Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [41080-41100]

IDΛήμμαΕρμηνεία
40491πιπερόριζαπι-πε-ρό-ρι-ζα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. -ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Zingiber officinale) και ιδ. η ομώνυμη ρίζα του, που χρησιμοποιείται στη μαγειρική, τη φαρμακευτική, την αρωματοποιία και την ποτοποιία: φρέσκια ~. Σκόνη ~ας. Πβ. τζίντζερ. [< μεσν. πιπερόριζα]
40492πιπερώνωπι-πε-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {πιπέρω-σα, -θεί, -μένος, πιπερών-οντας}: ρίχνω πιπέρι σε φαγητό, για να νοστιμίσει: ~ώστε καλά το κρέας/τα λαχανικά/τις πατάτες/τα ψάρια. Βλ. αλατίζω, αλατο~.
40493πιπέταπι-πέ-τα ουσ. (θηλ.): λεπτός σωλήνας, συνήθ. γυάλινος ή πλαστικός, που φέρει διαβαθμίσεις και χρησιμοποιείται σε εργαστήριο για την ακριβή μέτρηση και μεταφορά υγρών με αναρρόφηση ή ως δοσομετρητής φαρμάκων: ογκομετρική ~. ~ δειγματοληψίας. Πβ. προχοΐδα. Βλ. -έτα. ΣΥΝ. σιφώνιο [< γαλλ. pipette]
40494πιπίπι-πί ουσ. (ουδ.) (λ. νηπιακή): τα εξωτερικά γεννητικά όργανα των μωρών, ιδ. τα ανδρικά· (κυρ-κατ' επέκτ.) ούρηση: (οικ.) Κάνω/πάω για ~ (= κατουρώ). ΣΥΝ. τσίσα (1) [< γαλλ.-ιταλ. pipi]
40495πίπιζαπί-πι-ζα ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. ζουρνάς. [< αλβ. pipëza]
40496πιπίλαπι-πί-λα ουσ. (θηλ.) 1. τεχνητή θηλή που δίνεται στα βρέφη ως υποκατάστατο θηλασμού ή γενικότ. για να τα ηρεμούν· κατ' επέκτ. κάθε παρόμοιο αντικείμενο: πλαστική ~. Το παιδί έκοψε/πέταξε/σταμάτησε νωρίς την ~.|| Λαστιχένιες ~ες για μπιμπερό. 2. πιπίλισμα. 3. (μτφ.-αρνητ. συνποδ.) ανούσια και κουραστική επανάληψη λόγων, επιχειρημάτων σχετικά με μια κατάσταση: Χρόνια τώρα αναμασιέται η ίδια ~. Πβ. καραμέλα, τσίχλα.
40497πιπιλιάπι-πι-λιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): προσωρινό μελανό σημάδι στο δέρμα που προκαλείται από ερωτικό ρουφηχτό φιλί: ~ στο λαιμό.
40498πιπιλίζωπι-πι-λί-ζω ρ. (μτβ.) {πιπίλισα} & πιπιλώ & πιπιλάω 1. μιμούμαι τις θηλαστικές κινήσεις: Τα μωρά ~ουν το δάχτυλό τους (= βυζαίνουν). 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) επαναλαμβάνω επίμονα και κουραστικά, αναμασώ τα ίδια και τα ίδια: ~ει συνέχεια τη γνωστή θεωρία. Πβ. μηρυκάζω. ● ΦΡ.: πιπιλίζω το μυαλό κάποιου: τον ζαλίζω, λέγοντας ξανά και ξανά το ίδιο πράγμα. [< 1: μεσν. πιπιλίζω]
40500πιπίνιπι-πί-νι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. νεαρό και όμορφο κορίτσι ή σπανιότ. αγόρι: ξανθό ~. Πβ. γκομενάκι. 2. πιτσούνι.
