| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 40471 | πιόμα | βλ. πιώμα | |
| 40472 | πιόνι | πιό-νι ουσ. (ουδ.) {πιον-ιού} 1. (στο σκάκι) το στρατιωτάκι, αλλά και καθένα από τα δεκαέξι κομμάτια που ο κάθε παίκτης τοποθετεί στη σκακιέρα στην αρχή της παρτίδας· κατ' επέκτ. πούλι: λευκά/μαύρα ~ια. Μεταλλικά/ξύλινα/πλαστικά ~ια. 2. (μτφ.-μειωτ.) άβουλο άτομο που το κατευθύνουν και το χρησιμοποιούν άλλοι: Έγινε ~ στα σχέδιά τους. Πβ. άθυρμα, ανδρείκελο, ενεργούμενο, μαριονέτα, υποχείριο, φερέφωνο. ● Υποκ.: πιονάκι (το) [< γαλλ. pion] | |
| 40473 | πιονιέρος | πιο-νιέ-ρος ουσ. (αρσ.) & πιονέρος: αυτός που καινοτομεί, ανοίγει νέους δρόμους, πρωτοπόρος: ~ της οικολογίας. ΣΥΝ. μπροστάρης (1), πρωτεργάτης, σκαπανέας (1) ΑΝΤ. ουραγός [< γαλλ. pionnier] | |
| 40474 | πιόνιο | πι-ό-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΦΥΣ. ΠΥΡ. στοιχειώδες σωματίδιο (σύμβ. π)· τύπος μεσονίου, που αποτελείται από ένα κουάρκ και ένα αντικουάρκ και μπορεί να είναι αρνητικά, θετικά ή ουδέτερα φορτισμένο. Βλ. μιόνιο. [< αγγλ. pion, 1950 < pi-meson, γαλλ. ~, 1957] | |
| 40475 | πιότερο | πιό-τε-ρο επίρρ. (λαϊκό-λογοτ.): περισσότερο: Μοιάζει στον πατέρα του ~ από όλους. Αυτό που με πονάει ~ είναι η αχαριστία του. [< μεσν. πλεότερον, π(λ)ιότερο(ν)] | |
| 40476 | πιότερος | , η, ο πιό-τε-ρος επίθ. (λαϊκό-λογοτ.): περισσότερος: Συνέχισαν με ~η μανία τον καβγά τους. [< μεσν. πιότερος] | |
| 40477 | πιοτής | πιο-τής ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-παλαιότ.): πότης. | |
| 40478 | πιοτί | πι-ο-τί ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ποτό. | |
| 40479 | πιοτό | : βλ. ποτό | |
| 40480 | πίπα | πί-πα ουσ. (θηλ.) 1. αντικείμενο που αποτελείται από μια μικρή κοιλότητα, όπου τοποθετείται και ανάβεται ο καπνός, και από έναν σωλήνα με επιστόμιο από όπου εισπνέεται: Καπνίζει ~. Ανάβω την ~ μου. ΣΥΝ. καπνοσύριγγα (1), τσιμπούκι (1) 2. σωληνοειδές αντικείμενο για το κάπνισμα, στην άκρη του οποίου τοποθετείται το τσιγάρο: μακριά ~. 3. ΤΕΧΝΟΛ. πρόσθετο άκρο που προσαρμόζεται σε σωλήνα: ~ μπουζί. 4. {κυρ. στον πληθ.} (προφ.) ανοησία, βλακεία. 5. (λ. ταμπού) πεολειξία. ● ΣΥΜΠΛ.: η πίπα της ειρήνης: που κάπνιζαν τελετουργικά οι Ινδιάνοι, για να επικυρώσουν ειρηνική συμφωνία· κατ' επέκτ. συμφιλίωση. [< γαλλ. le calumet de la paix, αγγλ. peace pipe], [< ιταλ. pipa, γαλλ. pipe] | |
| 40481 | πιπεράδα | πι-πε-ρά-δα ουσ. (θηλ.) 1. γεύση πιπεριού: λάδι/τυρί με έντονη ~. 2. ΜΑΓΕΙΡ. ομελέτα με ντομάτα και πιπεριές. Πβ. στραπατσάδα. Βλ. -άδα. [< 2: γαλλ. pipérade, 1926] | |
| 40482 | πιπεραζίνη | πι-πε-ρα-ζί-νη ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. λευκή κρυσταλλική οργανική ένωση (σύμβ. C4H10N2) η οποία χρησιμοποιείται ως αντιρευματικό φάρμακο, ενώ καταπολεμά και τα σκουλήκια που παρασιτούν στο έντερο. Βλ. -ίνη. [< αγγλ. piperazine] | |
