Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [41080-41100]

IDΛήμμαΕρμηνεία
40480πίπαπί-πα ουσ. (θηλ.) 1. αντικείμενο που αποτελείται από μια μικρή κοιλότητα, όπου τοποθετείται και ανάβεται ο καπνός, και από έναν σωλήνα με επιστόμιο από όπου εισπνέεται: Καπνίζει ~. Ανάβω την ~ μου. ΣΥΝ. καπνοσύριγγα (1), τσιμπούκι (1) 2. σωληνοειδές αντικείμενο για το κάπνισμα, στην άκρη του οποίου τοποθετείται το τσιγάρο: μακριά ~. 3. ΤΕΧΝΟΛ. πρόσθετο άκρο που προσαρμόζεται σε σωλήνα: ~ μπουζί. 4. {κυρ. στον πληθ.} (προφ.) ανοησία, βλακεία. 5. (λ. ταμπού) πεολειξία. ● ΣΥΜΠΛ.: η πίπα της ειρήνης: που κάπνιζαν τελετουργικά οι Ινδιάνοι, για να επικυρώσουν ειρηνική συμφωνία· κατ' επέκτ. συμφιλίωση. [< γαλλ. le calumet de la paix, αγγλ. peace pipe], [< ιταλ. pipa, γαλλ. pipe]
40481πιπεράδαπι-πε-ρά-δα ουσ. (θηλ.) 1. γεύση πιπεριού: λάδι/τυρί με έντονη ~. 2. ΜΑΓΕΙΡ. ομελέτα με ντομάτα και πιπεριές. Πβ. στραπατσάδα. Βλ. -άδα. [< 2: γαλλ. pipérade, 1926]
40482πιπεραζίνηπι-πε-ρα-ζί-νη ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. λευκή κρυσταλλική οργανική ένωση (σύμβ. C4H10N2) η οποία χρησιμοποιείται ως αντιρευματικό φάρμακο, ενώ καταπολεμά και τα σκουλήκια που παρασιτούν στο έντερο. Βλ. -ίνη. [< αγγλ. piperazine]
40483πιπεράτος, η, ο [πιπερᾶτος] πι-πε-ρά-τος επίθ. 1. που έχει έντονη και καυτερή γεύση όπως το πιπέρι: ~η: σάλτσα. ~ο: φιλέτο. Βλ. -άτος. 2. (μτφ.) τολμηρός, πικάντικος: ~η: είδηση/ιστορία/λεπτομέρεια. ~ο: θέμα/χιούμορ. ~α: αστεία. Πβ. σκαμπρόζικος. [< μεσν. πιπεράτος]
40484πιπέριπι-πέ-ρι ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. μπαχαρικό με καυτερή γεύση που λαμβάνεται από τους καρπούς του μαύρου πέπερι· κατ' επέκτ. ονομασία μπαχαρικών που παράγονται από κόκκινες, μικρές, καυτερές ή γλυκές πιπεριές: άσπρο ή λευκό (: από την αφαίρεση του περικαρπίου)/ινδικό/μαύρο (: από αποξηραμένους ώριμους καρπούς· μαυροπίπερο)/πράσινο (: από άγουρους καρπούς) ~. Φρεσκοτριμμένο/χοντροαλεσμένο/χοντρό/ψιλό ~. ~ σε κόκκους/σκόνη. Αλάτι και ~ (= αλατοπίπερο). Μύλος ~ιού. Βάζω/ρίχνω ~ στο φαγητό. Πασπαλίζω με ~.|| Κόκκινο (= καγιέν, μπούκοβο, πάπρικα)/ροζ ~. Βλ. τσίλι. ● Υποκ.: πιπεράκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: σπρέι πιπεριού βλ. σπρέι ● ΦΡ.: όποιος έχει πολύ πιπέρι, βάζει/ρίχνει και στα λάχανα (παροιμ.): όποιος έχει κάτι σε αφθονία (κυρ. χρήματα), το ξοδεύει άσκοπα., πιπέρι στο στόμα/στη γλώσσα!: ως επίπληξη συνήθ. σε παιδί που είπε βρισιά ή μίλησε απρεπώς: (Θα σου βάλω) ~ ~ άμα ξαναβρίσεις/το ξαναπείς! [< μεσν. πιπέρι(ο)ν < μτγν. πίπερι < αρχ. πέπερι]
40485πιπεριάπι-πε-ριά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ποώδες φυτό (γένος Capsicum) με ξυλώδεις βλαστούς, μικρά πράσινα φύλλα και λευκά άνθη· κυρ. ο ομώνυμος καρπός, που έχει ποικίλο σχήμα, σαρκώδες εξωτερικό περίβλημα και σπόρους στο εσωτερικό και τρώγεται μαγειρεμένος ή ωμός σε σαλάτες και ως ορεκτικό ή μπαχαρικό: καυτερή/κίτρινη/κόκκινη (πβ. τσίλι)/πράσινη ~. ~ φλάσκα. ~ιές Φλωρίνης. Ντομάτες και ~ιές γεμιστές με ρύζι. Βλ. μπούκοβο, ταμπάσκο. ● Υποκ.: πιπερίτσα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: πιπεριά κέρατο: που έχει μακρόστενο κερατοειδές σχήμα.
