| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 40449 | πινακοποιώ | [πινακοποιῶ] πι-να-κο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {πινακοποι-εί, -είται, -ημένος}: ΠΛΗΡΟΦ. -ΣΤΑΤΙΣΤ. αρχειοθετώ στοιχεία σε μορφή πίνακα μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή: Τα παραγόμενα αποτελέσματα ~ούνται για επεξεργασία και εξαγωγή συμπερασμάτων. ~ημένες: τιμές. Βλ. -ποιώ. [< αγγλ. tabulate] | |
| 40450 | πινακωτή | πι-να-κω-τή ουσ. (θηλ.) 1. μακρόστενη ξύλινη σκάφη με πολλές διαδοχικές θήκες, όπου τοποθετούνται τα ζυμωμένα ψωμιά, για να φουσκώσουν, πριν ψηθούν στον φούρνο. 2. {χωρ. πληθ.} (παλαιότ.) είδος ομαδικού παιδικού παιχνιδιού με τη χαρακτηριστική φράση "~, ~ από το άλλο μου τ' αυτί, γιατί 'ναι η μάνα μου κουφή". [< 1: μεσν. πινακωτή] | |
| 40452 | πινγίν | πιν-γίν ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.}: ΓΛΩΣΣ. σύστημα μεταγραφής της κινεζικής γλώσσας με λατινικούς χαρακτήρες στο οποίο οι τόνοι αποδίδονται με διακριτικά σύμβολα. [< αγγλ. pinyin, 1963, γαλλ. ~, περ. 1970, < κινεζ. pīn-yīn] | |
| 40453 | πινγκ πονγκ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΑΘΛ. παιχνίδι που παίζεται από δύο ή τέσσερις παίκτες με μικρές ρακέτες και μπαλάκι πάνω σε ειδικό τραπέζι, το οποίο χωρίζεται στη μέση με χαμηλό δίχτυ. ΣΥΝ. επιτραπέζια αντισφαίριση 2. (μτφ.) μετάθεση ευθυνών: Υπόθεση που έγινε ~ ανάμεσα στις δύο υπηρεσίες. [< 1: εμπορ. ονομασ. αγγλ. ping-pong, 1900, γαλλ. ~, 1901, tennis de table, 1901] | |
| 40454 | πινδαρικός | , ή, ό πιν-δα-ρι-κός επίθ. & πινδάρειος, α, ο: ΦΙΛΟΛ. που σχετίζεται με τον λυρικό ποιητή Πίνδαρο (περ. 520-446 π.Χ.) ή το έργο του. [< μτγν. πινδαρικός] | |
| 40455 | πινέζα | πι-νέ-ζα ουσ. (θηλ.) 1. λεπτό καρφάκι με πλατύ κεφάλι το οποίο χρησιμοποιείται για τη στερέωση συνήθ. χαρτιών και γενικότ. ελαφρών αντικειμένων, κυρ. σε τοίχους και ξύλινες επιφάνειες. 2. (μτφ.-μειωτ.) πολύ κοντός άνθρωπος. Πβ. τάπα1. ● Υποκ.: πινεζούλα (η) ● ΦΡ.: στην πινέζα του χάρτη (προφ.): (για τόπο) πολύ μακριά: Πήρε μετάθεση ~ ~ (= στην παραμεθόριο). [< γαλλ. punaise] | |
| 40456 | πινελάκι | πι-νε-λά-κι ουσ. (ουδ.) 1. (υποκ.) μικρό πινέλο. 2. ειδικό εργαλείο για το βάψιμο των ματιών το οποίο αποτελείται από μία μικρή λαβή και ένα σφουγγαράκι. | |
| 40457 | πινελιά | πι-νε-λιά ουσ. (θηλ.) 1. ίχνος χρώματος από πινέλο σε μια επιφάνεια και κατ' επέκτ. ο χρωματισμός ή η κίνηση του ζωγράφου με το πινέλο πάνω στον πίνακα: κόκκινες ~ιές.|| Αδρές/ζωηρές/λεπτές ~ιές. 2. (μτφ.) λεπτομέρεια: Βάλτε ανοιξιάτικες/μεσογειακές/μοντέρνες/φωτεινές ~ιές στη διακόσμηση του σπιτιού σας. Μπαίνουν οι τελευταίες ~ιές στον προϋπολογισμό. Πβ. τόνος1. ΣΥΝ. νότα1 (2) | |
