| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 40439 | πιν | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. προσωπικός αριθμός αναγνώρισης που χρησιμοποιείται με κάρτα τραπεζικών συναλλαγών σε ΑΤΜ και είναι απαραίτητος για την πρόσβαση σε συγκεκριμένο λογαριασμό· κωδικός κινητού τηλεφώνου που επιτρέπει τη χρήση του μόνο από τον κάτοχό του ή όποιον τον γνωρίζει: υποκλοπή του ~. Αλλάζω/ξεχνώ το ~ μου. Βλ. πάσγουορντ. [< αγγλ. PIN (Personal Identification Number)] | |
| 40451 | πιν-απ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: νεαρή, γοητευτική γυναίκα που φωτογραφίζεται σε προκλητική πόζα· η αντίστοιχη φωτογραφία: (κ. ως επίθ.) ~ κορίτσια. Βλ. κόβερ-γκερλ. [< αγγλ. pin up, 1943, γαλλ. ~, 1944] | |
| 40440 | πίνα | [πῖνα] πί-να ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΖΩΟΛ. μεγάλο δίθυρο μαλάκιο (επιστ. ονομασ. Pinna) με τριγωνικό μακρύ όστρακο, που απαντά σε θερμές και εύκρατες θάλασσες. Βλ. θαλασσινά, οστρακοειδή, φρούτα της θάλασσας. [< αρχ. πῖνα] | |
| 40441 | πίνακας | πί-να-κας ουσ. (αρσ.) {πινάκ-ων} 1. επίπεδη, συνήθ. ορθογώνια, επιφάνεια, προορισμένη για να γράφει κάποιος πάνω της ή για την ανάρτηση πληροφοριών: σχολικός ~. Μαγνητικός/ξύλινος ~. Γράφω στον ~α με κιμωλία/μαρκαδόρο. Σβήνω τον ~α. Σήκωσε τον μαθητή στον ~α (: για προφορική εξέταση). Βλ. ασπρο~, μαυρο~, υαλο~.|| ~ τσόχας/φελλού. Ηλεκτρονικός ~ αναχωρήσεων-αφίξεων/μηνυμάτων. Ο φωτεινός ~ έγραφε το σκορ. Πβ. ταμπλό. Βλ. πινακίδα, ταμπέλα. 2. έργο ζωγραφικής σε καμβά που είναι στερεωμένος σε ξύλινο πλαίσιο: διάσημος/κλεμμένος ~. ~ με κορνίζα. Ο ~ φιλοτεχνήθηκε από τον ... Το μουσείο απέκτησε/εκθέτει/παρουσιάζει ~ες του ... Πβ. κάδρο. 3. κατάσταση, κατάλογος, λίστα (με γραμμές και στήλες)· απεικόνιση, παρουσίαση ταξινομημένων στοιχείων: βαθμολογικός/λογιστικός/στατιστικός/συγκριτικός ~. (Αλφαβητικός/οριστικός) ~ αποτελεσμάτων/διοριστέων/επιτυχόντων/κατάταξης. Ενιαίος ~ αναπληρωτών (εκπαιδευτικών). Αναλυτικός/συγκεντρωτικός ~ δαπανών. Κατάρτιση ~α. Εγγραφή/καταχώριση στον ~α. Βλ. ίντεξ, πινάκιο.|| (σε βιβλίο, σύγγραμμα ή δικτυακό τόπο) ~ περιεχομένων (πβ. περιεχόμενα)/συμβόλων/συντομογραφιών. 4. ΤΕΧΝΟΛ. πλαίσιο με διακόπτες (στον τοίχο σπιτιού ή κτιρίου) ή μηχανικές διατάξεις (σε όχημα ή μηχάνημα): ηλεκτρικός ~. ~ αυτοματισμού/διανομής ισχύος/πυρανίχνευσης. Ο γενικός ~ της πολυκατοικίας.