Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [41100-41120]

IDΛήμμαΕρμηνεία
40512πιρουνιάζωπι-ρου-νιά-ζω ρ. (μτβ.) (προφ.) 1. περονιάζω. 2. (σπάν.) πιάνω, καρφώνω με πιρούνι.
40513πίρσινγκπίρ-σινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): τρύπημα του σώματος σε διάφορα σημεία, για να περαστούν κυρ. σκουλαρίκια: Έχει κάνει ~ στη γλώσσα/στη μύτη/στα χείλη. Βλ. τατουάζ. [< αγγλ. piercing, γαλλ. ~, 1991]
40514ΠΙΣ(ο): Πανελλήνιος Ιατρικός Σύλλογος.
40515πισθάγκωναπι-σθά-γκω-να επίρρ.: με τους αγκώνες πίσω στην πλάτη και τους καρπούς ενωμένους: Του περνούν τις χειροπέδες ~. Τους κρατούν δεμένους ~. [< μτγν. ὀπισθάγκωνα]
40516πισίπι-σί ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. πισιά} & PC (προφ.): προσωπικός υπολογιστής: Δεν πάω πουθενά χωρίς το ~ μου. ● Υποκ.: πισάκι (το) [< αγγλ. P(ersonal) C(omputer), 1977]
40517πισίναπι-σί-να ουσ. (θηλ.) {πισίνων}: τεχνητή δεξαμενή κατάλληλη για κολύμβηση και καταδύσεις· συνεκδ. το νερό που περιέχεται σε αυτή: θερμαινόμενη/εξωτερική/εσωτερική/ιδιωτική/παιδική/φουσκωτή ~. ~ ολυμπιακών διαστάσεων/προδιαγραφών (= πενηντάρα ~). Ταράτσα με ~. Καθαρισμός/συντήρηση ~ας. Βίλα/ξενοδοχείο με ~.|| Το χλώριο της ~ας. ● Υποκ.: πισινούλα (η) [< ιταλ. piscina]
40518πισινάπι-σι-νά ουσ. (ουδ.) (τα) 1. πισινός. ΣΥΝ. οπίσθια 2. τα πίσω πόδια των τετράποδων ζώων: τα ~ του γαϊδάρου. [< μεσν. πισινά]
40519πισινός, ή, ό πι-σι-νός επίθ.: που είναι πίσω από κάτι ή κάποιον άλλο, που ακολουθεί: ~ός: τροχός (αυτοκινήτου). ~ή: πόρτα. ~ό: κάθισμα/φρένο. ΣΥΝ. οπίσθιος ΑΝΤ. μπροστινός ● ΦΡ.: κρατάω πισινή (προφ.): έχω επιφυλάξεις, λαμβάνω τα μέτρα μου. Πβ. κρατάω τα μπόσικα, φυλάω/καλύπτω τα νώτα μου., των μπροστινών πατήματα, των πισινών γεφύρια βλ. μπροστινός [< μεσν. πισινός]
40520πισινόςπι-σι-νός ουσ. (αρσ.) (προφ.): γλουτοί, κώλος. Πβ. πρωκτός. ΣΥΝ. οπίσθια, πισινά (1), ποπός ● Υποκ.: πισινούλης (ο) ● ΦΡ.: στρώνω κώλο/πισινό βλ. κώλος, τα θέλει/τον τρώει ο κώλος/πισινός/κωλαράκος του βλ. κώλος, του έβαλαν/του έχουν βάλει νέφτι (στον κώλο/πισινό/ποπό) βλ. νέφτι
40521πίσσαπίσ-σα ουσ. (θηλ.) 1. ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. μελανό παχύρρευστο υλικό που προέρχεται από την ξηρή απόσταξη οργανικών ουσιών, κυρ. λιθανθράκων, πετρελαίου ή ξύλου, και χρησιμοποιείται συνήθ. σε ασφαλτοστρώσεις και ως μονωτικό υλικό: Έριξαν ~ (ενν. σε δρόμο). Πλοίο γέμισε (με) ~ τη θάλασσα.|| Χαμηλή περιεκτικότητα (τσιγάρων) σε ~. Βλ. λιθανθρακό-, ξυλό-πισσα, πισσάσφαλτος. 2. (μτφ.-επιτατ.) κάτι κατάμαυρο, πολύ σκοτεινό: (ως επίθ.) ~ (= πολύ βαθύ) σκοτάδι. Πβ. κατράμι. ● ΦΡ.: πίσσα και πούπουλα (μτφ.): τιμωρία για παραδειγματισμό, διαπόμπευση. [< 1: αρχ. πίσσα]
40522πισσάρισμαπισ-σά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): κάλυψη, επίστρωση επιφάνειας με πίσσα: Πιστόλι αέρος για ~. Βλ. -ισμα.