| 40458 | πινέλο | πι-νέ-λο ουσ. (ουδ.): εργαλείο που αποτελείται από μία λαβή, στην άκρη της οποίας προσαρμόζεται θύσανος από τρίχες, και χρησιμοποιείται για το άπλωμα συνήθ. μπογιάς σε μια επιφάνεια: λεπτό/μαλακό ~. ~ με συνθετική τρίχα. ~ ζωγραφικής (= χρωστήρας). Βλ. στραβοπίνελο. || (για άλλες χρήσεις) ~ σιλικόνης. ~ ζαχαροπλαστικής/κουζίνας/ξυρίσματος/χειλιών.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ μορφοποίησης. [< ιταλ. pennello] | |
| 40459 | πινένιο | πι-νέ-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. καθεμία από τις δύο ισομερείς μορφές τερπενικών υδρογονανθράκων (σύμβ. C10H16), που αποτελούν κύρια συστατικά του τερεβινθέλαιου και χρησιμοποιούνται κυρ. ως διαλύτες: α-~, β-~. [< αγγλ. pinene] | |
| 40460 | πινιάτα | πι-νιά-τα ουσ. (θηλ.): χειροποίητη πολύχρωμη κατασκευή από συμπιεσμένο χαρτόνι, παραγεμισμένη με λιχουδιές και παιχνιδάκια, την οποία τα παιδιά χτυπούν με ξύλα μέχρι να σπάσει και να μοιραστούν το περιεχόμενό της· συνεκδ. το αντίστοιχο παιχνίδι. [< ισπ. piñata] | |
| 40461 | πινοκύτωση | πι-νο-κύ-τω-ση ουσ. (θηλ.) & πινοκυττάρωση: ΒΙΟΛ. διεργασία με την οποία τα κύτταρα απορροφούν εξωκυτταρικά υγρά. [< αγγλ. pinocytosis < pino < πίνω + cyt- -osis, γαλλ. pinocytose, 1931] | |
| 40462 | πίνσερ | πίν-σερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΩΟΛ. μικρόσωμο ή μετρίου μεγέθους σκυλί ράτσας, με κοντό, απαλό και στιλπνό τρίχωμα μαύρου ή καστανού χρώματος και κομμένη συνήθ. ουρά, που εκτρέφεται ως φύλακας: ~ μινιατούρα. Βλ. ντόπερμαν. [< γερμ. Pincher] | |
| 40463 | πίντα | πί-ντα ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & (σπάν.) πιντ (το): ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης όγκου (σύμβ. pt ή p), με χρήση κυρ. στη Μ. Βρετανία, στις ΗΠΑ και στον Καναδά· συνεκδ. δοχείο αντίστοιχης χωρητικότητας ή το περιεχόμενό του. [< αγγλ. pint] | |
| 40465 | πίνω | πί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έπινα, ήπια, πιω (προστ. πιες, πιείτε), πίν-εται, -οντας, πιωμένος} 1. εισάγω υγρό από τη στοματική κοιλότητα στο στομάχι: ~ πορτοκαλάδα/(ένα φλιτζάνι) τσάι. Έπινε το γάλα του αργά-αργά/γουλιά-γουλιά. Ήπιε τον χυμό μονορούφι/στα γρήγορα. Μην ~εις από το μπουκάλι! Δεν ~ αναψυκτικά.|| Πώς τον ~εις (= τον προτιμάς) τον καφέ σου;|| Ήπιε το χάπι με ένα ποτήρι νερό. Βλ. κατα~, σιγο~. 2. καταναλώνω αλκοόλ: ~ει με μέτρο. Δεν ~ει ούτε σταγόνα (πβ. απέχω).|| (σε πρόποση) ~ στην υγειά σας/εις υγείαν όλων!|| (για αλκοολικό) Άρχισε πάλι/σταμάτησε να ~ει.|| Είχε πιει (= μεθύσει) και παραπατούσε.|| Πού και πού ~ει (= κατεβάζει) ένα ποτηράκι. 