| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 40399 | πικράδα | πι-κρά-δα ουσ. (θηλ.): πικρή γεύση: διακριτική/ελαφριά/χαρακτηριστική ~. ~ λυκίσκου. Η μπίρα αφήνει μια ~ στο στόμα. Οι ελιές διατηρούν μια ~. Βάλτε τα χόρτα στο νερό, για να φύγει η ~ τους. Βλ. -άδα. ΣΥΝ. πίκρα (2), πικρίλα ΑΝΤ. γλυκάδα [< μεσν. πικράδα] | |
| 40400 | πικραίνω | πι-κραί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πίκρ-ανα, πικρ-άνω, -άθηκα, -αμένος, πικραίν-οντας} 1. (μτφ.) στενοχωρώ πολύ: Τους ~ει με τα λόγια/τη συμπεριφορά του (ΑΝΤ. γλυκαίνω). Τους ~ανε η αποτυχία. ~άθηκε πολύ με την αδικία. Πβ. λυπώ, πληγώνω, φαρμακώνω. ΑΝΤ. ευφραίνω 2. κάνω κάτι πικρό ή αποκτώ πικρή γεύση: Μη βάζεις πολλή κανέλα, γιατί θα ~άνει το μείγμα. [< αρχ. πικραίνω] | |
| 40401 | πικραλίδα | πι-κρα-λί-δα ουσ. (θηλ.) & πικρίδα: ΒΟΤ. άγριο φαγώσιμο χόρτο (επιστ. ονομασ. Crepis heldreichiana) με κίτρινα άνθη, το οποίο έχει πικρή γεύση και θεραπευτικές ιδιότητες. Πβ. αγριοράδικο. Βλ. ταραξάκο. ΣΥΝ. πικρομάρουλο, πικροράδικο [< μεσν. πικραλίδα, πικρίδα] | |
| 40402 | πικραμένος | , η, ο πι-κρα-μέ-νος επίθ.: που αισθάνεται ή εκφράζει πίκρα: ~α: παιδιά. Έφυγε από την ομάδα ~. Πβ. λυπη-, στενοχωρη-μένος.|| ~η: ζωή/ψυχή. ~ο: βλέμμα. ~α: λόγια. ● επίρρ.: πικραμένα ● ΦΡ.: θα γελάσει (κι) ο κάθε πικραμένος (προφ.): για κάτι κωμικοτραγικό ή πολύ γελοίο, αστείο: ~ ~ αν αληθεύουν οι πληροφορίες. ΣΥΝ. θα γελάσει και το παρδαλό κατσίκι [< μεσν. πικραμένος] | |
| 40403 | πικραμυγδαλιά | πι-κρα-μυ-γδα-λιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. είδος αμυγδαλιάς με πικρούς καρπούς. | |
| 40404 | πικραμύγδαλο | πι-κρα-μύ-γδα-λο ουσ. (ουδ.): ο καρπός της πικραμυγδαλιάς: άρωμα/λικέρ (πβ. αμαρέτο) ~. Βλ. σουμάδα. [< μεσν. πικραμύγδαλον] | |
| 40405 | πικραντικός | , ή, ό πι-κρα-ντι-κός επίθ. (λόγ.): που προσδίδει πικρή γεύση: ~ά: συστατικά. Στο προϊόν έχει προστεθεί ~ή ουσία. ΑΝΤ. γλυκαντικός [< μτγν. πικραντικός] | |
| 40406 | πικρία | πι-κρί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): πίκρα: έντονη/προσωπική ~. Δεν έκρυψε την ~ της. Εξέφρασε την ~ του για το γεγονός. [< αρχ. πικρία ‘πικρή γεύση, πικρία της ψυχής’] | |
| 40407 | πικρίδα | βλ. πικραλίδα | |
| 40408 | πικρίζει | πι-κρί-ζει ρ. (αμτβ.) {πίκρι-σε}: (για φαγητό ή ποτό) έχει, αποκτά ελαφρώς πικρή γεύση, συνήθ. ανεπιθύμητη. ΑΝΤ. γλυκίζει [< μτγν. πικρίζω] | |
| 40409 | πικρικός | , ή, ό πι-κρι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: πικρικό οξύ: ΧΗΜ. κίτρινο, τοξικό, κρυσταλλικό οξύ (σύμβ. C6H3N3O7), παράγωγο της φαινόλης, διαλυτό στο νερό, το οποίο χρησιμοποιείται κυρ. ως εκρηκτικό και ως χρωστική ουσία. [< αγγλ. picric acid] | |
