| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 40390 | πικέτα | πι-κέ-τα ουσ. (θηλ.): πλακάτ. Βλ. -έτα. [< ιταλ. picchetto] | |
| 40391 | πικετοφορία | πι-κε-το-φο-ρί-α ουσ. (θηλ.): πορεία διαδηλωτών με πικέτες: αντιπολεμική/μαζική ~. ~ αλληλεγγύης/διαμαρτυρίας. Βλ. -φορία. [< γαλλ. piquets de grève] | |
| 40392 | πίκλα | πί-κλα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. τουρσί. [< αγγλ. pickle] | |
| 40393 | πίκμανση | πίκ-μαν-ση ουσ. (θηλ.): ΤΥΠΟΓΡ. το αυλάκωμα του χαρτιού βιβλίων και εντύπων, προκειμένου να μη σχιστούν κατά το συχνό άνοιγμα και κλείσιμο· χάραγμα χαρτιών και χαρτονιών στα σημεία που πρέπει να τσακίζουν. | |
| 40394 | πικο- | : ΜΕΤΡΟΛ. α' συνθετικό που δηλώνει υποπολλαπλάσια μονάδων (σύμβ. p), ίσα με το ένα τρισεκατομμυριοστό τους: ~αμπέρ/~γραμμάριο. Βλ. γιγα-, κιλο-, μεγα-, μικρο-, μιλι-, νανο-, πετα-, τερα-. [< διεθν. pico- | |
| 40395 | πίκολο | πί-κο-λο ουσ. (ουδ.) {άκλ.} ΜΟΥΣ. 1. μικρό φλάουτο το οποίο ηχεί μια οκτάβα πιο πάνω από το κοινό. 2. (ως επίθ.) για μουσικό όργανο που είναι μικρότερο στο μέγεθος από το κανονικό: ~ τρομπέτα. [< γαλλ. piccolo] | |
| 40396 | πίκρα | πί-κρα ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) λύπη, θλίψη, βαθιά στενοχώρια: αβάσταχτη/βαριά ~. Η ~ της απώλειας/ήττας/προσφυγιάς. ~ στην καρδιά/ψυχή. Διαφαίνεται μια ~ στα λόγια της. Κρύβει την ~ του πίσω από ένα χαμόγελο. Ζωή γεμάτη ~ες και βάσανα. Γνώρισε/δοκίμασε/πέρασε πολλές ~ες. Πβ. καημός. ΣΥΝ. πικρία 2. πικρίλα: η ~ του καφέ. ΣΥΝ. πικράδα ΑΝΤ. γλύκα (1) ● ΦΡ.: κερνάει/ποτίζει πίκρες (μτφ.-προφ.): φέρνει μεγάλες λύπες: Όλο πίκρες τον ~ η ζωή. [< μεσν. πίκρα] | |
| 40397 | πικραγγουριά | πι-κραγ-γου-ριά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. άγριο πολυετές ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Ecballium elaterium) με κίτρινα άνθη σε σχήμα καμπάνας και κρεμαστούς πράσινους σαρκώδεις καρπούς που μοιάζουν με αγγούρι, ο χυμός των οποίων έχει καθαρτικές ιδιότητες, ενώ τα υπόλοιπα μέρη είναι εξαιρετικά τοξικά. | |
| 40398 | πικράγγουρο | πι-κράγ-γου-ρο ουσ. (ουδ.): ο καρπός της πικραγγουριάς. | |
| 40399 | πικράδα | πι-κρά-δα ουσ. (θηλ.): πικρή γεύση: διακριτική/ελαφριά/χαρακτηριστική ~. ~ λυκίσκου. Η μπίρα αφήνει μια ~ στο στόμα. Οι ελιές διατηρούν μια ~. Βάλτε τα χόρτα στο νερό, για να φύγει η ~ τους. Βλ. -άδα. ΣΥΝ. πίκρα (2), πικρίλα ΑΝΤ. γλυκάδα [< μεσν. πικράδα] | |
