Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58830 εγγραφές  [4080-4100]

IDΛήμμαΕρμηνεία
3136αναλαμπή[ἀναλαμπή] α-να-λα-μπή ουσ. (θηλ.) ΣΥΝ. έκλαμψη 1. (μτφ.) αιφνίδια και σύντομης διάρκειας εκδήλωση πνευματικής διαύγειας ή σωματικής ευεξίας: Του ήρθε μια ~ (πβ. έμπνευση). Ο ασθενής έχει ~ές (: ανακτά τις αισθήσεις του) κατά διαστήματα. 2. ξαφνική λάμψη μικρής διάρκειας: πράσινη ~ (: κατά την ανατολή ή δύση του ήλιου). ~ ακτίνων Χ. Φωτεινές ~ές. Πβ. μαρμαρυγή, στίλβη. ΣΥΝ. λαμπύρισμα [< μεσν. αναλαμπή, γαλλ. éclair]
3137ανάλατος, η, ο [ἀνάλατος] α-νά-λα-τος επίθ. 1. (για φαγητό) που δεν έχει καθόλου ή έχει λίγο αλάτι· κατ' επέκτ. άνοστος, άγευστος: ~η: σούπα. ~οι: ξηροί καρποί (ΑΝΤ. αλατισμένοι). Πβ. άναλος. ΑΝΤ. αλμυρός (1) 2. (μτφ.) που δεν έχει ενδιαφέρον, πρωτοτυπία, γούστο, χάρη: ~η: ζωή. Πβ. ανιαρός, άχαρος, βαρετός, ξενέρωτος, σαχλός, χλιαρός. Βλ. γλυκ~. ΣΥΝ. νερόβραστος (2) [< μεσν. ανάλατος]
3138ανάλαφρος, η, ο [ἀνάλαφρος] α-νά-λα-φρος επίθ. 1. που είναι ή δίνει την εντύπωση ότι είναι πάρα πολύ ελαφρύς, σχεδόν αέρινος: ~ο: ντύσιμο/περπάτημα. ~ες: κινήσεις. ~α: ρούχα (ΑΝΤ. χοντρά)/υφάσματα (ΣΥΝ. λεπτά). ΑΝΤ. βαρύς (4) 2. που γίνεται αισθητός με δυσκολία λόγω της πολύ μικρής έντασής του· απαλός: ~ος: ήχος (ΑΝΤ. δυνατός). ~η: αίσθηση. ~ο: αεράκι. ~α: χρώματα (ΣΥΝ. παλ. ΑΝΤ. έντονα).|| ~ες: γεύσεις (βλ. δύσπεπτος). 3. (μτφ.) που ψυχαγωγεί, χωρίς να δημιουργεί σοβαρό προβληματισμό: ~η: ατμόσφαιρα/διάθεση/κωμωδία/μουσική. ~ο: περιεχόμενο/ύφος. Πβ. εύληπτος, ευχάριστος. ΣΥΝ. ελαφρύς (7) 4. (μτφ.) απαλλαγμένος από άγχος και έγνοιες· ήρεμος: Αισθάνομαι πιο ~η. ● επίρρ.: ανάλαφρα
3139αναλγησία[ἀναλγησία] α-ναλ-γη-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.-λόγ.) η συμπεριφορά του ανάλγητου· έλλειψη συμπόνιας, ανθρωπιάς: κοινωνική ~. ~ των υπευθύνων. Πβ. απανθρωπιά, απονιά, ασπλαχνία. Βλ. σκληρότητα. ΑΝΤ. ευσπλαχνία 2. ΙΑΤΡ. απουσία της αίσθησης του πόνου: επισκληρίδιος/μετεγχειρητική/τοπική ~. Καταστολή και ~. Πβ. αναισθησία. [< 1: αρχ. ἀναλγησία 2: γαλλ. analgésie , αγγλ. analgesia]
