| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 40532 | πιστοδότης | πι-στο-δό-της ουσ. (αρσ.) {θηλ. πιστοδότρια}: ΟΙΚΟΝ. φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παρέχει πίστωση. Πβ. δανειοδότης, πιστωτής. Βλ. -δότης.|| (ως επίθ.) ~τρια: τράπεζα. ΑΝΤ. πιστολήπτης [< γαλλ. créancier] | |
| 40533 | πιστοδότηση | πι-στο-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. χορήγηση, παροχή πίστωσης από φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Πβ. δανειοδότηση. Βλ. -δότηση. [< γαλλ. crédit] | |
| 40534 | πιστοδοτικός | , ή, ό πι-στο-δο-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την πιστοδότηση: ~ός: οργανισμός. ~ή: πολιτική. Πβ. πιστωτικός. ΑΝΤ. πιστοληπτικός | |
| 40535 | πιστολάκι | πι-στο-λά-κι ουσ. (ουδ.) & (προφ.) μπιστολάκι 1. σεσουάρ: επαγγελματικό ~. Ίσιωμα με ~ (βλ. ισιωτής, ψαλίδι).|| (συνεκδ.-προφ.) Η κομμώτρια μου έκανε ~ (: με χτένισε). ΣΥΝ. στεγνωτήρας μαλλιών 2. (υποκ.) μικρό πιστόλι: ~ ποτίσματος (βλ. πιστολέτο). ● βλ. πιστόλι | |
| 40536 | πιστολάς | πι-στο-λάς ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): άνθρωπος του υποκόσμου που οπλοφορεί, συνήθ. χωρίς άδεια. Πβ. πιστολέρο. Βλ. -άς. | |
| 40537 | πιστολέρο | πι-στο-λέ-ρο ουσ. (αρσ.) {άκλ.} 1. πρόσωπο που χειρίζεται με επιδεξιότητα το πιστόλι και προβαίνει σε παράνομες ενέργειες με τη χρήση του όπλου του. Πβ. πιστολάς. Βλ. καουμπόης. 2. (αθλητική αργκό, για ποδοσφαιριστή ή μπασκετμπολίστα) δεινός σκόρερ. Πβ. γκολτζής, μπόμπερ. [< ισπ. pistolero, ιταλ. ~, 1935] | |
| 40538 | πιστολέτο | πι-στο-λέ-το ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα με μορφή πιστολιού που χρησιμοποιείται για θραύση και διάτρηση επιφανειών, ψεκασμό χρώματος ή συρραφή και στερέωση αντικειμένων: κρουστικό/περιστροφικό/πνευματικό/σκαπτικό ~. ~ αναρρόφησης. Βλ. αερογράφος, κομπρεσέρ. [< ιταλ. pistoletto, γαλλ. pistolet] | |
| 40539 | πιστολήπτης | πι-στο-λή-πτης ουσ. (αρσ.) {θηλ. πιστολήπτρια}: ΟΙΚΟΝ. φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παίρνει πίστωση. Πβ. πιστούχος. Βλ. -λήπτης. ΑΝΤ. πιστοδότης [< γαλλ. débiteur] | |
| 40540 | πιστοληπτικός | , ή, ό πι-στο-λη-πτι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με τη λήψη πίστωσης: ~ή: αξιοπιστία. ~ό: προφίλ. ΑΝΤ. πιστοδοτικός ● επίρρ.: πιστοληπτικά ● ΣΥΜΠΛ.: πιστοληπτική ικανότητα: δυνατότητα λήψης πίστωσης βάσει της οικονομικής φερεγγυότητας του αιτούντος ότι μπορεί να εξοφλήσει το χρέος: ~ ~ τραπεζών/μιας χώρας. Οργανισμοί αξιολόγησης της ~ής ~ας. [< αγγλ. creditworthiness, 1963] , οίκος (πιστοληπτικής) αξιολόγησης βλ. οίκος, πιστοληπτική διαβάθμιση βλ. διαβάθμιση | |
| 40541 | πιστόλι | πι-στό-λι ουσ. (ουδ.) {πιστολ-ιού} & (σπάν.-προφ.) μπιστόλι 1. μικρό, κοντόκαννο πυροβόλο όπλο, σχεδιασμένο για να κρατιέται με το ένα χέρι: εννιάρι ~. ~ με σιγαστήρα. Πβ. σιδερικό. Βλ. εξάσφαιρο, περίστροφο, σαρανταπεντάρι.|| Πλαστικό/ψεύτικο ~.|| ~ εκκίνησης (: σε αγώνες δρόμου)/κρότου/φωτοβολίδων. Βλ. νεροπίστολο. 2. ΑΘΛ. το συγκεκριμένο όπλο με χρήση στη σκοποβολή· κατ' επέκτ. το ίδιο το άθλημα: αεροβόλο/ελεύθερο/επαναληπτικό ~. ~ μεγάλου διαμετρήματος/σπορ/ταχύτητας. 3. (κατ' επέκτ.) εργαλείο αντίστοιχης μορφής για διάφορες εργασίες: ηλεκτρικό/καρφωτικό ~. ~ (θερμού/πεπιεσμένου) αέρα/σιλικόνης. ~ βαφής/θερμοκόλλησης/ποτίσματος/ψεκασμού. Πβ. αερογράφος, πιστολέτο. ● Μεγεθ.: πιστόλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: γρήγορο πιστόλι (μτφ.): γρήγορος, σβέλτος: Πότε πρόλαβες και καθάρισες; Είσαι ~ ~ τελικά! ● ΦΡ.: τραβώ πιστόλι: βγάζω και στρέφω το πιστόλι εναντίον κάποιου ή/και τον πυροβολώ., με/βάζω το πιστόλι στον κρόταφο βλ. κρόταφος ● βλ. πιστολάκι [< 1: μεσν. πιστόλα < ιταλ. pistola 2,3: αγγλ. gun, pistol] | |