| 40400 | πικραίνω | πι-κραί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πίκρ-ανα, πικρ-άνω, -άθηκα, -αμένος, πικραίν-οντας} 1. (μτφ.) στενοχωρώ πολύ: Τους ~ει με τα λόγια/τη συμπεριφορά του (ΑΝΤ. γλυκαίνω). Τους ~ανε η αποτυχία. ~άθηκε πολύ με την αδικία. Πβ. λυπώ, πληγώνω, φαρμακώνω. ΑΝΤ. ευφραίνω 2. κάνω κάτι πικρό ή αποκτώ πικρή γεύση: Μη βάζεις πολλή κανέλα, γιατί θα ~άνει το μείγμα. [< αρχ. πικραίνω] | |
| 40401 | πικραλίδα | πι-κρα-λί-δα ουσ. (θηλ.) & πικρίδα: ΒΟΤ. άγριο φαγώσιμο χόρτο (επιστ. ονομασ. Crepis heldreichiana) με κίτρινα άνθη, το οποίο έχει πικρή γεύση και θεραπευτικές ιδιότητες. Πβ. αγριοράδικο. Βλ. ταραξάκο. ΣΥΝ. πικρομάρουλο, πικροράδικο [< μεσν. πικραλίδα, πικρίδα] | |
| 40402 | πικραμένος | , η, ο πι-κρα-μέ-νος επίθ.: που αισθάνεται ή εκφράζει πίκρα: ~α: παιδιά. Έφυγε από την ομάδα ~. Πβ. λυπη-, στενοχωρη-μένος.|| ~η: ζωή/ψυχή. ~ο: βλέμμα. ~α: λόγια. ● επίρρ.: πικραμένα ● ΦΡ.: θα γελάσει (κι) ο κάθε πικραμένος (προφ.): για κάτι κωμικοτραγικό ή πολύ γελοίο, αστείο: ~ ~ αν αληθεύουν οι πληροφορίες. ΣΥΝ. θα γελάσει και το παρδαλό κατσίκι [< μεσν. πικραμένος] | |
| 40403 | πικραμυγδαλιά | πι-κρα-μυ-γδα-λιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. είδος αμυγδαλιάς με πικρούς καρπούς. | |
| 40404 | πικραμύγδαλο | πι-κρα-μύ-γδα-λο ουσ. (ουδ.): ο καρπός της πικραμυγδαλιάς: άρωμα/λικέρ (πβ. αμαρέτο) ~. Βλ. σουμάδα. [< μεσν. πικραμύγδαλον] | |
| 40405 | πικραντικός | , ή, ό πι-κρα-ντι-κός επίθ. (λόγ.): που προσδίδει πικρή γεύση: ~ά: συστατικά. Στο προϊόν έχει προστεθεί ~ή ουσία. ΑΝΤ. γλυκαντικός [< μτγν. πικραντικός] | |
| 40406 | πικρία | πι-κρί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): πίκρα: έντονη/προσωπική ~. Δεν έκρυψε την ~ της. Εξέφρασε την ~ του για το γεγονός. [< αρχ. πικρία ‘πικρή γεύση, πικρία της ψυχής’] | |
| 40407 | πικρίδα | βλ. πικραλίδα | |
| 40408 | πικρίζει | πι-κρί-ζει ρ. (αμτβ.) {πίκρι-σε}: (για φαγητό ή ποτό) έχει, αποκτά ελαφρώς πικρή γεύση, συνήθ. ανεπιθύμητη. ΑΝΤ. γλυκίζει [< μτγν. πικρίζω] | |
| 40409 | πικρικός | , ή, ό πι-κρι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: πικρικό οξύ: ΧΗΜ. κίτρινο, τοξικό, κρυσταλλικό οξύ (σύμβ. C6H3N3O7), παράγωγο της φαινόλης, διαλυτό στο νερό, το οποίο χρησιμοποιείται κυρ. ως εκρηκτικό και ως χρωστική ουσία. [< αγγλ. picric acid] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