40523πισσάσφαλτοςπισ-σά-σφαλ-τος ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. φυσική ή κατεργασμένη καθαρή άσφαλτος: ~ πετρελαίου. [< μτγν. πισσάσφαλτος]
40524πισσέλαιοπισ-σέ-λαι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. απόσταγμα που προκύπτει από τον διαχωρισμό της πίσσας και χρησιμοποιείται για τον εμποτισμό ξύλου και την προληπτική του προστασία. [< μτγν. πισσέλαιον, γαλλ. huile de goudron]
40525πισσόχαρτοπισ-σό-χαρ-το ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. μονωτικό αδιάβροχο υλικό που παρασκευάζεται από φύλλα χοντρού χαρτιού επικαλυμμένα με διάλυμα πίσσας. Βλ. ασφαλτόπανο, -χαρτο. [< αγγλ. tar paper]
40526πισσώνωπισ-σώ-νω ρ. (μτβ.) {κυρ. στη μτχ. πισσω-μένος}: αλείφω με πίσσα: ~μένο: χαρτί. Βλ. ασφαλτο-, τσιμεντο-στρώνω. [< μεσν. πισσώνω < μτγν. πισσῶ]
40527πίσταπί-στα ουσ. (θηλ.) 1. υπερυψωμένος χώρος κέντρου διασκέδασης όπου εμφανίζεται ο τραγουδιστής (και η ορχήστρα) και μπορούν να χορέψουν οι πελάτες· κατ' επέκτ. κέντρο νυχτερινής διασκέδασης: Ανέβηκαν στην ~. Πβ. σκηνή.|| Μεγάλες λαϊκές ~ες. Επιστρέφει στις ~ες. Πβ. μπουζούκια. 2. μεγάλη, επίπεδη και συνήθ. κυκλική επιφάνεια με ειδικό παρκέ που προορίζεται για τη διεξαγωγή διάφορων δραστηριοτήτων, κυρ. χορευτικών ή αθλητικών: αγωνισική ~. ~ χορού.|| (ΑΘΛ.) ~ αγώνων (ταχύτητας)/καρτ/μοτοκρός/ράλι. ~ πατινάζ. ~ σκέιτμπορντ. Ποδηλασία ~ας.|| (ειδικότ., χιονισμένη πλαγιά βουνού κατάλληλη για χιονοδρομίες) ~ του σκι. ~ δρόμου αντοχής. ~ για αρχάριους. ~ες κατάβασης. 3. χώρος προσγείωσης και απογείωσης αεροσκαφών: η ~ του αεροδρομίου/ελικοδρομίου. 4. (σε ηλεκτρονικά παιχνίδια) επίπεδο κλιμακούμενης δυσκολίας από το οποίο πρέπει να περάσει ένας παίκτης για να προχωρήσει στο επόμενο. ● Υποκ.: πιστούλα (η) ● ΦΡ.: πρώτο τραπέζι πίστα βλ. τραπέζι [< γαλλ. piste]
40528πιστευτός, ή, ό πι-στευ-τός επίθ.: που μπορεί να τον πιστέψει κάποιος: ~ή: δικαιολογία/εξήγηση. ~ό: σενάριο. Πβ. αληθοφανής. ΑΝΤ. απίστευτος (1) [< μτγν. πιστευτός]
40529πιστεύωπι-στεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πίστ-ευα, -εψα, πιστ-έψω, πιστεύ-τηκε (λόγ.) -θηκε, -τεί (λόγ.) -θεί, -οντας} 1. αποδέχομαι ότι κάτι ισχύει πραγματικά: Δεν έχω κανένα λόγο να μην το ~έψω. Δεν ~ (ούτε) λέξη/τίποτα απ' όσα λες. Μην ~εις όλα αυτά που γράφονται κατά καιρούς. Δεν μπορώ να ~έψω (= να δώσω βάση) (σε) κάτι που δεν έχει αποδειχθεί. Δυσκολεύομαι/μου είναι αδύνατο να ~έψω ότι έκανε κάτι τέτοιο. Πίστεψέ με, λέω την αλήθεια! Αντίθετα απ' ό,τι αρχικά ~όταν, ...|| ~εις στα ζώδια/στα θαύματα/στη μετά θάνατον ζωή/στη μοίρα/στα όνειρα; 2. (ειδικότ.) έχω πίστη στον Θεό ή σε συγκεκριμένο θρησκευτικό δόγμα: ~ει στον Χριστό.