|| Ψηφιακός ~. ~ ενδείξεων/οργάνων/χειρισμού. Βλ. κονσόλα, πάνελ. 5. ΠΛΗΡΟΦ. ορθογώνια ή τετράγωνη διάταξη για την οργάνωση και παρουσίαση πληροφοριών, η οποία αποτελείται από γραμμές και στήλες που σχηματίζουν κελιά, μέσα στα οποία εισάγονται δεδομένα (π.χ. κείμενο ή γραφικά). 6. ΜΑΘ. σύστημα από αριθμούς που αναγράφονται σε μια διάταξη μ γραμμών και ν στηλών: διαγώνιος/μηδενικός/μοναδιαίος/ορθογώνιος/συμμετρικός/τετραγωνικός/τριγωνικός ~. Ιδιότητες/πράξεις ~ων. ● Υποκ.: πινακάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: μονοδιάστατος πίνακας: ΜΑΘ. που αποτελείται από μία γραμμή., άγραφο χαρτί βλ. άγραφος, αντίστροφος πίνακας βλ. αντίστροφος, Περιοδικός Πίνακας (των Στοιχείων) βλ. περιοδικός, πίνακας ανακοινώσεων βλ. ανακοίνωση, πίνακας ελέγχου βλ. έλεγχος ● ΦΡ.: ζητώ την κεφαλή (κάποιου) επί πίνακι βλ. ζητώ [< αρχ. πίναξ, γαλλ. tableau, table] | |
| 40442 | πινακίδα | πι-να-κί-δα ουσ. (θηλ.) 1. επίπεδη, συνήθ. ορθογώνια ή τετράγωνη, επιφάνεια από σκληρό υλικό, στην οποία αναγράφεται ή παρουσιάζεται κάποια πληροφορία: ~ δρόμου/οδού. ~ του Δήμου/της Τροχαίας. ~ (αναγγελίας) κινδύνου. Απαγορευτικές/διαφημιστικές/ενημερωτικές/επεξηγηματικές/οδικές/πληροφοριακές/προειδοποιητικές ~ες. ~ες έργων/σήμανσης. Φωτεινές ~ες. Ηλεκτρονικές ~ες (μεταβλητών μηνυμάτων). Τοποθετήθηκε ~ με την ένδειξη ... Ακολουθήστε τις ~ες για/προς ... Πβ. επιγραφή. Βλ. πλάκα. ΣΥΝ. ταμπέλα (1) 2. ΑΡΧΑΙΟΛ. πλάκα με εγχάρακτα ή αποτυπωμένα σύμβολα: ξύλινη/πήλινη ~. ~ γραμμικής Β/σφηνοειδούς γραφής. Οι ~ες της Κνωσού/Πύλου. Πβ. δέλτος. ● Υποκ.: πινακιδούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: πινακίδες κυκλοφορίας & (προφ.) πινακίδες: μεταλλικά πλαίσια όπου αναγράφεται ο αριθμός κυκλοφορίας ενός οχήματος: ~ αυτοκινήτων/μοτoσικλετών. Έκδοση ~ων ~. Όχημα με κλεμμένες/κρατικές/ξένες/συμβατικές/υπηρεσιακές ~ες. Tου αφαίρεσαν/πήραν τις ~ες (: δηλ. η Τροχαία, π.χ. για παράνομη στάθμευση). [< αγγλ. number plates] [< 2: μτγν. πινακίς] | |
| 40443 | πινακίδιο | πι-να-κί-δι-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.) 1. μικρός πίνακας ή πινακίδα: ενεπίγραφο ~. (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ γραφής (: για διαδραστική διδασκαλία ή μετατροπή της γραφής χειρός σε ψηφιακά σύμβολα, γράμματα και αριθμούς). Βλ. ετικέτα, -ίδιο. 2. απόδειξη εκτέλεσης χρηματιστηριακής συναλλαγής: ~ αγοράς. [< 1: αρχ. πινακίδιον] | |
