| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 40430 | πιλοποιός | πι-λο-ποι-ός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): τεχνίτης που κατασκευάζει καπέλα. Πβ. καπελάς. Βλ. -ποιός. [< μτγν. πιλοποιός, γαλλ. chapelier] | |
| 40431 | πίλος | [πῖλος] πί-λος ουσ. (αρσ.) (αρχαιοπρ.): καπέλο. [< αρχ. πῖλος] | |
| 40432 | πιλοτάρισμα | πι-λο-τά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): πλοήγηση, διακυβέρνηση σκάφους: ~ αεροπλάνου/ελικοπτέρου. Βλ. -ισμα. | |
| 40433 | πιλοτάρω | πι-λο-τά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.): οδηγώ συνήθ. αεροσκάφος ή πλοίο. Πβ. πλοηγώ. [< ιταλ. pilotare] | |
| 40434 | πιλοτή | πι-λο-τή ουσ. (θηλ.): ανοιχτός χώρος στο ισόγειο κτιρίου, ο οποίος σχηματίζεται από τις κολόνες που τον στηρίζουν και χρησιμοποιείται συνήθ. ως χώρος στάθμευσης των αυτοκινήτων όσων μένουν σε αυτό. [< γαλλ. pilotis – εσφαλμ. πυλωτή] | |
| 40435 | πιλοτήριο | πι-λο-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): κατάλληλα εξοπλισμένος θάλαμος για την πλοήγηση αεροσκάφους, πλοίου ή την οδήγηση αγωνιστικού αυτοκινήτου. Βλ. καμπίνα, -τήριο. ΣΥΝ. κόκπιτ | |
| 40436 | πιλοτικός | , ή, ό πι-λο-τι-κός επίθ.: που βρίσκεται σε δοκιμαστικό στάδιο: ~ός: σχεδιασμός. ~ή: έρευνα/εφαρμογή/λειτουργία. ΣΥΝ. πειραματικός (2) ● επίρρ.: πιλοτικά ● ΣΥΜΠΛ.: πιλοτικό πρόγραμμα βλ. πρόγραμμα [< αγγλ. pilot, 1915] | |
| 40437 | πιλοτίνα | πι-λο-τί-να ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. μικρό σκάφος με το οποίο μεταφέρεται ο πλοηγός από και προς το πλοίο που έχει αναλάβει να οδηγήσει. ΣΥΝ. πλοηγίδα [< ιταλ. pilotina] | |
| 40438 | πιλότος | πι-λό-τος ουσ. (αρσ.) 1. κυβερνήτης αεροσκάφους ή κατ' επέκτ. οδηγός αγωνιστικού αυτοκινήτου: ~ της πολεμικής/πολιτικής αεροπορίας (πβ. αεροπόρος, χειριστής). ~ δοκιμών (= ελέγχει την αντοχή και τις επιδόσεις νέων αεροσκαφών ή αγωνιστικών αυτοκινήτων).|| Γυναίκα ~. 2. (μτφ.) κάτι που παρουσιάζεται ή εφαρμόζεται δοκιμαστικά και χρησιμοποιείται ως οδηγός στη συνέχεια: (ως παραθετικό σύνθ.) έργο/πρόγραμμα/σχέδιο-~. 3. ΝΑΥΤ. πλοηγός. ● ΣΥΜΠΛ.: αυτόματος πιλότος: μηχανισμός πλοήγησης, κυρ. αεροσκάφους, χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση· κατ' επέκτ. οτιδήποτε γίνεται μηχανικά. [< αγγλ. automatic pilot, 1915] [< 1,3: βεν. piloto, ιταλ. pilota, γαλλ. pilote, 1911, αγγλ. pilot 2: αγγλ. pilot] | |
| 40439 | πιν | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. προσωπικός αριθμός αναγνώρισης που χρησιμοποιείται με κάρτα τραπεζικών συναλλαγών σε ΑΤΜ και είναι απαραίτητος για την πρόσβαση σε συγκεκριμένο λογαριασμό· κωδικός κινητού τηλεφώνου που επιτρέπει τη χρήση του μόνο από τον κάτοχό του ή όποιον τον γνωρίζει: υποκλοπή του ~. Αλλάζω/ξεχνώ το ~ μου. Βλ. πάσγουορντ. [< αγγλ. PIN (Personal Identification Number)] | |
| 40451 | πιν-απ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: νεαρή, γοητευτική γυναίκα που φωτογραφίζεται σε προκλητική πόζα· η αντίστοιχη φωτογραφία: (κ. ως επίθ.) ~ κορίτσια. Βλ. κόβερ-γκερλ. [< αγγλ. pin up, 1943, γαλλ. ~, 1944] | |
