| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 40410 | πικρίλα | πι-κρί-λα ουσ. (θηλ.): πικράδα. Βλ. -ίλα. | |
| 40411 | πικρο- & πικρό- & πικρ- | α' συνθετικό με τη σημασία 1. της πικράδας: πικρό-γλυκος. Πβ. γλυκόπικρος. Βλ. ξινο-.|| (σε κοινές ονομασ. φυτών και καρπών) Πικρο-ράδικο. Πικρ-αμύγδαλο. 2. (μτφ.) της πίκρας: πικρό-λογα. | |
| 40412 | πικροδάφνη | πι-κρο-δάφ-νη ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. αειθαλής θάμνος ή μικρό δέντρο (επιστ. ονομασ. Nerium oleander) με λογχοειδή φύλλα και συνήθ. ρόδινα, λευκά ή κίτρινα άνθη, που καλλιεργείται ως καλλωπιστικό και είναι εξαιρετικά τοξικό εξαιτίας του γαλακτώδους χυμού που περιέχει. Πβ. σφάκα. ΣΥΝ. ροδοδάφνη [< μεσν. πικροδάφνη] | |
| 40413 | πικρόλογα | πι-κρό-λο-γα ουσ. (ουδ.) (τα): λόγια που στενοχωρούν, που προκαλούν πίκρα. ΑΝΤ. γλυκόλογα [< πβ. μεσν. πικρολόγιν] | |
| 40414 | πικρομάρουλο | πι-κρο-μά-ρου-λο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. πικραλίδα. [< μεσν. πικρομάρουλον] | |
| 40415 | πικροράδικο | πι-κρο-ρά-δι-κο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. πικραλίδα. | |
| 40416 | πικρός | , ή, ό πι-κρός επίθ. 1. που έχει έντονη και συνήθ. δυσάρεστη γεύση: ~ός: καφές (ΑΝΤ. γλυκός). ~ή: σοκολάτα. ~ό: ποτό/χάπι. ~ά: συστατικά/χόρτα. Είναι ~ό σαν φαρμάκι. Βλ. αλμυρός, γλυκό-, κατά-πικρος, ξινός. 2. (μτφ.) που προκαλεί ή εκφράζει πόνο, θλίψη: ~ός: απολογισμός. ~ή: ζωή/ήττα/ιστορία/ξενιτιά. ~ό: αντίο/μήνυμα/τέλος/φιλί. ~ές: εμπειρίες/μνήμες. Άκουσε/είπε ~ές αλήθειες.|| ~ό: παράπονο/χαμόγελο. ~ά: δάκρυα. Πβ. θλιβερός, λυπηρός. 3. (μτφ.) δηκτικός, οξύς: ~ή: ειρωνεία. ~ό: χιούμορ. ~ές: κουβέντες. ~ά: λόγια/σχόλια. Πβ. πικρόχολος, φαρμακερός. ● Υποκ.: πικρούτσικος , η, ο: ΣΥΝ. υπόπικρος ● επίρρ.: πικρά ● ΦΡ.: κάνω τα πικρά γλυκά (μτφ.-κυρ. προφ.): συμβιβάζομαι με μια δυσάρεστη κατάσταση, υποβαθμίζω τη σημασία της για να νιώσω καλύτερα ή να αμβλύνω τις εντυπώσεις: Έκανε ~ ~ και ήρθε μόνο γιατί έπρεπε.|| (αρνητ. συνυποδ.) Βλέπουν το αδιέξοδο, αλλά κάνουν ~ ~ χάριν σκοπιμοτήτων (βλ. βαφτίζει το κρέας ψάρι). Πβ. χρυσώνω το χάπι., έχω πικρή πείρα από κάποιον/κάτι βλ. πείρα, κλαίω με μαύρο δάκρυ βλ. δάκρυ, κλαίω πικρά βλ. κλαίω, πίνω το πικρό ποτήρι βλ. ποτήρι, το γλυκό/πικρό ψωμί βλ. ψωμί [< αρχ. πικρός] | |
| 40417 | πικρότητα | πι-κρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του πικρού. Βλ. -ότητα. [< αρχ. πικρότης] | |
| 40418 | πικρόχολος | , η, ο πι-κρό-χο-λος επίθ.: που έχει δηκτική διάθεση ή εκφράζει κακία, φαρμακερός: ~ος: σαρκασμός. ~η: ειρωνεία/κριτική/κωμωδία. ~α: σχόλια. Πβ. χολερικός. ΣΥΝ. πικρός (3) ● επίρρ.: πικρόχολα [< αρχ. πικρόχολος ‘στρυφνός, βίαιος’] | |
