| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 40501 | πίπτω | πί-πτω ρ. (λόγ.): πέφτω, μόνο στη ● ΦΡ.: όπου δεν πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος & όπου δεν πέφτει λόγος, πέφτει ράβδος: όποιος δεν συνετίζεται με συμβουλές ή λογικά επιχειρήματα, συμμορφώνεται με σωματική ή ψυχολογική βία: Δεν υπάρχουν πλέον περιθώρια νουθεσιών· ~ ~. [< αρχ. πίπτω] | |
| 40502 | πιράνχας | πι-ράν-χας ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & πιράνχα 1. ΙΧΘΥΟΛ. σαρκοβόρο ψάρι (γένος Serrasalmus), μικρό σε μέγεθος, με πεπλατυσμένο σώμα, ασημένια και κόκκινα λέπια και χαρακτηριστικά κοφτερά δόντια, που το καθιστούν πολύ επικίνδυνο για τον άνθρωπο: Τα περισσότερα ~ ζουν στους ποταμούς της Νότιας Αμερικής. 2. (μτφ.) αδίστακτος, καιροσκόπος: αχόρταγα ~. Καραδοκούν σαν τα ~. [< αγγλ. piranha, πορτ. ~] | |
| 40503 | πιρέξ | βλ. πυρέξ | |
| 40504 | πιρόγα | πι-ρό-γα ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. ελαφριά μακρόστενη βάρκα με κουπιά που κατασκευάζεται από κορμό δέντρου και χρησιμοποιείται σήμερα από ιθαγενείς κυρ. της Αφρικής και της Ωκεανίας. Πβ. καγιάκ, κανό, μονόξυλο. [< γαλλ. pirogue] | |
| 40505 | πιροπλάσμωση | πι-ρο-πλά-σμω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χρόνια ασυμπτωματική νόσος που προκαλείται από παράσιτο (γένος Babesia) των ερυθρών αιμοσφαιρίων και μεταδίδεται στα ζώα και στον άνθρωπο με τσίμπημα τσιμπουριού. Βλ. αναιμία, ελονοσία. [< αγγλ. piroplasmosis, 1901, ιταλ. piroplasmosi, 1956] | |
| 40506 | πίρος | πί-ρος ουσ. (αρσ.) & πείρος 1. ΤΕΧΝΟΛ. μπουλόνι. 2. πώμα ή είδος στρόφιγγας σε βαρέλι, για να αντλείται το κρασί. 3. ΝΑΥΤ. βούλωμα που κλείνει την τρύπα στον πάτο βάρκας. ● Υποκ.: πιράκι (το) [< μεσν. πίρος < ιταλ. piro] | |
| 40507 | πιροσκί | πι-ρο-σκί ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. είδος πίτας με γέμιση συνήθ. από τυρί και ζαμπόν, κιμά ή λουκάνικο: ~ με πατάτα. Βλ. πεϊνιρλί. [< γαλλ. pirojki, 1938 < ρωσ. pirozhki] | |
| 40508 | πιρουέτα | πι-ρου-έ-τα ουσ. (θηλ.) 1. (στον χορό και τις παγοδρομίες) φιγούρα με επιτόπια πλήρη περιστροφή στη μύτη των δαχτύλων του ενός ποδιού γύρω από τον κάθετο άξονα του σώματος: τριπλή ~. Βλ. τουίστ. 2. {κυρ. στον πληθ.} (μτφ.) απότομη μεταστροφή γνώμης: επικοινωνιακές/λεκτικές/πολιτικές ~ες. Βλ. -έτα. [< ιταλ. piruetta, γαλλ. pirouette] | |
| 40509 | πιρούνα | πι-ρού-να ουσ. (θηλ.) 1. μαγειρικό σκεύος που έχει μακριά λαβή με δύο έως τέσσερα αιχμηρά άκρα και χρησιμοποιείται για ανακάτεμα ή σερβίρισμα φαγητού· κατ' επέκτ. οτιδήποτε έχει αντίστοιχο σχήμα: μεταλλική/ξύλινη ~. ~ σαλάτας. Βλ. κουτάλα.|| ~ κηπουρικής. 2. χτένα με αραιά δόντια για το ξεμπέρδεμα των μαλλιών. Βλ. βούρτσα. | |
