| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 40379 | πίθος | πί-θος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): πιθάρι: αποθηκευτικός/ταφικός ~. Πβ. κιούπι, κουρούπι. ● ΦΡ.: πίθος των Δαναΐδων: ΜΥΘ. πιθάρι χωρίς πάτο, το οποίο οι Δαναΐδες ήταν καταδικασμένες να προσπαθούν μάταια να το γεμίσουν. Βλ. ο ιστός της Πηνελόπης. [< αρχ. πίθος] | |
| 40380 | πικ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): αποκορύφωμα, ζενίθ: Βρίσκεται στο ~ της καριέρας του. Η εκπομπή έφτασε στο ~ της (τηλεθέασης), όταν ... Πβ. απόγειο, μάξιμουμ. [< αγγλ. peak] | |
| 40381 | πικ νικ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & πικνίκ: γεύμα στην ύπαιθρο κατά τη διάρκεια εκδρομής, συνήθ. με φαγητά που έχουν ετοιμαστεί από το σπίτι: κυριακάτικο/μεσημεριανό ~. Τραπέζια/χώρος για ~. ~ στο γρασίδι/στο δάσος/στην εξοχή/στο πάρκο. Πάω για ~. [< γαλλ. pique-nique] | |
| 40382 | πίκα | πί-κα ουσ. (θηλ.) 1. (προφ.) πείσμα, θυμός που νιώθει κάποιος λόγω προσβολής. Πβ. άχτι, γινάτι, τσαντίλα, φούρκα. 2. πείραγμα, πρόκληση οργής. Πβ. πικάρισμα. 3. το μπαστούνι στα τραπουλόχαρτα: ντάμα ~. 4. ΤΥΠΟΓΡ. τυπογραφικό στοιχείο δώδεκα στιγμών. [< ιταλ. picca] | |
| 40383 | πικάντικος | , η, ο πι-κά-ντι-κος επίθ. 1. (για φαγητό) που έχει καυτερή γεύση λόγω των καρυκευμάτων που περιέχει: ~ος: μεζές. ~η: κουζίνα/μουστάρδα/συνταγή. ~ο: κοτόπουλο. ~α: πιάτα. 2. (μτφ.) τολμηρός, προκλητικός: ~η: είδηση/λεπτομέρεια. ~ο: σχόλιο. Πβ. πιπεράτος. [< ιταλ. piccante] | |
| 40384 | πικάπ | πι-κάπ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (παλαιότ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή αναπαραγωγής ήχου, ο οποίος έχει εγγραφεί σε δίσκο βινυλίου: βελόνα/κεφαλή του ~. Βλ. γραμμόφωνο, σιντί, τζουκ μποξ. ΣΥΝ. ηλεκτρόφωνο [< αγγλ. pick-up, γαλλ. ~, 1928] | |
| 40385 | πικαρέσκο | πι-κα-ρέ-σκο ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & πικαρέσκ: ΛΟΓΟΤ. είδος μυθιστορήματος το οποίο άνθισε στην Ευρώπη τον 17ο και 18ο αιώνα και περιγράφει περιπλανήσεις και περιπέτειες τυχοδιωκτών. [< γαλλ. picaresque, ισπ. picaresco] | |
| 40386 | πικάρισμα | πι-κά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του πικάρω. Βλ. -ισμα. | |
| 40387 | πικάρω | πι-κά-ρω ρ. (μτβ.) {πίκαρ-α κ. πικάρ-ισα, πικαρ-ίστηκε, -ισμένος, πικάρ-οντας} (προφ.): προκαλώ τον εκνευρισμό κάποιου με λόγια ή πράξεις: ~ει ο ένας τον άλλον. Πβ. ερεθίζω, πειράζω. [< ιταλ. piccare] | |
| 40388 | πικέ | πι-κέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & πικές (ο): είδος βαμβακερού υφάσματος με ανάγλυφα σχέδια: (κ. ως επίθ.) ~ κουβέρτα. [< γαλλ. piqué] | |
| 40389 | πικεδένιος | , ια, ιο πι-κε-δέ-νιος επίθ.: που έχει φτιαχτεί από πικέ: ~ια: κουβέρτα. Βλ. -ένιος. | |
| 40390 | πικέτα | πι-κέ-τα ουσ. (θηλ.): πλακάτ. Βλ. -έτα. [< ιταλ. picchetto] | |
| 40391 | πικετοφορία | πι-κε-το-φο-ρί-α ουσ. (θηλ.): πορεία διαδηλωτών με πικέτες: αντιπολεμική/μαζική ~. ~ αλληλεγγύης/διαμαρτυρίας. Βλ. -φορία. [< γαλλ. piquets de grève] | |
| 40392 | πίκλα | πί-κλα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. τουρσί. [< αγγλ. pickle] | |
| 40393 | πίκμανση | πίκ-μαν-ση ουσ. (θηλ.): ΤΥΠΟΓΡ. το αυλάκωμα του χαρτιού βιβλίων και εντύπων, προκειμένου να μη σχιστούν κατά το συχνό άνοιγμα και κλείσιμο· χάραγμα χαρτιών και χαρτονιών στα σημεία που πρέπει να τσακίζουν. | |
| 40394 | πικο- | : ΜΕΤΡΟΛ. α' συνθετικό που δηλώνει υποπολλαπλάσια μονάδων (σύμβ. p), ίσα με το ένα τρισεκατομμυριοστό τους: ~αμπέρ/~γραμμάριο. Βλ. γιγα-, κιλο-, μεγα-, μικρο-, μιλι-, νανο-, πετα-, τερα-. [< διεθν. pico- | |
| 40395 | πίκολο | πί-κο-λο ουσ. (ουδ.) {άκλ.} ΜΟΥΣ. 1. μικρό φλάουτο το οποίο ηχεί μια οκτάβα πιο πάνω από το κοινό. 2. (ως επίθ.) για μουσικό όργανο που είναι μικρότερο στο μέγεθος από το κανονικό: ~ τρομπέτα. [< γαλλ. piccolo] | |
| 40396 | πίκρα | πί-κρα ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) λύπη, θλίψη, βαθιά στενοχώρια: αβάσταχτη/βαριά ~. Η ~ της απώλειας/ήττας/προσφυγιάς. ~ στην καρδιά/ψυχή. Διαφαίνεται μια ~ στα λόγια της. Κρύβει την ~ του πίσω από ένα χαμόγελο. Ζωή γεμάτη ~ες και βάσανα. Γνώρισε/δοκίμασε/πέρασε πολλές ~ες. Πβ. καημός. ΣΥΝ. πικρία 2. πικρίλα: η ~ του καφέ. ΣΥΝ. πικράδα ΑΝΤ. γλύκα (1) ● ΦΡ.: κερνάει/ποτίζει πίκρες (μτφ.-προφ.): φέρνει μεγάλες λύπες: Όλο πίκρες τον ~ η ζωή. [< μεσν. πίκρα] | |
| 40397 | πικραγγουριά | πι-κραγ-γου-ριά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. άγριο πολυετές ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Ecballium elaterium) με κίτρινα άνθη σε σχήμα καμπάνας και κρεμαστούς πράσινους σαρκώδεις καρπούς που μοιάζουν με αγγούρι, ο χυμός των οποίων έχει καθαρτικές ιδιότητες, ενώ τα υπόλοιπα μέρη είναι εξαιρετικά τοξικά. | |
| 40398 | πικράγγουρο | πι-κράγ-γου-ρο ουσ. (ουδ.): ο καρπός της πικραγγουριάς. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