| 40542 | πιστολιά | πι-στο-λιά ουσ. (θηλ.) & (προφ.) μπιστολιά: πυροβολισμός. [< μεσν. πιστολιά, μπιστολιά] | |
| 40543 | πιστολίδι | πι-στο-λί-δι ουσ. (ουδ.) & μπιστολίδι (λαϊκό): σειρά από απανωτές πιστολιές, πυροβολισμούς: ατελείωτο/τρελό ~. Πέφτει ~. Βλ. -ίδι. | |
| 40544 | πίστομα | βλ. απίστομα | |
| 40545 | πιστόνι | πι-στό-νι ουσ. (ουδ.) {πιστον-ιού} 1. ΜΗΧΑΝΟΛ. έμβολο κινητήρα: σφυρήλατο ~. Βάνα/ελατήρια/κεφαλή ~ιού. Βλ. μπιέλα. 2. ΜΟΥΣ. είδος βαλβίδας χάλκινων πνευστών οργάνων που κινείται κατακόρυφα με πίεση, ρυθμίζοντας τη διέλευση του αέρα και συνεπώς τον ήχο που παράγεται. [< γαλλ. piston] | |
| 40546 | πιστοποίηση | πι-στο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. διαδικασία διασφάλισης ποιότητας με διεθνώς αποδεκτά ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια, επίσημη βεβαίωση, επικύρωση για κάτι και συνεκδ. το σχετικό πιστοποιητικό: αναγνωρισμένη/ευρωπαϊκή ~. ~ ποιότητας (βλ. ISO). Συμβούλιο/σύστημα/φορέας ~ης. Δίνει/παρέχει ~.|| ~ γλωσσομάθειας/δεξιοτήτων/επάρκειας. 2. (στην εκπαίδευση) έγγραφο από ΙΕΚ που βεβαιώνει ότι ο κάτοχός του διαθέτει τις ανάλογες γνώσεις, για να μπορεί να ασκήσει συγκεκριμένο επάγγελμα: εξετάσεις (επαγγελματικής) ~ης. 3. (ειδικότ.) επίσημος έλεγχος τροφίμων ή προϊόντων για την τήρηση των απαραίτητων προδιαγραφών. Βλ. -ποίηση, σήμανση πιστότητας. ● ΣΥΜΠΛ.: Έμπιστη Τρίτη Οντότητα/Πάροχος Υπηρεσιών Πιστοποίησης βλ. οντότητα [< 1: μτγν. πιστοποίησις ‘επιβεβαίωση’, αγγλ.-γαλλ. certification] | |
| 40547 | πιστοποιήσιμος | , η, ο πι-στο-ποι-ή-σι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να πιστοποιηθεί: ~ο: επίπεδο γλωσσομάθειας. Βλ. -ιμος. [< αγγλ. certifiable] | |
| 40548 | πιστοποιητής | πι-στο-ποι-η-τής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. πιστοποιήτρια}: αυτός που πιστοποιεί: ~ές ποιότητας. Βλ. αξιολογητής, ISO. [< αγγλ. certifier, πβ. μτγν. πιστοποιός] | |
| 40549 | πιστοποιητικό | πι-στο-ποι-η-τι-κό ουσ. (ουδ.): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. επίσημο έγγραφο που βεβαιώνει κάποιο γεγονός ή παρέχει συγκεκριμένες πληροφορίες: ~ αγαμίας/βάπτισης/γέννησης/οικογενειακής κατάστασης/σπουδών. ~ ταυτότητας (βλ. διαβατήριο). ~ ενεργειακής απόδοσης κτιρίου (= ενεργειακό ~). Κρατικό ~ Γλωσσομάθειας. Ανάκληση/έκδοση/χορήγηση ~ού. Προσκομίζει (ένα) ~. Πβ. αποδεικτικό, βεβαίωση. ● ΣΥΜΠΛ.: πιστοποιητικό ασφαλείας: που εκδίδεται από αρμόδια Αρχή και βεβαιώνει ότι κάποιος θεωρείται κατάλληλος ή κάτι κρίνεται ασφαλές για συγκεκριμένο σκοπό: (ΠΛΗΡΟΦ.) ψηφιακό ~ ~., πιστοποιητικό ελληνομάθειας βλ. ελληνομάθεια, πράσινο πιστοποιητικό βλ. πράσινος, υπόδειγμα χρησιμότητας/πιστοποιητικό υποδείγματος χρησιμότητας βλ. χρησιμότητα [< γαλλ. certificat] | |
| 40550 | πιστοποιητικός | , ή, ό πι-στο-ποι-η-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την πιστοποίηση, που πιστοποιεί κάτι: ~ός: οργανισμός. Βλ. -ποιητικός. [< μτγν. πιστοποιητικός ‘αυτός που επιβεβαιώνει’] | |
| 40551 | πιστοποιώ | [πιστοποιῶ] πι-στο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {πιστοποι-εί | -ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος} 1. βεβαιώνω, επικυρώνω, τεκμηριώνω: Οι αποδείξεις ~ούν την ενοχή του κατηγορουμένου. 2. εκδίδω, χορηγώ επίσημο πιστοποιητικό. Βλ. -ποιώ. ● Μτχ.: πιστοποιημένος , η, ο: ~ο: κέντρο επαγγελματικής κατάρτισης/σύστημα. ~οι: φορείς/χρήστες. Πβ. αδειούχος, τεκμαρτός. [< αγγλ. certified, γαλλ. certifié, περ. 1950] [< μτγν. πιστοποιῶ] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