| 40440 | πίνα | [πῖνα] πί-να ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΖΩΟΛ. μεγάλο δίθυρο μαλάκιο (επιστ. ονομασ. Pinna) με τριγωνικό μακρύ όστρακο, που απαντά σε θερμές και εύκρατες θάλασσες. Βλ. θαλασσινά, οστρακοειδή, φρούτα της θάλασσας. [< αρχ. πῖνα] | |
| 40441 | πίνακας | πί-να-κας ουσ. (αρσ.) {πινάκ-ων} 1. επίπεδη, συνήθ. ορθογώνια, επιφάνεια, προορισμένη για να γράφει κάποιος πάνω της ή για την ανάρτηση πληροφοριών: σχολικός ~. Μαγνητικός/ξύλινος ~. Γράφω στον ~α με κιμωλία/μαρκαδόρο. Σβήνω τον ~α. Σήκωσε τον μαθητή στον ~α (: για προφορική εξέταση). Βλ. ασπρο~, μαυρο~, υαλο~.|| ~ τσόχας/φελλού. Ηλεκτρονικός ~ αναχωρήσεων-αφίξεων/μηνυμάτων. Ο φωτεινός ~ έγραφε το σκορ. Πβ. ταμπλό. Βλ. πινακίδα, ταμπέλα. 2. έργο ζωγραφικής σε καμβά που είναι στερεωμένος σε ξύλινο πλαίσιο: διάσημος/κλεμμένος ~. ~ με κορνίζα. Ο ~ φιλοτεχνήθηκε από τον ... Το μουσείο απέκτησε/εκθέτει/παρουσιάζει ~ες του ... Πβ. κάδρο. 3. κατάσταση, κατάλογος, λίστα (με γραμμές και στήλες)· απεικόνιση, παρουσίαση ταξινομημένων στοιχείων: βαθμολογικός/λογιστικός/στατιστικός/συγκριτικός ~. (Αλφαβητικός/οριστικός) ~ αποτελεσμάτων/διοριστέων/επιτυχόντων/κατάταξης. Ενιαίος ~ αναπληρωτών (εκπαιδευτικών). Αναλυτικός/συγκεντρωτικός ~ δαπανών. Κατάρτιση ~α. Εγγραφή/καταχώριση στον ~α. Βλ. ίντεξ, πινάκιο.|| (σε βιβλίο, σύγγραμμα ή δικτυακό τόπο) ~ περιεχομένων (πβ. περιεχόμενα)/συμβόλων/συντομογραφιών. 4. ΤΕΧΝΟΛ. πλαίσιο με διακόπτες (στον τοίχο σπιτιού ή κτιρίου) ή μηχανικές διατάξεις (σε όχημα ή μηχάνημα): ηλεκτρικός ~. ~ αυτοματισμού/διανομής ισχύος/πυρανίχνευσης. Ο γενικός ~ της πολυκατοικίας.|| Ψηφιακός ~. ~ ενδείξεων/οργάνων/χειρισμού. Βλ. κονσόλα, πάνελ. 5. ΠΛΗΡΟΦ. ορθογώνια ή τετράγωνη διάταξη για την οργάνωση και παρουσίαση πληροφοριών, η οποία αποτελείται από γραμμές και στήλες που σχηματίζουν κελιά, μέσα στα οποία εισάγονται δεδομένα (π.χ. κείμενο ή γραφικά). 6. ΜΑΘ. σύστημα από αριθμούς που αναγράφονται σε μια διάταξη μ γραμμών και ν στηλών: διαγώνιος/μηδενικός/μοναδιαίος/ορθογώνιος/συμμετρικός/τετραγωνικός/τριγωνικός ~. Ιδιότητες/πράξεις ~ων. ● Υποκ.: πινακάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: μονοδιάστατος πίνακας: ΜΑΘ. που αποτελείται από μία γραμμή., άγραφο χαρτί βλ. άγραφος, αντίστροφος πίνακας βλ. αντίστροφος, Περιοδικός Πίνακας (των Στοιχείων) βλ. περιοδικός, πίνακας ανακοινώσεων βλ. ανακοίνωση, πίνακας ελέγχου βλ. έλεγχος ● ΦΡ.: ζητώ την κεφαλή (κάποιου) επί πίνακι βλ. ζητώ [< αρχ. πίναξ, γαλλ. tableau, table] | |