| 40444 | πινάκιο | πι-νά-κι-ο ουσ. (ουδ.) {πινακί-ου} (λόγ.) 1. έντυπο, κατάσταση: ~ αμοιβής/παράδοσης. ~α επιταγών. 2. ΝΟΜ. βιβλίο στο οποίο εγγράφονται με αριθμητική σειρά οι υποθέσεις που πρόκειται να εκδικαστούν· το αντίγραφο που αναρτάται έξω από την αίθουσα του δικαστηρίου σε κάθε δικάσιμο. 3. (λόγ.) μικρός πίνακας. 4. (κατά την αρχαία και βυζαντινή εποχή) πιάτο. ● ΦΡ.: αντί/έναντι πινακίου φακής: για κάτι που πουλιέται σε ευτελή τιμή: Ακίνητο που εκχωρήθηκε ~ ~ (ΑΝΤ. μοσχοπουλήθηκε). ΣΥΝ. για ένα κομμάτι/ένα καρβέλι/μια μπουκιά ψωμί [< 3,4: αρχ. πινάκιον 2: μτγν. ~] | |
| 40445 | πινάκλ | πι-νάκλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: παιχνίδι τράπουλας με σαράντα οκτώ χαρτιά το οποίο παίζεται από δύο έως τέσσερα άτομα. [< αμερικ. pinoc(h)le] | |
| 40446 | πινακοειδής | , ής, ές πι-να-κο-ει-δής επίθ. (λόγ.) 1. που είναι οργανωμένος σαν πίνακας (με γραμμές και στήλες). 2. (σπάν.) που μοιάζει με πίνακα, που έχει επίπεδη επιφάνεια. Βλ. -ειδής. [< μτγν. πινακοειδής] | |
| 40447 | πινακοθήκη | πι-να-κο-θή-κη ουσ. (θηλ.) 1. (συνήθ. με κεφαλ. Π) ίδρυμα ή μουσείο και γενικότ. ο χώρος όπου εκτίθενται πίνακες ζωγραφικής: ιδιωτική ~. Δημοτική/Εθνική ~. Βλ. γκαλερί, -θήκη. 2. συλλογή πινάκων ζωγραφικής και κατ' επέκτ. οποιαδήποτε συλλογή με εικόνες: ψηφιακή ~. 3. (μτφ.) έργο όπου περιγράφεται ένα σύνολο κυρ. προσώπων με κοινά στοιχεία. [< μτγν. πινακοθήκη, γερμ. Pinakothek, γαλλ. pinacothèque] | |
| 40448 | πινακοποίηση | πι-να-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΠΛΗΡΟΦ. -ΣΤΑΤΙΣΤ. η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του πινακοποιώ: ~ δεδομένων. Βλ. -ποίηση. [< αγγλ. tabulation] | |
| 40449 | πινακοποιώ | [πινακοποιῶ] πι-να-κο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {πινακοποι-εί, -είται, -ημένος}: ΠΛΗΡΟΦ. -ΣΤΑΤΙΣΤ. αρχειοθετώ στοιχεία σε μορφή πίνακα μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή: Τα παραγόμενα αποτελέσματα ~ούνται για επεξεργασία και εξαγωγή συμπερασμάτων. ~ημένες: τιμές. Βλ. -ποιώ. [< αγγλ. tabulate] | |
| 40450 | πινακωτή | πι-να-κω-τή ουσ. (θηλ.) 1. μακρόστενη ξύλινη σκάφη με πολλές διαδοχικές θήκες, όπου τοποθετούνται τα ζυμωμένα ψωμιά, για να φουσκώσουν, πριν ψηθούν στον φούρνο. 2. {χωρ. πληθ.} (παλαιότ.) είδος ομαδικού παιδικού παιχνιδιού με τη χαρακτηριστική φράση "~, ~ από το άλλο μου τ' αυτί, γιατί 'ναι η μάνα μου κουφή". [< 1: μεσν. πινακωτή] | |