3140αναλγητικός, ή, ό [ἀναλγητικός] α-ναλ-γη-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. -ΦΑΡΜΑΚ. που εξαλείφει ή ελαττώνει τον πόνο: ~ή: αγωγή/αλοιφή/δράση/κρέμα. ~ό: σκεύασμα. ~ές: ουσίες (: ενδορφίνες, μορφίνη). Πβ. ανακουφιστ-, καταπραϋντ-ικός. ● Ουσ.: αναλγητικά (τα) {σπανιότ. στον εν.}: φάρμακα κατά του πόνου, που δεν προκαλούν απώλεια της συνείδησης: αντιπυρετικά/ισχυρά/οπιοειδή ~. Βλ. ναρκωτικό. ΣΥΝ. παυσίπονα [< αγγλ. analgesics, γαλλ. analgésiques] ● επίρρ.: αναλγητικά [< αγγλ. analgetic, γαλλ. analgésique]
3141ανάλγητος, η, ο [ἀνάλγητος] α-νάλ-γη-τος επίθ. (λόγ.-μτφ.): άπονος, άσπλαχνος, ασυγκίνητος: ~ μπροστά στη δυστυχία των άλλων.|| ~η: στάση/συμπεριφορά. ΣΥΝ. άκαρδος, αναίσθητος (2), ανοικτίρμων, σκληρός (2) ΑΝΤ. ευσπλαχνικός, πονόψυχος ● επίρρ.: ανάλγητα [< αρχ. ἀνάλγητος]
3142ανάλεκτα[ἀνάλεκτα] α-νά-λε-κτα ουσ. (ουδ.) (τα): (συνήθ. ως τίτλος) συλλογή ρήσεων ή εκλεκτών έργων, άρθρων, μελετών: ιστορικά/πολιτικά/φιλολογικά ~. Πβ. ανθολογία, σύμμικτα. [< αρχ. ἀνάλεκτος 'εκλεκτός', νεολατ. analecta, γαλλ. analecte, γερμ. Analekten, αγγλ. analects]
3143αναλήθεια[ἀναλήθεια] α-να-λή-θει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ψέμα: η ~ των ισχυρισμών.|| Γράφτηκαν πολλές ~ες για την υπόθεση. Πβ. μύθευμα, μύθος. Βλ. ανακρίβεια. ΑΝΤ. αλήθεια (1)
3144αναληθής, ής, ές [ἀναληθής] α-να-λη-θής επίθ. {αναληθ-ούς | -είς (ουδ. -ή)· αναληθέστ-ερος, -ατος} (λόγ.): ψευδής: ~ής: δήλωση. ~ές: γεγονός/δημοσίευμα. ~είς: κατηγορίες/πληροφορίες/φήμες. ~ή: στοιχεία. Είναι απολύτως/εντελώς/πέρα για πέρα ~ές ότι ... Ουδέν ~ερο. ΣΥΝ. ανακριβής, ανυπόστατος, ψεύτικος (1) ΑΝΤ. αληθής, αληθινός (1) ● επίρρ.: αναληθώς [-ῶς] [< μτγν. ἀναλήθης]
3145αναληθοφάνεια[ἀναληθοφάνεια] α-να-λη-θο-φά-νει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του αναληθοφανούς: η ~ των στοιχείων. Έργο γεμάτο ~ες και αφηγηματικά κενά.
3146αναληθοφανής, ής, ές [ἀναληθοφανής] α-να-λη-θο-φα-νής επίθ. (λόγ.): που μοιάζει ή φαίνεται αναληθής: ~ής: ιστορία/ταινία. Βλ. -φανής.