| 40442 | πινακίδα | πι-να-κί-δα ουσ. (θηλ.) 1. επίπεδη, συνήθ. ορθογώνια ή τετράγωνη, επιφάνεια από σκληρό υλικό, στην οποία αναγράφεται ή παρουσιάζεται κάποια πληροφορία: ~ δρόμου/οδού. ~ του Δήμου/της Τροχαίας. ~ (αναγγελίας) κινδύνου. Απαγορευτικές/διαφημιστικές/ενημερωτικές/επεξηγηματικές/οδικές/πληροφοριακές/προειδοποιητικές ~ες. ~ες έργων/σήμανσης. Φωτεινές ~ες. Ηλεκτρονικές ~ες (μεταβλητών μηνυμάτων). Τοποθετήθηκε ~ με την ένδειξη ... Ακολουθήστε τις ~ες για/προς ... Πβ. επιγραφή. Βλ. πλάκα. ΣΥΝ. ταμπέλα (1) 2. ΑΡΧΑΙΟΛ. πλάκα με εγχάρακτα ή αποτυπωμένα σύμβολα: ξύλινη/πήλινη ~. ~ γραμμικής Β/σφηνοειδούς γραφής. Οι ~ες της Κνωσού/Πύλου. Πβ. δέλτος. ● Υποκ.: πινακιδούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: πινακίδες κυκλοφορίας & (προφ.) πινακίδες: μεταλλικά πλαίσια όπου αναγράφεται ο αριθμός κυκλοφορίας ενός οχήματος: ~ αυτοκινήτων/μοτoσικλετών. Έκδοση ~ων ~. Όχημα με κλεμμένες/κρατικές/ξένες/συμβατικές/υπηρεσιακές ~ες. Tου αφαίρεσαν/πήραν τις ~ες (: δηλ. η Τροχαία, π.χ. για παράνομη στάθμευση). [< αγγλ. number plates] [< 2: μτγν. πινακίς] | |
| 40443 | πινακίδιο | πι-να-κί-δι-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.) 1. μικρός πίνακας ή πινακίδα: ενεπίγραφο ~. (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ γραφής (: για διαδραστική διδασκαλία ή μετατροπή της γραφής χειρός σε ψηφιακά σύμβολα, γράμματα και αριθμούς). Βλ. ετικέτα, -ίδιο. 2. απόδειξη εκτέλεσης χρηματιστηριακής συναλλαγής: ~ αγοράς. [< 1: αρχ. πινακίδιον] | |
| 40444 | πινάκιο | πι-νά-κι-ο ουσ. (ουδ.) {πινακί-ου} (λόγ.) 1. έντυπο, κατάσταση: ~ αμοιβής/παράδοσης. ~α επιταγών. 2. ΝΟΜ. βιβλίο στο οποίο εγγράφονται με αριθμητική σειρά οι υποθέσεις που πρόκειται να εκδικαστούν· το αντίγραφο που αναρτάται έξω από την αίθουσα του δικαστηρίου σε κάθε δικάσιμο. 3. (λόγ.) μικρός πίνακας. 4. (κατά την αρχαία και βυζαντινή εποχή) πιάτο. ● ΦΡ.: αντί/έναντι πινακίου φακής: για κάτι που πουλιέται σε ευτελή τιμή: Ακίνητο που εκχωρήθηκε ~ ~ (ΑΝΤ. μοσχοπουλήθηκε). ΣΥΝ. για ένα κομμάτι/ένα καρβέλι/μια μπουκιά ψωμί [< 3,4: αρχ. πινάκιον 2: μτγν. ~] | |
| 40445 | πινάκλ | πι-νάκλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: παιχνίδι τράπουλας με σαράντα οκτώ χαρτιά το οποίο παίζεται από δύο έως τέσσερα άτομα. [< αμερικ. pinoc(h)le] | |
| 40446 | πινακοειδής | , ής, ές πι-να-κο-ει-δής επίθ. (λόγ.) 1. που είναι οργανωμένος σαν πίνακας (με γραμμές και στήλες). 2. (σπάν.) που μοιάζει με πίνακα, που έχει επίπεδη επιφάνεια. Βλ. -ειδής. [< μτγν. πινακοειδής] | |
| 40447 | πινακοθήκη | πι-να-κο-θή-κη ουσ. (θηλ.) 1. (συνήθ. με κεφαλ. Π) ίδρυμα ή μουσείο και γενικότ. ο χώρος όπου εκτίθενται πίνακες ζωγραφικής: ιδιωτική ~. Δημοτική/Εθνική ~. Βλ. γκαλερί, -θήκη. 2. συλλογή πινάκων ζωγραφικής και κατ' επέκτ. οποιαδήποτε συλλογή με εικόνες: ψηφιακή ~. 3. (μτφ.) έργο όπου περιγράφεται ένα σύνολο κυρ. προσώπων με κοινά στοιχεία. [< μτγν. πινακοθήκη, γερμ. Pinakothek, γαλλ. pinacothèque] | |
| 40448 | πινακοποίηση | πι-να-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΠΛΗΡΟΦ. -ΣΤΑΤΙΣΤ. η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του πινακοποιώ: ~ δεδομένων. Βλ. -ποίηση. [< αγγλ. tabulation] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