Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [4080-4100]

IDΛήμμαΕρμηνεία
3144αναληθής, ής, ές [ἀναληθής] α-να-λη-θής επίθ. {αναληθ-ούς | -είς (ουδ. -ή)· αναληθέστ-ερος, -ατος} (λόγ.): ψευδής: ~ής: δήλωση. ~ές: γεγονός/δημοσίευμα. ~είς: κατηγορίες/πληροφορίες/φήμες. ~ή: στοιχεία. Είναι απολύτως/εντελώς/πέρα για πέρα ~ές ότι ... Ουδέν ~ερο. ΣΥΝ. ανακριβής, ανυπόστατος, ψεύτικος (1) ΑΝΤ. αληθής, αληθινός (1) ● επίρρ.: αναληθώς [-ῶς] [< μτγν. ἀναλήθης]
3145αναληθοφάνεια[ἀναληθοφάνεια] α-να-λη-θο-φά-νει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του αναληθοφανούς: η ~ των στοιχείων. Έργο γεμάτο ~ες και αφηγηματικά κενά.
3146αναληθοφανής, ής, ές [ἀναληθοφανής] α-να-λη-θο-φα-νής επίθ. (λόγ.): που μοιάζει ή φαίνεται αναληθής: ~ής: ιστορία/ταινία. Βλ. -φανής.
3147ανάλημμα[ἀνάλημμα] α-νά-λημ-μα ουσ. (ουδ.) 1. ΜΗΧΑΝ. ειδική κατασκευή, συνήθ. ψηλός και παχύς τοίχος, που εμποδίζει τις κατολισθήσεις χωμάτων, την κατάρρευση κτιρίων ή την ορμητική ροή του νερού: (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~ αρχαίου θεάτρου/ναού. Πβ. αντέρεισμα. 2. ΑΣΤΡΟΝ. διάγραμμα, καμπύλη σε σχήμα οκτώ που απεικονίζει τις διαδοχικές θέσεις του Ήλιου ή άλλου ουράνιου σώματος σε σχέση με τον μεσημβρινό κατά τη διάρκεια ενός έτους. [< μτγν. ἀνάλημμα, αγγλ. analemma, γαλλ. analemme]
3148αναλημματικός

, ή, ό [ἀναλημματικός] α-να-λημ-μα-τι-κός επίθ.: ΜΗΧΑΝ. που λειτουργεί ως ανάλημμα: ~ός: τοίχος. Πβ. αντιπλημμυρ-, οχυρωματ-ικός.

3149αναληπτικός, ή, ό [ἀναληπτικός] α-να-λη-πτι-κός επίθ. 1. ΦΑΡΜΑΚ. διεγερτικός, δυναμωτικός, τονωτικός: ~ή: αγωγή. 2. (σπάν.) που είναι σχετικός με την ανάληψη χρημάτων: ~ή: κάρτα. ● Ουσ.: αναληπτικά (τα): ΦΑΡΜΑΚ. διεγερτικά του καρδιαγγειακού και του αναπνευστικού συστήματος (όπως αμφεταμίνη, καφεΐνη). [< μτγν. ἀναληπτικός, αγγλ. analeptic, γαλλ. analeptique]
3150ανάληψη[ἀνάληψη] α-νά-λη-ψη ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΝ. απόσυρση ποσού από (τραπεζικό) λογαριασμό: ~ χρημάτων. Έξοδα/όριο ~ης μετρητών. ~ήψεις με επιταγές. Αυτόματα μηχανήματα ~ήψεων (ΑΤΜ). Κάνω ~ (= σηκώνω λεφτά). Έγιναν/πραγματοποιήθηκαν ~ήψεις. Βλ. συναλλαγή.