3147ανάλημμα[ἀνάλημμα] α-νά-λημ-μα ουσ. (ουδ.) 1. ΜΗΧΑΝ. ειδική κατασκευή, συνήθ. ψηλός και παχύς τοίχος, που εμποδίζει τις κατολισθήσεις χωμάτων, την κατάρρευση κτιρίων ή την ορμητική ροή του νερού: (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~ αρχαίου θεάτρου/ναού. Πβ. αντέρεισμα. 2. ΑΣΤΡΟΝ. διάγραμμα, καμπύλη σε σχήμα οκτώ που απεικονίζει τις διαδοχικές θέσεις του Ήλιου ή άλλου ουράνιου σώματος σε σχέση με τον μεσημβρινό κατά τη διάρκεια ενός έτους. [< μτγν. ἀνάλημμα, αγγλ. analemma, γαλλ. analemme]
3148αναλημματικός, ή, ό [ἀναλημματικός] α-να-λημ-μα-τι-κός επίθ.: ΜΗΧΑΝ. που λειτουργεί ως ανάλημμα: ~ός: τοίχος. Πβ. αντιπλημμυρ-, οχυρωματ-ικός.
3149αναληπτικός, ή, ό [ἀναληπτικός] α-να-λη-πτι-κός επίθ. 1. ΦΑΡΜΑΚ. διεγερτικός, δυναμωτικός, τονωτικός: ~ή: αγωγή. 2. (σπάν.) που είναι σχετικός με την ανάληψη χρημάτων: ~ή: κάρτα. ● Ουσ.: αναληπτικά (τα): ΦΑΡΜΑΚ. διεγερτικά του καρδιαγγειακού και του αναπνευστικού συστήματος (όπως αμφεταμίνη, καφεΐνη). [< μτγν. ἀναληπτικός, αγγλ. analeptic, γαλλ. analeptique]
3150ανάληψη[ἀνάληψη] α-νά-λη-ψη ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΝ. απόσυρση ποσού από (τραπεζικό) λογαριασμό: ~ χρημάτων. Έξοδα/όριο ~ης μετρητών. ~ήψεις με επιταγές. Αυτόματα μηχανήματα ~ήψεων (ΑΤΜ). Κάνω ~ (= σηκώνω λεφτά). Έγιναν/πραγματοποιήθηκαν ~ήψεις. Βλ. συναλλαγή.|| ~ κερδών από καζίνο (= εξαργύρωση). Βλ. υπερ~. ΑΝΤ. κατάθεση (1) 2. (επίσ.) αποδοχή της ευθύνης που ανατίθεται σε κάποιον: ~ αξιώματος/δαπανών/δεσμεύσεων/δικαστικής υπόθεσης (: από δικηγόρο)/δραστηριοτήτων/ελέγχου/εξόδων/εργασιών/πρωτοβουλιών/χορηγίας. (Επίσημη) ~ της εξουσίας/της ηγεσίας/της Προεδρίας από τον ... Τελετή παράδοσης-~ης Διοίκησης. Ειδοποίηση ~ης θέσεως. Αίτηση/διαδικασία/σύμβαση ~ης έργου. Ημερομηνία ~ης καθηκόντων (Δημάρχου).|| (ΟΙΚΟΝ.) ~/~ήψεις δανείων/πιστώσεων/υποχρεώσεων. 3. ΘΕΟΛ. (με κεφαλ. το αρχικό Α) η άνοδος του Κυρίου στους Ουρανούς σαράντα μέρες μετά την Ανάσταση και κατ' επέκτ. η κινητή εορτή, ο ιερός ναός ή το αντίστοιχο αγιογραφικό θέμα: Είναι της ~ήψεως. Ιερά Μονή ~ήψεως. Εικόνα της ~ήψεως του Χριστού.|| (σπανιότ.) Η ~ της Θεοτόκου (= μετάσταση). ● ΣΥΜΠΛ.: ανάληψη δράσης/δράσεων: κινητοποίηση, δραστηριοποίηση για την επίτευξη ενός σκοπού ή την εξάλειψη ενός φαινομένου: Απαιτείται άμεση/από κοινού/επείγουσα ~ ~ για την καταπολέμηση της ανεργίας/την προστασία του περιβάλλοντος.