| 40410 | πικρίλα | πι-κρί-λα ουσ. (θηλ.): πικράδα. Βλ. -ίλα. | |
| 40411 | πικρο- & πικρό- & πικρ- | α' συνθετικό με τη σημασία 1. της πικράδας: πικρό-γλυκος. Πβ. γλυκόπικρος. Βλ. ξινο-.|| (σε κοινές ονομασ. φυτών και καρπών) Πικρο-ράδικο. Πικρ-αμύγδαλο. 2. (μτφ.) της πίκρας: πικρό-λογα. | |
| 40412 | πικροδάφνη | πι-κρο-δάφ-νη ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. αειθαλής θάμνος ή μικρό δέντρο (επιστ. ονομασ. Nerium oleander) με λογχοειδή φύλλα και συνήθ. ρόδινα, λευκά ή κίτρινα άνθη, που καλλιεργείται ως καλλωπιστικό και είναι εξαιρετικά τοξικό εξαιτίας του γαλακτώδους χυμού που περιέχει. Πβ. σφάκα. ΣΥΝ. ροδοδάφνη [< μεσν. πικροδάφνη] | |
| 40413 | πικρόλογα | πι-κρό-λο-γα ουσ. (ουδ.) (τα): λόγια που στενοχωρούν, που προκαλούν πίκρα. ΑΝΤ. γλυκόλογα [< πβ. μεσν. πικρολόγιν] | |
| 40414 | πικρομάρουλο | πι-κρο-μά-ρου-λο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. πικραλίδα. [< μεσν. πικρομάρουλον] | |
| 40415 | πικροράδικο | πι-κρο-ρά-δι-κο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. πικραλίδα. | |
| 40416 | πικρός | , ή, ό πι-κρός επίθ. 1. που έχει έντονη και συνήθ. δυσάρεστη γεύση: ~ός: καφές (ΑΝΤ. γλυκός). ~ή: σοκολάτα. ~ό: ποτό/χάπι. ~ά: συστατικά/χόρτα. Είναι ~ό σαν φαρμάκι. Βλ. αλμυρός, γλυκό-, κατά-πικρος, ξινός. 2. (μτφ.) που προκαλεί ή εκφράζει πόνο, θλίψη: ~ός: απολογισμός. ~ή: ζωή/ήττα/ιστορία/ξενιτιά. ~ό: αντίο/μήνυμα/τέλος/φιλί. ~ές: εμπειρίες/μνήμες. Άκουσε/είπε ~ές αλήθειες.|| ~ό: παράπονο/χαμόγελο. ~ά: δάκρυα. Πβ. θλιβερός, λυπηρός. 3. (μτφ.) δηκτικός, οξύς: ~ή: ειρωνεία. ~ό: χιούμορ. ~ές: κουβέντες. ~ά: λόγια/σχόλια. Πβ. πικρόχολος, φαρμακερός. ● Υποκ.: πικρούτσικος , η, ο: ΣΥΝ. υπόπικρος ● επίρρ.: πικρά ● ΦΡ.: κάνω τα πικρά γλυκά (μτφ.-κυρ. προφ.): συμβιβάζομαι με μια δυσάρεστη κατάσταση, υποβαθμίζω τη σημασία της για να νιώσω καλύτερα ή να αμβλύνω τις εντυπώσεις: Έκανε ~ ~ και ήρθε μόνο γιατί έπρεπε.|| (αρνητ. συνυποδ.) Βλέπουν το αδιέξοδο, αλλά κάνουν ~ ~ χάριν σκοπιμοτήτων (βλ. βαφτίζει το κρέας ψάρι). Πβ. χρυσώνω το χάπι., έχω πικρή πείρα από κάποιον/κάτι βλ. πείρα, κλαίω με μαύρο δάκρυ βλ. δάκρυ, κλαίω πικρά βλ. κλαίω, πίνω το πικρό ποτήρι βλ. ποτήρι, το γλυκό/πικρό ψωμί βλ. ψωμί [< αρχ. πικρός] | |
| 40417 | πικρότητα | πι-κρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του πικρού. Βλ. -ότητα. [< αρχ. πικρότης] | |
| 40418 | πικρόχολος | , η, ο πι-κρό-χο-λος επίθ.: που έχει δηκτική διάθεση ή εκφράζει κακία, φαρμακερός: ~ος: σαρκασμός. ~η: ειρωνεία/κριτική/κωμωδία. ~α: σχόλια. Πβ. χολερικός. ΣΥΝ. πικρός (3) ● επίρρ.: πικρόχολα [< αρχ. πικρόχολος ‘στρυφνός, βίαιος’] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