|| ~ κερδών από καζίνο (= εξαργύρωση). Βλ. υπερ~. ΑΝΤ. κατάθεση (1) 2. (επίσ.) αποδοχή της ευθύνης που ανατίθεται σε κάποιον: ~ αξιώματος/δαπανών/δεσμεύσεων/δικαστικής υπόθεσης (: από δικηγόρο)/δραστηριοτήτων/ελέγχου/εξόδων/εργασιών/πρωτοβουλιών/χορηγίας. (Επίσημη) ~ της εξουσίας/της ηγεσίας/της Προεδρίας από τον ... Τελετή παράδοσης-~ης Διοίκησης. Ειδοποίηση ~ης θέσεως. Αίτηση/διαδικασία/σύμβαση ~ης έργου. Ημερομηνία ~ης καθηκόντων (Δημάρχου).|| (ΟΙΚΟΝ.) ~/~ήψεις δανείων/πιστώσεων/υποχρεώσεων. 3. ΘΕΟΛ. (με κεφαλ. το αρχικό Α) η άνοδος του Κυρίου στους Ουρανούς σαράντα μέρες μετά την Ανάσταση και κατ' επέκτ. η κινητή εορτή, ο ιερός ναός ή το αντίστοιχο αγιογραφικό θέμα: Είναι της ~ήψεως. Ιερά Μονή ~ήψεως. Εικόνα της ~ήψεως του Χριστού.|| (σπανιότ.) Η ~ της Θεοτόκου (= μετάσταση). ● ΣΥΜΠΛ.: ανάληψη δράσης/δράσεων: κινητοποίηση, δραστηριοποίηση για την επίτευξη ενός σκοπού ή την εξάλειψη ενός φαινομένου: Απαιτείται άμεση/από κοινού/επείγουσα ~ ~ για την καταπολέμηση της ανεργίας/την προστασία του περιβάλλοντος.|| Έκκληση για ~ ~ κατά της εμπορίας ανθρώπων., ανάληψη κινδύνου/ρίσκου: ΟΙΚΟΝ. αποδοχή του κινδύνου αποτυχίας που συνοδεύει κάποια επένδυση ή στρατηγική απόφαση μιας επιχείρησης: ~ ~ για υψηλότερες αποδόσεις. Βλ. άνοιγμα. [< αγγλ. risk-taking, 1921] , ανάληψη υπηρεσίας: επίσημη αποδοχή οργανικής θέσης από δημόσιο υπάλληλο: Πρακτικό/πράξη ~ης ~. Παρουσίαση για ~ ~ (στην οικεία Διεύθυνση Εκπαίδευσης/στο σχολείο). Κάνω ~ ~. Καλούνται για ορκωμοσία και ~ ~ από ... έως ..., ανάληψη (της) ευθύνης/(των) ευθυνών βλ. ευθύνη, κάρτα αναλήψεων/μετρητών βλ. κάρτα [< 1: γαλλ. prélèvement 2: αρχ. ἀνάληψις 3: μτγν. ~]
3151αναλίσκωβλ. αναλώνω
3152αναλλοίωτος, η, ο [ἀναλλοίωτος] α-ναλ-λοί-ω-τος επίθ.: που δεν μπορεί να αλλοιωθεί: ~η: αλήθεια/αξία/μορφή (= άφθαρτη). ~α: χαρακτηριστικά/χρώματα (πβ. ζωηρά). Στοιχεία που μένουν ~α (= αμετάβλητα) στη μνήμη/στο πέρασμα του χρόνου. Χωριό που διατηρεί ~ο τον παραδοσιακό του χαρακτήρα (πβ. σταθερός). Τα τρόφιμα παραμένουν ~α σε αεροστεγή συσκευασία (ΑΝΤ. αλλοιωμένος).|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο των φυσικών νόμων. ΑΝΤ. αλλοιώσιμος [< αρχ. ἀναλλοίωτος, γαλλ. inaltérable]
3153αναλογεί[ἀναλογεῖ] α-να-λο-γεί ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ. κ. λόγ. μτχ. αναλογών, -ούσα, -ούν}: βρίσκεται σε αναλογία με κάτι άλλο: Το κέρδος που ~ στους μετόχους ανέρχεται σε ... ευρώ. ~ούν ... γιατροί σε χίλιους κατοίκους.|| Η θέση που του προσφέρθηκε δεν ~ στην αξία του (πβ. αντιστοιχεί, ισοδυναμεί). ● ΦΡ.: μου αναλογεί (κάτι): μου ανήκει, μου αντιστοιχεί: Πρέπει να διεκδικήσεις αυτό που/ό,τι σου ~. Ο καθένας πληρώνει το ποσό που του ~. Να αναλάβετε τις ευθύνες που σας ~ούν! Έκανε τη δουλειά που του ~ούσε., στον βαθμό/στο μέτρο που μου αναλογεί βλ. βαθμός [< αρχ. ἀναλογῶ]