|| Έκκληση για ~ ~ κατά της εμπορίας ανθρώπων., ανάληψη κινδύνου/ρίσκου: ΟΙΚΟΝ. αποδοχή του κινδύνου αποτυχίας που συνοδεύει κάποια επένδυση ή στρατηγική απόφαση μιας επιχείρησης: ~ ~ για υψηλότερες αποδόσεις. Βλ. άνοιγμα. [< αγγλ. risk-taking, 1921] , ανάληψη υπηρεσίας: επίσημη αποδοχή οργανικής θέσης από δημόσιο υπάλληλο: Πρακτικό/πράξη ~ης ~. Παρουσίαση για ~ ~ (στην οικεία Διεύθυνση Εκπαίδευσης/στο σχολείο). Κάνω ~ ~. Καλούνται για ορκωμοσία και ~ ~ από ... έως ..., ανάληψη (της) ευθύνης/(των) ευθυνών βλ. ευθύνη, κάρτα αναλήψεων/μετρητών βλ. κάρτα [< 1: γαλλ. prélèvement 2: αρχ. ἀνάληψις 3: μτγν. ~]
3151αναλίσκωβλ. αναλώνω
3152αναλλοίωτος, η, ο [ἀναλλοίωτος] α-ναλ-λοί-ω-τος επίθ.: που δεν μπορεί να αλλοιωθεί: ~η: αλήθεια/αξία/μορφή (= άφθαρτη). ~α: χαρακτηριστικά/χρώματα (πβ. ζωηρά). Στοιχεία που μένουν ~α (= αμετάβλητα) στη μνήμη/στο πέρασμα του χρόνου. Χωριό που διατηρεί ~ο τον παραδοσιακό του χαρακτήρα (πβ. σταθερός). Τα τρόφιμα παραμένουν ~α σε αεροστεγή συσκευασία (ΑΝΤ. αλλοιωμένος).|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο των φυσικών νόμων. ΑΝΤ. αλλοιώσιμος [< αρχ. ἀναλλοίωτος, γαλλ. inaltérable]
3153αναλογεί[ἀναλογεῖ] α-να-λο-γεί ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ. κ. λόγ. μτχ. αναλογών, -ούσα, -ούν}: βρίσκεται σε αναλογία με κάτι άλλο: Το κέρδος που ~ στους μετόχους ανέρχεται σε ... ευρώ. ~ούν ... γιατροί σε χίλιους κατοίκους.|| Η θέση που του προσφέρθηκε δεν ~ στην αξία του (πβ. αντιστοιχεί, ισοδυναμεί). ● ΦΡ.: μου αναλογεί (κάτι): μου ανήκει, μου αντιστοιχεί: Πρέπει να διεκδικήσεις αυτό που/ό,τι σου ~. Ο καθένας πληρώνει το ποσό που του ~. Να αναλάβετε τις ευθύνες που σας ~ούν! Έκανε τη δουλειά που του ~ούσε., στον βαθμό/στο μέτρο που μου αναλογεί βλ. βαθμός [< αρχ. ἀναλογῶ]
3154αναλογία[ἀναλογία] α-να-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) {αναλογιών} 1. συγκριτική σχέση μεταξύ δύο (αντιθετικών) ποσοτικών μεγεθών: εκατοστιαία/μέση/ποσοστιαία ~. ~ εσόδων-εξόδων/ύψους-πλάτους. Υψηλή/χαμηλή ~ ανδρών-γυναικών. Σχέση ~ας. ~ δύο προς ένα/επί τοις εκατό. ~ μαθητών ανά αίθουσα. Πληθυσμιακές ~ες. Η ~ ανέργων-εργαζομένων είναι ...%. Πβ. ποσοστό.|| (για σύνθεση μείγματος:) ~ες συστατικών: 2/3 σοκολάτα, 1/3 γάλα. Ουσία που περιέχεται σε μεγάλη/μικρή/σημαντική ~ στο διάλυμα. Πβ. δόση. Βλ. -λογία. ΑΝΤ. δυσαναλογία 2. σχέση μερικής ομοιότητας μεταξύ δύο ή περισσοτέρων οντοτήτων: ~ες στη δομή/στην εμφάνιση/στη λειτουργία/στη μορφή (μεταξύ των δύο αντικειμένων). Παρατηρούνται/υπάρχουν ~ες (μεταξύ των δύο περιστατικών). Βρίσκω/εντοπίζω ~ες.