| 40419 | πικτόγραμμα | πι-κτό-γραμ-μα ουσ. (ουδ.): εικονόγραμμα. Πβ. ιδεόγραμμα. | |
| 40420 | πιλάλα | πι-λά-λα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): τρεχάλα. Βλ. κωλο~. [< μεσν. πιλάλα] | |
| 40421 | πιλάτες | πι-λά-τες ουσ. (ουδ. + θηλ.) {άκλ.}: μέθοδος φυσικής και πνευματικής άσκησης που βασίζεται στην ελεγχόμενη αναπνοή και στο τέντωμα του σώματος, συχνά με τη βοήθεια ειδικών οργάνων∙ χρησιμοποιείται και στη φυσικοθεραπεία: μπάλα/τεχνική ~. Βλ. γιόγκα. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Pilates, 1934, γερμ. ανθρ. J. H. Pilates, γαλλ. ~, 1997] | |
| 40422 | πιλατεύω | πι-λα-τεύ-ω ρ. (μτβ.) {πιλάτ-εψα, πιλατεύ-οντας} (λαϊκό): παιδεύω, ταλαιπωρώ. Πβ. βασανίζω, τριβελίζω. | |
| 40423 | πιλάτος | βλ. Πόντιος Πιλάτος | |
| 40424 | πιλάφι | πι-λά-φι ουσ. (ουδ.): ΜΑΓΕΙΡ. ρύζι βρασμένο και στραγγισμένο, συνήθ. σοταρισμένο με λάδι ή βούτυρο: σπυρωτό ~. ~ με κοτόπουλο/λαχανικά. Γαρίδες/γίδα βραστή με ~. Βλ. γαμο-, μυδο-πίλαφο, ριζότο. ● Υποκ.: πιλαφάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: ατζέμ πιλάφι: ρύζι μαγειρεμένο με κρέας: αρνάκι/μοσχαράκι ~ ~., ιτς πιλάφι: ρύζι μαγειρεμένο με συκωτάκια, συνήθ. κοτόπουλου. [< τουρκ. pilâv] | |
| 40425 | πίλημα | πί-λη-μα ουσ. (ουδ.): είδος χοντρού υφάσματος από συμπιεσμένες ίνες, φυσικές ή τεχνητές: καλύμματα από ~. Πβ. κετσές. Βλ. συμ~, τσόχα. [< μτγν. πίλημα ‘πεπιεσμένο μαλλί’] | |
| 40426 | πίλινγκ | πί-λινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (σπάν.-προφ.) πίλιγκ: απολέπιση της επιδερμίδας με διάφορα μέσα, συνήθ. για την αφαίρεση νεκρών κυττάρων ή την απομάκρυνση χρωματικών αλλοιώσεων: φυτικό/χημικό ~. ~ προσώπου/σώματος. Βλ. δερματοαπόξεση. [< αγγλ. peeling, γαλλ. ~, περ. 1935] | |
| 40427 | πιλοκαρπίνη | πι-λο-καρ-πί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. -ΦΑΡΜΑΚ. αλκαλοειδές (σύμβ. C11H16N2O2) που χρησιμοποιόταν κυρ. παλαιότ. για τη θεραπεία οφθαλμικών παθήσεων, κυρ. του γλαυκώματος. Βλ. -ίνη. [< αγγλ.-γαλλ. pilocarpine] | |
| 40428 | πιλοποιείο | [πιλοποιεῖο] πι-λο-ποι-εί-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.-παλαιότ.): εργαστήριο ή εργοστάσιο κατασκευής καπέλων. Πβ. καπελάδικο, πιλοποιία. Βλ. -ποιείο. [< γαλλ. chapellerie] | |
| 40429 | πιλοποιία | πι-λο-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κατασκευή και παραγωγή καπέλων· συνεκδ. το αντίστοιχο εργοστάσιο. Πβ. πιλοποιείο. Βλ. -ποιία. [< μτγν. πιλοποιία, γαλλ. chapellerie] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