3. (λαϊκό) καπνίζω ή παίρνω ναρκωτικά: Έπινε μαύρο/πρέζα. ● πίνει (μτφ.) 1. απορροφά: Αφήνουμε το φαγητό να σιγοβράσει μέχρι να πιει (= ρουφήξει, τραβήξει) το ζουμί του. Μη ρίχνεις άλλο νερό στο φυτό, μέχρι να το πιει (: το φυτό ή το χώμα). 2. (προφ., για ύφασμα) στενεύει με το πλύσιμο: Η μπλούζα ήπιε (= μάζεψε, μπήκε) στο πλυντήριο. ● Παθ.: πίνεται: (συνήθ. με άρνηση δεν) καταναλώνεται: Αυτό το κρασί δεν ~ (: είναι κακής ποιότητας ή ξινισμένο). Το νερό δεν ~ (: δεν είναι πόσιμο).|| Ποτό που ~ με πάγο/στους ... βαθμούς Κελσίου/σε ψηλό ποτήρι. ● ΦΡ.: τα πίνω (προφ.): καταναλώνω αλκοόλ (συνήθ. σε μεγάλη ποσότητα): ~ ~ει με φίλους. Πβ. τα/το τσούζω. Βλ. τα σπάω., τον ήπιαμε (αργκό): την πατήσαμε, την βάψαμε, την κάτσαμε., Γιάννης κερνά(ει), Γιάννης πίνει βλ. Γιάννης, ήπιε το αμίλητο νερό βλ. αμίλητος, ληγμένα παίρνεις/πίνεις; βλ. ληγμένος, να το(ν)/την πιεις στο ποτήρι βλ. ποτήρι, να/ας πιει ξίδι (να ξεθυμώσει/να του περάσει) βλ. ξίδι, ό,τι φάμε κι ό,τι πιούμε (κι ό,τι αρπάξει ο κώλος μας) βλ. τρώω, πίνει σαν σφουγγάρι/νεροφίδα βλ. σφουγγάρι, πίνει/ρουφάει/τραβάει σαν σφουγγάρι βλ. σφουγγάρι, πίνω νερό στο όνομα κάποιου βλ. νερό, πίνω το πικρό ποτήρι βλ. ποτήρι, πίνω φαρμάκι(α) βλ. φαρμάκι, ρουφάει/πίνει το αίμα/το μεδούλι κάποιου βλ. ρουφώ, τρώω/καταβροχθίζω/πίνω/κατεβάζω τον αγλέο(υ)ρα/το καταπέτασμα/τ' άντερά μου/τον άμπακα/τον αβλέμονα βλ. αγλέουρας ● βλ. πιωμένος [< αρχ. πίνω 3: μεσν. πίνω < τουρκ. içmek] | |
| 40466 | πίξελ | πί-ξελ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ -ς}: ΤΕΧΝΟΛ. το μικρότερο στοιχείο ανάλυσης μιας εικόνας σε οθόνη. Βλ. μεγα~. ΣΥΝ. εικονοστοιχείο [< αμερικ. pixel (picture element), 1965, γαλλ. ~, 1978] | |
| 40467 | πιξελιάζει | πι-ξε-λιά-ζει ρ. (προφ.): (για ψηφιακή εικόνα) γίνονται διακριτά με το μάτι τα στοιχεία (πίξελς) που την αποτελούν λόγω κακής ανάλυσης: Η οθόνη/τηλεόραση ~. | |
| 40468 | πιξέλιασμα | πι-ξέ-λια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): ΤΕΧΝΟΛ. η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του πιξελιάζει: ~ εικόνας. | |
| 40469 | πιο | επίρρ. & (λαϊκό) πλιο: περισσότερο, πλέον (για τον περιφραστικό σχηματισμό του συγκριτικού και του υπερθετικού βαθμού): (στον συγκρ.) (+ επίθ.) Είναι ~ φιλόζωος από τον αδερφό του. (+ επίρρ.) Το χωριό του βρίσκεται ~ ψηλά (= ψηλότερα) από το δικό μου. (+ ουσ.) Είναι ~ μάγκας από σένα. Κάνει ~ ζέστη/κρύο από χθες.|| (στον υπερθ.) Ο ~ γνωστός καλλιτέχνης. Ο ~ ευτυχισμένος άνθρωπος. [< μεσν. πλιο < αρχ. πλέον] | |
| 40470 | πιολέ | πι-ο-λέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ορειβατική σκαπάνη που χρησιμοποιείται σε αναρριχήσεις, κυρ. σε χιονισμένες πλαγιές. Βλ. μπατόν. [< γαλλ. piolet] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