3154αναλογία[ἀναλογία] α-να-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) {αναλογιών} 1. συγκριτική σχέση μεταξύ δύο (αντιθετικών) ποσοτικών μεγεθών: εκατοστιαία/μέση/ποσοστιαία ~. ~ εσόδων-εξόδων/ύψους-πλάτους. Υψηλή/χαμηλή ~ ανδρών-γυναικών. Σχέση ~ας. ~ δύο προς ένα/επί τοις εκατό. ~ μαθητών ανά αίθουσα. Πληθυσμιακές ~ες. Η ~ ανέργων-εργαζομένων είναι ...%. Πβ. ποσοστό.|| (για σύνθεση μείγματος:) ~ες συστατικών: 2/3 σοκολάτα, 1/3 γάλα. Ουσία που περιέχεται σε μεγάλη/μικρή/σημαντική ~ στο διάλυμα. Πβ. δόση. Βλ. -λογία. ΑΝΤ. δυσαναλογία 2. σχέση μερικής ομοιότητας μεταξύ δύο ή περισσοτέρων οντοτήτων: ~ες στη δομή/στην εμφάνιση/στη λειτουργία/στη μορφή (μεταξύ των δύο αντικειμένων). Παρατηρούνται/υπάρχουν ~ες (μεταξύ των δύο περιστατικών). Βρίσκω/εντοπίζω ~ες.|| (ΒΙΟΛ.) Είδη που εμφανίζουν/παρουσιάζουν ~ες (πβ. ομολογία). ΣΥΝ. αντιστοιχία 3. {συνήθ. στον πληθ.} διαστάσεις: καλές/κατάλληλες ~ες. Άγαλμα/αυτοκίνητο/κτίριο με αρμονικές/κομψές/συμμετρικές ~ες. (συνήθ. για γυναίκα) Έχει τέλειες (σωματικές) ~ες/~ες μοντέλου. Πβ. αρμονία, ισορροπία, συμμετρία. 4. μερίδιο που αντιστοιχεί σε κάποιον: η ~ κάποιου στα κέρδη (= το ποσοστό). 5. ΜΑΘ. ισότητα μεταξύ δύο ή περισσοτέρων λόγων της μορφής α:β = γ:δ ή α/β = γ/δ: η χρυσή ~ (: που δίνει αποτέλεσμα 1,618, βλ. χρυσός αριθμός). ΣΥΝ. λόγος (10) 6. ΝΟΜ. επέκταση της εφαρμογής ενός νόμου σε παρεμφερή περίπτωση για την οποία δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση: η αρχή της ~ας. 7. ΦΙΛΟΣ. είδος συλλογισμού ο οποίος ξεκινά από επιμέρους κρίσεις και καταλήγει σε επίσης επιμέρους κρίση. ΣΥΝ. αναλογικός συλλογισμός. Βλ. απ-, επ-αγωγή. 8. ΓΛΩΣΣ. απώλεια της διαφοροποίησης ενός τύπου και σχηματισμός του κατά το ομαλό, σύνηθες γλωσσικό σχήμα (βοηθείς > βοηθάς κατά το αγαπάς). ΣΥΝ. αναλογικός σχηματισμός. Πβ. απλοποίηση. ● ΦΡ.: κατ' αναλογία & (λόγ.) κατ' αναλογίαν & σε αναλογία: (+ γεν. ή με/προς) σε σχέση με, κατ' αντιστοιχία με, ανάλογα με: Άδεια ~ ~ του χρόνου απασχόλησης (ΣΥΝ. αναλόγως). Οι δαπάνες υπολογίζονται ~ ~ με/προς τα αναμενόμενα οφέλη (ΣΥΝ. αναλογικά). [< γαλλ. en proportion de] , τηρουμένων των αναλογιών (λόγ.): λαμβάνοντας υπόψη τις αντιστοιχίες που παρουσιάζουν δύο ή περισσότερα συγκρινόμενα στοιχεία, αλλά και το γεγονός ότι δεν είναι απολύτως όμοια: ~ ~, η ίδια κατάσταση επικρατεί και στις μέρες μας. ΣΥΝ. mutatis mutandis [< γαλλ. toutes proportions gardées] [< 1,3,4,5: αρχ. ἀναλογία, γαλλ. proportion, 2,6,7,8: αρχ. ~, γαλλ. analogie, αγγλ. analogy, γερμ. Analogie]
3155αναλογίζομαι[ἀναλογίζομαι] α-να-λο-γί-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {αναλογί-στηκα (λόγ.) -σθηκα, αναλογιζ-όμενος} (λόγ.) 1. λαμβάνω υπόψη, υπολογίζω: ~ τις δυσκολίες/τους κινδύνους (ενός εγχειρήματος). ~στήκατε/έχετε ~στεί ποτέ τις συνέπειες των πράξεών σας; ΣΥΝ. λογαριάζω (1), σκέφτομαι (2) ΑΝΤ. αψηφώ 2. αναπολώ, αναθυμάμαι: ~ονται τις παλιές καλές στιγμές. ΣΥΝ. ανακαλώ (1) [< αρχ. ἀναλογίζομαι]
3156αναλογικός, ή, ό [ἀναλογικός] α-να-λο-γι-κός επίθ. 1. ΤΕΧΝΟΛ. (συνήθ. παλαιότ.) στον οποίο τα δεδομένα αντιπροσωπεύονται από ηλεκτρικά σήματα ή φυσικά μεγέθη με συνεχώς μεταβαλλόμενες τιμές: ~ός: δέκτης. ~ή: γραμμή/εκπομπή/μετάδοση/τηλεόραση. ~ό: κανάλι/κύκλωμα/ρολόι/σήμα/σύστημα/τηλέφωνο. ~ές: επικοινωνίες/συσκευές. ΑΝΤ. ψηφιακός (3) 2. που το μέγεθός του διαμορφώνεται ανάλογα με ή αντίστοιχα προς το μέγεθος ενός άλλου ποσοτικού στοιχείου ή παραμένει σταθερό, αμετάβλητο: ~ός: επιμερισμός (κόστους)/(ΟΙΚΟΝ.) συντελεστής/φόρος (: με σταθερό ποσοστό). ~ή: αύξηση/εκπροσώπηση (των γυναικών στα κομματικά όργανα)/εφαρμογή/κλίμακα/μείωση (ποσού)/μεταβολή. ~ό: τέλος χαρτοσήμου. Σε ~ή και ορθολογική βάση. Πβ. ανάλογος.|| ~ή: κατανομή εδρών. ~ό: εκλογικό σύστημα (= αναλογική. ΑΝΤ. πλειοψηφικό). 3. που σχετίζεται με τη συγκεκριμένη σημασία της αναλογίας σε διάφορους γνωστικούς τομείς: (ΓΛΩΣΣ.) ~ός: σχηματισμός (βλ. αναλογία, σημ. 8).|| (ΦΙΛΟΣ.) Επαγωγικός, απαγωγικός και ~ συλλογισμός (βλ. αναλογία, σημ. 7).|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ά: αριθμητικά (: που φανερώνουν την αναλογία μεταξύ ποσών π.χ. διπλάσιος). 4. που αναλογεί ως χρηματικό ποσό σε κάποιον: ~ά: δικαιώματα (συμβολαιογράφου). (Βλ. αναλογία, σημ. 4). 