| 40510 | πιρούνι | πι-ρού-νι ουσ. (ουδ.) 1. μικρό επιτραπέζιο μαγειρικό σκεύος με μακριά λαβή και δύο έως τέσσερα αιχμηρά άκρα, με το οποίο τρώγονται οι στερεές τροφές: ασημένιο/ξύλινο/πλαστικό ~. ~ της σαλάτας. Βλ. κουτάλι, μαχαίρι, -ούνι. 2. ΤΕΧΝΟΛ. μέρος του σκελετού δικύκλων, στο οποίο τοποθετείται ο μπροστινός τροχός: τηλεσκοπικά ~ια. ~ ανάρτησης. ~ια ποδηλάτου. ● Υποκ.: πιρουνάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: γερό/γρήγορο πιρούνι (προφ.): για πρόσωπο που τρώει πολύ ή γρήγορα και λαίμαργα. [< μεσν. πιρούνι] | |
| 40511 | πιρουνιά | πι-ρου-νιά ουσ. (θηλ.) 1. η ποσότητα τροφής που πιάνεται σε ένα πιρούνι: ~ σαλάτας. Μια ~ μακαρόνια/χόρτα. 2. τρύπημα με πιρούνι και το αντίστοιχο σημάδι. | |
| 40512 | πιρουνιάζω | πι-ρου-νιά-ζω ρ. (μτβ.) (προφ.) 1. περονιάζω. 2. (σπάν.) πιάνω, καρφώνω με πιρούνι. | |
| 40513 | πίρσινγκ | πίρ-σινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): τρύπημα του σώματος σε διάφορα σημεία, για να περαστούν κυρ. σκουλαρίκια: Έχει κάνει ~ στη γλώσσα/στη μύτη/στα χείλη. Βλ. τατουάζ. [< αγγλ. piercing, γαλλ. ~, 1991] | |
| 40514 | ΠΙΣ | (ο): Πανελλήνιος Ιατρικός Σύλλογος. | |
| 40515 | πισθάγκωνα | πι-σθά-γκω-να επίρρ.: με τους αγκώνες πίσω στην πλάτη και τους καρπούς ενωμένους: Του περνούν τις χειροπέδες ~. Τους κρατούν δεμένους ~. [< μτγν. ὀπισθάγκωνα] | |
| 40516 | πισί | πι-σί ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. πισιά} & PC (προφ.): προσωπικός υπολογιστής: Δεν πάω πουθενά χωρίς το ~ μου. ● Υποκ.: πισάκι (το) [< αγγλ. P(ersonal) C(omputer), 1977] | |
| 40517 | πισίνα | πι-σί-να ουσ. (θηλ.) {πισίνων}: τεχνητή δεξαμενή κατάλληλη για κολύμβηση και καταδύσεις· συνεκδ. το νερό που περιέχεται σε αυτή: θερμαινόμενη/εξωτερική/εσωτερική/ιδιωτική/παιδική/φουσκωτή ~. ~ ολυμπιακών διαστάσεων/προδιαγραφών (= πενηντάρα ~). Ταράτσα με ~. Καθαρισμός/συντήρηση ~ας. Βίλα/ξενοδοχείο με ~.|| Το χλώριο της ~ας. ● Υποκ.: πισινούλα (η) [< ιταλ. piscina] | |
| 40518 | πισινά | πι-σι-νά ουσ. (ουδ.) (τα) 1. πισινός. ΣΥΝ. οπίσθια 2. τα πίσω πόδια των τετράποδων ζώων: τα ~ του γαϊδάρου. [< μεσν. πισινά] | |
| 40519 | πισινός | , ή, ό πι-σι-νός επίθ.: που είναι πίσω από κάτι ή κάποιον άλλο, που ακολουθεί: ~ός: τροχός (αυτοκινήτου). ~ή: πόρτα. ~ό: κάθισμα/φρένο. ΣΥΝ. οπίσθιος ΑΝΤ. μπροστινός ● ΦΡ.: κρατάω πισινή (προφ.): έχω επιφυλάξεις, λαμβάνω τα μέτρα μου. Πβ. κρατάω τα μπόσικα, φυλάω/καλύπτω τα νώτα μου., των μπροστινών πατήματα, των πισινών γεφύρια βλ. μπροστινός [< μεσν. πισινός] | |
| 40520 | πισινός | πι-σι-νός ουσ. (αρσ.) (προφ.): γλουτοί, κώλος. Πβ. πρωκτός. ΣΥΝ. οπίσθια, πισινά (1), ποπός ● Υποκ.: πισινούλης (ο) ● ΦΡ.: στρώνω κώλο/πισινό βλ. κώλος, τα θέλει/τον τρώει ο κώλος/πισινός/κωλαράκος του βλ. κώλος, του έβαλαν/του έχουν βάλει νέφτι (στον κώλο/πισινό/ποπό) βλ. νέφτι |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