40486πιπεριέραπι-πε-ριέ-ρα ουσ. (θηλ.): μικρό επιτραπέζιο σκεύος με τρύπες στη μια άκρη, για να ρίχνουμε πιπέρι σε ορισμένα φαγητά. Βλ. αλατιέρα, -ιέρα.
40487πιπερίζειπι-πε-ρί-ζει ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.}: (για φαγητό) έχει, αποκτά τη γεύση του πιπεριού. [< μτγν. πεπερίζω]
40488πιπερίνηπι-πε-ρί-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. αλκαλοειδές (σύμβ. C17H19NO3) στο οποίο οφείλεται η καυτερή γεύση του μαύρου πιπεριού· έχει ευεργετική δράση στο πεπτικό σύστημα, αλλά η υπερβολική ποσότητα μπορεί να ερεθίσει το στομάχι. Βλ. -ίνη. [< γαλλ. pipérine]
40489πίπερμανπί-περ-μαν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ηδύποτο με άρωμα μέντας. [< γαλλ. pippermint]
40490πιπερονάληπι-πε-ρο-νά-λη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. λευκή στερεή κρυσταλλική οργανική ένωση (σύμβ. C8H6O3) με οσμή ηλιοτροπίου που χρησιμοποιείται σε αρώματα, εντομοαπωθητικά και ως τοπικό αναισθητικό. [< αγγλ. piperonal]
40491πιπερόριζαπι-πε-ρό-ρι-ζα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. -ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Zingiber officinale) και ιδ. η ομώνυμη ρίζα του, που χρησιμοποιείται στη μαγειρική, τη φαρμακευτική, την αρωματοποιία και την ποτοποιία: φρέσκια ~. Σκόνη ~ας. Πβ. τζίντζερ. [< μεσν. πιπερόριζα]
40492πιπερώνωπι-πε-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {πιπέρω-σα, -θεί, -μένος, πιπερών-οντας}: ρίχνω πιπέρι σε φαγητό, για να νοστιμίσει: ~ώστε καλά το κρέας/τα λαχανικά/τις πατάτες/τα ψάρια. Βλ. αλατίζω, αλατο~.
40493πιπέταπι-πέ-τα ουσ. (θηλ.): λεπτός σωλήνας, συνήθ. γυάλινος ή πλαστικός, που φέρει διαβαθμίσεις και χρησιμοποιείται σε εργαστήριο για την ακριβή μέτρηση και μεταφορά υγρών με αναρρόφηση ή ως δοσομετρητής φαρμάκων: ογκομετρική ~. ~ δειγματοληψίας. Πβ. προχοΐδα. Βλ. -έτα. ΣΥΝ. σιφώνιο [< γαλλ. pipette]
40494πιπίπι-πί ουσ. (ουδ.) (λ. νηπιακή): τα εξωτερικά γεννητικά όργανα των μωρών, ιδ. τα ανδρικά· (κυρ-κατ' επέκτ.) ούρηση: (οικ.) Κάνω/πάω για ~ (= κατουρώ). ΣΥΝ. τσίσα (1) [< γαλλ.-ιταλ. pipi]
40495πίπιζαπί-πι-ζα ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. ζουρνάς. [< αλβ. pipëza]
40496πιπίλαπι-πί-λα ουσ. (θηλ.) 1. τεχνητή θηλή που δίνεται στα βρέφη ως υποκατάστατο θηλασμού ή γενικότ. για να τα ηρεμούν· κατ' επέκτ. κάθε παρόμοιο αντικείμενο: πλαστική ~. Το παιδί έκοψε/πέταξε/σταμάτησε νωρίς την ~.|| Λαστιχένιες ~ες για μπιμπερό. 2. πιπίλισμα. 3. (μτφ.-αρνητ. συνποδ.) ανούσια και κουραστική επανάληψη λόγων, επιχειρημάτων σχετικά με μια κατάσταση: Χρόνια τώρα αναμασιέται η ίδια ~. Πβ. καραμέλα, τσίχλα.
40497πιπιλιάπι-πι-λιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): προσωρινό μελανό σημάδι στο δέρμα που προκαλείται από ερωτικό ρουφηχτό φιλί: ~ στο λαιμό.
40498πιπιλίζωπι-πι-λί-ζω ρ. (μτβ.) {πιπίλισα} & πιπιλώ & πιπιλάω 1. μιμούμαι τις θηλαστικές κινήσεις: Τα μωρά ~ουν το δάχτυλό τους (= βυζαίνουν). 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) επαναλαμβάνω επίμονα και κουραστικά, αναμασώ τα ίδια και τα ίδια: ~ει συνέχεια τη γνωστή θεωρία. Πβ. μηρυκάζω. ● ΦΡ.: πιπιλίζω το μυαλό κάποιου: τον ζαλίζω, λέγοντας ξανά και ξανά το ίδιο πράγμα. [< 1: μεσν. πιπιλίζω]
40500πιπίνιπι-πί-νι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. νεαρό και όμορφο κορίτσι ή σπανιότ. αγόρι: ξανθό ~. Πβ. γκομενάκι. 2. πιτσούνι.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.