5. που επεκτείνεται σε παρεμφερείς περιπτώσεις: (ΝΟΜ.) ~ή εφαρμογή διατάξεων (βλ. αναλογία, σημ. 6). ● Ουσ.: αναλογική (η): εκλογικό σύστημα στο οποίο ο αριθμός των εκλεγόμενων αντιπροσώπων κάθε κόμματος είναι ανάλογος του αριθμού ψήφων που έλαβε: εκλογές με απλή ~ (: απόλυτη αντιστοιχία αριθμού ψήφων και εκλεγόμενων αντιπροσώπων)/ενισχυμένη ~ (: σχετική αντιστοιχία· ενισχύεται το ποσοστό εκπροσώπησης του πρώτου σε ψήφους κόμματος). [< γαλλ. proportionnelle] ● επίρρ.: αναλογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μτγν. ἀναλογικός, γαλλ. analogique, proportionnel, αγγλ. analogic, proportional]
3157αναλογικότητα[ἀναλογικότητα] α-να-λο-γι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΠΟΛΙΤ. ιδιότητα του αναλογικού: ~ της ψήφου (βλ. αναλογική). ~ στην εκπροσώπηση των πολιτικών δυνάμεων στη Βουλή. Βλ. -ότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: αρχή της αναλογικότητας: ΝΟΜ. που ρυθμίζει την άσκηση των αρμοδιοτήτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε το περιεχόμενο και η μορφή των ενεργειών της να μην υπερβαίνουν τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων των Συνθηκών, παρέχοντας μεγαλύτερη ελευθερία στα κράτη-μέλη και τους ιδιώτες, όταν εξασφαλίζεται η ίδια αποτελεσματικότητα. Βλ. επικουρικότητα. [< γαλλ. proportionnalité]
3158αναλόγιο[ἀναλόγιο] α-να-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.): στήριγμα με μακρόστενο πόδι και επικλινή ορθογώνια επιφάνεια, πάνω στην οποία τοποθετούνται ανοιχτά βιβλία ή παρτιτούρες για διευκόλυνση των αναγνωστών ή των ερμηνευτών: θεατρικό ~ (: για ανάγνωση κειμένων, ερμηνεία αποσπασμάτων λογοτεχνικών έργων). Το ~ της εκκλησίας (βλ. ψαλτήρι)/του μαέστρου. Βλ. -λόγιο. [< μεσν. αναλόγιον]
3159αναλογισμός[ἀναλογισμός] α-να-λο-γι-σμός ουσ. (αρσ.): ΣΤΑΤΙΣΤ. εφαρμογή του Λογισμού των Πιθανοτήτων και της Στατιστικής σε ασφαλιστικά, δημογραφικά ή οικονομικά ζητήματα: ~ αποζημίωσης για τη διάνοιξη οδού. Πράξεις ~ού για απαλλοτριώσεις. Βλ. -ισμός. [< αρχ. ἀναλογισμός, γαλλ. actuariat , 1948]
3160αναλογιστής[ἀναλογιστής] α-να-λο-γι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. αναλογίστρια}: επαγγελματίας, συνήθ. υπάλληλος ασφαλιστικής εταιρείας, με γνώσεις αναλογισμού, ώστε να μπορεί να τις εφαρμόσει σε θέματα χρηματοοικονομικού κινδύνου (κυρ. ασφαλιστικά και κοινωνικά δημογραφικά προβλήματα): έκθεση του ~ή. [< γαλλ. actuaire]