|| (ΒΙΟΛ.) Είδη που εμφανίζουν/παρουσιάζουν ~ες (πβ. ομολογία). ΣΥΝ. αντιστοιχία 3. {συνήθ. στον πληθ.} διαστάσεις: καλές/κατάλληλες ~ες. Άγαλμα/αυτοκίνητο/κτίριο με αρμονικές/κομψές/συμμετρικές ~ες. (συνήθ. για γυναίκα) Έχει τέλειες (σωματικές) ~ες/~ες μοντέλου. Πβ. αρμονία, ισορροπία, συμμετρία. 4. μερίδιο που αντιστοιχεί σε κάποιον: η ~ κάποιου στα κέρδη (= το ποσοστό). 5. ΜΑΘ. ισότητα μεταξύ δύο ή περισσοτέρων λόγων της μορφής α:β = γ:δ ή α/β = γ/δ: η χρυσή ~ (: που δίνει αποτέλεσμα 1,618, βλ. χρυσός αριθμός). ΣΥΝ. λόγος (10) 6. ΝΟΜ. επέκταση της εφαρμογής ενός νόμου σε παρεμφερή περίπτωση για την οποία δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση: η αρχή της ~ας. 7. ΦΙΛΟΣ. είδος συλλογισμού ο οποίος ξεκινά από επιμέρους κρίσεις και καταλήγει σε επίσης επιμέρους κρίση. ΣΥΝ. αναλογικός συλλογισμός. Βλ. απ-, επ-αγωγή. 8. ΓΛΩΣΣ. απώλεια της διαφοροποίησης ενός τύπου και σχηματισμός του κατά το ομαλό, σύνηθες γλωσσικό σχήμα (βοηθείς > βοηθάς κατά το αγαπάς). ΣΥΝ. αναλογικός σχηματισμός. Πβ. απλοποίηση. ● ΦΡ.: κατ' αναλογία & (λόγ.) κατ' αναλογίαν & σε αναλογία: (+ γεν. ή με/προς) σε σχέση με, κατ' αντιστοιχία με, ανάλογα με: Άδεια ~ ~ του χρόνου απασχόλησης (ΣΥΝ. αναλόγως). Οι δαπάνες υπολογίζονται ~ ~ με/προς τα αναμενόμενα οφέλη (ΣΥΝ. αναλογικά). [< γαλλ. en proportion de] , τηρουμένων των αναλογιών (λόγ.): λαμβάνοντας υπόψη τις αντιστοιχίες που παρουσιάζουν δύο ή περισσότερα συγκρινόμενα στοιχεία, αλλά και το γεγονός ότι δεν είναι απολύτως όμοια: ~ ~, η ίδια κατάσταση επικρατεί και στις μέρες μας. ΣΥΝ. mutatis mutandis [< γαλλ. toutes proportions gardées] [< 1,3,4,5: αρχ. ἀναλογία, γαλλ. proportion, 2,6,7,8: αρχ. ~, γαλλ. analogie, αγγλ. analogy, γερμ. Analogie]
3155αναλογίζομαι[ἀναλογίζομαι] α-να-λο-γί-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {αναλογί-στηκα (λόγ.) -σθηκα, αναλογιζ-όμενος} (λόγ.) 1. λαμβάνω υπόψη, υπολογίζω: ~ τις δυσκολίες/τους κινδύνους (ενός εγχειρήματος). ~στήκατε/έχετε ~στεί ποτέ τις συνέπειες των πράξεών σας; ΣΥΝ. λογαριάζω (1), σκέφτομαι (2) ΑΝΤ. αψηφώ 2. αναπολώ, αναθυμάμαι: ~ονται τις παλιές καλές στιγμές. ΣΥΝ. ανακαλώ (1) [< αρχ. ἀναλογίζομαι]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.