| 40483 | πιπεράτος | , η, ο [πιπερᾶτος] πι-πε-ρά-τος επίθ. 1. που έχει έντονη και καυτερή γεύση όπως το πιπέρι: ~η: σάλτσα. ~ο: φιλέτο. Βλ. -άτος. 2. (μτφ.) τολμηρός, πικάντικος: ~η: είδηση/ιστορία/λεπτομέρεια. ~ο: θέμα/χιούμορ. ~α: αστεία. Πβ. σκαμπρόζικος. [< μεσν. πιπεράτος] | |
| 40484 | πιπέρι | πι-πέ-ρι ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. μπαχαρικό με καυτερή γεύση που λαμβάνεται από τους καρπούς του μαύρου πέπερι· κατ' επέκτ. ονομασία μπαχαρικών που παράγονται από κόκκινες, μικρές, καυτερές ή γλυκές πιπεριές: άσπρο ή λευκό (: από την αφαίρεση του περικαρπίου)/ινδικό/μαύρο (: από αποξηραμένους ώριμους καρπούς· μαυροπίπερο)/πράσινο (: από άγουρους καρπούς) ~. Φρεσκοτριμμένο/χοντροαλεσμένο/χοντρό/ψιλό ~. ~ σε κόκκους/σκόνη. Αλάτι και ~ (= αλατοπίπερο). Μύλος ~ιού. Βάζω/ρίχνω ~ στο φαγητό. Πασπαλίζω με ~.|| Κόκκινο (= καγιέν, μπούκοβο, πάπρικα)/ροζ ~. Βλ. τσίλι. ● Υποκ.: πιπεράκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: σπρέι πιπεριού βλ. σπρέι ● ΦΡ.: όποιος έχει πολύ πιπέρι, βάζει/ρίχνει και στα λάχανα (παροιμ.): όποιος έχει κάτι σε αφθονία (κυρ. χρήματα), το ξοδεύει άσκοπα., πιπέρι στο στόμα/στη γλώσσα!: ως επίπληξη συνήθ. σε παιδί που είπε βρισιά ή μίλησε απρεπώς: (Θα σου βάλω) ~ ~ άμα ξαναβρίσεις/το ξαναπείς! [< μεσν. πιπέρι(ο)ν < μτγν. πίπερι < αρχ. πέπερι] | |
| 40485 | πιπεριά | πι-πε-ριά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ποώδες φυτό (γένος Capsicum) με ξυλώδεις βλαστούς, μικρά πράσινα φύλλα και λευκά άνθη· κυρ. ο ομώνυμος καρπός, που έχει ποικίλο σχήμα, σαρκώδες εξωτερικό περίβλημα και σπόρους στο εσωτερικό και τρώγεται μαγειρεμένος ή ωμός σε σαλάτες και ως ορεκτικό ή μπαχαρικό: καυτερή/κίτρινη/κόκκινη (πβ. τσίλι)/πράσινη ~. ~ φλάσκα. ~ιές Φλωρίνης. Ντομάτες και ~ιές γεμιστές με ρύζι. Βλ. μπούκοβο, ταμπάσκο. ● Υποκ.: πιπερίτσα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: πιπεριά κέρατο: που έχει μακρόστενο κερατοειδές σχήμα. | |
| 40486 | πιπεριέρα | πι-πε-ριέ-ρα ουσ. (θηλ.): μικρό επιτραπέζιο σκεύος με τρύπες στη μια άκρη, για να ρίχνουμε πιπέρι σε ορισμένα φαγητά. Βλ. αλατιέρα, -ιέρα. | |
| 40487 | πιπερίζει | πι-πε-ρί-ζει ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.}: (για φαγητό) έχει, αποκτά τη γεύση του πιπεριού. [< μτγν. πεπερίζω] | |
| 40488 | πιπερίνη | πι-πε-ρί-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. αλκαλοειδές (σύμβ. C17H19NO3) στο οποίο οφείλεται η καυτερή γεύση του μαύρου πιπεριού· έχει ευεργετική δράση στο πεπτικό σύστημα, αλλά η υπερβολική ποσότητα μπορεί να ερεθίσει το στομάχι. Βλ. -ίνη. [< γαλλ. pipérine] | |
| 40489 | πίπερμαν | πί-περ-μαν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ηδύποτο με άρωμα μέντας. [< γαλλ. pippermint] | |
| 40490 | πιπερονάλη | πι-πε-ρο-νά-λη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. λευκή στερεή κρυσταλλική οργανική ένωση (σύμβ. C8H6O3) με οσμή ηλιοτροπίου που χρησιμοποιείται σε αρώματα, εντομοαπωθητικά και ως τοπικό αναισθητικό. [< αγγλ. piperonal] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