40501πίπτωπί-πτω ρ. (λόγ.): πέφτω, μόνο στη ● ΦΡ.: όπου δεν πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος & όπου δεν πέφτει λόγος, πέφτει ράβδος: όποιος δεν συνετίζεται με συμβουλές ή λογικά επιχειρήματα, συμμορφώνεται με σωματική ή ψυχολογική βία: Δεν υπάρχουν πλέον περιθώρια νουθεσιών· ~ ~. [< αρχ. πίπτω]
40502πιράνχαςπι-ράν-χας ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & πιράνχα 1. ΙΧΘΥΟΛ. σαρκοβόρο ψάρι (γένος Serrasalmus), μικρό σε μέγεθος, με πεπλατυσμένο σώμα, ασημένια και κόκκινα λέπια και χαρακτηριστικά κοφτερά δόντια, που το καθιστούν πολύ επικίνδυνο για τον άνθρωπο: Τα περισσότερα ~ ζουν στους ποταμούς της Νότιας Αμερικής. 2. (μτφ.) αδίστακτος, καιροσκόπος: αχόρταγα ~. Καραδοκούν σαν τα ~. [< αγγλ. piranha, πορτ. ~]
40503πιρέξβλ. πυρέξ
40504πιρόγαπι-ρό-γα ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. ελαφριά μακρόστενη βάρκα με κουπιά που κατασκευάζεται από κορμό δέντρου και χρησιμοποιείται σήμερα από ιθαγενείς κυρ. της Αφρικής και της Ωκεανίας. Πβ. καγιάκ, κανό, μονόξυλο. [< γαλλ. pirogue]
40505πιροπλάσμωσηπι-ρο-πλά-σμω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χρόνια ασυμπτωματική νόσος που προκαλείται από παράσιτο (γένος Babesia) των ερυθρών αιμοσφαιρίων και μεταδίδεται στα ζώα και στον άνθρωπο με τσίμπημα τσιμπουριού. Βλ. αναιμία, ελονοσία. [< αγγλ. piroplasmosis, 1901, ιταλ. piroplasmosi, 1956]
40506πίροςπί-ρος ουσ. (αρσ.) & πείρος 1. ΤΕΧΝΟΛ. μπουλόνι. 2. πώμα ή είδος στρόφιγγας σε βαρέλι, για να αντλείται το κρασί. 3. ΝΑΥΤ. βούλωμα που κλείνει την τρύπα στον πάτο βάρκας. ● Υποκ.: πιράκι (το) [< μεσν. πίρος < ιταλ. piro]
40507πιροσκίπι-ρο-σκί ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. είδος πίτας με γέμιση συνήθ. από τυρί και ζαμπόν, κιμά ή λουκάνικο: ~ με πατάτα. Βλ. πεϊνιρλί. [< γαλλ. pirojki, 1938 < ρωσ. pirozhki]
40508πιρουέταπι-ρου-έ-τα ουσ. (θηλ.) 1. (στον χορό και τις παγοδρομίες) φιγούρα με επιτόπια πλήρη περιστροφή στη μύτη των δαχτύλων του ενός ποδιού γύρω από τον κάθετο άξονα του σώματος: τριπλή ~. Βλ. τουίστ. 2. {κυρ. στον πληθ.} (μτφ.) απότομη μεταστροφή γνώμης: επικοινωνιακές/λεκτικές/πολιτικές ~ες. Βλ. -έτα. [< ιταλ. piruetta, γαλλ. pirouette]
40509πιρούναπι-ρού-να ουσ. (θηλ.) 1. μαγειρικό σκεύος που έχει μακριά λαβή με δύο έως τέσσερα αιχμηρά άκρα και χρησιμοποιείται για ανακάτεμα ή σερβίρισμα φαγητού· κατ' επέκτ. οτιδήποτε έχει αντίστοιχο σχήμα: μεταλλική/ξύλινη ~. ~ σαλάτας. Βλ. κουτάλα.|| ~ κηπουρικής. 2. χτένα με αραιά δόντια για το ξεμπέρδεμα των μαλλιών. Βλ. βούρτσα.
40510πιρούνιπι-ρού-νι ουσ. (ουδ.) 1. μικρό επιτραπέζιο μαγειρικό σκεύος με μακριά λαβή και δύο έως τέσσερα αιχμηρά άκρα, με το οποίο τρώγονται οι στερεές τροφές: ασημένιο/ξύλινο/πλαστικό ~. ~ της σαλάτας. Βλ. κουτάλι, μαχαίρι, -ούνι. 2. ΤΕΧΝΟΛ. μέρος του σκελετού δικύκλων, στο οποίο τοποθετείται ο μπροστινός τροχός: τηλεσκοπικά ~ια. ~ ανάρτησης. ~ια ποδηλάτου. ● Υποκ.: πιρουνάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: γερό/γρήγορο πιρούνι (προφ.): για πρόσωπο που τρώει πολύ ή γρήγορα και λαίμαργα. [< μεσν. πιρούνι]
40511πιρουνιάπι-ρου-νιά ουσ. (θηλ.) 1. η ποσότητα τροφής που πιάνεται σε ένα πιρούνι: ~ σαλάτας. Μια ~ μακαρόνια/χόρτα. 2. τρύπημα με πιρούνι και το αντίστοιχο σημάδι.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.