3161αναλογιστικός, ή, ό [ἀναλογιστικός] α-να-λο-γι-στι-κός επίθ.: ΣΤΑΤΙΣΤ. που σχετίζεται με τον αναλογισμό: ~ός: συντελεστής/υπολογισμός (μελλοντικών ζημιών). ~ή: ανασκόπηση/ζημιά/έκθεση/εκτίμηση/μελέτη. ~ό: έλλειμμα/κέρδος/κόστος/χρέος. ● ΣΥΜΠΛ.: ασφαλιστικά/αναλογιστικά μαθηματικά βλ. μαθηματικά [< μτγν. ἀναλογιστικός, γαλλ. actuariel, 1908]
3162ανάλογος, η, ο [ἀνάλογος] α-νά-λο-γος επίθ.: που βρίσκεται σε σχέση αναλογίας, ισοδυναμίας με κάποιον/κάτι ή που διαμορφώνεται αντίστοιχα προς κάποιο άλλο ποσοτικό μέγεθος: ~η: ανταπόκριση/κατάσταση. ~α: προβλήματα. Με ~ο τρόπο. Αποδοχές ~ες με την εργασία. Για τη λέξη "φιλότιμο" δεν υπάρχει ~ αγγλικός όρος. Εσύ τι θα έκανες σε ~η περίπτωση (= παρόμοια); Κάτι ~ο συνέβη και σ' εμένα. Για το καλοκαίρι υιοθετήστε και το ~ο στιλ (= κατάλληλο)! Πβ. σύμφωνος.|| Πίεση ~η του βάθους/με το ύψος. Πβ. αναλογικός. Βλ. -λογος. ΑΝΤ. δυσανάλογος ● Ουσ.: ανάλογο (το) 1. οτιδήποτε παρουσιάζει αναλογία, αντιστοιχία με κάτι άλλο: Φαινόμενο που δεν έχει ~ό του σε όλον τον κόσμο (ΣΥΝ. όμοιο). 2. μερίδιο: Μην ανησυχείς, θα πάρεις το ~ό σου (από τα κέρδη). ● επίρρ.: ανάλογα & αναλόγως: Θα χρειαστώ δέκα με είκοσι λεπτά ~α με την κίνηση. Με έβρισε και του απάντησα ~ως.|| -Θα έρθεις το βράδυ; -~α με τη διάθεσή μου. ● ΣΥΜΠΛ.: ανάλογα μεγέθη/ποσά: ΜΑΘ. που όταν αυξάνεται ή μειώνεται το ένα, αυξάνεται ή μειώνεται και το άλλο, αντίστοιχα: Στα ~ ~ οι λόγοι των τιμών τους είναι ίσοι.|| (μτφ.) Ποιότητα και τιμή είναι ~ ~ (: όσο πιο καλό είναι κάτι, τόσο πιο πολύ στοιχίζει· όσο πιο φθηνό, τόσο κατώτερης συνήθ. ποιότητας)., ανάλογοι αριθμοί: ΜΑΘ. ακολουθίες αριθμών με την ιδιότητα σταθερού λόγου (αναλογίας) μεταξύ δύο οποιωνδήποτε αριθμών της ίδιας τάξης., αντιστρόφως ανάλογα μεγέθη/ποσά: ΜΑΘ. που όταν αυξάνεται το ένα μειώνεται το άλλο και αντίστροφα., μέσος ανάλογος (δύο αριθμών): ΜΑΘ. ο β σε μία αναλογία της μορφής α/β = β/γ., σχήμα εξ αναλόγου: ΦΙΛΟΛ. σχήμα λόγου που βασίζεται στην παράλειψη λέξης ή φράσης ως ευκόλως εννοούμενης: λ.χ. Δεν πήγα, αν και ήθελα (ενν. να πάω). Πβ. έλλειψη. [< αρχ. ἀνάλογος, γαλλ. proportionnel, analogue]
3163αναλογών, ούσα, ούν [ἀναλογῶν] α-να-λο-γών επίθ. {αναλογ-ούντος (θηλ. -ούσης), -ούντα | -ούντες (ουδ. -ούντα), -ούντων (θηλ. -ουσών)} (λόγ.): που αναλογεί σε κάποιον ή κάτι: ~ών: φόρος. ~ούσα: αμοιβή/αποζημίωση. ~ούν: μερίδιο (ευθύνης)/ποσό. ~ούντα: έξοδα/κέρδη/τέλη. [< μτχ. εν. του ρ. ἀναλογῶ]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.