| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 40419 | πικτόγραμμα | πι-κτό-γραμ-μα ουσ. (ουδ.): εικονόγραμμα. Πβ. ιδεόγραμμα. | |
| 40420 | πιλάλα | πι-λά-λα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): τρεχάλα. Βλ. κωλο~. [< μεσν. πιλάλα] | |
| 40421 | πιλάτες | πι-λά-τες ουσ. (ουδ. + θηλ.) {άκλ.}: μέθοδος φυσικής και πνευματικής άσκησης που βασίζεται στην ελεγχόμενη αναπνοή και στο τέντωμα του σώματος, συχνά με τη βοήθεια ειδικών οργάνων∙ χρησιμοποιείται και στη φυσικοθεραπεία: μπάλα/τεχνική ~. Βλ. γιόγκα. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Pilates, 1934, γερμ. ανθρ. J. H. Pilates, γαλλ. ~, 1997] | |
| 40422 | πιλατεύω | πι-λα-τεύ-ω ρ. (μτβ.) {πιλάτ-εψα, πιλατεύ-οντας} (λαϊκό): παιδεύω, ταλαιπωρώ. Πβ. βασανίζω, τριβελίζω. | |
| 40423 | πιλάτος | βλ. Πόντιος Πιλάτος | |
| 40424 | πιλάφι | πι-λά-φι ουσ. (ουδ.): ΜΑΓΕΙΡ. ρύζι βρασμένο και στραγγισμένο, συνήθ. σοταρισμένο με λάδι ή βούτυρο: σπυρωτό ~. ~ με κοτόπουλο/λαχανικά. Γαρίδες/γίδα βραστή με ~. Βλ. γαμο-, μυδο-πίλαφο, ριζότο. ● Υποκ.: πιλαφάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: ατζέμ πιλάφι: ρύζι μαγειρεμένο με κρέας: αρνάκι/μοσχαράκι ~ ~., ιτς πιλάφι: ρύζι μαγειρεμένο με συκωτάκια, συνήθ. κοτόπουλου. [< τουρκ. pilâv] | |
| 40425 | πίλημα | πί-λη-μα ουσ. (ουδ.): είδος χοντρού υφάσματος από συμπιεσμένες ίνες, φυσικές ή τεχνητές: καλύμματα από ~. Πβ. κετσές. Βλ. συμ~, τσόχα. [< μτγν. πίλημα ‘πεπιεσμένο μαλλί’] | |
| 40426 | πίλινγκ | πί-λινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (σπάν.-προφ.) πίλιγκ: απολέπιση της επιδερμίδας με διάφορα μέσα, συνήθ. για την αφαίρεση νεκρών κυττάρων ή την απομάκρυνση χρωματικών αλλοιώσεων: φυτικό/χημικό ~. ~ προσώπου/σώματος. Βλ. δερματοαπόξεση. [< αγγλ. peeling, γαλλ. ~, περ. 1935] | |
| 40427 | πιλοκαρπίνη | πι-λο-καρ-πί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. -ΦΑΡΜΑΚ. αλκαλοειδές (σύμβ. C11H16N2O2) που χρησιμοποιόταν κυρ. παλαιότ. για τη θεραπεία οφθαλμικών παθήσεων, κυρ. του γλαυκώματος. Βλ. -ίνη. [< αγγλ.-γαλλ. pilocarpine] | |
| 40428 | πιλοποιείο | [πιλοποιεῖο] πι-λο-ποι-εί-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.-παλαιότ.): εργαστήριο ή εργοστάσιο κατασκευής καπέλων. Πβ. καπελάδικο, πιλοποιία. Βλ. -ποιείο. [< γαλλ. chapellerie] | |
| 40429 | πιλοποιία | πι-λο-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κατασκευή και παραγωγή καπέλων· συνεκδ. το αντίστοιχο εργοστάσιο. Πβ. πιλοποιείο. Βλ. -ποιία. [< μτγν. πιλοποιία, γαλλ. chapellerie] | |
| 40430 | πιλοποιός | πι-λο-ποι-ός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): τεχνίτης που κατασκευάζει καπέλα. Πβ. καπελάς. Βλ. -ποιός. [< μτγν. πιλοποιός, γαλλ. chapelier] | |
| 40431 | πίλος | [πῖλος] πί-λος ουσ. (αρσ.) (αρχαιοπρ.): καπέλο. [< αρχ. πῖλος] | |
| 40432 | πιλοτάρισμα | πι-λο-τά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): πλοήγηση, διακυβέρνηση σκάφους: ~ αεροπλάνου/ελικοπτέρου. Βλ. -ισμα. | |
| 40433 | πιλοτάρω | πι-λο-τά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.): οδηγώ συνήθ. αεροσκάφος ή πλοίο. Πβ. πλοηγώ. [< ιταλ. pilotare] | |
| 40434 | πιλοτή | πι-λο-τή ουσ. (θηλ.): ανοιχτός χώρος στο ισόγειο κτιρίου, ο οποίος σχηματίζεται από τις κολόνες που τον στηρίζουν και χρησιμοποιείται συνήθ. ως χώρος στάθμευσης των αυτοκινήτων όσων μένουν σε αυτό. [< γαλλ. pilotis – εσφαλμ. πυλωτή] | |
| 40435 | πιλοτήριο | πι-λο-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): κατάλληλα εξοπλισμένος θάλαμος για την πλοήγηση αεροσκάφους, πλοίου ή την οδήγηση αγωνιστικού αυτοκινήτου. Βλ. καμπίνα, -τήριο. ΣΥΝ. κόκπιτ | |
| 40436 | πιλοτικός | , ή, ό πι-λο-τι-κός επίθ.: που βρίσκεται σε δοκιμαστικό στάδιο: ~ός: σχεδιασμός. ~ή: έρευνα/εφαρμογή/λειτουργία. ΣΥΝ. πειραματικός (2) ● επίρρ.: πιλοτικά ● ΣΥΜΠΛ.: πιλοτικό πρόγραμμα βλ. πρόγραμμα [< αγγλ. pilot, 1915] | |
| 40437 | πιλοτίνα | πι-λο-τί-να ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. μικρό σκάφος με το οποίο μεταφέρεται ο πλοηγός από και προς το πλοίο που έχει αναλάβει να οδηγήσει. ΣΥΝ. πλοηγίδα [< ιταλ. pilotina] | |
| 40438 | πιλότος | πι-λό-τος ουσ. (αρσ.) 1. κυβερνήτης αεροσκάφους ή κατ' επέκτ. οδηγός αγωνιστικού αυτοκινήτου: ~ της πολεμικής/πολιτικής αεροπορίας (πβ. αεροπόρος, χειριστής). ~ δοκιμών (= ελέγχει την αντοχή και τις επιδόσεις νέων αεροσκαφών ή αγωνιστικών αυτοκινήτων).|| Γυναίκα ~. 2. (μτφ.) κάτι που παρουσιάζεται ή εφαρμόζεται δοκιμαστικά και χρησιμοποιείται ως οδηγός στη συνέχεια: (ως παραθετικό σύνθ.) έργο/πρόγραμμα/σχέδιο-~. 3. ΝΑΥΤ. πλοηγός. ● ΣΥΜΠΛ.: αυτόματος πιλότος: μηχανισμός πλοήγησης, κυρ. αεροσκάφους, χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση· κατ' επέκτ. οτιδήποτε γίνεται μηχανικά. [< αγγλ. automatic pilot, 1915] [< 1,3: βεν. piloto, ιταλ. pilota, γαλλ. pilote, 1911, αγγλ. pilot 2: αγγλ. pilot] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