|| ~ει στον Αλλάχ/στον Βούδα/στο δωδεκάθεο.|| Δεν ~ει (= είναι άθεος). Βλ. αλλαξοπιστώ.|| Δεν μπορώ να καταλάβω σε τι θεό ~ει (= τι πρεσβεύει). 3. νομίζω: ~ ότι/πως θα τα καταφέρουμε. Τα πράγματα είναι πολύ πιο άσχημα απ' ό,τι ~ευα. Πβ. φρονώ.|| ~ (= ελπίζω) να καταλαβαίνεις τι θέλω να πω. Θέλω να ~ ότι σύντομα θα βρεθεί λύση.|| Δεν ~ (= δεν φαντάζομαι να) να με παρεξήγησες/να μην έρθεις.|| ~εται (= θεωρείται) ότι το ποσοστό αποχής θα είναι μεγάλο. Βλ. εικάζεται. 4. είμαι βέβαιος, σίγουρος για κάτι: Το ~ ακράδαντα/απόλυτα/βαθιά. ~ουν στη νίκη της ομάδας τους. 5. έχω εμπιστοσύνη, θεωρώ σημαντικό: ~εψαν στην αξία/στις δυνατότητές/στο ταλέντο του. Πρέπει να ~έψεις στον εαυτό σου (= να έχεις αυτοπεποίθηση).|| ~ στον διάλογο/στην ειρηνική επίλυση του προβλήματος/στη συλλογική προσπάθεια. ● Ουσ.: πιστεύω (τα): οι αρχές και αξίες ενός προσώπου: Αγωνίζομαι για/αλλάζω/προδίδω τα ~ μου. Σέβομαι τα θρησκευτικά/ιδεολογικά/πολιτικά ~ των άλλων. Διώχτηκε/εξορίστηκε για τα ~ του (= φρονήματα). Πβ. ιδεολογία. ΣΥΝ. πεποιθήσεις, Πιστεύω (το) (προφ.): ΕΚΚΛΗΣ. το Σύμβολο της Πίστεως. Βλ. Πάτερ ημών. ● ΦΡ.: δεν πιστεύω στα μάτια/στ' αυτιά μου: για κάτι απρόσμενο και απίστευτο: ~ ~ με αυτά που βλέπω/ακούω. [< γαλλ. ne pas en croire mes yeux /oreilles] , δεν το πιστεύω! (προφ.): για να δηλωθεί έκπληξη: Έγινε κάτι τέτοιο; (Έλα,) ~ ~!, να το δω και να μην το πιστέψω: εκφράζω επιφυλάξεις για το αν πραγματικά θα συμβεί κάτι: Είπε ότι θα έρθει στην ώρα του. ~ ~!, πίστευε και μη ερεύνα βλ. ερευνώ, ποιος (θα/να) το περίμενε/έλεγε/φανταζόταν βλ. περιμένω [< αρχ. πιστεύω]
40530πίστηπί-στη ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -εως | -εις} 1. αποδοχή της ορθότητας ή της ύπαρξης ενός πράγματος: απόλυτη/σταθερή ~. Η λαϊκή ~. ~ στην αιώνια ζωή/σε υπερφυσικά φαινόμενα. Πανάρχαιες ~εις (= δοξασίες). Είναι (ευρέως) διαδεδομένη/διάχυτη η ~ ότι ... 2. αποδοχή της ύπαρξης ανώτατου όντος, προσήλωση σε θρησκεία ή δόγμα και κυρ. ειδικότ. στον Χριστιανισμό: (ΘΡΗΣΚ.) εβραϊκή/ειδωλολατρική/θρησκευτική ~. ~ στον βουδισμό.|| Προτεσταντική/ρωμαιοκαθολική ~.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Ορθόδοξη ~. Έχει βαθιά ~ στον Θεό. Δοκιμάστηκε/κλονίστηκε η ~ του. Απαρνήθηκε/έχασε/ξαναβρήκε/ομολόγησε την ~ του. Μαρτύρησε για την ~ του. Βλ. ορθοδοξία. ΑΝΤ. απιστία (3) 3. βεβαιότητα, σιγουριά (ότι κάτι υπάρχει ή μπορεί να υπάρξει): ακλόνητη/ακράδαντη ~. ~ για/σε ένα καλύτερο αύριο. ~ για την πρόκριση. Έχει ~ στην πρόοδο. Εξέφρασε την ~ του ότι η κατάσταση θα βελτιωθεί. 4. αφοσίωση, προσήλωση, σταθερότητα, συνέπεια: ~ σε αξίες και ιδανικά/αρχές. Ορκίστηκε ~ στο Σύνταγμα και τους νόμους.|| Ερωτική ~. 