| 40452 | πινγίν | πιν-γίν ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.}: ΓΛΩΣΣ. σύστημα μεταγραφής της κινεζικής γλώσσας με λατινικούς χαρακτήρες στο οποίο οι τόνοι αποδίδονται με διακριτικά σύμβολα. [< αγγλ. pinyin, 1963, γαλλ. ~, περ. 1970, < κινεζ. pīn-yīn] | |
| 40453 | πινγκ πονγκ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΑΘΛ. παιχνίδι που παίζεται από δύο ή τέσσερις παίκτες με μικρές ρακέτες και μπαλάκι πάνω σε ειδικό τραπέζι, το οποίο χωρίζεται στη μέση με χαμηλό δίχτυ. ΣΥΝ. επιτραπέζια αντισφαίριση 2. (μτφ.) μετάθεση ευθυνών: Υπόθεση που έγινε ~ ανάμεσα στις δύο υπηρεσίες. [< 1: εμπορ. ονομασ. αγγλ. ping-pong, 1900, γαλλ. ~, 1901, tennis de table, 1901] | |
| 40454 | πινδαρικός | , ή, ό πιν-δα-ρι-κός επίθ. & πινδάρειος, α, ο: ΦΙΛΟΛ. που σχετίζεται με τον λυρικό ποιητή Πίνδαρο (περ. 520-446 π.Χ.) ή το έργο του. [< μτγν. πινδαρικός] | |
| 40455 | πινέζα | πι-νέ-ζα ουσ. (θηλ.) 1. λεπτό καρφάκι με πλατύ κεφάλι το οποίο χρησιμοποιείται για τη στερέωση συνήθ. χαρτιών και γενικότ. ελαφρών αντικειμένων, κυρ. σε τοίχους και ξύλινες επιφάνειες. 2. (μτφ.-μειωτ.) πολύ κοντός άνθρωπος. Πβ. τάπα1. ● Υποκ.: πινεζούλα (η) ● ΦΡ.: στην πινέζα του χάρτη (προφ.): (για τόπο) πολύ μακριά: Πήρε μετάθεση ~ ~ (= στην παραμεθόριο). [< γαλλ. punaise] | |
| 40456 | πινελάκι | πι-νε-λά-κι ουσ. (ουδ.) 1. (υποκ.) μικρό πινέλο. 2. ειδικό εργαλείο για το βάψιμο των ματιών το οποίο αποτελείται από μία μικρή λαβή και ένα σφουγγαράκι. | |
| 40457 | πινελιά | πι-νε-λιά ουσ. (θηλ.) 1. ίχνος χρώματος από πινέλο σε μια επιφάνεια και κατ' επέκτ. ο χρωματισμός ή η κίνηση του ζωγράφου με το πινέλο πάνω στον πίνακα: κόκκινες ~ιές.|| Αδρές/ζωηρές/λεπτές ~ιές. 2. (μτφ.) λεπτομέρεια: Βάλτε ανοιξιάτικες/μεσογειακές/μοντέρνες/φωτεινές ~ιές στη διακόσμηση του σπιτιού σας. Μπαίνουν οι τελευταίες ~ιές στον προϋπολογισμό. Πβ. τόνος1. ΣΥΝ. νότα1 (2) | |
| 40458 | πινέλο | πι-νέ-λο ουσ. (ουδ.): εργαλείο που αποτελείται από μία λαβή, στην άκρη της οποίας προσαρμόζεται θύσανος από τρίχες, και χρησιμοποιείται για το άπλωμα συνήθ. μπογιάς σε μια επιφάνεια: λεπτό/μαλακό ~. ~ με συνθετική τρίχα. ~ ζωγραφικής (= χρωστήρας). Βλ. στραβοπίνελο. || (για άλλες χρήσεις) ~ σιλικόνης. ~ ζαχαροπλαστικής/κουζίνας/ξυρίσματος/χειλιών.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ μορφοποίησης. [< ιταλ. pennello] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