ.) {πιθήκ-ου | -ων, -ους· (σπάν.-θηλ.) πιθηκίνα} 1. ΖΩΟΛ. πρωτεύον θηλαστικό της οικογένειας των ανθρωποειδών, με τρίχωμα παντού εκτός από το πρόσωπο, προτεταμένες γνάθους και χαρακτηριστική μακριά μυώδη ουρά, που το βοηθά να κρεμιέται από τα δέντρα: δενδρόβιος ~. (βλ. ουρακοτάγκος, ταμαρίνος). Αγέλη ~ων. Πβ. μαϊμού. Βλ. αυστραλο~, γίββωνας, γορίλας, λεμούριος, μπαμπουίνος, ρήσος, χιμπατζής.|| Με θράσος/ύφος χιλίων ~ων. 2. (μτφ.-μειωτ.) πολύ τριχωτός ή άσχημος άνδρας. ● Υποκ.: πιθηκάκι (το) [< αρχ. πίθηκος]
40379πίθοςπί-θος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): πιθάρι: αποθηκευτικός/ταφικός ~. Πβ. κιούπι, κουρούπι. ● ΦΡ.: πίθος των Δαναΐδων: ΜΥΘ. πιθάρι χωρίς πάτο, το οποίο οι Δαναΐδες ήταν καταδικασμένες να προσπαθούν μάταια να το γεμίσουν. Βλ. ο ιστός της Πηνελόπης. [< αρχ. πίθος]
40380πικουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): αποκορύφωμα, ζενίθ: Βρίσκεται στο ~ της καριέρας του. Η εκπομπή έφτασε στο ~ της (τηλεθέασης), όταν ... Πβ. απόγειο, μάξιμουμ. [< αγγλ. peak]
40381πικ νικουσ. (ουδ.) {άκλ.} & πικνίκ: γεύμα στην ύπαιθρο κατά τη διάρκεια εκδρομής, συνήθ. με φαγητά που έχουν ετοιμαστεί από το σπίτι: κυριακάτικο/μεσημεριανό ~. Τραπέζια/χώρος για ~. ~ στο γρασίδι/στο δάσος/στην εξοχή/στο πάρκο. Πάω για ~. [< γαλλ. pique-nique]
40382πίκαπί-κα ουσ. (θηλ.) 1. (προφ.) πείσμα, θυμός που νιώθει κάποιος λόγω προσβολής. Πβ. άχτι, γινάτι, τσαντίλα, φούρκα. 2. πείραγμα, πρόκληση οργής. Πβ. πικάρισμα. 3. το μπαστούνι στα τραπουλόχαρτα: ντάμα ~. 4. ΤΥΠΟΓΡ. τυπογραφικό στοιχείο δώδεκα στιγμών. [< ιταλ. picca]
40383πικάντικος, η, ο πι-κά-ντι-κος επίθ. 1. (για φαγητό) που έχει καυτερή γεύση λόγω των καρυκευμάτων που περιέχει: ~ος: μεζές. ~η: κουζίνα/μουστάρδα/συνταγή. ~ο: κοτόπουλο. ~α: πιάτα. 2. (μτφ.) τολμηρός, προκλητικός: ~η: είδηση/λεπτομέρεια. ~ο: σχόλιο. Πβ. πιπεράτος. [< ιταλ. piccante]
40384πικάππι-κάπ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (παλαιότ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή αναπαραγωγής ήχου, ο οποίος έχει εγγραφεί σε δίσκο βινυλίου: βελόνα/κεφαλή του ~. Βλ. γραμμόφωνο, σιντί, τζουκ μποξ. ΣΥΝ. ηλεκτρόφωνο [< αγγλ. pick-up, γαλλ. ~, 1928]
40385πικαρέσκοπι-κα-ρέ-σκο ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & πικαρέσκ: ΛΟΓΟΤ. είδος μυθιστορήματος το οποίο άνθισε στην Ευρώπη τον 17ο και 18ο αιώνα και περιγράφει περιπλανήσεις και περιπέτειες τυχοδιωκτών. [< γαλλ. picaresque, ισπ. picaresco]
40386πικάρισμαπι-κά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του πικάρω. Βλ. -ισμα.
40387πικάρωπι-κά-ρω ρ. (μτβ.) {πίκαρ-α κ. πικάρ-ισα, πικαρ-ίστηκε, -ισμένος, πικάρ-οντας} (προφ.): προκαλώ τον εκνευρισμό κάποιου με λόγια ή πράξεις: ~ει ο ένας τον άλλον. Πβ. ερεθίζω, πειράζω. [< ιταλ. piccare]
40388πικέπι-κέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & πικές (ο): είδος βαμβακερού υφάσματος με ανάγλυφα σχέδια: (κ. ως επίθ.) ~ κουβέρτα. [< γαλλ. piqué]
40389πικεδένιος, ια, ιο πι-κε-δέ-νιος επίθ.: που έχει φτιαχτεί από πικέ: ~ια: κουβέρτα. Βλ. -ένιος.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.