5. εμπιστοσύνη: ισχυρή/στέρεη/τυφλή ~. ~ σε υποσχέσεις. Έχει ~ στις δυνάμεις/στον εαυτό/στις ικανότητές του (= αυτοπεποίθηση). Έδειξε ~ στις δυνατότητές τους. 6. ΟΙΚΟΝ. πράξη μεταβίβασης κεφαλαίου από ένα (φυσικό ή νομικό) πρόσωπο σε άλλο, με την πεποίθηση ότι θα επιστραφεί με τους όρους που έχουν συμφωνηθεί (χρόνος, τόπος, επιτόκιο): τραπεζική ~. Εμπορική/επαγγελματική/επιχειρηματική/κτηματική/ναυτική ~. Πβ. πίστωση. Βλ. δάνειο, χρηματοδότηση. 7. (σπάν.) αξιοπιστία, φερεγγυότητα: Εταιρεία που έχει αποκαταστήσει την ~ της στην αγορά. ● ΣΥΜΠΛ.: αγροτική πίστη: ΟΙΚΟΝ. χορήγηση δανείων στον αγροτικό τομέα από αρμόδια τράπεζα με ευνοϊκούς όρους και σε εναρμόνιση με την κρατική αγροτική πολιτική., βιομηχανική πίστη: ΟΙΚΟΝ. παροχή δανείου με πίστωση από τράπεζα σε βιομηχανική επιχείρηση για αγορά πρώτων υλών ή μηχανολογικού εξοπλισμού, δημιουργία νέων εγκαταστάσεων, ανάληψη παραγωγικών επενδύσεων., κακή πίστη: απουσία αξιοπιστίας, ύπαρξη δόλου, κακής πρόθεσης: Βρίσκεται σε ~ ~. Με ~ ~/(λόγ.) κακή τη πίστει (= κακοπροαίρετα). ΣΥΝ. κακοπιστία (2), καλή πίστη: εντιμότητα, απουσία δόλου, καλή πρόθεση, συνήθ. σε συναλλαγές: άνθρωπος ~ής ~εως (πβ. καλόπιστος). Κίνηση/πνεύμα/στάση ~ής ~εως. ~ ~ μεταξύ του εργοδότη και του εργαζόμενου. Ενεργώ/πράττω με ~ ~/(λόγ.) καλή τη πίστει (= καλοπροαίρετα). ΣΥΝ. καλοπιστία, καταναλωτική πίστη: ΟΙΚΟΝ. παροχή δανείου με σκοπό κυρ. την αγορά καταναλωτικών αγαθών ή την αντιμετώπιση προσωπικών εξόδων. [< αγγλ. consumer credit, 1925] , στεγαστική πίστη: ΟΙΚΟΝ. χορήγηση δανείου με σκοπό την αγορά ακινήτου., συζυγική πίστη: αμοιβαία δέσμευση των συζύγων να μην έχουν εξωσυζυγικές σχέσεις: Πρόδωσε τη ~ ~., Σύμβολο της Πίστεως & της Πίστης: ΕΚΚΛΗΣ. σύντομο κείμενο με δώδεκα άρθρα που αποτελεί ομολογία της χριστιανικής πίστης: απαγγελία του ~όλου ~. ΣΥΝ. Πιστεύω (το), άρθρο πίστεως βλ. άρθρο, ομολογία πίστεως βλ. ομολογία ● ΦΡ.: (πήγε) υπέρ πίστεως (και πατρίδος) 1. (ειρων.) πήγε χαμένος: Ο κόπος μας πήγε/τα χρήματά μας πήγαν ~ ~! 2. (λόγ.) για την υπεράσπιση των ιδανικών της χριστιανικής πίστης και της πατρίδας. ΣΥΝ. υπέρ βωμών και εστιών, δίνω πίστη σε κάτι: το πιστεύω: Μη ~εις ~ σε διαδόσεις/φήμες!, μα την πίστη μου! (προφ.): ως όρκος ή για δήλωση έκπληξης: ~ ~ (= ορκίζομαι), δεν είδα τίποτα!|| ~ ~, δεν καταλαβαίνω γιατί το έκανε., μου άλλαξε/μου έβγαλε τον αδόξαστο/την πίστη/την Παναγία βλ. αδόξαστος, μου βγαίνει η πίστη/η Παναγία/η ψυχή/το λάδι βλ. βγαίνω, μου βγήκε η ψυχή/η πίστη ανάποδα βλ. ανάποδα, ο άνθρωπος/η πίστη κινεί βουνά βλ. βουνό [< αρχ. πίστις 6: αγγλ. credit, γαλλ. crédit]
40531πιστικόςβλ. μπιστικός

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.